ΟΠΑΠ

Στιγμὲς ἀπὸ τὴ μέρα ἑνὸς φίλιππου

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Τουὶντ σακάκι τριμμένο στοὺς ἀγκῶνες, παντελόνι ὑφασμάτινο μὲ ὑποψία τσάκισης, ἕνα-δυὸ νούμερα παραπάνω, σακουλιασμένο στὸν καβάλο. Τὸ μαλλί του εἶναι τὸ μόνο φροντισμένο σημεῖο πάνω του, μὲ ἐπιμελημένη χωρίστρα στὰ δεξιά, γυαλιστερὸ καὶ φρεσκοβαμμένο. Στο δεξὶ χέρι μεταξὺ δείκτη καὶ μέσου τὸ κίτρινο στίγμα δηλώνει χρόνια καπνίσματος, χρόνια ἀναμονῆς. Εἶναι γύρω στὰ ἑβδομῆντα καὶ δὲν ἔχει καμία σημασία πῶς τὸν λένε. Παραμένει ἕνας φίλιππος, ὅπως καλοῦνται μεταξύ τους οἱ συμπαῖχτες, αὐτὸ ποὺ κοινῶς ὁνομάζεται στὴν πιάτσα ἀλογομούρης. Ἕνας καθημερινὸς παπποῦς, παντρεμένος ἢ μόνος, πλούσιος ἢ φτωχός· τὰ ὑπόλοιπα στοιχεῖα τῆς ταυτότητάς του τὰ ἀγνοῶ. Ξέρω μόνο ἕνα πράγμα: βρίσκεται στὸ πρακτορεῖο τοῦ ΟΠΑΠ στημένος μπροστὰ ἀπὸ τὴν ἀριστερὴ ὀθόνη πρὶν τὸ ταμεῖο καὶ παρακολουθεῖ τὶς ἱπποδρομίες, κρατῶντας στὰ ἀδύνατα χέρια του δελτία.

~.~

Κόσμος μπαίνει καὶ βγαίνει στὸ πρακτορεῖο. Κόσμος μένει στὸ πρακτορεῖο. Εἶναι οἱ θαμῶνες, οἱ τακτικοί, οἱ καθημερινοί, οἱ ὁλοήμεροι. Χαιρετιοῦνται καὶ συζητοῦν τὴν ἐπικαιρότητα καὶ τὴν πολιτικὴ σὰν νὰ εἶναι στὸ καφενεῖο. Ἀνταλλάζουν ἀπόψεις γιὰ ἀποδόσεις, στοιχήματα, πονταρίσματα. Μοιράζονται κυρίως τὴν ἧττα. Διαμαρτύρονται γιὰ τὰ δοκάρια στὸ γήπεδο ἢ τὰ δοκάρια στὸ ΚΙΝΟ καὶ στὴν ψηφιακὴ ρουλέτα ‒ τὴν ἀνάδειξη ἀριθμοῦ ὅμορου πρὸς τὸ ποντάρισμά τους. Ὅταν κερδίζουν ἁπλῶς ἀνακοινώνουν πόσα πήρανε μὲ μιὰν ἀπάθεια ποὺ δηλώνει τὴ ὑπεράνω χρημάτων καὶ κερδῶν θέση τους, ὡς νὰ πρόκειται δηλαδὴ γιὰ κάτι τὸ ἀσήμαντο, τόσο πολὺ ποὺ φαίνεται λὲς καὶ προτιμοῦν νὰ χάνουν. Ἄλλωστε, ἡ γκίνια δημιουργεῖ ἐνσυναίσθηση· ἡ νίκη μόνο ἀνομολόγητο φθόνο.

Παρὰ τὴ δημιουργία τῶν πρακτορείων ΟΠΑΠ play τὰ ὁποῖα μοιάζουν μὲ μικρὰ καζίνο, τὸ συνοικιακὸ πρακτορεῖο ἐπιτελεῖ αὐτὸν τὸν ρόλο καταλυτικὰ ἐπὶ δεκαετίες. Πρόκειται γιὰ τὸ λαϊκὸ καζίνο, τὸ καζίνο τοῦ φτωχοῦ, τόσο πολὺ ποὺ ἡ μικροκοινωνία του μοιάζει πολὺ συχνὰ  νὰ υἱοθετεῖ τὸ decorum τῶν ναῶν τῆς τύχης. Ὑπερταξικότητα, κινητικότητα, ἡλικιακὴ ἀντιπροσωπευτικότητα, πασατέμποι καὶ ἐπαγγελματίες, κυρίως ἄνδρες, ἀλλὰ καὶ γυναῖκες. Ὅλοι μποροῦν νὰ μποῦν στὸ πρακτορεῖο δίχως καμία προκατάληψη, δίχως face control καὶ dress code. Τὸ πέρασμά τους ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἑτεροτοπία μπορεῖ νὰ γίνει ἀθόρυβα. Λίγα εἶναι τὰ καταστήματα ὅπου τὸ κοινωνικό τους συμβόλαιο δὲν ἐπιβάλλει τὸν χαιρετισμὸ πρὸς τοὺς ὑπόλοιπους πελάτες ἢ τὸν καταστηματάρχη κ.ο.κ. Στὸ πρακτορεῖο μπορεῖς ἁπλῶς νὰ μπεῖς, νὰ συμπληρώσεις τὸ δελτίο σου, νὰ προσεγγίσεις τὸ ταμεῖο, νὰ ἀφήσεις τὸ ποσὸ τοῦ πονταρίσματος καὶ νὰ φύγεις μὲ τὸ χαρτάκι δίχως νὰ ἀνταλλάξεις οὔτε μία ματιὰ μὲ τὸν πράκτορα. Δὲν εἶναι ἀεροδρόμιο γιὰ νὰ ἀνακοινώνει κανεὶς τὴν ἄφιξη ἢ τὴν ἀναχώρησή του. (περισσότερα…)