Ναός Αγίου Ιωάννη, Μεγανήσι Λευκάδας. Φωτογραφία Νίκος Καββαδάς
~.~
Κατακαλόκαιρο. Καταμεσήμερο. Όλο λέπι αστραφτερό, μες στον Μεγανησιώτικο ήλιο, η θάλασσα αναγαλλιάζει σαν γοργόνα. Το Σπαρτοχώρι πλαγιάζει γαλήνια στην αγκαλιά του λόφου, όπως ένα μωρό στον κόρφο της μάνας του. Πέρα στο στεφάνι του γερο-Φώτη, πάνω απ’ την σπηλιά του Κύκλωπα και κάτω απ’ το σπίτι του Μαυροκέφαλου – που ήρθε απ’ το Άλατρο και παντρεύτηκε την Κρεμμύδαινα – γουργούριζαν τ’ αγριοπερίστερα και κουκούβιζαν αναπαμένα τα γλαροπούλια.
Ξάφνου, σαν πυροβολισμοί στον αέρα, φωνές ακούστηκαν στην εμπατή του χωριού:
«Φίδι! Φίδι! Το δάγκασε φίδι…»
«Γούι, τρομάρα του, το έρμο!»
Δυο άντρες μετέφεραν στα χέρια ένα παιδί, όχι μεγαλύτερο από δώδεκα χρόνων. Ξοπίσω σμήνος γυναικών ολόλυζε και μαλλιοτραβιόνταν. Αυτό σχεδόν αναίσθητο, με τα μάτια ανάστροφα, με το ζερβί παραλυμένο, και τα δάχτυλα να τρεμουλιάζουν σαν πλατανόφυλλο, έβγαζε βόγκο λες και ξεψύχαγε.
«Στου δασκάλου, γρήγορα στου δασκάλου, να του βάλει απάνου την Φαρμακόπετρα!» είπε κάποιος.
«Ναι, ναι, την Φαρμοκόπετρα, την Φαρμακόπετρα…» αναφώνησαν κι οι υπόλοιποι.
Σε λίγο ακούμπαγαν το παιδί στο πεζουλάκι της αυλής του δασκάλου.
Εκείνος πετάχτηκε έξω αναστατωμένος απ’ τις φωνές.
«Φέρτε το μέσα!» είπε επιτακτικά, ενώ κιόλας οι ψυχραιμότεροι σύσταιναν στον κόσμο να διαλυθεί, μιας και το παιδί βρίσκονταν πλέον σε καλά χέρια.
Εκείνο ριγούσε λες και κρύωνε. Άφηνε σιγανό στεναγμό, καθώς η μάνα του έβρεχε το μαντήλι της με νερό και το απέθετε στο μετωπάκι του, που ψήνονταν απ’ τον πυρετό.
Ο δάσκαλος βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο μα ξαναφάνηκε σχεδόν αμέσως, βαστώντας μια καφέ δερμάτινη τσάντα κι ένα βελούδινο βαθυκόκκινο σακουλάκι. Έβγαλε από κει μια πετρούλα – σχεδόν σαν αμύγδαλο, σε σχήμα καρδούλας, καλυμμένη μ’ ασημόχρυσο προστατευτικό πλέγμα απ’ την πίσω μεριά – και την ακούμπησε πλάι του. Κατόπιν εξέτασε το πόδι του παιδιού. Φαινόνταν ευκρινώς η δαγκωματιά της οχιάς: δυο ερυθρόμαυρες τρυπίτσες σε μπλάβο δέρμα. Καθάρισε την πληγή με βαμβάκι και οινόπνευμα και την χάραξε ελαφρώς με ξυράφι αντίσταυρα. Ύστερα, κρατώντας την πέτρα στα τρία του δάχτυλα, έκαμε τον σταυρό του και την απέθεσε στην πληγή.
Πέρασε κάμποση ώρα…
Το μεγάλο ρολόι του τοίχου έσερνε τους δείχτες του λαχανιασμένο. Τα τζιτζίκια στον κήπο είχαν βουβαθεί. Νεκρική σιγή στο δωμάτιο. Και μύγα να πετούσε, θα τρόμαζες.
Ξάφνου, η πέτρα, που είχε βυζάξει στην πληγή, κύλησε από μόνη της κι έπεσε στο σεντόνι. Ο δάσκαλος την έριξε σ’ ένα ποτήρι νερό και μια πρασινίλα έκχυσε από μέσα της: ξέρασε το δηλητήριο. Ο πυρετός χαμήλωσε, το μετωπάκι του μικρού δροσέρεψε, και το μελανιασμένο μέλος, πρησμένο και σκληρό σαν κούτσουρο, αρχίνησε να μαλακώνει.
Σε λίγο το παιδί σηκώθηκε. Έφυγε αλαφροπατώντας απ’ το σπίτι, ενώ με δυσκολία ξεκόλλησαν την μάνα του απ’ τα πόδια του δασκάλου, όπου μ’ ευγνωμοσύνη, η δύστυχη, προσέπεσε.
Αμέτρητους είχε σώσει η Φαρμοκόπετρα, το Φυλαχτό ή Αγιόπετρα όπως την έλεγαν οι κατέχοντες. Κατέφθαναν συχνά-πυκνά απ’ τον Κάλαμο και τον Καστό καΐκια, την Περατιά, τον Αστακό και την Ζαβέρδα πέρα, να γιατρευτούν από φιδοδαγκώματα. Κι όλοι γινόντανε καλά. Κι ευγνωμονούσανε τον δάσκαλο για την θαυματουργή του πέτρα, που πήρε προίκα, όπως λεν – μαζί με στρέμματα αρκετά στο Μεγανήσι – από τον πεθερό του τον Μπόζα, όταν παντρεύτηκε την γυναίκα του την Ανέτα την Πορσάνα, την Σκλαβενίταινα απ’ την μεριά της μάνας της, την Πολίταινα απ’ την μεριά του πατέρα της, το έτος 1889.
Τα χρόνια πέρασαν γοργά…
Ο δάσκαλος και η Ανέτα έσπειραν παιδιά, στον αριθμό δέκα, να χάνεις τον λογαριασμό: Γιώργος, Γεράσιμος, Δημήτρης, Στάθης, Θωμάς, Θανάσης, Μαρία, Μαυρέτα, Πανδώρα και Κατερίνα.
Καθένα απ’ τα σερνικά τέκνα δικαιούνταν να κρατάει την Φαρμοκόπετρα για έναν χρόνο. Κατόπιν την έδινε στον άλλον αδερφό. Όταν συμπληρώνονταν τα χρόνια, γύριζε πάλι στον πρώτο.
Οι άντρες, όμως, έλειπαν στα μπάρκα – πρώτα βυζαίνουνε την θάλασσα κι ύστερα την μάνα τους οι Μεγανησιώτες. Έτσι, η Φαρμακόπετρα πηγαινοέρχονταν από χέρι σε χέρι απ’ τις γυναίκες τους.
Ο κόσμος απορούσε: τι σόι πέτρα ήταν αυτή, που ρούφαγε το δηλητήριο ως εκ θαύματος; Και μιας κι απάντηση δεν δόθηκε ποτέ απ’ τους ιδιοκτήτες της, δόθηκε απ’ την φαντασία του καθένα.
Κάποιος είπε πως πρόκειται για τσακμακόπετρα, που την βάρεσε αστροπελέκι. Άλλος πως την έφερε απ’ τις Ινδίες ο Μπόζας, όταν ήτανε καραβούσος ή πως έσωσε την ζωή ενός Ρώσου πλοιάρχου, κι εκείνος του την δώρισε από ευγνωμοσύνη. Άλλος πως έπεσε απ’ τον ουρανό, υπόλειμμα μετεωρίτη. Κι άλλος πως πρόκειται για χάρισμα κάποιου Αγίου.
Όπως και να ’χε, η Πέτρα έκανε πάντα το καλό που προορίστηκε να κάνει, οι φιδοδαγκωμένοι γίνονταν πάντα καλά, κι οι γυναίκες των αδερφών Κατωπόδη έβγαζαν πάντα το κατιτίς τους απ’ τα φιλοδωρήματα των ιαθέντων, που ποτέ δεν ζητήθηκαν αλλά και ποτέ δεν αποκρούσθηκαν σθεναρώς, όπως ακριβώς γίνεται και στις εκκλησίες με τις προσφορές και των πιστών τα τάματα.
Μήπως δεν έμοιαζαν μ’ εκκλησίες και τα Κατωποδαίικα σπίτια, μ’ όλο εκείνο το μελισσομάνι που προσέρχονταν και κατέλυε για βοήθεια;
Κάποια φορά το Φυλαχτό βρισκόντανε στα χέρια της Αργύρως, γυναίκας του πεθαμένου από χρόνια Γεράσιμου. Χήρα κι άρρωστη καθώς ήταν, μην μπορώντας ν’ αντεπεξέλθει στα χρειαζούμενα της ασθενείας της, μετέβη στην Αθήνα προκειμένου να γιατροπορευτεί κοντά στην κόρη της Ελευθερία ή Μάρκο, όπως την φώναζαν οι φιλενάδες της, λόγω μιας σχολικής παράστασης που υποδύθηκε τον Μπότσαρη.
Και πράγματι, ηρωίδα αποδείχθηκε η Ελευθερία στην φροντίδα της μάνας της. Μα η Αργύρω, όσο κι αν αντιστάθηκε σθεναρά, τελικά υποτάχθηκε στην ασθένεια κι επέστρεψε σε κλειστή βάρκα – στην κάσα – για να ενταφιαστεί στην γη των Ταφίων – στο Μεγανήσι.
Μαζεύτηκαν στο πατρικό τους τ’ αδέρφια μετά την κηδεία: Ανθούλα, Ελευθερία, Βασίλης, Κερασούλα και Λέτα (έλειπε ο αδικοχαμένος Φώτης). Ήρθε η κουβέντα στο Φυλαχτό. Έψαξαν παντού, πουθενά δεν το βρήκαν. Συμφώνησαν να πουλήσουν το σπίτι κι ο καθείς να τραβήξει τον δρόμο του: στην Αθήνα, στην Αυστραλία… Όπου γης και πατρίς.
Η Δήμητρα, η γυναίκα του Στάθη, που ήταν η σειρά της να πάρει το Φυλαχτό εκείνη την χρονιά, το γύρεψε απ’ τα παιδιά της Αργύρως. Της είπανε πως χάθηκε. Μπορεί να το ’κρυψε η μάνα τους και δεν μπόρεσαν να το βρουν. Ίσως το πέταξαν κατά λάθος, μαζί με παλιόρουχα και παλιοπράματα, όταν άδειασαν το σπίτι για να το πουλήσουν.
Η Δήμητρα στάθηκε στην λέξη «πουλήσουν». Μια υποψία φοβερή βάραινε την ψυχή της: Αν βρήκαν το Φυλαχτό και το πούλησαν τα παιδιά της Αργύρως; Αν απέκρυψαν πως το βρήκαν και το κράτησαν για τον εαυτό τους; Αν άδραξαν την ευκαιρία, με τον θάνατο της μάνας τους, να πάψουν μια παράδοση ενός αιώνα τώρα, που ήθελε την Φιδόπετρα να περνάει από αδερφό σ’ αδερφό;
Δεν έπαιρνε όρκο για τις υποψίες της, αλλά και ούτε πως δεν συμβαίνει τίποτε απ’ αυτά έπαιρνε όρκο.
Ο κόσμος αναστατώθηκε. Το νέο διαδόθηκε από στόμα σε στόμα:
«Χάθηκε η Φαρμακόπετρα! Χάθηκε η Φαρμακόπετρα…»
Ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του. Άλλοι συνηγορούσαν με την Δήμητρα, άλλοι με τα παιδιά της Αργύρως:
«Η γριά έχασε την Πέτρα! Δύσκολο ήταν να χαθεί ένα τόσο δα πραματάκι;»
«Μωρ’, την πουλήσανε και τα τσακώσανε! Τα λεφτά προδώσανε και τον Χριστό!»
Κάποιο μεσημέρι κατέφθασε μια βάρκα από την Πάλαιρο. Κατέβασαν έναν παλλήκαρο που τον δάγκασε φίδι. Τον ανέβασαν στο Σπαρτοχώρι. Σπάραζε σαν ψάρι στ’ αγκίστρι απ’ τον πόνο. Γύρεψαν την Φιδόπετρα. Οι Μεγανησιώτες έκαναν έναν κύκλο γύρω τους και σιωπούσαν με σκυμμένα κεφάλια. Οι Ακαρνάνες αγρίεψαν. Έπιασαν απ’ το πέτο τους ντόπιους και τους τράνταζαν.
Κάποιος μίλησε:
«Η Φιδόπετρα χάθηκε…»
Οι Ακαρνάνες πάγωσαν! Και τώρα τι θα γίνονταν το παλληκάρι, που είχε μελανιάσει ολόκληρο κι έλειωνε σαν κεράκι;
Δεν κουνιόνταν φύλλο. Οι πέτρες άχνιζαν. Η θάλασσα έβραζε. Ο αέρας λιγόστευε.
Ο φιδοδαγκωμένος έσβηνε με σπασμούς, αβοήθητος κάτω απ’ τον καυτό ήλιο. Σε λίγο ξεψύχησε. Ακόμα και νεκρός, ήταν όμορφος σαν Αϊ-Γιώργης. Μια κοπέλα έβγαλε το μαντήλι της και του σκέπασε το πρόσωπο. Τον έβαλαν στο καΐκι, που απομακρύνονταν αργά-αργά σαν ξύλινο φέρετρο στην μεσημεριάτικη άχνα…
Έκτοτε κανείς δεν ξαναγύρεψε την Φιδόπετρα.
Με τα χρόνια προέκυψε ο αντιοφικός ορός της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης. Προέρχεται κυρίως από τον ορό ίππων, που τους έχουν ανοσοποιήσει έναντι της τοξίνης διαφόρων φιδιών. Όμως οι οροί αυτοί είναι αποτελεσματικοί μόνο για το συγκεκριμένο είδος φιδιού που χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή τους. Επιπλέον, η απομόνωση και ο καθαρισμός των αντισωμάτων από τα άλογα είναι διαδικασίες επίπονες και ακριβές, και οι φαρμακοβιομηχανίες είναι όλο και πιο απρόθυμες να παράγουν αντιοφικούς ορούς σε επαρκείς ποσότητες. Έτσι, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι σε όλο τον κόσμο πεθαίνουν από δάγκωμα φιδιού επειδή δεν έχουν πρόσβαση στον κατάλληλο ορό.
Είναι απορίας άξιον πώς η Φαρμακόπετρα θεράπευε τους φιδοδαγκωμένους τόσο αποτελεσματικά και δίχως παρενέργειες, όσο καμιά ιατρική ανακάλυψη δεν μπόρεσε να πετύχει.
Αυτά σκεφτόμουνα, καθώς το «ΜΕΓΑΝΗΣΙ II» σήκωνε άγκυρα, λες κι έσερνε απ’ τον βυθό ένα υπερφυσικό νερόφιδο. Σε λίγο αράξαμε στα Σπήλια. Έβαλα μπρος στην μηχανή και τράβηξα για το Σπαρτοχώρι.
Η κυρία Ελευθερία με τράταρε κρύο νερό και γλυκό κυδώνι και με ρώτησε αν μ’ αρέσει το δωμάτιο. Η φωνή της έφτανε σ’ εμένα σαν ομίχλη σε δάσος σκοτεινό, που όλα τα πουλιά έχουν σωπάσει…
«Αλήθεια, κυρία Ελευθερία, έχεις ακούσει ποτέ για την Φαρμακόπετρα;» της είπα κοιτώντας προς την θάλασσα.
«Άκου, λέει! Ακειό δεν έπεσα απ’ τον ουρανό, εδώ γεννέθ’κα κι εγώ!»
«Δηλαδή την είδες;»
«Α, όχι! Τέτοιο πράμα όχι, δεν μπορώ να πω! Αυτές είναι ιστορίες παλαιές…»
«Και πού βρίσκεται τώρα, ξέρεις;»
«Όποιος έμεινε, θα να την έχει».
«Και ποιος έμεινε;»
«Ξέρω ’γώ; Κανένας δεν έμεινε. Εδώ πέρα, δηλαδή. Στην Αθήνα κι αλλού είναι πολλοί. Μελισσομάνι οι Κατωποδαίοι, τρέχα γύρευε…»
Ένας τουρίστας κάτι της γύρεψε κι έτρεξε να του το δώσει. Όταν γύρισε, χτύπησε το τηλέφωνο και ξανάφυγε να το σηκώσει.
Δεν με χώραγε ο τόπος. Καβάλησα την μηχανή και ξεκίνησα για την «αυτοψία».
Σ’ ένα καφενείο βρήκα έναν γέροντα. Βαριόντανε που έζηγε. Βρήκα έναν άλλον, δεν θυμόντανε ούτε πως λέγανε τον ίδιο. Ο καφετζής μ’ έστειλε στο σπίτι του Ποιητή, ενός μισοπάλαβου που έγραφε στίχους μόνον για το Μεγανήσι.
Χτύπησα την πόρτα. Μου άνοιξε, με τα σώβρακα, ένας κοντούλης, παχουλούλης μπάρμπας γύρω στα εβδομήντα. Φόραγε κάτι λαστιχένιες παλιοσαγιονάρες και μια κίτρινη τριμμένη φανέλα. Ακούρευτος, αξούριστος, με στρογγυλά γυαλάκια κι ένα μισοκαμένο τσιγάρο στο στόμα, με κόζαρε πατόκορφα και μου είπε:
«Ποιητής κι εσύ;»
«Μάλλον ερευνητής», απάντησα.
«Α, καλά! Βράσε ρίγανη…» είπε απογοητευμένος.
Κατόπιν ξεκίνησε την ανάκριση:
«Τον Χριστόφορο Λάζαρη τον εισαγγελέα τον ήξερες;»
«Ε, όχι, πού να τον ξέρω; Υπόδικος είμαι;»
«Κάτι χειρότερο: είσαι καταδικασμένος!»
«Μπα! Και ποιο το έγκλημά μου, κύριε εισαγγελεύ!»
Αίφνης σοβάρεψε.
«Ο ερευνητής είναι αιωνίως καταδικασμένος να ψάχνει…»
«Μα φυσικά! Αν δεν έψαχνε, τι ερευνητής θα ήταν», αστειεύτηκα.
«Να ψάχνει και να μην βρίσκει», με αποστόμωσε.
Η τελευταία του φράση ακούστηκε σαν προφητεία. Εδικά όπως με κοίταζε αλλοπαρμένος κατάματα.
«Έχεις υπ’ όψιν σου τα διηγήματα του Λάζαρη;» συνέχισε.
«Διηγήματα; Από ποιον εκδότη;»
«Απ’ τον… κανέναν!»
«Ρε, μπάρμπα, έχεις όρεξη για πλάκα πρωινιάτικα;»
«Αυτός γράφει για την Πέτρα του δασκάλου κι όχι για την πέτρα… του σκανδάλου», είπε θριαμβικά.
«Και πού θα βρω το βιβλίο;» ρώτησα ανυπόμονα.
«Πουθενά!» απάντησε απότομα.
«Ωραία συνεννόηση!» μουρμούρισα.
«Άκου να σου πω, ανιψιέ! Είσαι ή δεν είσαι Λευκαδίτης;»
«Είμαι! Δεν είμαι;»
«Ε, άμα είσαι, να μάθεις και να κ’βεντιάζεις και λευκαδίτ’κα! Ορίστε μας, π’ τα θέλεις όλα στο πιάτο! Δ’λαδής να μην κάμομε κ’βέντα;»
Αφού κάμαμε κ’βέντα «να φάνε κι οι κότες», ξετρύπωσε ένα παλιό τετράδιο και μου το έδειξε.
Ο εισαγγελέας ήταν φίλος του. Πριν πεθάνει, του χάρισε την μοναδική και ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων του. «Λευκαδίτικα σκίτσα και διηγήματα» λεγόντανε. Πραγματικά περιστατικά απ’ την παλαιά Λευκάδα και τον εισαγγελικό του βίο.
Στην σελίδα 487 διάβασα για την Πέτρα του Δασκάλου. Σημείωσα πρόχειρα κάτι αποσπάσματα που δεν ήξερα ή τα ήξερα αλλιώς και μου έκαμαν εντύπωση:
«Μια πέτρα τόση δα, όσο ένα μεγάλο αμύγδαλο. Μια πέτρα που δεν είδα, δεν άκουσα ούτε κι εδιάβασα πουθενά να υπάρχει όμοιά της στον γνωστό ή τον άγνωστο κόσμο. Γεμάτη τρυπίτσες, σαν πυκνά φοινικοφαγωμένο ξύλο, σε χρώμα καθαρό τιρκουάζ…
»Ο ευτυχής ιδιοκτήτης της ήταν ένας άνδρας μεσήλικος, μεγαλόσωμος, με αδρά χαρακτηριστικά, πρασινογάλανα μάτια και γεμάτο, μακρουλό πρόσωπο. Δάσκαλος τους σχολικούς μήνες, και στις θερινές διακοπές καπετάνιος στο καΐκι του, φορτηγό, που αλώνιζε συνήθως το Ιόνιο, τον Κορινθιακό και τον Σαρωνικό. Για όσους δεν ήξεραν το επίσημο λειτούργημά του, ήταν ένας θαλασσόλυκος, που απ’ το σουλούπι του, μόνον για δάσκαλο δεν μπορούσαν να τον φανταστούν…
»Και η Πέτρα, κατά τον θρύλο που την παρακολουθεί, προερχόμενη από την μυστηριακή χώρα των Ινδιών, κατέληξε σ’ αυτόν από δεύτερο χέρι, κάποιου καλογήρου, κατά τρόπον όχι ανεπίληπτο, όπως λέγεται…
»Εγώ λοιπόν, ο γράφων αυτό το αφήγημα, είχα την τύχη, μαθητής ακόμα στο μεικτό εξατάξιο Γυμνάσιο της Λευκάδος, να βεβαιωθώ εξ αμέσου παρακολουθήσεως την απίστευτη αυτήν ιδιότητα της παράξενης πέτρας…
»Ένα καλοκαιριάτικο βράδυ η θεια Γιαννούλα Σπυρ. Γουρζή απ’ την Κατούνα (μητέρα του προσφάτως αποθανόντος Λάμπρου Γουρζή και θεία εκ μητρός του φίλου, Γιάννη Παπαδάτου) βγαίνοντας ξυπόλυτη στην αυλή, πάτησε μιαν οχιά…
»Θυμήθηκαν τότε αμέσως την πέτρα του Κατωπόδη και στα γρήγορα οργανώθηκε δια νυκτός μια διάπλευση με τρατοκάικο στο Μεγανήσι με έξι διαλεχτούς κωπηλάτες και το πανί του. Σε λίγες ώρες έφτασε στο χωριό η μακαρίτισσα η Κατωπόδαινα με την πέτρα της διασώσεως…
»Ανοίγοντας σταυρωτά μια επιπόλαια τομή στο μέρος του δαγκώματος, έβγαλε την πέτρα απ’ την θήκη της και αφού έκαμε τον σταυρό της κρατώντας την στα τρία δάχτυλα, την ακούμπησε χωρίς καμιά πίεση στην πληγή. Η πέτρα εκόλλησε σαν μαγνήτης, κι η γριά Κατωπόδαινα προς καθησύχαση της αγωνίας εξήγησε ήρεμα: “Ευτυχώς προφτάσαμε! Η πέτρα άμα ρουφήξει το δηλητήριο θα πέσει μοναχή της και θα το βγάλει μέσα σ’ ένα ποτήρι νερό που θα την ρίξουμε”.
»Μέσα σε λιγότερο από ένα τέταρτο η πέτρα ξεκολλώντας έπεσε στο σεντόνι.
»Κι ενώ η παθούσα άρχισε να συνέρχεται θεαματικά προς γενικήν κατάπληξιν των παρισταμένων, η Κατωπόδαινα έριξε την πέτρα μέσα σ’ ένα ποτήρι νερό, που εθόλωσε ασπρίζοντας, σαν να ’ριξαν πολύ ούζο στο νερό. Άλλο ένα ποτήρι με νερό δέχτηκε την πέτρα, αλλά το νερό έμεινε καθαρό. Η θεραπεύτρια στεγνώνοντας την πέτρα με λίγο βαμβάκι, την ξανάβαλε στην θήκη της μέσα στον γενικό θαυμασμό για την απροσδόκητη θεαματική θεραπεία και τις εκδηλώσεις της ευγνωμοσύνης.
»Το πρωί, με παρόμοιες εκδηλώσεις και ευχές, ξανάφυγε για το Μεγανήσι με τον ίδιο τρόπο που είχε έρθει…
»Έπειτα από μερικά χρόνια, εκεί στο γρουσούζικο θερινό ανάκτορο του Τατοΐου, ένας πίθηκος που διατηρούσε ο πανέμορφος νέος και αμφιδέξιος αθλητής στις ρίψεις, βασιλεύς Αλέξανδρος, αρπάχτηκε σε θανάσιμη αναμέτρηση με το αγαπημένο του λυκόσκυλο, τον Φριτς. Και ο Αλέξανδρος, στην θαρραλέα του επέμβαση να διαχωρίσει τα δύο μανιασμένα ζώα, δέχθηκε στο χέρι ένα δάγκωμα του πιθήκου που του προξένησε μια βαρύτατη μόλυνση με επώδυνη εξέλιξη προς το χειρότερο. Η συνδρομή των τότε κορυφαίων καθηγητών της ιατρικής στην πρωτεύουσα με όλα τα γνωστά αντίδοτα της εποχής, και οι ολόψυχες ευχές του λαού που τον αγαπούσε ιδιαίτερα, δεν μπόρεσαν να σταματήσουν την επιδείνωση της συμφοράς. Ο νεαρός βασιλεύς επροχωρούσε προς την μοιραία κατάληξη…
»Τότε, ο καπετάν δάσκαλος, με την μυστηριακών ιδιοτήτων πέτρα έφθασε στο Τατόι αυτόκλητος και αδίστακτος: “Αφού, όπως διαβάζομε στις εφημερίδες, ο βασιλιάς μας είναι αποφασισμένος από την επιστήμη, αφήστε με να δοκιμάσω κι εγώ με μια πέτρα που ρουφάει μονάχη της το δηλητήριο!”
»Οι αυλικοί απέπεμψαν με πένθιμες ειρωνείες τον θρασύτατο κομπογιαννίτη της επαρχίας. Και στην ανένδοτη επιμονή του: “Μια κι είναι καταδικασμένος ο λεβέντης μας απ’ όλους να πεθάνει, γιατί δεν μου επιτρέπετε μια δοκιμή παρουσία των καθηγητών;” οι γιατροί τού ζητούσαν την πέτρα για χημική ανάλυση. Και στην εύλογη άρνησή του τον ξελάκισαν εγωιστικά, ενώ μπροστά στον θάνατο, που άρχισε ν’ απλώνει τις μαύρες του φτερούγες στον νέο που χαροπάλευε, δεν είχε τίποτε να χάσει ούτε η επιστήμη τους ούτε η βασιλική αξιοπρέπεια…
»Έτσι, η δύναμη της πέτρας του καπετάν δασκάλου απέμεινε αδοκίμαστη στην τραγική αυτή περίπτωση, με αποτέλεσμα να χάσει αμετάκλητα, έστω και με ελάχιστες πιθανότητες, μια παγκόσμια φήμη, ο δε συμπαθέστατος και πολυθρήνητος εστεμμένος νέος, να καταλάβει μια θέση στον λοφίσκο-κοιμητήριο του Τατοΐου, γειτονιά με τον πατέρα και τ’ αδέρφια του, στον κόσμο της αδιατάρακτης γαλήνης, ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός».
Στάθηκε αδύνατον να μου δανείσει το τετράδιο με τα διηγήματα του εισαγγελέα ο ποιητής. Εδώ καλά-καλά δεν μ’ άφησε να το διαβάσω. Το κρατούσε από την μιαν άκρη του λες και επρόκειτο να του το πάρω. Διάβασα ό,τι διάβασα και σημείωσα ό,τι σημείωσα.
Όπου αλλού κι αν ρώτησα, δεν έμαθα παραπάνω. Εισέπραξα μόνον κουνήματα κεφαλών, συνοδευόμενα απ’ την φράση: «Πού πας και χάνεσαι, καημένε; Δεν πας να βρεις καμιά κοπέλα, λέω ’γώ;»
Και την βρήκα την κοπέλα!
Στην μικροσκοπική παραλία Πασουμάκι, μια οπτασία λικνιζόμενη, σαν τα κλαδιά των παρακείμενων πεύκων, κατέβαινε την σκάλα λες κι ανέβαινε στον ουρανό.
Ήταν σαν ένα ποίημα με ομοιοκαταληξία, αφού όμοια όλα της κατέληγαν στην έκσταση και στην μαγεία!
Ούτε που ξέρω τι με παρακίνησε να την γνωρίσω, λες και βρίσκονταν μπροστά μου μιαν απάντηση, πριν καν προφτάσω να σκεφτώ τι θα ρωτήσω.
Βλέμμα ευθύ, διεισδυτικό, μαύρα μαλλιά κι αστραφτερά, δέρμα λευκό, χέρια απαλά, όμορφη, αλλά δεν ήταν τόσο η θωριά της, μα κάτι ανείπωτο, μα κάτι ανείδωτο, περιιπτάμενο όπως η αύρα εκεί σιμά της.
Έμαθα τα πάντα για κείνη, τι τρώει, τι πίνει και πώς τα μάτια ανοιγοκλείνει.
Όταν ρώτησε για μένα, της εξήγησα τα εξηγημένα και την εισήγαγα στα ανεξήγητα, καταλήγοντας στα αναζητημένα:
«Μετά το 168 π.Χ. και την έλευση των Ρωμαίων, το Μεγανήσι θεωρείται διαμετακομιστικός σταθμός, όπως φαίνεται από το πέρασμα του Απολλώνιου του Τυανέα κατά την επιστροφή του από την Ρώμη. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος ονομάζει το Μεγανήσι Ταφιούσα. Υποστηρίζει δε, ότι σε αυτό βρίσκονται θαυματουργές λίθοι – όπως η Φιδόπετρα!»
Η κοπέλα ανατρίχιασε στο άκουσμά της. Έτρεμε τα φίδια από μικρή.
Έτρεμα κι εγώ, που έτρεμε, κοντά της. Και με παλλόμενη φωνή τής διηγήθηκα την ιστορία, τονίζοντας τις λέξεις μία-μία.
Εκείνη πέρασε το χέρι απ’ τα μαλλιά της, όπως φουσκώνει ο αέρας το πανί, κι αρμένισε μια λάμψη στην ματιά της, καθώς μου είπε, κάνοντάς με να ριγήσω ξαφνικά:
«Ίσως μπορέσω… να βοηθήσω!»
Την κοίταξα ερευνητικά.
«Έχω Σπαρτοχωρίτισσα κι εκατοχρονίτισσα βαβά! Και ξέρει περισσότερες ιστορίες απ’ τα χρόνια της», είπε χαμογελώντας αινιγματικά.
Η μηχανή ανέβαινε βολίδα στο Σπαρτοχώρι. Ο αέρας τύλιγε φίδια στον λαιμό μου τα μαλλιά της κοπέλας. Φτάσαμε, και ξεπεζέψαμε σ’ ένα σπιτάκι πνιγμένο στην πρασινάδα. Σκίαζε την αυλή μια κληματαριά γιομάτη ζουμερά σταφύλια. Τριγύρω το τερέτισμα των τζιτζικιών γέμιζε τ’ αυτιά μας καλοκαίρι.
Μια γριούλα πρόβαλε στο κατώφλι. Οι δυο γυναίκες αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν σταυρωτά. Ανταλλάσσοντας για ώρα τρυφερόλογα, αποξεχάστηκαν… Μετά θυμήθηκαν πως υπήρχα κι εγώ! Περάσαμε στην σάλα και τραταριστήκαμε λουκούμι και δροσερό νερό. Φλεγόμουν… Κι έφερα την κουβέντα στην Φαρμακόπετρα, λες και με δάγκασε φίδι και την ήθελα να γιατρευτώ.
Η γριούλα κοίταξε ερευνητικά την αγγονιά της. Εκείνη της έγνεψε καταφατικά.
Σταύρωσε τα χέρια στα γόνατα κι αρχίνησε μ’ ένα τρέμουλο στην φωνή της:
Η Φαρμακόπετρα χάθ’κε…»
Κούνησα μ’ απογοήτευση το κεφάλι.
«Δ’λαδή… έτσ’ είπανε», συνέχισε η γριά.
Έσφιξα το χέρι της αγγονιάς της τόσο δυνατά, που μάλλον την πόνεσα και το τράβηξε βιαστικά.
Η γριά μίλησε πάλι:
«Η Αργύρω, πο’ ’χε τ’ν Πέτρα τελευταία, ήρτε μια μέρα και μου ’πε πως τ’ν έχασε. Εγώ τ’ς είπα πως θα βρει τον μπελιά της. Τ’ν άλλη μέρα – ήτανε Κυριακή, το θυμώμαι καλά, γιατί σήμαιναν οι καμπάνες – ήρτε πάλε και μου ’πε πως τ’ν ήβρε μες στ’ν τσέπη απ’ το γιορτιάτ’κό τ’ς το φ’στάνι. Προτού φύβγει για τ’ν Αθήνα, τότενες π’ αρρώστ’σε, τ’ν έδωκε τ’ παπά να τ’νε φ’λάξει».
Τινάχτηκα λες κι είχα μέσα μου ελατήριο.
«Σε ποιον παπά, πού θα τον βρούμε, σε ποια εκκλησά;» είπα μ’ εξαλλοσύνη τέτοια, που θα τρόμαξε πολύ τις δυο γυναίκες, γιατί με κοίταξαν βουβά, γουρλώνοντας τα μάτια, λες κι αντίκριζαν δαιμονισμένο.
~.~
«Ο Ιερός Ναός του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου είναι χτισμένος σε μια βοτσαλωτή παραλία στα δυτικά του Μεγανησίου, πλάι στο θαλάσσιο στενό που χωρίζει το Νησί από την Λευκάδα. Η παράδοση θέλει το μοναστήρι να θεμελιώνεται πριν απ’ το 1477 και να καταστρέφεται από πειρατές, που πέταξαν την εικόνα του Αγίου στην θάλασσα, μα την ανέσυρε κάποιος ψαράς με τα δίχτυα του. Στα μέσα του 19ου αιώνα ο Όσιος Ιωακείμ ο Ιθακήσιος, γνωστός στο Μεγανήσι και στην Ιθάκη ως “Παπουλάκης”, έστειλε μια ευσεβή γυναίκα να ξαναχτίσει τον ναό με εράνους και με την βοήθεια των πιστών. Λέγεται πως έφτασε για συνδρομή έως τον ίδιο τον τσάρο της Ρωσίας! Ο ναός ανακαινίσθηκε ριζικά και πάλι πριν λίγα χρόνια».
Αυτά είπε στ’ αυτί μου η κοπέλα δυνατά, για ν’ ακούγεται πάνω απ’ τον αέρα που πλατάγιζε τα ρούχα μας σαν σημαία, καθώς κατευθυνόμαστε προς τον Αϊ-Γιάννη με την μηχανή.
Μας έκοψε την ανάσα η θέα! Σερνόντανε η κατηφόρα φιδωτή. Στραφτάλιζαν οι φολίδες της θάλασσας και μούδιαζε τα ρουθούνια μας αρμύρα ευωδιαστή.
Σταμάτησα έξω από την εκκλησιά και τινάχτηκα μέσα. Ο ήλιος, υπέρλαμπρος προσκυνητής, τρύπωνε απ’ τα παράθυρα και χρύσωνε την μεγάλη εικόνα τ’ Αϊ-Γιαννιού. Σαβάνωνε τον αγέρα λιγωτική μυρωδιά λιβανιού. Ο παπάς γύρισε και με κοίταξε ξαφνιαμένος, λες κι αντίκριζε τον ίδιο τον εξαποδώ μεταμορφωμένο σε άνθρωπο. Η κοπέλα ανέλαβε τις συστάσεις, εξήγησε τον λόγο της επίσκεψής μας, κι αφού εξήρε την εξαιρετική μόρφωση και το ανοιχτό μυαλό του ιερωμένου, δεν παρέλειψε να εγκωμιάσει και την ερευνητική μου επιμονή.
Ο παπα-Σπύρος κάθισε σ’ ένα στασίδι, με το κεφάλι σκυμμένο ξεκούκιζε το κομποσκοίνι του. Η κοπέλα πλάι του, αμίλητη σαν να προσεύχονταν. Εγώ όρθιος, λες και επρόκειτο να σταυρωθώ. Κι ανάμεσά μας δέσποζε μια μεγαλόπρεπη σιωπή… Κατόπιν ο ιερωμένος κοίταξε την συνοδό μου. Αυτή του έγνεψε «ναι». Αυτός καθάρισε την φωνή του ξεροβήχοντας, λες κι ετοιμαζόνταν να ψάλει, και ξεκίνησε:
«Εγώ την εξομολογούσα την Αργύρω. Ήταν καλή γυναίκα, θεοσεβούμενη. Μου εμπιστεύτηκε την Πέτρα για να μην χαθεί. Θα της την γύριζα πίσω, όταν με το καλό επέστρεφε απ’ την Αθήνα. Δηλαδή έτσι συμφωνήσαμε, αλλά…»
«Δηλαδή την Φιδόπετρα την έχετε εσείς;» διέκοψα με κομμένη ανάσα.
«Ο καλός ερευνητής πρέπει εκτός από επιμονή, να διαθέτει και υπομονή», είπε επιτιμώντας την βιασύνη μου.
«Ας πούμε πως η υπομονή δεν είναι το βασικό μου προτέρημα, πάτερ», προσπάθησα ν’ αστειευτώ.
Εκείνος εξακολούθησε λες και δεν μίλησα καθόλου:
«Στο Θιάκι ζούσε τον περασμένο αιώνα μιαν αγία μορφή, ο Ιωάννης Πατρίκιος, που αργότερα έλαβε το αγγελικό σχήμα και το όνομα Ιωακείμ, γνωστός ως Παπουλάκης. Ήταν γιος εφοπλιστή, όμως αρνήθηκε τα εγκόσμια κι αφιερώθηκε στον Θεό. Ερχόντανε στο Μεγανήσι και τον γνώριζαν πολλοί. Είχε το ιαματικό και προφητικό χάρισμα και όσα είπε επαληθεύτηκαν».
Έκαμα κίνημα να διακόψω. Μου έκαμε νόημα να σωπάσω.
«Ο Όσιος Ιωακείμ – με τρόπο θαυματουργό – αποκάλυψε την Πέτρα στον Βασίλη Κατωπόδη! Δεν την πήρε προίκα απ’ τον πεθερό του, όπως οι περισσότεροι νόμιζαν. Σεμνός και ταπεινός ο δάσκαλος, δεν θέλησε να υπερυψωθεί μ’ ένα τόσο θαυμαστό πράγμα, και διέδωσε πως του την έδωσε ο Μπόζας. Γι’ αυτό στην οικογένεια την έλεγαν Φυλαχτό ή Αγιόπετρα, κι όχι Φιδόπετρα ή Φαρμακόπετρα όπως οι άλλοι.
»Κάποτε ένας Μεγανησιώτης γιατρός, ο Πάνος Πάλμος – ο Παραβόλας – την εξέτασε στο μικροσκόπιο για ν’ αποκαλύψει τα μυστικά της. Κι είδε μέσα στα τιρκουάζ νερά της δυο σκιές, δυο σκιές που έμοιαζαν με αγκαλιασμένα φίδια!
»Τι συμβολίζει το φίδι;» μας ρώτησε, χωρίς να περιμένει άλλη απάντηση απ’ την δική του:
«Κοσμολογικά το φίδι είναι ο αρχέγονος ωκεανός από τον οποίο όλα αναδύονται και όπου όλα επιστρέφουν, το προαιώνιο αδιαφοροποίητο χάος. Ο Λεβιάθαν είναι το φίδι της αβύσσου. Ο Γιαχβέ εκτοξεύει “τον συστρεφόμενο όφι”, την αστραπή.
»Τα φίδια είναι οι φρουροί του κατωφλιού των ναών, των θησαυρών, φύλακες της εσωτερικής γνώσης και όλων των σεληνιακών θεοτήτων. Είναι δημιουργοί καταιγίδων, περιβάλλουν τα ύδατα και είναι υδροφόροι και υδροφράκτες.
»Δύο φίδια μαζί συμβολίζουν τα αντίθετα της δυαδικότητας, που τελικά ενώνονται.
»Στην Αρχαία Ελλάδα είναι μια όψη του Ασκληπιού ως σωτήρα-θεραπευτή. Το φίδι είναι ένα σύμβολο του Δία Χθόνιου. Αντιπροσωπεύει τα πάθη που ζωογονούν την θηλυκή και αρσενική αρχή. Γυναίκες με μαλλιά από φίδια όπως οι Ερινύες, η Μέδουσα και η Γραία, προσωποποιούν τις δυνάμεις της μαγείας και της γητειάς. Οι Βάκχες κρατούν φίδια. Το φίδι είναι σύμβολο γονιμότητας και είναι σημαντικό στην λατρεία της Ειλειθυίας, θεάς του τοκετού. Επίσης το βρίσκουμε αφιερωμένο στην Αθηνά σαν σοφία, στην ασπίδα της, και ιδιαίτερα στον Απόλλωνα των Δελφών, ο οποίος σαν φως, σφαγιάζει τον πύθωνα του σκότους και του κατακλυσμού, όπως αργότερα ο Άγιος Γεώργιος».
Ο παπα-Σπύρος πετάχτηκε πάνω, η φωνή του βραχνή, το μάτι του άστραφτε, με χειρονομίες παραστατικές άρχισε να ζωγραφίζει στον αέρα, ενώ τα δάχτυλα των χεριών του σπαρταρούσαν σαν αφιονισμένα φίδια.
«Το φίδι είναι ο Σατανάς, ο Πειρασμός, ο εχθρός του Θεού και ο παράγοντας της Πτώσης. Αντιπροσωπεύει τις δυνάμεις του Εωσφόρου, την καταστροφή, τον τάφο, τον δόλο και την πονηρία.
»Το φίδι ανεβασμένο στον Σταυρό ή σε στύλο είναι ένα πρωτότυπο του Χριστού ανεβασμένου στο Δέντρο της Ζωής για την θεραπεία και σωτηρία του κόσμου. Το φίδι τυλιγμένο γύρω από τον Σταυρό απεικονίζεται κάποιες φορές με γυναικείο κεφάλι για να συμβολίσει τον Πειρασμό. Το φίδι στην βάση του Σταυρού είναι κακό, και σ’ αυτήν την θέση αντιπροσωπεύει το θρίαμβο του Χριστού πάνω στον Σατανά και στις δυνάμεις του σκότους.
»Ο Τερτυλλιανός λέει ότι οι Χριστιανοί αποκαλούσαν τον Χριστό “Αγαθό Όφι”.
»Το καλό φίδι απεικονίζεται εξερχόμενο από τον κάλυκα του Αγίου Ιωάννη.
»Όπως λέει εξωβιβλική παράδοση, ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, όταν έρθει η Κρίση του κόσμου, θα πάρει την θέση του Εωσφόρου ως Αρχάγγελος, ενώ οι μοναχοί θα αποτελέσουν τους αντικαταστάτες των εκπεσόντων αγγέλων!»
Ο παπα-Σπύρος εξαφανίστηκε απ’ τα μάτια μου, το μαύρο ράσο του ελευκάνθη ως χιών υπό φωτός ανεσπέρου! Αντίκριζα τώρα εμπρός μου έναν ιεροφάντη, κύριο των μυστηρίων και της αποκαλύψεως.
Αυτήν την φορά δεν έκαμα κίνημα να μιλήσω, δεν ήθελα καν να μιλήσω. Κι εκείνος, λες και κατάλαβε την έκσταση στην οποία είχα περιέλθει, συνέχισε:
«Απέθεσα το Φυλαχτό στην Ιερά Πρόθεση, στα Άγια των Αγίων. Το ίδιο βράδυ που πέθανε η Αργύρω είδα τον Όσιο Ιωακείμ στον ύπνο μου. Φορούσε γαλάζια αρχιερατικά άμφια και κρατούσε στο δεξί του χέρι την ράβδο με τ’ αγκαλιασμένα φίδια. Εγώ προσέπεσα στα γόνατα. Εκείνος χαμογέλαγε. Το πρόσωπό του αχτιδοβολούσε και χαμήλωσα θαμπωμένος τα μάτια. «Κοίταξέ με!» μου είπε. Ανάγειρα το βλέμμα και τρόμαξα! Δεν είχε πρόσωπο, μόνον φως, που τινάζονταν σαν πίδακας προς το μέρος μου. Πια δεν φοβόμουν. Ένιωθα μιαν αγαλλίαση και μια ζεστασιά να με τυλίγει ολόκληρο σαν αόρατο δίχτυ. Κι ένα αεράκι – να, σαν κι αυτό που μπαίνει τώρα απ’ τα παράθυρα – μ’ έλουζε από παντού, δροσερό, και μ’ αλάφρωνε, λες κι ήθελε να με σηκώσει, να με πάει στον παράδεισο. Ξάφνου τα φίδια ζωντάνεψαν! Σπαρταρούσαν πάνω στην ράβδο σαν να ’θελαν να ξεκολλήσουν. Τα μάτια τους πετούσαν φλόγες γαλαζωπές. Κι οι γλώσσες τους, που πετάριζαν κατακόκκινες, δεν ήταν γλώσσες διχαλωτές, φιδίσιες, μα έμοιαζαν με μικρούς τριανταφυλλένιους σταυρούς. Τότε ξύπνησα… Τα πόδια μου κίνησαν από μόνα τους κι έφτασα ως εδώ. Μια άχνα τύλιγε τον ναό, σαν ομίχλη, σαν καπνός, σαν μοσκολίβανο. Έμοιαζε να εξατμίζεται η θάλασσα ή τα σύννεφα να διαλύονται σε σκόνη. Δεν ήξερα αν ξύπνησα ή ακόμα ονειρευόμουν. Μπήκα στο ιερό, ψελλίζοντας το απολυτίκιο του Οσίου:
Θείᾳ χάριτι λελαμπρυσμένος
κατεφώτισας τούς ἐν σκοτίᾳ
ἀγνωσίας καί δουλώσεως πέλοντας
ταῖς διδαχῶν καί θαυμάτων ἀκτῖσι σου,
Ἰωακείμ, ἀσκητά ἐνθεώτατε·
γόνε πάντιμε Ἰθάκης, Χριστόν ἱκέτευε
δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.
»Προχώρησα προς την Ιερά Πρόθεση. Εκεί που φυλάσσεται το υπόλοιπο της μεταλαβιάς, για τους αρρώστους και τους ετοιμοθανάτους, και κομμάτι απ’ το πρόσφορο. Το τζαμάκι ήταν ανοιχτό! Η Αγιόπετρα έλειπε… Το Φυλαχτό με τα αόρατα αγκαλιασμένα φίδια επέστρεψε πάλι στον Όσιο, που με την βοήθειά του ξανακτίσθηκε τούτος ο ναός. Αυτό ήταν το θέλημά του! Ποιος ξέρει, ίσως εμφανίσθηκε εκεί που την χρειάζονται περισσότερο. Ίσως όπου πιστεύουν πιο πολύ».
Ο παπα-Σπύρος έκαμε τον σταυρό του τρεις φορές – όπως ο δάσκαλος όταν ακουμπούσε την Αγιόπετρα στην δαγκωματιά – και κατευθύνθηκε προς το εικόνισμα του Οσίου ψάλλοντας:
Χαίρε, ακτίς ουρανίου φέγγους.
Χαίρε, πυξίς του αρρήτου κάλλους.
Χαίρε, Ιονίου πελάγους αγίασμα.
Χαίρε, θεοσδότου ισχύος εκπύρσευμα.
Χαίρε, ο των Αγγέλων ζηλωτής των αΰλων…
Το βουνό του Πόρου σκίαζε τα νερά όταν βγήκαμε απ’ την εκκλησία με την κοπέλα. Οι κάθετες αχτίδες θάμπωναν τα μάτια μας κι έκαναν το τοπίο ονειρικό. Μηχανικά κατευθυνθήκαμε προς την αμμουδιά. Βγάλαμε τα ρούχα μας και πέσαμε αμίλητοι στην θάλασσα. Ήταν ζεστή, λες και κολυμπάγαμε αγέννητοι στον αμνιακό σάκκο, μέσα στην μήτρα της μάνας. Ένας αόρατος ομφάλιος λώρος ένωσε τις ζωές μας όταν φιληθήκαμε. Κι αν κάποιος μας έβλεπε απ’ τον βυθό, θ’ αντίκριζε – στα διάφανα τιρκουάζ νερά – δυο συστρεφόμενα κορμιά σαν αγκαλιασμένα φίδια.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ
Λευκαδίτικα διηγήματα, Fagotto Books, εμπλουτισμένη επανέκδοση 2017.
~.~
Τα Λευκαδίτικα διηγήματα (Fagotto books, 2016 και εμπλουτισμένη επανέκδοση 2017) είναι το μοναδικό βιβλίο με διηγήματα του Δημήτρη Ε. Σολδάτου ανάμεσα στις δεκαεπτά ποιητικές συλλογές που εξέδωσε στην διάρκεια σαράντα χρόνων. Η συνεργασία με το Νέο Πλανόδιον στην στήλη αυτή περιλαμβάνει κάποια από τα εκδομένα του διηγήματα (επιμελημένα εκ νέου) καθώς επίσης ανέκδοτο υλικό. Ο τίτλος της στήλης είναι παρμένος από μια κριτική του συγγραφέα Μιχάλη Μακρόπουλου για τα Λευκαδίτικα διηγήματα στις 28.6.2016 στον ιστοχώρο Bookpress (https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/6619-lekfaditikadiigimata-soldatos): «Ένα πνεύμα νοσταλγικό, παλιομοδίτικο ίσως, μα γνήσιο κι ανυπόκριτο, περασμένο στο χαρτί με ελληνικά που η ομορφιά και η καθαρότητά τους σπανίζουν πλέον».
~.~
