Μιχαήλ Χωνιάτης, Τὸ χαμένο μεγαλεῖο τῆς Ἀθήνας

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Ο Μιχαήλ Χωνιάτης, συγγραφέας και μητροπολίτης Αθηνών (1182-1204), αυτάδελφος του γνωστού ιστορικού Νικήτα, γεννήθηκε το 1138 στις Χώνες της Μικράς Ασίας, εξ ού και η επωνυμία τους άλλωστε, και ήταν μαθητής του Ευστάθιου Θεσσαλονίκης. Υπερασπίστηκε την Αθήνα κατά την πολιορκία της πόλης από τον Λέοντα Σγουρό και κατά την Λατινοκρατία κατέφυγε στην Κέα και αργότερα στη μονή Προδρόμου στη Βουδονίτσα της Λοκρίδας (κοντά στις Θερμοπύλες), όπου και εκμέτρησε το ζην γύρω στα 1222. Σθεναρός πολέμιος της αστικής αριστοκρατίας την επέκρινε για την αδιαφορία της προς την τύχη των επαρχιών. Όπως σημειώνει ο Καζντάν, ο Μιχαήλ ανήκε στους σπάνιους εκείνους συγγραφείς που ξέφυγαν από τις τυπικές συμβάσεις και μας παρέδωσε ζωντανές εικόνες και περιγραφές, αναπτύσσοντας μάλιστα τις παρομοιώσεις και τις μεταφορές του σε ολοκληρωμένες παραστατικές αφηγήσεις. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο ποίημα –ένα από τα ελάχιστα που συνέγραψε– που έχει αποδώσει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ (τον οποίο θερμώς ευχαριστώ για την άδεια αναδημοσίευσης εδώ) και μιλά για το χαμένο παρελθόν της πόλης της Αθήνας. Της πόλης της οποίας ήταν μητροπολίτης, γνώριζε και θαύμαζε το ένδοξο παρελθόν της, και προσπάθησε με αυτή την ελεγεία να εκφράσει την αγάπη του για την χαμένη πια ομορφιά της, σαν ερωτευμένος που στερείται το ζωντανό πρόσωπο της αγαπημένης του και την αντικρίζει μόνο μέσα από τη μεσολάβηση μιας εικόνας. Του Μιχαήλ Χωνιάτη σώζονται και δυο τοιχογραφίες από τα μέσα του 13ου αιώνα από τα περίχωρα των Αθηνών (Καλύβια Αττικής και Πεντέλη), που φανερώνουν μάλιστα ότι θεωρούνταν άγιος ήδη σχεδόν αμέσως μετά τον θάνατό του.

~•~

Ἐλεγεία τοῦ ἐπισκόπου Μιχαὴλ Χωνιάτη

Ἡ ἀγάπη γιὰ τὴν Ἀθήνα, τὴν ἄλλοτε ἔνδοξη,
ἔγραψε αὐτοὺς τοὺς στίχους, ἀκόμα λατρεύοντας τὶς σκιὲς
καὶ φέρνοντας δροσιὰ στῆς νοσταλγίας μου τὴ θέρμη·
γιατὶ πουθενά, ἄχ, πουθενὰ δὲν βλέπεις πιὰ
τὴ χιλιοτραγουδισμένη πόλη, ὅπως ἦταν κάποτε.
Πολὺς ὁ καιρός, ἀσύλληπτος γιὰ τὶς αἰσθήσεις μας,
ποὺ κρύβεται θαμμένη βαθιὰ μέσα στὴ λήθη.
Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐγὼ πικρὰ ὑποφέρω, σὰν τὸν ἐρωτευμένο
ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντικρίσει τὸ πρόσωπο τῆς ἀγαπημένης του,
ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὴ δεῖ μπροστά του ὁλοζώντανη,
καὶ μόνο τὴν εἰκόνα της θωρώντας, σὰν νὰ μιλάει μαζί της,
παρηγοριέται καὶ σβήνει τὴ φλόγα τοῦ ἔρωτά του.
Κακότυχος λοιπὸν εἶμαι κι ἐγὼ σὰν τὸν Ἰξίονα:
Ἀγαπάω τὴν Ἀθήνα ὅπως αὐτὸς κάποτε ἀγάπησε τὴν Ἥρα,
ἀνύποπτος ἀγκαλιάζοντας τὸ ἀπατηλό της εἴδωλο.
Πῶς πονάω, ἀλί, τί λέω, τί γράφω;
Ζῶ στὴν Ἀθήνα, μὰ πουθενὰ δὲν βλέπω τὴν Ἀθήνα,
μόνο σκόνη θλιβερή, πουθενὰ γνήσια εὐτυχία.
Τί ἔγιναν οἱ ναοί σου, δύσμοιρη πόλη;
Χάθηκαν ὅλα, σὰν παραμύθι:
Τὸ δικαστήριο κι οἱ δικαστές, τὸ βῆμα τῶν ρητόρων,
οἱ ψῆφοι, οἱ νόμοι, οἱ δημηγορίες τῶν ρητόρων,
οἱ συνεδριάσεις τῆς βουλῆς, οἱ λαμπρὲς γιορτές,
οἱ πολέμαρχοι στὴ στεριὰ καὶ στὴ θάλασσα,
ἡ πληθωρικὴ Μοῦσα, ἡ δύναμη τοῦ λόγου!
Χάθηκε χωρὶς ἴχνη τὸ μεγαλεῖο τῆς Ἀθήνας,
οὔτε ἕνα σημάδι δὲν ἔμεινε, ἔστω καὶ θαμπό.
Γι᾽ αὐτὸ συγχωρῆστε με, ἐμένα, ποὺ δὲ μοῦ ἔδωσε ἡ Μοίρα
νὰ δῶ μὲ τὰ μάτια μου τὴν πολυθρύλητη πόλη τῆς Ἀθηνᾶς,
ἂν ἡ πένα μου χάραξε ἐδῶ τὴν εἰκόνα της.

Πηγή: Hans-Georg Beck, Η βυζαντινή χιλιετία, μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, ΜΙΕΤ 2005, σ. 443-444.

*

*

~•~

ΣΤΙΧΟΙ
ΤΟΥ ΣΟΦΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
ΚΥΡΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΤΟΥ ΧΩΝΙΑΤΟΥ
ἐπὶ τῇ ἀρχετύπῳ ἀνιστορήσει αὐτῶν,
τουτέστι τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν.

Ἔρως Ἀθηνῶν τῶν πάλαι θρυλουμένων
ἔγραψε ταῦτα ταῖς σκιαῖς προσαθύρων
καὶ τοῦ πόθου τὸ θάλπον ὑπαναψύχων.
Ἐπεὶ δ’ ἔτ’ οὐκ ἦν οὐδαμοῦ φεῦ! προσβλέπειν
αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἀοίδιμον πόλιν
τὴν, δυσαρίθμου καὶ μακραίωνος χρόνου
λήθης βυθοῖς κρύψαντος, ἠφαντωμένην,
ἐρωτολήπτων ἀτεχνῶς πάσχω πάθος·
οἳ τὰς ἀληθεῖς τῶν ποθουμένων θέας
ἀμηχανοῦντες ὡς παρόντων προςβλέπειν,
τὰς εἰκόνας ὁρῶντες αὐτῶν, ὡς λόγος,
παραμυθοῦνται τῶν ἐρώτων τὴν φλόγα.
Ὡς δυστυχὴς ἔγωγε, καινὸς Ἰξίων,
ἐρῶν Ἀθηνῶν, ὡς ἐκεῖνος τῆς Ἥρας,
εἶτα λαθὼν εἴδωλον ἠγκαλισμένος.
Φεῦ! οἷα πάσχω καὶ λέγω τε καὶ γράφω.
Οἰκῶν Ἀθήνας οὐκ Ἀθήνας που βλέπω,
κόνιν δὲ λυπρὰν καὶ κενὴν μακαρίαν.
Ποῦ νῦν τὰ σεμνὰ, τλημονεστάτη πόλις;
Ὡς φροῦδα πάντα καὶ κατάλληλα μύθοις,
δίκαι, δικασταὶ, βήματα, ψῆφοι, νόμοι,
δημηγορίαι <τε> πειθανάγκη ῥητόρων,
βουλαὶ, πανηγύρεις τε καὶ στρατηγίαι
τῶν πεζομάχων ἅμα καὶ τῶν ναυμάχων,
ἡ παντοδαπὴ Μοῦσα, τῶν λόγων κράτος.
Ὄλωλε σύμπαν τῶν Ἀθηνῶν τὸ κλέος·
γνώρισμα δ’ αὐτῶν οὐδ’ ἀμυδρόν τις ἴδῃ.
Συγγνωστὸς οὐκοῦν, εἴπερ οὐκ ἔχων βλέπειν
τῶν Ἀθηναίων τὴν ἀοίδιμον πόλιν,
ἴνδαλμα ταύτης γραφικὸν ἐστησάμην.

~•~

Το γενικό εισαγωγικό σημείωμα της Ανθολογίας

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.

Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ, 17.3.2021

*

*