*
Το Ολοκαύτωμα (ή Σφαγή) της Βιάννου αναφέρεται στις μαζικές εκτελέσεις κατοίκων και καταστροφές πάνω από 20 χωριών στις περιοχές της Βιάννου και της Ιεράπετρας στο νησί της Κρήτης από Γερμανούς Ναζί κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η διαταγή που δόθηκε ήταν η εξής: «Καταστρέψατε την επαρχία Βιάννου. Εκτελέσατε πάραυτα, χωρίς διαδικασία, τους άρρενες που είναι πάνω από 16 ετών καθώς και όλους όσοι συλλαμβάνονται στην ύπαιθρο, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας». Την Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 1943, ημέρα του Τιμίου Σταυρού, έβαλαν φωτιά στον Πεύκο και την Σύμη. Ταυτόχρονα επιδόθηκαν σε μαζικές εκτελέσεις, λεηλασίες, βανδαλισμούς και κατεδαφίσεις στα υπόλοιπα χωριά: Κεφαλοβρύσι, Κάτω Σύμη, Αμιράς, Πεύκος, Βαχός, Άγιος Βασίλειος, Άνω Βιάννος, Συκολόγος, Κρεββατάς, Καλάμι, Λουτράκι της Βιάννου, Μύρτος, Γδόχια, Ρίζα, Μουρνιές, Μύθοι, Μάλλες, Χριστός και Παρσάς – Μεταξοχώρι. Οι εκτελέσεις, που πραγματοποιήθηκαν από μονάδες της Βέρμαχτ, είχαν ως αποτέλεσμα να χάσουν την ζωή τους καταγεγραμμένα 461 άτομα, μεταξύ αυτών έγκυες και ανάπηροι, ενώ υποστηρίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των νεκρών ξεπερνά τους 500. Οι εκτελέσεις διατάχτηκαν από τον στρατηγό Φρίντριχ-Βίλχελμ Μύλλερ, που έμεινε γνωστός και ως ο Σφαγέας της Κρήτης, σαν αντίποινα για δράσεις της Κρητικής Αντίστασης. Το Ολοκαύτωμα της Βιάννου θεωρείται το δεύτερο μεγαλύτερο της Ελλάδας μετά από αυτό των Καλαβρύτων.
Wikipedia
~.~
Κρυμμένος πίσ’ απ’ τους θάμνους, είδε τους Γερμανούς στρατιώτες να εισβάλουν στο αγρόκτημα του Αργουλίδα. Κρατούσαν τα πολυβόλα στα χέρια και βάδιζαν αργά προς την μικρή αγροικία. Ο επικεφαλής έκανε νόημα στους δύο προπορευόμενους. Εκείνοι κλώτσησαν με τις βαριές αρβύλες τους την ξύλινη πόρτα και τα πολυβόλα γάζωσαν το σκοτεινό άνοιγμα. Κιχ δεν ακούστηκε από μέσα. Μπήκαν στο σπιτάκι κι άρχισαν να ψάχνουν. Σε μια γωνιά βρήκαν τις βούργες – τα σακίδια με τα τρόφιμα – και μια Αγγλική Μέθοδο.
«Προορίζονταν για τους αντάρτες!» βρυχήθηκε ο αξιωματικός. Και διέταξε: «Κάντε το κτήμα φύλλο και φτερό!»
Σε λίγο έφεραν μπροστά του τρία παιδιά, δύο κορίτσια κι ένα αγόρι.
«Τα βρήκαμε κρυμμένα, κύριε λοχαγέ!» έδωσε αναφορά ένας ψηλός λοχίας με γυαλιά.
Ο λοχαγός πλησίασε:
«Μην φοβάστε, δεν θα σας κάνω κακό, όπως βλέπετε μιλώ την γλώσσα σας, αγαπώ την Ελλάδα!» Και στρεφόμενος προς τον οδηγό του τζιπ είπε: «Φέρε σοκολάτες για τους μικρούς μας φίλους!»
Εκείνος εκτέλεσε την διαταγή στο λεπτό. Τα παιδιά δεν κουνήθηκαν απ’ την θέση τους.
«Δεν σας αρέσουν οι σοκολάτες;» ρώτησε ο Γερμανός.
Ο λοχίας του ψιθύρισε κάτι στ’ αυτί κι εκείνος διέταξε και πάλι:
«Φαγητό, φέρτε αμέσως φαγητό! Πρώτα να φάνε και μετά οι σοκολάτες. Δεν βλέπετε τα ποδαράκια τους, που είναι σαν καλάμια από την πείνα;»
Κονσέρβες με κρέας και φρέσκο ψωμί αφέθηκαν στα πόδια των παιδιών. Εκείνα ακούνητα.
«Δεν πεινάτε;» μίλησε ο λοχαγός.
Λέξη δεν πήρε…
Ο κρυμμένος άνδρας στους θάμνους βαστούσε την ανάσα του απ’ την αγωνία. Αυτός ήξερε καλά πως μόνον παιχνίδι δεν μπορούσε να είναι ό,τι συνέβαινε. Ένιωσε την παρόρμηση να χυμήξει μπροστά και ν’ αποκαλυφθεί. Όμως αυτό θα ήταν ο χαμός του. Τώρα υπήρχε μια ισχνή ελπίδα, αν ήθελε ο Θεός, να γλιτώσει κι αυτός και τα παιδιά.
Ο Γερμανός αξιωματικός άρχισε να χάνει την υπομονή του, αλλά με θέληση θαυμαστή ανέκτησε την ψυχραιμία του:
«Πώς σε λένε εσένα;» είπε δείχνοντας το μεγαλύτερο αγόρι.
«Στέλιο!» απάντησε θαρραλέα εκείνο.
«Κι εσένα;» ρώτησε το ένα απ’ τα κορίτσια:
«Μαρία! Και την αδερφούλα μου Ευαγγελία», είπε η μικρούλα.
Ο Στέλιος θα ήταν γύρω στα δεκαπέντε, η Μαρία περίπου δώδεκα και η Ευαγγελία κοντά στα οκτώ. Ξυπόλητα, με σκισμένα ρούχα και λιγνά σαν κατσικάκια καρτερούσαν μαρμαρωμένα την μοίρα τους, που ούτε μπορείς να πεις πως την γνώριζαν ούτε να ισχυριστείς πως την αγνοούσαν.
Ο λοχαγός φώναξε τον διερμηνέα. Όσο καλά κι αν μιλούσε ελληνικά, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσει κατευθείαν στην καρδιά τους. Αυτό μόνον ένας δικός τους θα μπορούσε να το κάνει, ένας Κρητικός.
Ο διερμηνέας γονάτισε μπροστά τους κι άρχισε να τα καλοπιάνει:
«Παιδιά, μην φοβάστε! Οι Γερμανοί είναι φίλοι μας. Δεν θέλουν να σας κάνουν κακό. Είδατε; Σας έδωσαν φαγητό και σοκολάτες. Αν ήταν κακοί, εγώ που είμαι Κρητικός…»
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την κουβέντα του και υγράνθηκε το πρόσωπό του: τον έφτυσαν και τα τρία.
Έβγαλε το μαντήλι του και σκουπίστηκε ήρεμα, κάνοντας νόημα στους στρατιώτες που κινήθηκαν απειλητικά να παραμείνουν στην θέση τους.
Μίλησε πιο αυστηρά τώρα:
«Ο κύριος λοχαγός θέλει να μάθει πού κρύβονται οι άλλοι. Αυτοί που άφησαν τους σάκους με τα τρόφιμα στο σπιτάκι. Δεν θα τους πειράξουν. Απλώς θα τους δώσουν σοκολάτες, φρέσκο ψωμί και…»
Νέες φτυσιές ακολούθησαν, πριν προλάβει να τελειώσει και πάλι. Μάλιστα η μικρή Ευαγγελία προσπάθησε να τον κλωτσήσει κιόλας, αλλά εκείνος τραβήχτηκε την τελευταία στιγμή.
Ο αξιωματικός έχασε πλέον την ψυχραιμία του:
«Φτάνει! Φτάνει! Βγάλτε τους τα ρούχα! Τώρα θα δουν το άλλο πρόσωπο της Βέρμαχτ!» βρυχήθηκε.
Δυο Γερμανοί ξεγύμνωσαν τα μισόγυμνα παιδάκια στην στιγμή. Εκείνα αυθόρμητα έβαλαν τα χεράκια τους μπροστά, για να κρύψουν τα γεννητικά τους όργανα, μα δεν πρόλαβαν να το κάνουν για πολλή ώρα.
«Δέστε τα!» ούρλιαξε ο λοχαγός. Κατόπιν στράφηκε προς τα πίσω.
«Φριτς, έλα ’δω!» φώναξε έναν γιγαντιαίο γερμαναρά, που κατουριόσουν πάνω σου και μόνον να τον έβλεπες.
Ο Φριτς, κοντοκουρεμένος, με τετράγωνο πρόσωπο, είχε μια ουλή κάτω απ’ το δεξί μάτι και κάτι χερούκλες σαν φτυάρια. Πλησίασε τα δεμένα παιδάκια και κοντοστάθηκε.
Γύρισε στον αξιωματικό. Εκείνος του έκανε νεύμα να συνεχίσει.
Διάλεξε τον Στέλιο, το μεγαλύτερο απ’ τα τρία. Τον γύρισε ανάποδα στο χώμα κι έβγαλε το ζωνάρι. Του κατάφερε την πρώτη. Κιχ το παιδί. Χτύπησε δυνατότερα, βγάζοντας ένα «Χμ!..» Ο Στέλιος ούρλιαξε απ’ τον πόνο. Ο Φριτς ερεθίστηκε απ’ το ουρλιαχτό κι ανεβοκατέβαζε την ζώνη στην ασθενική πλατούλα του ανήλικου σαν δαιμονισμένος. Διαγράφηκαν μωβ ουλές και κατόπιν ξεπήδησε το αίμα. Η ελάχιστη σάρκα που υπήρχε σκίστηκε σαν χαρτί και φάνηκαν τα κόκαλα. Το παιδί λιποθύμησε…
Ένας Γερμανός πλησίασε και ξεκούμπωσε το παντελόνι του. Οι άλλοι τον επευφημούσαν. Αυτός μισόκλεισε τα μάτια, σούφρωσε τα χείλια και κατούρησε το λιπόθυμο παιδί να το συνεφέρει.
Ο Στέλιος άνοιξε τα μάτια και βογκούσε απ’ τις λουριές κι απ’ το τσούξιμο.
Ο διερμηνέας πλησίασε πάλι και μίλησε μειλίχια:
«Πες τους πού κρύβονται οι άλλοι, θα σε σκοτώσουν αν δεν μιλήσεις! Κι ύστερα θα βασανίσουν και θα σκοτώσουν και τις αδερφούλες σου! Δεν θέλεις να πάθουν κακό οι αδερφούλες σου, ε, Στέλιο;»
Ο μικρός άνοιξε τα μάτια και τον κοίταξε, αλλά το βλέμμα του ήταν μακρινό, λες κι έβλεπε πίσω απ’ τον άλλο που μιλούσε, λες κι έβλεπε πίσω απ’ τα βουνά, πιο πίσω ακόμα, λες κι έβλεπε χρόνια μπροστά, στο μέλλον. Κι όλα: Γερμανοί, όπλα, προδότες, είχαν χαθεί. Κι έμενε μόνον ένα μεγάλο πράσινο λιβάδι για ξενοιασιά και παιχνίδι…
Ο αξιωματικός έκανε εκ νέου νόημα στον Φριτς.
Εκείνος τράβηξε την ξιφολόγχη και την ακούμπησε στο μάγουλο του παιδιού. Το μεγάλο πράσινο λιβάδι εξαφανίστηκε, στην αίσθηση της παγωμένης λάμας, και προδότες, όπλα, Γερμανοί, ξαναγύρισαν.
«Μίλα, σκατόπαιδο! Μίλααα…» ούρλιαξε ο λοχαγός.
Εκείνο δεν έβγαζε μιλιά.
Ο Φριτς πίεσε κι άλλο την μύτη της ξιφολόγχης πάνω στο δέρμα και το αίμα πετάχτηκε κατακόκκινο. Ύστερα, μ’ ένα περίτεχνο τράβηγμα, έκανε μια βαθιά ουλή στο μάγουλο του παιδιού, που μούγκριζε σαν μοσχαράκι την ώρα που το σφάζουν.
Ο Φριτς αστειεύτηκε:
«Τι φωνάζεις; Τώρα έγινες άντρας σαν κι εμένα!» είπε χαϊδεύοντας την δική του παλιά ουλή κάτω απ’ το μάτι.
Ο λοχαγός αδημονούσε:
«Συνέχισε με τα κορίτσια, γρήγορα, δεν έχουμε καιρό για χάσιμο».
Ο κρυμμένος άνδρας πίσω απ’ τους θάμνους είχε γονατίσει κι έκλαιγε με λυγμούς. Ήταν άοπλος. Όμως θα μπορούσε να επιτεθεί με πέτρες και ξύλα, με νύχια και δόντια στους Γερμανούς, αλλά αυτό θα σήμαινε βέβαιο θάνατο για όλους. Η ελπίδα ή ο φόβος, όμως, τον κρατούσαν καρφωμένο στο χώμα.
Ο Φριτς παράτησε τον Στέλιο κι έπιασε απ’ τα μαλλιά την δωδεκάχρονη Μαρία. Αφού κόλλησε την αποκρουστική του φάτσα στο πρόσωπό της, για να την τρομάξει, σήκωσε την ξιφολόγχη και την κάρφωσε με δύναμη στην κνήμη της. Το κορίτσι σφάδαζε σαν λαβωμένο κουνελάκι.
Χύθηκε ο διερμηνέας και την ταρακούναγε απ’ τους ώμους:
«Μίλα! Θα σε σκοτώσει, καψερή! Πες τους πού είναι οι αντάρτες να γλιτώσεις! Μίλα, κοριτσάκι μου, μίλα!»
Η παιδούλα άνοιξε τα μάτια και τον κοίταξε, αλλά το βλέμμα της ήταν μακρινό, λες κι έβλεπε πίσω απ’ τον άλλο που μιλούσε, λες κι έβλεπε πίσω απ’ τα βουνά, πιο πίσω ακόμα, λες κι έβλεπε χρόνια μπροστά, στο μέλλον. Κι όλα: Γερμανοί, όπλα, προδότες, είχαν χαθεί. Κι έμενε μόνον μια απέραντη ακρογιαλιά, κι ήταν καλοκαίρι, και κρατούσε μια ωραία πάνινη κούκλα, που την έσφιγγε στην αγκαλιά της και την νανούριζε πλάι στο κύμα σαν παιδί της…
Ο αξιωματικός έκανε εκ νέου νόημα στον Φριτς.
Εκείνος στριφογύρισε την ξιφολόγχη στην πληγή. Η απέραντη ακρογιαλιά εξαφανίστηκε, ο απέραντος πόνος πήρε την θέση της, και προδότες, όπλα, Γερμανοί, ξαναγύρισαν.
«Μίλα, καριόλα! Μίλααα…» ούρλιαξε ο λοχαγός.
Εκείνη λιποθύμησε.
Τώρα ήταν η σειρά της Ευαγγελίας.
Η καημενούλα ήταν τόσο τρομαγμένη, που όσο κι αν την ρωτούσαν πού κρύβονταν οι αντάρτες, φωνή δεν της έβγαινε.
Οι άλλοι το πήραν για ηρωισμό, για πείσμα.
Σήκωσε την ξιφολόγχη εκ νέου ο Φριτς και την βύθισε στις πατουσούλες της. Τι πόνο θα πρέπει να ένιωσε το δύστυχο αυτό πλάσμα, μόνον ο Θεός το ξέρει. Κατόπιν, με αφρούς στο κατακλείδι, ο Φριτς έχωσε την ξιφολόγχη στα ούλα της, αφαίρεσε τα δόντια της ένα-ένα και τα πέταξε στο χώμα σαν στραγάλια, γελώντας δαιμονισμένα.
Ο αξιωματικός κουράστηκε:
«Ας τελειώνουμε με τα σκατόπαιδα!» ούρλιαξε σαν ύαινα που δεν χόρτασε απ’ το αίμα.
Ο Στέλιος δέχτηκε μια σφαίρα στο μέτωπο, που βγήκε από τον σβέρκο. Η Μαρία πυροβολήθηκε στο στήθος. Κι η μικρή Βαγγελιώ στο σαγόνι, κι η σφαίρα βγήκε απ’ το αυτί.
Ο άνδρας που κρυβόταν πίσω απ’ τους θάμνους, δεν είδε αυτές τις σκηνές. Είχε γονατίσει στο χώμα και, με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια, έκλαιγε προσευχόμενος νοερά: «Βασιλεύ ουράνιε παράκλητε, το πνεύμα της αληθείας σου…»
Όταν σήκωσε το βλέμμα στο κτήμα, είδε τα παιδιά του ξαπλωμένα στην μάντρα, με τα κεφάλια να κρέμονται προς το έδαφος σαν σφαχτάρια. Πέρα, μακριά, φαινόταν οι σκόνη απ’ τα αυτοκίνητα των Γερμανών που απομακρύνονταν…
Το ίδιο βράδυ ο Φριτς και η παρέα του, τρώγοντας ψητά και πίνοντας τσικουδιές, διασκέδαζαν μιμούμενοι περιπαικτικά τις κραυγές των εκτελεσθέντων παιδιών: «Παναγιά μου! Παναγιά μου!» και χόρευαν μισομεθυσμένοι φωνάζοντας «Χάιλ Χίτελρ» και «Ζήτω η Γερμανία» στα ελληνικά.
Μετά τον πόλεμο, στο αγρόκτημα του Αργουλίδα τοποθετήθηκε η παρακάτω επιγραφή, που παραμένει εκεί μέχρι σήμερα:
*
*
______________
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Όλα όσα συνέβησαν εκείνες τις μέρες στα χωριά της Βιάννου κατέγραψε στην έκθεσή του https://esdoge.gr/assets/porisma-esdoge.pdf ο Νίκος Καζαντζάκης, που μετείχε, μαζί με τους Ι. Καλιτσουνάκη, Κ. Κουτουλάκη και Ι. Κακριδή, στην Κεντρική Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη.
2. Ο Λευτέρης Σπανάκης γράφει στην ιστοσελίδα Viannitika https://www.viannitika.gr/el/giati-arnh8hkan το 2020: «Φυσιολογικά, ο Στυλιανός θα είχε φτάσει [σήμερα] τα 91 χρόνια, η Μαρία τα 88 και η Ευαγγελία τα 84. Φυσιολογικά… Τα αδέρφια Βερβελάκη, ο Στυλιανός 15 ετών, η Μαρία 12 και η Ευαγγελία 8, δεν ήταν τα μικρότερα σε ηλικία θύματα των Γερμανών. Ο γιος του Μανώλη Συμβουλάκη σκοτώθηκε από σφαίρα στα 6 του στην αγκαλιά του πατέρα του, όμως ούτε αυτός ήταν ο μικρότερος. Το μικρότερο θύμα ήταν… αγέννητο και βρισκόταν στην κοιλιά της 19χρονης Κατερίνας Παπαδημητροπούλου, η οποία ήταν 8 μηνών έγκυος όταν την ξεκοίλιαζαν οι Ναζί με μια ξιφολόγχη».
3. Ο άγνωστος μαντιναδολόγος γράφει τον επίλογο: «Τίμιε Σταυρωμένε μου, που ’ταν δική σου μέρα, / και γιάηντα δεν την έκοβγες του Γερμανού την χέρα;»
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ
*

