Δημήτρης Καρακίτσος, Δνείπερος ΙΙ

*

*

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

Δ Ν Ε Ι Π Ε Ρ Ο Σ

~.~

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Ο ΤΡΟΧΟΣ ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ

  1. Και ακολούθησα τον κόσμο στις σκάλες, όπου ο ένας περπατούσε με τα μάτια μισάνοιχτα κι άλλος σαν να του ’κλεψαν στον ύπνο τη ραχοκοκαλιά.
  2. Κι όλο σιωπή και χνότα που έσβηναν σαν χώρες πριν γράψει γι’ αυτές η Ιστορία. Κόσμοι που ψάχνουν τον ήλιο τους για να ξημερώσει.
  3. (Αν και ουδείς χαιρόταν σήμερα. Κι είχε η ατμόσφαιρα κάτι το νοσηρό.)
  4. Ουρές στα ΑΤΜ, και κόρνες και σπρωξιές στα φανάρια. Κι όλοι με τον εχθρό, τον εαυτό τους, έτρεχαν να κρύψει ο ένας τον άλλο.
  5. Τι θα φάνε, κι αν είναι αλήθεια αυτό που κράζουν οι σειρήνες.
  6. Βιάστηκα κι εγώ να κολλήσω στην ουρά, να πάρω τα πράγματα που θα ’ταν καλό να έχω.
  7. Που τελικά έμειναν άχρηστα όταν κόπηκε το ρεύμα – κάτι που κανείς δεν το ’βαζε στον λογαριασμό.
  8. Γιατί έλεγες: υπάρχει κράτος εδώ – το δικό μου κράτος. Και γιατί έλεγες: στο σπίτι μου δεν θα σκοτωθώ.
  9. Και τότε χτυπήθηκε το γειτονικό χωριό. Και μετά τ’ αγόρι, εκείνο, με το κομμένο πόδι, που ο πατέρας του έκλαιγε σαν ένα κερί που το κρατάς ανάποδα.
  10. Κι ένας στο ποδήλατο μετά. Κι ένα κορίτσι. Που πάλεψαν πάνω του αλλά για να δει, αν μπορούσε να δει, ότι δεν την εγκατέλειψε ο κόσμος.
  11. Άτυχο κορίτσι, είπε κάποιος. Κι άλλοι έσβησαν την οθόνη απλώς.
  12. Λες κι ήταν θέαμα – ένα τηλεπαιχνίδι με σασπένς.
  13. Το ποια κορμιά θα δοθούν στον πόνο.

*

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΜΕ ΛΕΙΨΑΝΑ

  1. Και εκοίταξα πίσω: μια ηλικιωμένη είχε πέσει στον δρόμο, κι οι περαστικοί απειλούσαν το αίμα της που έκανε μπρος σαν το σκουλήκι.
  2. Σαν σκυλί που θα πει φοβάμαι αν το ρωτήσεις.
  3. Κι όλο στα γυαλιά πατούσαν τα παπούτσια σου κι ό,τι τίναξαν απ’ τα ρούχα τους τα τσιμέντα.
  4. Δύσκολες οι νύχτες. Σαν τα παιδιά που κυνηγιούνται οι εκρήξεις.
  5. Κι οι κρατήρες, ίδιοι με λεκάνες, μάζευαν τον λύθρο απ’ τον λαιμό των κτιρίων.
  6. Άρχισε η πόλη να κοιτά στο κενό.
  7. Να μαθαίνει απ’ τα βληθέντα άρματα τη μυρωδιά της σπαραγμένης σάρκας.
  8. Με τους νεκρούς, άλλος σαν το τηλεγραφόξυλο, άλλος με κάτι ψίχουλα για απομεινάρι, να μην πιστεύουν τι έγινε.
  9. (Σαν γλάστρα που της χύθηκε το χώμα ήταν.)
  10. (Ή: ψαροπούλια μέσα στο σπαταλημένο πετρέλαιο.)
  11. Νεκρούς τέτοιους, στις γειτονιές, είδα πολλούς.
  12. Λίγοι στην αρχή, σαν τους μαθητές που διστάζουν – ξάπλωναν ώσπου να ’ρθει κάποιος να τους περιμαζέψει.
  13. Κι όλο ντρέπονταν τις πρώτες μέρες να στρέψουν το βλέμμα.
  14. Αλλά ξεθάρρεψαν και άρχισαν να προσέχουν που τους κοίταζες.
  15. Κι ύστερα πιάνονταν απ’ τα ρούχα σου για να πουν ότι είναι ντροπή που τους παράτησαν στον δρόμο.
  16. Τους άκουγες – έλεγες θα πάψουν.
  17. Αλλά δεν σ’ άφηναν, μη και τους παρατήσεις εκεί. Και μόνο στις εκρήξεις έλυναν τα χέρια, από την ταραχή τους.
  18. Πάνω κει που θυμόσουν ότι θέλεις να σωθείς.

 

 [ Συνεχίζεται ]

Τα πρώτα τέσσερα κεφάλαια του έργου.

 

*

*

*