ΝΠ | Μελέτες

Ευάγγελος Ι. Τζάνος, Αυτοβιογραφικά στοιχεία στον «Εκτοπισμένο» του Γεράσιμου Βώκου

Στο τελευταίο τεύχος  του περιοδικού «Ο Καλλιτέχνης» (αρ. 31, Ιανουάριος 1914), ο Γεράσιμος Βώκος (Πάτρα 1868 – Παρίσι 1927) δήλωσε ότι εγκαταλείπει τη λογοτεχνία και ότι στο εξής πρόκειται ν’ αφοσιωθεί στη ζωγραφική και τη μουσική. Επιπροσθέτως, δίνοντας στη δήλωσή του ψυχολογικό αντίκρισμα, εξομολογήθηκε ότι στην πραγματικότητα η λογοτεχνία δεν τον ενδιέφερε ποτέ και ότι μονάχα η ζωγραφική και η μουσική τον ένοιαζαν ανέκαθεν παρ’ όλο που μέχρι τώρα δεν το είχε συνειδητοποιήσει. Για την απήχηση της δήλωσής του δεν υπάρχει καμιά πληροφορία, ωστόσο, όπως έγινε κατόπιν φανερό, ο ίδιος τη λησμόνησε ακυρώνοντάς τη. Έτσι, μολονότι η λογοτεχνική δραστηριότητά του μειώθηκε έκτοτε στο ελάχιστο, στο πλαίσιο της συνεργασίας του με την εφημερίδα «Πρόοδος», δημοσίευσε σε έξι συνέχειες (23-30 Μαρτίου 1917) το εν πολλοίς αυτοβιογραφικό διήγημα «Εκτοπισμένος», εκφράζοντας με αυτό την αγωνία του πνευματικού ανθρώπου για την τύχη της ανθρωπότητας μετά την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και προφητεύοντας ότι στην προσπάθεια να ικανοποιηθούν τα διεθνή οικονομικά συμφέροντα θ’ ακολουθήσει πρόσκαιρη ειρήνη κι ύστερα πάλι πόλεμος.

(περισσότερα…)

Καταγγελία λογοκλοπής: Απάντηση της Α. Ι. Καπελέρη και ανταπάντηση του Θ. Π. Μονάχου

Από την κ. Αντωνία Ι. Καπελέρη λάβαμε επιστολή με την οποία απαντά στην καταγγελία εις βάρος της του κ. Θεόδωρου Π. Μονάχου για εκτεταμένες λογοκλοπές στη διδακτορική της διατριβή. (Βλ. ανάρτηση της 1ης Οκτωβρίου 2020). Θέσαμε υπ’ όψιν του καταγγέλλοντος την απαντητική επιστολή και λάβαμε ανταπάντησή του. Ακολουθούν τα δύο κείμενα.

(περισσότερα…)

Λογοτεχνία και φιλοσοφία: Αποκλίσεις και συγκλίσεις – διάσταση και ομολογία

*

του ΚΩΣΤΑ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ

Ποια είναι η σχέση λογοτεχνίας και φιλοσοφίας; Το θέμα είναι βέβαια  σύνθετο, και συναρτάται με τα ζητήματα: Τι είναι η λογοτεχνία, τι είναι η φιλοσοφία, ποιο είναι το έργο και ο σκοπός τους; Θα επιχειρήσω να θίξω τα θέματα με την ακόλουθη σειρά: Πρώτα, θα αναφέρω μερικές διαφορές τους, από τις οποίες μπορεί να φανεί (και ίσως, εν μέρει να εξηγηθεί) η αμοιβαία δυσπιστία τους∙ έπειτα, θα αναφέρω ένα κύριο κοινό σημείο τους, αλλά και μερικές συναφείς διαφορές∙ τέλος, θα αναφέρω ένα ακόμα συστατικό κοινό στοιχείο, στο οποίοι στηρίζεται η σύγκλιση και η «ομολογία» τους.

Α΄  Για να προσεγγίσομε το θέμα μας, δεν μπορούμε να αποφύγομε τα ερωτήματα: Τι είναι η λογοτεχνία; Τι είναι η φιλοσοφία; Και γι’ αυτό, θα αναφέρω πρώτα μερικές διαφορές τους, τις, κατά τη γνώμη μου, κυριότερες και ουσιώδεις. Κύριος σκοπός της φιλοσοφίας είναι η αναζήτηση της γνώσης και της αλήθειας, ενώ άμεσος σκοπός και πρώτιστο έργο της λογοτεχνίας δεν είναι η γνώση και η αλήθεια καθ’ εαυτήν. Η φιλοσοφία είναι κυρίως θεωρία, και ακόμα και όταν ασχολείται με την πράξη (τα πρακτικά ζητήματα, λ.χ. τα ηθικά), τα μελετά θεωρητικά, ως θεωρία. Αντιθέτως, η λογοτεχνία είναι ποίηση (με την πρωταρχική σημασία του όρου), δημιουργία, έκφραση, τέχνη. Και οι δύο είναι δυνατόν να χρησιμοποιούν το σύνολο των πνευματικών και ψυχικών δυνάμεων και ικανοτήτων, αλλά η φιλοσοφία στηρίζεται κυρίως ή κατ’ εξοχήν στις έλλογες και νοητικές ικανότητες (στον νου, στη νόηση), ενώ η λογοτεχνία αξιοποιεί και απευθύνεται ιδίως στη φαντασία, στη διαίσθηση, στο συναίσθημα, στη συγκίνηση.  Εξειδικεύοντας το σημείο αυτό, η φιλοσοφία -ως θεωρία του ορθού Λόγου– λειτουργεί καθοριστικά με θεμέλιο και πλαίσιό της τον ορθό Λόγο, ακολουθώντας τις απαιτήσεις, τους κανόνες και τη μεθοδολογία του: σωστή θέση και διάκριση των ζητημάτων, αποσαφήνιση των εννοιών, υποχρέωση στήριξης σε επιχειρήματα (ει δυνατόν σε αποδείξεις), και στην πραγματικότητα (στα πραγματικά δεδομένα), αποφυγή λογικών σφαλμάτων.  Η φιλοσοφία επιδιώκει κατ’ αρχήν την καθολικότητα της γνώσης και της αλήθειας, με αντικειμενική ή διυποκειμενική εγκυρότητα και ισχύ∙ στόχος και ιδεώδες της, ρυθμιστικό και κανονιστικό (εννοείται άφθαστο, αλλά ισχυρό), είναι ένα συνεκτικό σύστημα σύνολης της γνώσης (εννοείται: κατά προσέγγιση, όχι αλάνθαστο ή τέλειο πραγματικά, αλλά ιδεατά τελειοποιούμενο), ενώ δεν συμβαίνει αυτό με τη λογοτεχνία∙ της αρκεί συχνά το υποκειμενικά αληθινό, η «δόξα». Η λογοτεχνία παρουσιάζει και εξεικονίζει, από τη φύση της, επιμέρους περιπτώσεις και το συγκεκριμένο σε απέραντη ποικιλία, ενώ η φιλοσοφία αναζητεί το γενικό και το καθόλου. (περισσότερα…)

Ιωάννα Τσιβάκου, Συναίσθημα και ορθολογικότητα. Η ελληνική εμπειρία (προδημοσίευση)

Εισαγωγικά

Ο «συναισθηματικός» Έλληνας, έναυσμα και σκοπός

Συχνά, διανοούμενοι και πολιτικοί, ως και άνθρωποι της τέχνης, χαρακτηρίζουν τον ελληνικό λαό «συναισθηματικό». Κρίνοντας από τα συμφραζόμενα, θα έλεγα, πως χρησιμοποιούν τον εν λόγω χαρακτηρισμό για να εξηγήσουν τον κατά τη γνώμη τους έντονο αυθορμητισμό που διακρίνει τους Έλληνες, την έλλειψη τάξης στις πράξεις και σκέψεις τους, όπως και το ευσυγκίνητο του χαρακτήρα τους. Παρόμοιες συμπεριφορές είτε αποδίδονται σε γεωγραφικά και γενετικά αίτια συνδεδεμένα με τη φυλή, είτε, πράγμα που ενδιαφέρει εν προκειμένω, σε μακρο-κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες συνδεδεμένους με την οικογενειακή δομή και θρησκεία. Ακούγεται συχνά, πως το ελληνικό άτομο, αναθρεμμένο μέσα σε κλειστούς κοινωνικούς κύκλους, κυρίως της οικογένειας και μικρών κοινωνικών ομάδων –εντοπιότητας ή προσωπικών φιλικών σχέσεων–, αναπτύσσει ψυχισμό ρέποντα προς συναισθηματικές και όχι ορθολογικές κρίσεις και αποφάσεις για τη ζωή του όπως και για τα κοινά. Υπ’ αυτήν την οπτική, το συναίσθημα ερμηνεύεται ως η άλλη όψη όχι της αναισθησίας, αλλά του ορθολογισμού. Με τον τελευταίον όρο υπονοούνται συμπεριφορές και στάσεις ζωής εγκαθιδρυμένες κατά τους Νέους Χρόνους, όταν απέναντι στον μεσαιωνικό άνθρωπο του δυτικού κόσμου ορθώθηκε από την φιλοσοφικο-πολιτική σκέψη το εκλογικευμένο άτομο. Το υποκείμενο που πρόβαλε τότε στη σκηνή των δυτικών κοινωνιών, δεν έπαψε να είναι φορέας συναισθημάτων, όμως, όπως υποστηρίχθηκε από μεγάλο τμήμα του δυτικού στοχασμού, η κύρια συνιστώσα του θεωρήθηκε ο έλλογος νους, ο οποίος όφειλε να καλλιεργείται έτσι, ώστε ο μακρόπνοος σχεδιασμός του βίου του και, κατά ακολουθίαν, η δράση του να διακρίνονται από ορθολογικότητα. Συνεπώς, όταν γίνεται αναφορά στον συναισθηματισμό των Ελλήνων, η έννοια εκφέρεται υποτιμητικά, καθώς, υπόρρητα, συγκρίνεται με τον ορθολογισμό που κατά τη γνώμη τους εξακολουθεί να διέπει τα άτομα των δυτικών κοινωνιών, κυρίως όσων έχουν βιώσει την περίοδο της νεωτερικότητας.

ΕξώφυλλοΤσιβάκου.jpgΜεγάλο μέρος της ελληνικής πολιτικής, κοινωνιολογικής και ιστοριογραφικής σκέψης επιχείρησε να ερμηνεύσει τις παρατηρούμενες κατά τη γνώμη τους αντιφατικές ελληνικές συμπεριφορές επί τη βάσει του εκσυγχρονιστικού θεωρητικού προτύπου που αναδείχτηκε κατά τις δεκαετίες 1950-1960 και επανήλθε στο προσκήνιο κατά τις δεκαετίες 1990-2000. Με ρίζες στον Βέμπερ, το εν λόγω θεωρητικό σχήμα στηρίχθηκε κυρίως στο μοντέλο του Τάλκοτ Πάρσονς, ο οποίος ισχυρίστηκε πως οι κοινωνίες προχωρούν εξελικτικά από μια προνεωτερική σε μια νεωτερική, εκσυγχρονιστική φάση. Οι Έλληνες θεωρητικοί επέμειναν πως η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να κινείται με παλινδρομήσεις ανάμεσα σ’ ένα παραδοσιακό, προνεωτερικό πρότυπο, όπου κυριαρχεί η επιθυμία του προστατευτισμού και των συγγενικών σχέσεων, η ξενοφοβία και ανασφάλεια, οι συγκινήσεις και τα εθνικιστικά συναισθήματα, και σ’ ένα πρότυπο εκσυγχρονιστικό, νεωτερικό, εξωστρεφές, βασισμένο στις δημοκρατικές αρχές, τον ελεύθερο ανταγωνισμό, την ορθολογική λειτουργία του πολιτικού συστήματος κλπ.

Είναι αλήθεια πως ο δυϊσμός που παρατηρήθηκε από πολιτικούς διανοητές στις ελληνικές αντιλήψεις και συμπεριφορές αναφερόταν στην πολιτική κουλτούρα και όχι γενικά στο μοντέλο πολιτισμού της κοινωνίας, γι’ αυτό και η συζήτηση περιστράφηκε κυρίως γύρω από τον εκσυγχρονισμό των θεσμών. Η διάκριση μεταξύ πολιτικής σφαίρας και κοινωνίας ακολουθεί μια συστημική οπτική, παλαιότερα εγκαθιδρυμένη από τον Πάρσονς και μεταγενέστερα από τον Λούμαν, όπου η κοινωνική διαφοροποίηση είναι οριζόντιας μορφής, βασισμένη στην υποδιαίρεση των κοινωνικών λειτουργιών σε αυτόνομα, αυτοαναφερόμενα συστήματα. Δεν υπάρχει ωστόσο αμφιβολία πως οι υποστηρικτές του εκσυγχρονισμού της πολιτικής κουλτούρας γνωρίζουν πως η τελευταία δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί από τη γενικότερη κουλτούρα της κοινωνίας, όπως και από το μακροπρόθεσμο πολιτισμικό της πρότυπο, μιας και αναφέρεται σε ιδεώδη και αξίες, όπως και στις παραδόσεις και ιστορικές μνήμες ενός λαού. Αυτόν τον λόγο τον θεωρώ επαρκή προκειμένου να επεκτείνω την οπτική του πολιτικού εκσυγχρονισμού σε όλη την κοινωνία, και να θεωρήσω πως, στο βάθος, αφορά στο σύνολο των ελληνικών κοσμοαντιλήψεων. (περισσότερα…)