Μικρή παραλλαγή ρω

*

Η Quelle Bellina έρχεται δίπλα στον Διγενή

Έρχεσαι από μακριά. Τα μαλλιά σου καλπάζουν σ’ αέρα ανυποψίαστο, βιτσίζοντας νεφέλες, κεραυνούς που προβάλλουν στο διάβα σου. Δελφίνια σε συντροφεύουν που αγγίζονται απαλά, χάδια γλιστερά κάτω από την επιφάνεια των δικών σου νερών, στο Αιγαίο του δικού σου Ήλιου, καθώς περπατάς με ταχύτητα φωτός προς τα μέσα, με τα πόδια σου γυμνά, μια πτώση σου ολόκληρη και βαθιά στα νάματα, βουτιά σου ολοσώματη προς τον άνω βυθό, μοναχικό προσκύνημα στο κάβο της δικής σου κατάνυξης, πάλλεσαι αδάκρυτη εκεί που το μέσα στήθος σου βοά κι η έξω του θηλή πετρώνει,

Θαλασσόκρινο.

Έρχεσαι από πολύ μακριά. Το πρόσωπό σου φεγγίζει τόσο που να μας τυφλώνει, αποστρέφουμε πάλι τα βλέμματα σκυμμένοι με τα νώτα στο έδαφος, σαν πάντα. Δεν ξέρουμε ακόμα τη φωνή, δεν βλέπουμε την όψη σου, δεν νιώθουμε τη ζέστα της αγκάλης σου, δεν ξέρουμε την αφή σου στ’ ακροδάχτυλα. Στρέφουμε μόνο την κεφαλή, σαν από αιώνες αφυπνισμένοι, στο ξάφνιασμά σου των καιρών. Ένα θρόισμα από φύλλα. Καλάμια που αργοσαλεύουν στον άνεμο. Ύστερα τίποτα.

Είσαι μακριά μας σαν την αγάπη.

Αδελφή, έχεις καταλάβει τη μέρα, τη νύχτα μου, στα μάτια σου εξακριβώνεται σαν από πριν ο κόσμος, στο μαυσωλείο των σημάτων μου καθρεφτίζεται απέναντι η δική σου μακρινή θάλασσα, πηγή προαιώνια, και δεν έφτασε, στις ακτές μας, και δεν πρόλαβε, και δεν πρόβαλε στις ακτές μας γυμνό παρά μόνο το κορίτσι και τ’ αλάτι του.

Κοχύλι αλμυρό. Λαγήνι νερό, και πίνω.

Ελένη, έρχεσαι από τους μεγάλους ξεριζωμούς, τρέχοντας πάνω σε απολιθωμένα σχήματα με φόρα που δεν αναστρέφεται, κλωνάρι αμάραντο, φεύγεις από βομβαρδισμούς αμνών, αφήνοντάς μας μετέωρους σε ένα παρόν που ακόμα επείγει, ρημάδια από μπετόν αρμέ κι έρωτες λείψανο, Ιστορία.

Στα ανοιχτά χέρια σου η ορίζουσα και νέος ορίζοντας, ακουμπώντας στο χείλος της αβύσσου, φιλί μου, χωρίς πρότυπα, χωρίς μοντέλα, χωρίς φαλλό, στέκομαι ωραία κι ακέραιη στο άλσος της δικής σου ευπάθειας, της δικής σου αείζωης τρυφερότητας, πόλη ανοχύρωτη στα πυρά της δικής τους ευτέλειας, στα κράσπεδα της δικής τους λήθης, απομεινάρι θαυμαστό μιας διαρκούς κι ανωφέλευτης επανάληψης στο ιερό θυσιαστήριο των αιώνων.

Μάνα, κουβάλησες μέσα σου μια χώρα, τι κι αν αυτό δεν είναι λίγο, κι ας μη σε είδαν, κι ας μη μας βλέπουν, κι ας επαίρονται, στοιβαγμένοι μεσίστια, υπερμεγέθεις άντρες, γυναίκες, πιότερο αυτές, με τα καλοσιδερωμένα τους κοστούμια, υδροκέφαλοι και νηπενθείς επάνω στο δικό μας αίμα.

Θήτα, θηρεύω, Ποιητή· αυτός ο θάνατος.

Κόρη, έρχομαι, όπως εσένα, από το μέλλον, βυθισμένη στην ιστορία μετέχω στην προϊστορία σου και εξακοντίζομαι στην ουσία, αναζητώντας τον συγχωρητικό πυρήνα της κοινής μας εξανθρωπιστικής προέλευσης.

Βουτώντας στην ουσία σου, την ψαύω. Πενθώ. Γιορτάζω.

Εμπερικλείω τώρα τις ανάγκες σου που προσκρούονταν στη δική μου ανάγκη, τους δικούς μου φόβους, τον χρόνο, που μου υπήρξε εχθρός από πάντα. Τον δαμάζω. Τα σώματά μου φτερά περιστεριών, βγάζουν ρίζες τα δέντρα μου, τα πέταλά μου ανθούν, η κοιλιά μου φουσκώνει, μια αγκαλιά γεμάτη από μίσχο και φτερό, για σένα.

Ζητώ συγχώρεση.

(Ένα φεγγάρι που δακρύζει στ’ ανοιχτά,
ασημίζοντας τα κύματα που φτάνουν συλλαβιστά
από εμένα προς εσένα,
ακτή μου)

Ρόδα, άστρο, ροή· Ρεμπελίνα.

Παραλλαγές του αληθινού σου ονόματος, Σελάνα,
δώρο ασημόχροο,
δάρκωσες έναν ουρανό στη γη, Αγάπη.
Ρω μου και γράμμα ανεπεξέργαστο,

Γη μου.

Θα σε ζητώ όσο πικράθηκες και στις σιωπές σου θα υπάρχω, θα έρχομαι κάθε που θρηνείς και θα επιστρέφω κρατώντας σου κρίνο και στάχυ, σταφύλι, φρούτα και καρπούς, μια ανεπαίσθητη μετάθεση προς την πλευρά της αγιότητας, θα λαξεύω στην πέτρα και σ’ αυτήν η ομορφιά σου, Αιωνιότητα, θα πορεύομαι όσο μ’ αφήνουν κι όσο με σταματούν θα χτυπώ στην καρδιά τους το φως μ’ ενός ρω ενός φθόγγου τα βέλη, Ειρήνη, θα σε ψάχνω όσο δεν πρόλαβα και θα σε τιμώ με χοές, ελέη με γάλα της πηγής μου, Natura, θα σ’ αγαπώ όσο στοχάζομαι, θα περιμένω αναπνέοντας διάστικτη από τους πόρους στο δέρμα σου, Αιματούσα, σε περιμένω ριγώντας αθρόα στα νερά της δικής σου μήτρας, αρμενίζω ναυάγιο στις ακτές σου, γεμάτο μέλι και μύρο στον βυθό, Πατρίδα, σε χρειάζομαι στην εξορία και θα σε αποζητώ μέσα στον κόσμο, Τόλμη, ενεστώσα πεθαίνω σκορπίζοντας τα πανιά μου στον άνεμο, βωμός θηρίων, θυτών και θωπευτών, Ελλάδα, σαν μακρινή σου υπόσχεση, φωτιά μου ακατάλυτη, σε ψάχνω σαν εγγραφή σου ακμαία, στον ίλιγγο από κάθε γενναίο σου βήμα, στην αίσθηση ανακατάληψης και σαν παλμός σου αδύναμος σε καιρούς ηφαιστείων τα έγκατα, Φάος, σε περιμένω εκεί που επανέρχεσαι επίμονα, στις γενικεύσεις των συμβόλων και σ’ απεραντοσύνης το μάταιο, παρθενική μου όραση. Σε περιμένω στην άκρη της κάθε ζωής,

Επανερχόμενη.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

 

*