Σρι Λάνκα

Ἁλιστέφανος Ταπροβάνη

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Ταπροβάνη νῆσος μεγίστη ἐν τῇ Ἰνδικῇ θαλάσσῃ. Ἀλέξανδρος ὁ καὶ Λύχνος νῆσος τετράπλευρος͵ ἁλιστέφανος Ταπροβάνη θηρονόμος πέπληθεν ἐϋρρίνων ἐλεφάντων.

Νοτιοανατολικά λοιπόν της Ινδίας, στο πέλαγος το Ινδικό –και καταμεσής του δρόμου για την Κίνα– έχει κυλήσει ένα σμαράγδινο δάκρυ σε σχήμα νησιού, ανάμνηση μαζί κι εικόνα διάφανη του παραδείσου στα μάτια και τη φαντασία των ταξιδιωτών και των εμπόρων που έρχονταν από τη Δύση.

Αν και γεωγραφικά ανακριβείς και διογκωμένες, οι πρώτες μνείες των Ελλήνων γεωγράφων για το νησί –ταυτόχρονα με την ακριβή ονομασία του– μεταφέρουν και μιαν χωροθετική εντύπωση ως ενός από τα πιο απόμακρα και νότια σημεία της οικουμένης, στους αντίποδες, μαζί μ’ έναν υπαινικτικό θαυμασμό για τα πολύτιμα αγαθά της και τους ελέφαντες. (Ο Ερατοσθένης τη θέλει να είναι ίση με τη Βρετανία, ο δε Ονεισίκριτος την βάνει ν’ απέχει είκοσι μέρες από την Ινδία). Ο απόηχος της απόμακρης κι απόκοσμης τοποθεσίας της ακούγεται με παράπονο και στην πρώτη λατινιστί αναφορά της Ταπροβάνης από τον εξόριστο στον Πόντο Οβίδιο: «Aut ubi Taprobanen Indica cingit aqua (ή εκεί όπου το Ινδικό κύμα βάφει την Ταπροβάνη)».

Στο γύρισμα όμως των χριστιανικών χρόνων, καθώς οι πλώιμοι εμπορικοί δρόμοι της Ρώμης και του μετέπειτα Βυζαντίου έφεραν τη Δύση μπροστά στα θαύματα της Ανατολής, η γνώση για τον τόπο γίνεται πιο στέρεη αλλά φαίνεται ότι λειτουργεί και σαν αφετηρία για τη δημιουργία του μύθου που θέλει το νησί ένα γήινο απείκασμα του απωλεσθέντος παραδείσου, έναν paradiso terrestre. Γράφει ο Στράβωνας:

«ἡ δὲ Ταπροβάνη πεπίστευται σφόδρα ὅτι τῆς Ἰνδικῆς πρόκειται πελαγία μεγάλη νῆσος πρὸς νότον͵ μηκύνεται δὲ ἐπὶ τὴν Αἰθιοπίαν πλέον ἢ πεντακισχιλίους σταδίους͵ ὥς φασιν͵ ἐξ ἧς καὶ ἐλέφαντα κομίζεσθαι πολὺν εἰς τὰ τῶν Ἰνδῶν ἐμπόρια καὶ χελώνεια καὶ ἄλλον φόρτον».

Διόλου τυχαία δε, οι αποστάσεις πια υπολογίζονται από την Αιθιοπία, (απ’ το λιμάνι της Αδούλης), από όπου και ξεκινούν τα ρωμαϊκο-βυζαντινά πλοία για την Ανατολή, κι αργότερα λόγω και της στενής συμμαχίας της χριστιανικής Αξουμιτικής αυτοκρατορίας με τη βυζαντινή. Στο έκτο αιώνα πια η αφήγηση περνάει στα χέρια του Κοσμά του Ινδοκοπλεύστη:

«Αὕτη ἐστὶν  νῆσος  μεγάλη ἐν τῷ Ὠκεανῷ͵ ἐν τῷ Ἰνδικῷ πελάγει κειμένη͵ παρὰ μὲν Ἰνδοῖς καλουμένη Σιελεδίβα͵ παρὰ δὲ Ἕλλησι Ταπροβάνη (περισσότερα…)