Αλέξανδρος Σχινάς, Προτροπές και παραινέσεις

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 1 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Εκτός από το σύντομο αλλά καίριο για τον ελληνικό μοντερνισμό εκδεδομένο έργο του ο συγγραφέας Αλέξανδρος Σχινάς (1924-2011, βλ. Αφιέρωμα στο περιοδικό Χάρτης 69, Σεπτέμβριος 2024) κατέλιπε και ένα εκτενές ποιητικό πόνημα με τίτλο Εξορκισμοί. Σώζεται μαγνητοφωνημένο σε τρεις κασέτες που ταχυδρομήθηκαν κατά πάσαν πιθανότητα στις 5.5.1989, όπως προκύπτει από τη φθαρμένη πια σφραγίδα στον φάκελο. Πρόκειται για πάνω από χίλια σκωπτικά και αιχμηρά ομοιοκατάληκτα δίστιχα, ως επί το πλείστον, ποιήματα που έχουν ως βασικό θέμα τον θάνατο και την υποτιθέμενη υπέρβασή του με την Ανάσταση του Ιησού κατά τη χριστιανική θρησκεία.

Η ημερομηνία αποστολής λίγες ημέρες μετά το Πάσχα της χρονιάς εκείνης συσχετίζει το ποιητικό αυτό έργο με το πασχάλιο μήνυμα και την υπονόμευσή του με τον τρόπο της ποίησης, πόσο μάλλον που στη δεύτερη κασέτα ο Σχινάς αναφέρει συγκεκριμένα: «Θανόντος του θανάτου νέες ασκήσεις ομοιοκαταληξίας». Αναμφίβολα ο καταρράκτης αυτός των διστίχων δεν είναι δυνατόν να γράφτηκε και να εκφωνήθηκε μέσα σε λίγες μέρες. Μπορούμε όμως να θεωρήσουμε το Πάσχα του ’89 ως χρονική ένδειξη για την ολοκλήρωση και τη μαγνητοφώνηση του έργου.

Στη σύντομη εισαγωγή της πρώτης κασέτας με λίγες επεξηγήσεις για τους κανόνες των ομοιοκαταληξιών, ο συγγραφέας απευθύνεται ρητά «προς φιλοπαίγμονες στωικευόμενους». Τέτοιος ήταν και ο ίδιος ο Σχινάς, σαρκαστικός και προφασιζόμενος μια ανύπαρκτη αταραξία που επικάλυπτε την πυριφλεγέθουσα προσωπικότητά του. Και τον φανταζόμαστε τώρα τις μέρες εκείνες του ’89, μονάζοντα πια στο Έσσεν της Γερμανίας, να παίζει τις ομοιοκατάληκτες συλλαβές στο κομποσκοίνι του γράφοντας το δικό του ποιητικό Λειμωνάριον. Σήμερα απομένει σε μας να κρίνουμε αν το έργο αυτό είναι ή όχι μια αντισυμβατική, μοντέρνα ψυχωφελής διήγηση.

Αρχής γενομένης από αυτή την Δευτέρα και όλες τις λοιπές Δευτέρες του μηνός Μαρτίου, θα παρουσιάσουμε εδώ σε τέσσερις συνέχειες αποσπάσματα από τις ισάριθμες ενότητες του έργου: “Προτροπές και παραινέσεις”, “Εξορκισμοί θανάτου”, “Εξορκισμοί χριστιανικών δαιμονίων ή άνθη ανευλαβείας” και “Παμμιγή”.

Στην πρώτη κυριαρχεί ο διδακτικός τόνος, με τον οποίο ο συγγραφέας προσπαθεί να εξοικειώσει τον αναγνώστη με το αναπόφευκτο του θανάτου. Στη δεύτερη συγκεντρώνονται παντοδαπές θανατήσιες μνείες, επικλήσεις, προλήψεις για το τέλος της ζωής. Στην τρίτη διακωμωδείται η εξιδανικευμένη εικόνα του Ιησού και η πίστη στη μεταθανάτια ζωή. Η τέταρτη ενότητα έχει προφανώς προκύψει ενδιάμεσα και παράλληλα με τις ρίμες για τον θάνατο, κατά κάποιον τρόπο από κεκτημένη ποιητική ταχύτητα: έμμετρα χαριτολογήματα, θεματικά κατανεμημένα για όλους τους θεούς και δαίμονες της ιστορίας του πνεύματος και της ζωής του ανθρώπου.

— ΣΜ

~.~

ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ

Πίσω απ’ τα σπουδαιοφανή της άγνοιας τείχη
εικάζονται παντοδαπά για την υστάτη τύχη,
εφ’ ω και αντιφατικοί οι ακολουθούντες στίχοι.

Συστάσεις περιττεύουν. Αμέσως θα –νά τον–
αναγνωρίσεις και μασκέ τον λόρδον Θάνατον.

Είναι τα μάλα επιβλαβής, διόλου άνατος,
όπως θα διαπιστώσεις από κοντά, ο θάνατος.

Ως εν ονείρω ή εν μέθη ή εν οπίω
θα ευρεθείς εμπρός του ενώπιος ενωπίω.

Ως ναυαγός κι εσύ χωρίς σανίδιον
θα τον αντιληφθείς σαφώς σαν ίδιον
με όλους τους θανάτους, σαν αιφνίδιον.

Η όραση είναι μουσική. Ήδη απ’ τα φασκιά
ακούς την του θανάτου σε τόνο φα σκιά.

Τεράστιο ανάμεσα σ’ αυτό και τ’ άλλο είναι το χάσμα
και απειροελάχιστο το χρονικό σου κλάσμα.
Είσαι κι εσύ ασήμαντο αυτού του κόσμου πλάσμα,
η ύπαρξή σου είναι εξ αρχής το κύκνειό σου άσμα
μέχρι να αντικρίσεις του θάνατου το φάσμα.

Ρωτάς τί είσαι, τί θα είσαι, τί ήσουν άλλοτε,
κάνεις λοιπόν την πάπια του θάνατου αιχμάλωτε.

Το νόημα των πάντων είναι σαφές και νά το,
όσο κι αν αισιοδοξείς πίνοντας ρετσινάτο
κι αν κινητοποιούσες ολόκληρο το ΝΑΤΟ,
μην απατάσαι, δεν πατάς τον θάνατον θανάτω.

Λάθος το λένε ζήτημα ζωής ή και θανάτου,
περί θανάτου πρόκειται μονάχα, μέχρι πάτου.

Ο θάνατός σου η ζωή μου: ρήσεις ληστευόντων.
Ο θάνατός μου η ζωή σου: φήσεις νηστευόντων.
Ο θάνατός μου η ζωή μου: λύσεις πιστευόντων.

Σωστά το είπε, αν το ’πε καν, ο Αριστόβουλος.
Ο θάνατος είναι ανεκτός μονάχα ως αυτόβουλος.

Η ανεμελιά χαρίζει απέραντη βολή,
μα ο θάνατος μιαν άλλη, χαριστική βολή.

Ή ειπωμένο και αλλιώς, μακαριότης άρρητος
κι ύστερα μακαρίτης απ’ τη βολή της χάριτος.

Μόλις θα αποφάγεις του βίου σου τον πέπανον
θα σε θερίσει αυθωρεί το του θανάτου δρέπανον.

Απέναντι σε όλους μας δεν τον διακρίνει ευθύτης,
τον κύριό του υπηρετεί όντας ανθρωποθύτης.

Αφού επικυρώνεται κι από τον αγιασμό
νιώθεις δικαίως τον θάνατο σαν άγριο σφαγιασμό.

Οι πάντες το γνωρίζουνε, ακόμα κι ο Μελέτης,
ο θάνατος είναι εν ψυχρώ φόνος εκ προμελέτης.

Το ’λεγαν κι οι αρχαίοι, το ’ξερε κι ο Λυκούργος,
ο θάνατος είν’ νόμιμος και ασύλληπτος κακούργος.

Επίσης για τους Τεύτονες δεν είν’ Galimathias,
αν πεις ότι ο θάνατος είναι εγκληματίας.

Δεν θα αφιχθεί πομπώδης ή pomphaft ή pompeux,
θα σου υποδείξει απλώς qu’il faut partir un peu.

Όπως και αν ονομασθεί τίποτα δεν θα αλλάξει,
αλλά ας το δούμε καθαρά, αμέσως και στην πράξι.

Ή θάνατο τον πεις ή Tod
χάνεις εξίσου το μεγάλο pot.
Ή θάνατο τον πεις ή mors
το ίδιο ουράνιο σήμα Μορς.
Ή θάνατο τον πεις ή mort
μεταμορφώνεσαι σαν στο Θαβώρ.
Ή θάνατο τον πεις ή morte
πάνε οι χαρές, τα γλέντια και τα κόρτε.

Μήπως βοηθάνε άλλες συνώνυμές του λέξεις;
Να μερικές για να διαλέξεις:

Κάλλιο να σου ’ρθει ο Θανάσης κι ας είναι άσημος,
παρά εκείνος ο γνωστός θανάσιμος.

Ό,τι κι αν είσαι, ποιητής ή κανατάς,
θα σε προλάβει σίγουρα ανά τας
οδούς του βίου ο θανατάς.

Τα πάντα εγκαταλείπεις άρον-άρον
μόλις χτυπήσει το κουδούνι ο Χάρων.

Ο Χάρος διακατέχεται επάξια από οίησι,
μια και εκείνο που ποιεί το λέει χαροποίησι.

Λένε και τον χειμώνα με γης χωρίς χορτάρι:
Για δες καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρει.

Όποιον πάρει ο Χάρος, λένε. Τί εννοούν;
Ξέρουν και κάποιους που δεν θα πάρει; Να μας το πουν.

Είδαν τον Χάρο λένε με τα μάτια τους τα ίδια.
Αμ, πώς αλλιώς; Μπορούσαν να τον δουν και με τ’ αρχίδια;

Ο Χάρος δεν ζημιώνεται απ’ το στερητικό του.
Και άχαρο αν τον πουν παίρνει το μερτικό του.

Δεν καταπολεμάται με ακόντια,
αλλ’ ούτε και ταξίδια υπερπόντια
ή όποια μέτρα πονηρά ή δρακόντεια
θα σε γλιτώσουν απ’ τα κούφια του τα δόντια.

Ο Διγενής επάλεψε μαζί του στα αλώνια,
άλλοι τον υποδέχονται ήρεμοι στα σαλόνια.

Όσο καλά κι αν οδηγείς, ας πούμε στη Διοχάρους,
δεν αποκλείεται να δεις απότομα δύο Χάρους.

Μάταια προσπαθείς να τον κιαλάρεις,
είναι αόρατος ο Μαύρος Καβαλάρης.

Διατάσσεται επίσημα απ’ τον μεγάλον μπος,
δεν έρχεται τυχαία ποτέ ο ψυχοπομπός.

Όπου κι αν καταφύγεις, έστω και στην Καβούλ,
θα σε ανακαλύψει εν τέλει ο Βεελζεβούλ.

Όπου κι αν πας ινκόγνιτο, ας πούμε στην Ντωβίλ,
δεν θα χαθούν τα ίχνη σου από τον Γαβριήλ.

Σε ό,τι κι αν πιστεύεις, κρυφά ή καταφώρως,
θα σε γραπώσει από Θεού πεμφθείς ο Εωσφόρος.

Ή χρησιμεύεις κάπως ή είσαι ανωφελής,
θα εισπράξει την ψυχή σου ο Μεφιστοφελής.

Ή ρακένδυτος γυρίζεις ή με ένδυμα εκ βύσσου,
δεν ενδιαφέρεται ποσώς ο άρχων της αβύσσου.

Γιατί ρωτάς αν θα ’ναι δυσεντερία ή ίωσι;
Κάπως θα πρέπει να ’ρθει εν τέλει η αποβίωσι.

Μην παίρνεις φόρα, πρόσεχε! Ναι μεν θαμών θαμώνος,
αλλά να λες του πεθαμού κι όχι του πεθαμώνος.

Δύσβατος ήταν της ζωής κι αγκαθωτός ο λόφος.
Ξεκίνησες στο λυκαυγές μα τώρα είναι λυκόφως.

Τρομακτικός επέρχεται εντός ολίγου ο ζόφος.
Ποιος ενεδρεύει στην κορφή; Ο ψόφος.

Μην περιμένεις από πρόσωπα ελλόγιμα
να σε γλιτώσουν απ’ το ψοφολόγημα.

Ξέφρενο ήταν γκαλοπάρισμα
όλη η ζωή σου χωρίς ντοπάρισμα.
Θα έρθει όμως σαν σαλπάρισμα
για άλλο κόσμο το κρεπάρισμα.

Ενδέχεται και μες στο αποκάρωμα
να πάθεις αιφνιδίως το κακάρωμα.

Τί κι αν χλωμός ή pâle ή blass
άμα σου έρθει ο ταμπλάς;

Σε μιαν απέραντη παράταξι το στοίχισμα
θα ’ναι και το δικό σου το ξεψύχισμα.

Αν θέλεις τελεσίδικα να βολευτείς,
δεν είναι απαραίτητο να γίνεις βουλευτής,
να περιμένεις τη στιγμή της τελευτής.

Κάτι θα έχει ύποπτο ο τελευταίος σου δείπνος,
αν τον ακολουθήσει ευθύς ο τελευταίος σου ύπνος.

Δεν είναι γνήσιος βίος αυτός, είναι του βίου μίμησις,
ακίβδηλη είναι μόνο η τελευταία κοίμησις.

*

*

*