Χριστούγεννα με τον Ωνάση

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ E. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Δύσκολα τα έφερνα βόλτα τις μέρες εκείνες. Βουνό οι λογαριασμοί. Τα μετρητά εξανεμίστηκαν. Έσπασα και τον κουμπαρά, βούλωσα κάτι τρύπες. Έμεινα ρέστος. Πήρα την κάρτα και κατέβηκα στο Νυδρί για να την στραγγίξω.

Πέρασα απ’ το λιμάνι. Παγωνιά. Οι λιγοστές ψαρόβαρκες αραγμένες πλάι-πλάι, λες κι ήθελαν να ζεσταθούν. Η χερσόνησος της Αγίας Κυριακής σαν στοργικός βραχίονας που προφύλασσε το φωτισμένο εκκλησάκι απ’ τα κύματα. Η Μαδουρή του Βαλαωρίτη χαλκοπράσινη, με τα παράθυρα του παλαιού αρχοντικού κατασκότεινα, σαν μάτια προϊστορικού κρανίου. Το ορειχάλκινο  άγαλμα του Ωνάση, φρεσκοπλυμένο απ’ την βροχή, γυάλιζε σαν να ’ταν από χρυσάφι. Κάτω απ’ τα χοντρά γυαλιά του, ατένιζε με άδειο βλέμμα το πέλαγος της ματαιότητας.

Τ’ αμέτρητα χρήματά του δεν μπόρεσαν να κρατήσουν στην ζωή τον αγαπημένο του γιο, Αλέξανδρο. Οι δημοσιογράφοι χύμηξαν σαν κοράκια. Αυτός απαντά: «Δεν είμαι τίποτα παραπάνω από έναν πατέρα που έχασε το παιδί του». Κατόπιν, η υγεία του κλονίστηκε. Η μυασθένεια άρχισε να προσβάλλει το νευρικό του σύστημα. Μια αρρώστια σπάνια, που δεν έδινε καμιά ελπίδα σωτηρίας. Τα τσίνορά του μάδησαν. Κυκλοφορούσε με τσιρότα κολλημένα στα βλέφαρα για να μπορεί να κρατάει τα μάτια του ανοιχτά. Δυο χρόνια μετά, πήγε να συναντήσει τον Αλέξανδρο. Η κόρη του, Χριστίνα, ύστερα από τέσσερις αποτυχημένους γάμους, έγινε η πιο δυστυχισμένη πλούσια γυναίκα του κόσμου. Δίπλα στην μπανιέρα της, όπου βρέθηκε νεκρή, υπήρχαν φιαλίδια με βαρβιτουρικά. Ήταν τριάντα επτά μόνον χρονών. Οι τάφοι τους κείτονται στο μικρό παρεκκλήσι του Σκορπιού. Τους σκεπάζει και τους τρεις, όπως και τον φτωχότερο του κόσμου, χώμα – όχι χρυσόσκονη!

Ξανακοίταξα το άγαλμα.

«Καημένε, Αρίστο, φέτος τα Χριστούγεννα κρυώνουμε κι οι δύο το ίδιο και δεν έχουμε στην τσέπη μας φράγκο!»

Ανέβηκα στον κεντρικό δρόμο και κατευθύνθηκα προς το ΑΤΜ. Έβαλα την κάρτα και πληκτρολόγησα τον PIN. Επέλεξα το ποσό. H οθόνη έγραψε πως το διαθέσιμο υπόλοιπο δεν επαρκεί γι’ αυτήν την συναλλαγή.

Δίπλα, στο φαρμακείο της Ντίνας, άστραφταν οι μπάλες του δέντρου σαν γυαλιστερά χαπάκια σε ζελατίνα ψυχοφαρμάκου.

Τότε, με την άκρη του ματιού μου είδα να πλησιάζει προς το μέρος μου ο Αντώνης, αξύριστος, ατημέλητος, κρατώντας στο ένα του χέρι το χαρακτηριστικό ραδιοφωνάκι και στο άλλο ένα τσιγάρο, που η στάχτη του κρέμονταν έτοιμη να πέσει.

Ο Αντώνης ήταν πανέξυπνο παιδί. Τον θυμάμαι να κάθεται τα καλοκαίρια στο καφενείο του Σπυραντώνη, φορώντας τα επιμελώς πεντακάθαρα ρούχα του, και να μιλάει επί παντός επιστητού, έχοντας ιδέες πρωτοπόρες και αντισυμβατικές. Το παιδί αυτό έμελλε να βουλιάξει μέσα στην ίδια του την ευφυΐα. Το πήγαν στους ειδικούς. Του έβγαλαν μια διάγνωση και παίρνει τώρα μια σύνταξη για να ζει.

Βλέποντάς τον να πλησιάζει, αμέσως σκέφτηκα: «Έχει πλάκα να μου γυρέψει λεφτά! Και τι να του πω; Ότι το υπόλοιπο δεν επαρκεί γι’ αυτήν την συναλλαγή; Θα νομίζει πως δεν θέλω να του δώσω. Ίσως νευριάσει. Μπορεί και να με βρίσει… Πω, πω, μπελάς που με βρήκε, χριστουγεννιάτικα!»

Ο Αντώνης έφτασε σ’ απόσταση αναπνοής. Η ανάσα του μύριζε νικοτίνη, και τα ρούχα του δεν θα ’λεγες πως ευωδίαζαν λεβάντα.

«Δημήτρη!» αναφώνησε με μια λάμψη πραγματικής χαράς στα μάτια.

«Γεια σου, Αντώνη…» αντιχαιρέτησα συγκρατημένα.

Έριξε το βλέμμα του στην οθόνη.

Πάτησα ακύρωση, έβγαλα την κάρτα κι έκανα δυο βήματα πίσω.

Εκείνος έκανε ένα βήμα μπροστά, κοίταξε μια-δυο φορές τριγύρω, κι έσκυψε προς το μέρος μου λέγοντας χαμηλόφωνα:

«Μήπως δεν έχεις λεφτά; Θα σου δώσω εγώ αν θέλεις!»

Βλέποντας την έκπληξή μου, συνέχισε:

«Δηλαδή, δανεικά!»

Και κλείνοντας το μάτι, συμπλήρωσε:

«Δανεικά κι αγύριστα…»

Ένιωσα πειραγμένος:

«Μα τι λες, Αντώνη; Να πάρω από σένα λεφτά;»

Με κοίταξε ικετευτικά:

«Ναι, να πάρεις από μένα λεφτά! Παίρνω καλή σύνταξη. Έχω! Μην ντρέπεσαι… Πάμε σπίτι τώρα να σου δώσω».

Έμεινα άναυδος! Κι εκείνος εξακολούθησε:

«Τι να τα κάνω εγώ τα λεφτά; Δεν με βλέπεις πώς γυρίζω; Δεν έχω πολλά έξοδα. Ό,τι χαλάσω για φαΐ, για τσιγάρα, για κάναν καφέ και τίποτα μπαταρίες για το ραδιοφωνάκι. Γι’ αυτό σου λέω, πάμε να σου δώσω!»

Τον αγκάλιασα και φιληθήκαμε σταυρωτά.

«Αντώνη, αν μου λείπει κάτι, δεν είναι λεφτά…»

«Αλλά;…»

«Φίλοι σαν κι εσένα!»

Ο Αντώνης με κοίταξε με μάτια πιο αθώα κι απ’ του αρνιού:

«Καλά! Αν όμως χρειαστείς, το ξέρεις το σπίτι μου… Μην ντραπείς! Εντάξει; Και δεν τα θέλω πίσω. Τι να τα κάνω;»

«Σ’ ευχαριστώ πολύ! Σ’ ευχαριστώ…» είπα, κι έστρεψα το βλέμμα μου στον ουρανό.

«Είμαστε φίλοι, Δημήτρη! Γνωριζόμαστε χρόνια… Θυμάσαι τα καλοκαίρια τα παλιά;»

Είπαμε κι άλλα. Στο τέλος, μου έδωσε χαιρετίσματα για τον αδερφό μου και την μάνα μου και κίνησε να φύγει. Δεν έκανε ούτε πέντε βήματα και στράφηκε προς τα πίσω:

«Κι όπως είπαμε, ναι; Αν χρειαστείς…»

«Εντάξει, φίλε…» ψέλλισα. «Εντάξει, Αντώνη, σ’ ευχαριστώ!»

Τον έβλεπα ν’ απομακρύνεται, τυλιγμένος στους καπνούς του τσιγάρου του, και νόμιζα πως τον περιέβαλλαν νεφέλες. Τότε, ένιωσα τις τσέπες μου να βαραίνουν, λες κι ήταν γεμάτες άστρα.

*

Το βράδυ είδα στον ύπνο μου τον Ωνάση. Καθόντανε στο μαγαζί του Κατσικαμπή κι ατένιζε το πέλαγος με τα άδεια του μάτια, όπως ακριβώς και στο άγαλμα. Στην βιτρίνα του καταστήματος ένα καραβάκι στολισμένο αναβόσβηνε τα λαμπιόνια του σαν φάρους.

Τότε, πέρασε από μπροστά του ο Αντώνης, με το ραδιοφωνάκι στο χέρι. Πλησίασε τον Ωνάση και τον άγγιξε απαλά στον ώμο:

«Καλά Χριστούγεννα, Αρίστο, και μην στενοχωριέσαι! Αν δεν έχεις λεφτά, θα σου δώσω εγώ! Δανεικά, βέβαια, δανεικά κι αγύριστα…»

Ο Ωνάσης γύρισε, τον κοίταξε με τα άδεια του μάτια κι έκανε τον σταυρό του. Ύστερα, τον ασπάστηκε και σηκώθηκε να πάει στο βάθρο του. Ήταν η ώρα να ξαναγίνει άγαλμα.

Στην θέση που άφησε κενή, κάθονταν τώρα ένας καλόγερος, αδύνατος, με μακριά γένια και τριμμένα ρούχα. Αν έχεις διαβάσει βίους Αγίων και θυμάσαι τις εικόνες τους, θα έπαιρνες όρκο πως ήταν ίδιος ο Άγιος Αντώνιος! Στο σκελετωμένο χέρι του κρατούσε ένα ραδιοφωνάκι…

*