
*
της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ
Ρωξάνη Νικολάου,
Σαλός μαγνήτης.
Φαρφουλάς, 2022
Με μόλις τρεις ποιητικές συλλογές, με τις δύο πρώτες να απέχουν κατά σχεδόν δύο δεκαετίες μεταξύ τους (Ποιήματα 1991-1999, ιδιωτική έκδοση, Λεμεσός, 2000ˑ Ψαλιδιστής, Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, 2018), η Ρωξάνη Νικολάου δίνει συχνά την εντύπωση ότι, καταφεύγοντας τακτικά στη λογοτεχνική σιωπή, δεν απαρνείται τελικά την ποίηση. Την παλινδρόμηση αυτή επιβεβαιώνει και με το τρίτο της βιβλίο Σαλός μαγνήτης, το οποίο έχει ως πρόταξη/επιγραφή μια δυναμική και συνειδητοποιημένη στάση επιστροφής στην υπαρξιακή επιβίωση: «Επιστρέφει ηττημένη η ηχώˑ γυρεύει το στόμα μου».
Εικονοποιία σε ένα δροσερό φυσικό περιβάλλον με δέντρα, βρύσες, νερά, πουλιά, έντομα, ερπετά, με στοιχεία παράδοξου ή παράλογου υπερρεαλιστικής κληρονομιάς, παραμυθία, μεταφορά, ρητορικά ερωτήματα, μικρές στιχομυθίες είναι μερικά από τα έντεχνα μέσα του λόγου που αξιοποιεί σταθερά η Νικολάου. Στην ποίησή της η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από προετοιμασία και ετοιμότητα για τον θάνατο. «Έπεσα μες στο πηγάδι/ που μ’ άνοιξε η γέννησή μου» γράφει στο ποίημα «Το τραγούδι του αέρα»ˑ και ολοκληρώνει: «Μην έχεις έγνοιαˑ/ πάνω απ’ το κουφάρι μου/ θα τραγουδάει ο αέρας/ ό,τι μέχρι θανάτου κράτησα». Σε πολλά ποιήματα της Νικολάου, τα οποία συνομιλούν μεταξύ τους, ο άνεμος[1] φέρνει τη ζωή και ο άνεμος την παίρνει:
[…]
Σκοτεινά νερά
παφλάζουν στην εξώπορτα
γυαλιά καρφιά
το λιγοστό μου πάτωμα
κάποιος τα σπρώχνει
—ας τον πούμε άνεμο—
ολοένα πιο μπροστά
στην όραση.
(«Λιγοστό πάτωμα»)
Να φυσάει το αεράκι
να στάζει βροχή απ’ τα φύλλα
ο ήλιος να στεγνώνει τις πεταλούδες
εγώ να φτιάχνω ήσυχα κάτι
εσύ να έρχεσαι από τα περβόλια
απ’ τα ψώνια ή απ’ τη θάλασσα
στο πάνω σπίτι να μιλούν
ν’ ακούγονται τα βήματά τους
και δεν θα με νοιάζει
αν θα ’μαι πεθαμένη.
(«Να φυσάει το αεράκι»)
Η Νικολάου συμβιβάζεται με το γεγονός ότι η τέχνη της —η τέχνη του ανθρώπινου είδους, το οποίο οδηγείται σε αναπαραγωγή και θάνατο, άρα και η ίδια— είναι εύθραυστη και εφήμερη. «Αυτός ο άνθρωπος πέθανε από πείνα/ κανένα ποίημά μου δεν μπόρεσε να τον σώσει» γράφει στο ποίημα «Στα χαμαιτυπεία του χρόνου διδάχθηκα την τέχνη των πήλινων ποιημάτων». Την καταδιώκει, ωστόσο, το γεγονός ότι η τέχνη της είναι (οριακά;) άχρηστη και αχρείαστη για τους ανθρώπους: «Είμαι το τσιγαρόχαρτο, Θεέ, που πάνω του έγραψες “ενθύμιο θνητής φωτιάς” και το πέταξες μέσα στον λάκκο των ανθρωπίνων» («Θυμήσου όποια ώρα και να ’ναι πως δεν διασύρουμε το χώμα μας»).
Άρα, προς τι η επιστροφή της ποιήτριας στην τέχνη που δεν κομίζει τίποτα; Η απάντηση δίδεται, μεταξύ άλλων, στην «Καιόμενη ρόδα»ˑ αυτή η μοίρα της έλαχε, αυτό το μοιρολόι – το χρέος στον λόγο και η οφειλή στους αγαπημένους:
Η λάβρα έκαιγε τα μάτια και το στόμα μου
οι λεύκες έλαμναν πέρα δώθε κι από μέσα τους
έβγαινε τ’ αιώνιο μοιρολόι.
Ίσως να έπεσε από το άρμα κάποιου Φαέθοντα
που μέσα στον κόσμο έχασε τον δρόμο του
που ο κόσμος τον έχασε
όπως καθημερινά αμέτρητα πλάσματα
από τα υπέρλαμπρα πετάγματα
και τις θανάσιμες πτώσεις τουςˑ
θέλω να πω: από τα θανάσιμα πετάγματα
και τις υπέρλαμπρες πτώσεις τους
από ένα ακόμα τρελαμένο άρμα, σκέφτηκα,
θα ξέφυγε η καιόμενη ρόδα και κύλισε εδώ
στα πόδια μου.
Το μοιραίο ποιητικό χρέος σφραγίζεται με τους τελευταίους στίχους της συλλογής: «Διορθώνω τις ειδήσεις που φτάνουν από τον έξω κόσμο διασχίζοντας τα αλτ των δέντρων (φέρε στο νου ένα ξεχασμένο εργοστάσιο και στο βάθος κάποιον να φτιάχνει παιχνίδια από άχυρα και κουρέλια) και δυνατή χαρά με ξυπνά το πρωί, τι ρόλος κι αυτός, τι απίθανος ρόλος» («Περπατώ για το σπίτι σφυρίζοντας ούτε το αύριο ούτε οι βρυχηθμοί του»).
Αυτό που ενισχύει την ψυχική δύναμη της ποιήτριας που οφείλει να διασώσει τον λόγο, που επίσης φέρνει την ισορροπία για τη συνέχεια (στη ζωή, στην ποίηση), δεν είναι τίποτε άλλο από την πίστη – στον Θεό, στην πλάση, στον άνθρωπο, στην τέχνη. Η πίστη της Νικολάου είναι μια βιολογική ανάγκη, ριζωμένη μέσα στην ανθρώπινη ψυχή όπως ακριβώς αναφέρεται στη δεύτερη ενότητα της συλλογής «Εξ αίματος», ή, με άλλα λόγια, κατ’ εικόναν και καθ’ ομοίωσιν. Το ποιητικό υποκείμενο είναι το πρόσωπο λατρείας και ο φορέας κάθε ανθρώπινης αμαρτίας. Και ο κόσμος μέσα στον οποίο γίνεται αυτή η μετατόπιση από το ανθρώπινο στο θείο και τανάπαλιν[2] ένα παράλογο σύμπαν, κατά το παράδειγμα του Μίλτου Σαχτούρη:
Ξύπνησα με την εντύπωση ότι κάποιος έκλαιγε.
Ανακάθισα στο κρεβάτι κρατώντας το κεφάλι μου.
Ο απόηχος του κλάματος είχα κατακαθίσει μες στ’ αφτιά μου.
Δεν ήξερα ποιος και γιατί.
Η απόσταση από το τελευταίο σπίτι ήταν αρκετά μακρινή
και γνώρισα κάθε κλάμα των κατοίκων του κήπου.
Εκείνο ήταν κλάμα αγνώστου.
Σηκώθηκα για να πλυθώ.
Στο βάθος του καθρέφτη είδα σκυφτή μια γυναίκα
να μαζεύει τ’ αγκάθια που έπεφταν
από το μαδημένο στεφάνι του μετώπου μου.
«Συγχώρεσέ τους ψυχή μου» ψέλλιζε,
«οὐ γάρ οἴδασι, συγχώρεσέ τους,
θα ξαναφτιάξεις το στεφάνι,
κοίτα πόσα σου μάζεψα
αγκάθια.»
(«Αγκάθινο στεφάνι»)
Όσον αφορά τη μορφική ταυτότητα των ποιημάτων του Σαλού μαγνήτη, εντύπωση προκαλούν οι (ενίοτε δυσνόητοι) εκτενείς τίτλοι, οι οποίοι μοιάζουν με περιγραφές στιγμιοτύπων: «Με ξανάρπαξε με τα νύχια του. Έχει όνομα, έχει όψη, έχει ημερομηνία γέννησης, μα δεν έχει νόημα». Άλλες φορές ο ίδιος ο τίτλος μπορεί να λειτουργήσει αυτόνομα ως μικρό υπερρεαλιστικής έμπνευσης ποίημα ή μαρτυρία: «Απλώνεις λιγάκι το χέρι χραπ στο κόβουνε το πόδι χραπ… Τέλος το κεφάλι το καβούκι ύστερα τσακίζουν με την πέτρα τους αυτοί που πρώτοι θα λυπηθούνε για τον θάνατό σου». Ή ως πρόλογος[3] ή εισαγωγή μυθιστορηματικού κεφαλαίου ή κινηματογραφικής σκηνής: «Δώδεκα χρονών. Είμαι το χαμόγελο στην άκρη των χειλιών του κόσμου λίγο πριν ξυπνήσει». Κυρίως στην τελευταία ενότητα «Ψεύτης ύπνος», η επιλογή της ποιήτριας για τους ανορθόδοξους —ή παράδοξους— τίτλους επιβεβαιώνεται. «Αν ήταν να γίνω σαλός μαγνήτης Θεέ μου για τα σκουπιδάκια και χνούδια του αέρα όχι γι’ αυτούς» ονομάζει το πρώτο ποίημα, δηλώνοντας την αμηχανία και την αμφιθυμία της ποιητικής φωνής απέναντι στους ανθρώπους. Και ακολουθούν ποιήματα με τίτλους όπως: «Τόσο το νερό στην πληγή, τόση η δροσιά στη στάχτη, τόσο το αίμα στη φωνή, το ζύγισμα που μας χωρίζει», «Σε πέντε χρόνια ένα βρέφος γίνεται πέντε χρονών κι εσύ ένα μερονύχτι», «Παγωμένος βυθός κροταλίζω απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια το στόμα μου φέγγει».
Στο τελευταίο ποίημα, «Περπατώ για το σπίτι σφυρίζοντας ούτε το αύριο ούτε οι βρυχηθμοί του», το ποιητικό υποκείμενο κινείται ανακουφισμένο και με ασφάλεια στον φυσικό του χώρο, που δεν είναι άλλος από τον κήπο. Ο κήπος στην ποίηση της Νικολάου από εικόνα και σκηνικό γίνεται τόπος, ένα ξέφωτο για να ανασάνει η ποιήτρια και ο κόσμος. Εδώ, μαζί με τα στοιχεία της χλωροπανίδας, η ποιήτρια βρίσκει (όπως και στην πραγματική της ζωή, καθώς εικάζει ο αναγνώστης) σκιά, δροσιά, προφύλαξη, ηρεμία. Η μοναχικότητα στην ποίηση της Νικολάου χωράει μόνο τη φύση και τον σύντροφο. Και βεβαίως τον λόγο, τον οποίο ο ποιητής οφείλει να διασώσει όχι με έναν δημόσιο ρόλο αλλά σιωπηρά, ταπεινά, πιστά. Σε αυτό τον μυστικό κήπο της ποίησης (ή στον κήπο των ποιητικών μυστικών) πάντα φυσάει, η ζωή πάει και (απ)έρχεται, αλλά διασώζονται οι αναμνήσεις και η αγάπη – το αποκλειστικό βίωμα, εφόδιο και κληροδότημα του ανθρώπου:
Όταν μπαίνει στο σπίτι ο αγαπημένος μου
και βγάζει τα ρούχα της δουλειάς
είναι είκοσι χρονών
κι όταν χαμογελά ο αγαπημένος μου
είμαι είκοσι χρονών
αχ κι ο κήπος μας χιλίων.
ΑΥΓΗ ΛΙΛΛΗ
Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1] Για τη λειτουργία του ανέμου στην ποίηση της Νικολάου, καθώς και την «ακατανίκητη έλξη του δρόμου και του αέρα, πιο συγκεκριμένα τη βίαιη αλλαγή που ενσωματώνουν, ο δρόμος ως απόσταση που διανύθηκε και ο αέρας ως τυρβώδης ροή» γράφει αναλυτικά η Δέσποινα Πυρκεττή: «Η Ακατανίκητη Έλξη του Δρόμου και του Αέρα στην ποιητική συλλογή Σαλός Μαγνήτης της Ρωξάνης Νικολάου»: www.poiein.gr (26/08/2022).
[2] Βλ. επίσης τα σχόλια της Πυρκεττή για τη διά Χριστόν σαλότητα: ό.π.
[3] Ή ως εναρκτήριες στροφές, γράφει η Πυρκεττή: ό.π.
*