*
του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ
~.~
Θωμᾶς Ἰωάννου
Ἀνοιχτὴ ἡμερομηνία
Πόλις, 2025
Δύσκολη ἡ παρουσίαση ἑνὸς βιβλίου ὅταν αὐτὸς ποὺ καλεῖται νὰ μιλήσει γι’ αὐτὸ ἔχει παρακολουθήσει ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν κατασκευή του. Ἡ στενὰ φιλική, ἀδελφικὴ σχέση μὲ τὸν συγγράφοντα, ἡ σύμπνοια καὶ συμφωνία σὲ ζητήματα ἀρχῆς καὶ τάξης ἀναφορικὰ μὲ τὸν πολιτιστικὸ καὶ ὄχι μόνο χῶρο, οἱ κοινὲς ἀναφορὲς καὶ ἐκκινήσεις ἰδίως ἀπὸ σημαντικὲς μορφὲς τῆς Β΄ Μεταπολεμικῆς Γενιᾶς, ἡ κοινὴ καταγωγὴ ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ φὰρ οὐέστ (αὐτὸς ἀπὸ τὴν καταθλιπτικὴ γιὰ τοὺς διαμένοντες καὶ γραφικὴ γιὰ τοὺς ἐπισκέπτες Πρέβεζα, ἐγὼ ἀπὸ τὴν ἡρωϊκὴ —ἢ καὶ ὄχι— Κατούνα Ξηρομέρου στὴν Ἀκαρνανία, κατ’ ἐξοχὴν τόπο φονέων, μαχαιροβγαλτῶν, μοιχῶν, κλεφτῶν καὶ πορνῶν), τὸ μοιραζόμενο πάθος γιὰ τὸ ἑλληνικὸ τρὰς σὲ τηλεόραση καὶ διαδίκτυο, καὶ τέλος τὸ Μάρλμπορο Λάιτ —ποὺ πιὰ σὲ μιὰ κρίση μεγαλείου μετονομάστηκε σὲ Μάρλμπορο Γκόλντ— και δὴ στὸ νέο 24άρι πακέτο τῶν 5€ μιᾶς καὶ ἀποφεύγουμε —γιὰ διαφορετικοὺς λόγους ὁ καθένας— νὰ κουβαλᾶμε ψιλά, εἶναι αὐτὰ ποὺ ἐνῶ βοηθοῦν ἰδιοσυγκρασιακὰ στὴν προσέγγιση τοῦ βιβλίου, τὴν ἴδια στιγμὴ δημιουργοῦν τυφλὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα μὲ ἀπωθοῦν ἀπὸ τὸ νὰ ἀξιοποιήσω στὴν ἑρμηνευτική μου προσέγγιση ἐμπειρικὰ ἐργαλεῖα ποὺ ἀφοροῦν τὸ καθαρὰ αὐτοβιογραφικὸ κομμάτι ποὺ κρύβεται σὲ κάθε ἄξιο λόγου λογοτεχνικὸ ἔργο.
Ἡ θεωρητικὴ ἐπινόηση τοῦ ἀφηγητῆ ἢ τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου εἶναι ὁπωσδήποτε σημαντικὴ συνεισφορὰ στὰ γράμματα, ὡστόσο τὴν ἴδια στιγμὴ λειτούργησε ἀποπροσανατολιστικὰ σὲ ἐπίπεδο ἑρμηνευτικῆς. Κι’ αὐτὸ γιατὶ κάθε σημαντικὸ ἔργο ποὺ γράφτηκε ἀπὸ κτίσεως κόσμου (μὲ τὶς ἐξαιρέσεις ἁπλῶς νὰ ἐπιβεβαιώνουν τὸν κανόνα), δὲν εἶναι τίποτα ἄλλα παρὰ μιὰ αὐτοβιογραφικὴ κατάθεση μὲ ἔντεχνα στοιχεῖα. Ἡ θεωρητικὴ μόδα τῆς αὐτομυθοπλασίας δὲν εἶναι τίποτα περισσότερο ἀπὸ ἕνα “ἀρχαιομοντέρνο” ἑρμηνευτικὸ σχῆμα ποὺ ἔρχεται ἁπλῶς νὰ διαρρήξει ἀνοικτὲς θύρες. Ἀκόμα κι’ ἂν μιλᾶ γιὰ ἕνα ταξίδι στὸ διάστημα, ὁ Λουκιανὸς στὴν Ἀληθινὴ ἱστορία του παραδέχεται εὐθὺς ἐξαρχῆς ὅτι λέει ψέματα ‒ ἀκόμα κι’ ἐκεῖ λοιπόν, ἡ παραδοχὴ συνιστᾶ πραγματικότητα, δηλαδὴ βίωμα, ἀκόμα κι’ ἂν τὸ ἀφηγούμενο γεγονὸς ὑπερβαίνει τὰ πρόχειρα δεδομένα.
Ἀρκετὰ μ’ αὐτὰ ὅμως. Μπαίνω στὴν ταμπακιέρα λέγοντας ἐξαρχῆς τὸ ἑξῆς: τὸ βιβλίο τοῦ Θωμᾶ Ἰωάννου Ἀνοιχτὴ ἡμερομηνία ἔχει ἕναν χρονικῆς τάξεως ἐνδείκτη στὸν τίτλο του. Ἡ παρελκυστικὴ αὐτὴ νύξη δηλώνει ἐκ τοῦ ἀντιθέτου τὸ μέγεθος, τὴ διάσταση ποὺ θὰ ἀντικρύσει κατ’ ἀρχὴν ὁ ἀναγνώστης ἐντός του ‒ ἡ διάσταση αὐτὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὸν χῶρο. Τὸν χῶρο ποὺ ἀπεικονίζεται μέσα ἀπὸ τὸν τόπο, ὁ ὁποῖος τελικὰ ξαναγίνεται χῶρος.
Τὸ ποιητικὸ βιβλίο τοῦ Θωμᾶ σὲ μιὰ πρώτη ἀνάγνωση μοιάζει νὰ ἐντάσσεται στὴν μεγάλη παράδοση τῶν βιβλίων-πορτραίτων, δηλ. βιβλίων —ποιητικῶν κατὰ βάση— ὅπου ὁ συγγραφέας ἀφιερώνει κάθε ποίημα σὲ ἕνα πρόσωπο —συγγραφέα ἢ μη— ἐπαινῶντας καὶ σπανιότερα ψέγοντας, ὡς ἕναν τρόπο τινὰ φόρο τιμῆς σὲ μιὰ προσωπικὴ μυθολογία μὲ αὐτοποιητολογικὲς ἐξακτινώσεις κ.ἄ.π. Ὁ Ἰωάννου ἀξιοποιεῖ αὐτὴν τὴν παράδοση στὸ βιβλίο του ἀξιοποιῶντας ἕνα ἰδιαίτερο στύλ. Ἀποποιεῖται τὴν εὔκολη λύση τοῦ ποιήματος-ρετροσπεκτίβα, ὅπου τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο παρουσιάζει στὴν οὐσία τὸν τιμώμενο συγγραφέα ἐν ὅλῳ (σὰν τὰ βυζαντινὰ κάτοπτρα ἡγεμόνος). Ἀντιθέτως, εἰσηγεῖται ἕνα φορμὰτ μὲ ἕναν χαλαρὸ τίτλο καὶ συνήθως ἕνα μότο ἢ σπανιότερα μιὰ ἀφιέρωση, ἢ ἕναν ἔκτυπο τίτλο ποὺ δὲν χρειάζεται περαιτέρω παραφερνάλια, καὶ μὲ μιὰ μικρὴ ἀφορμὴ ἀπὸ τὸ ἔργο ἢ τὸν βίο τοῦ Καρυωτάκη, τοῦ Σελίν, τοῦ Πεσσόα κ.λπ., ὑφαίνει ἕνα ποίημα ποὺ τελικὰ δὲν λειτουργεῖ ὡς τιμητικὸς στέφανος, ἀλλὰ ὡς μιὰ αὐτόνομη ποιητικὴ δημιουργία ποὺ γίνεται «μὲ ἀφορμὴ» καὶ ὄχι «μὲ στόχο νά».
Ἀνέφερα προηγουμένως ὅτι ὁ κεντρικὸς ἄξονας τῆς Ἀνοιχτῆς ἡμερομηνίας εἶναι ὁ χῶρος. Πῶς ὄχι; Ἀναφέρω τίτλους ποιημάτων: «Γεωγραφικὸ στίγμα», «Ἡττόπολη», «Ἐκδρομή», «Ἄνω ποταμῶν», «Ὁδὸς Καρυωτάκη (πρὼην πριγκιπίσσης Μαρίας)», «Στὸν τόπο», «Πέντε ποτάμια», «Πλατεία Ἀργεντινῆς Δημοκρατίας», «Πλατεία Μαβίλη», «Κάτω Χῶρες», «Ὁπλισμένο σκυρόδεμα», «Μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Νικοπόλεως». Ὁ χῶρος εἶναι ἄλλοτε στιβαρός, ἄλλοτε δυναμικός (δηλ. χῶρος εν χρόνῳ), σὲ καμία περίπτωση ὅμως δὲν εἶναι ἁπλῶς διάκοσμος. Δὲν εἶναι τὸ φόντο, τὸ σκηνικό, τὸ πάλκο πάνω στὸ ὁποῖο διαδραματίζεται μιὰ σκηνή, μιὰ ἀφήγηση ἢ ἕνα λυρικὸ ἐπιφώνημα. Ἀντιθέτως, εἶναι ἕνας χῶρος ὀργανικός, ποὺ δημιουργεῖ διαθέσεις καὶ ἐντάσεις. Ἕνας χῶρος δράσης, ὅπου τὰ ἀποτελέσματα τῶν δράσεών του ἐπηρεάζουν τελικὰ καὶ τὴν ὕφανση τοῦ ποιήματος. Κυρίως ὅμως, εἶναι ἕνας χῶρος ἐγκλωβιστικός. Ἕνας γεωγραφικὸς —καὶ ὄχι μόνο— περιορισμός, μιὰ μέγγενη ποὺ λειτουργεῖ καταπιεστικά, ἂν καὶ ἤδη στὸ πρῶτο ποίημα τοῦ βιβλίου ὁ Ἰωάννου διακηρύσσει μιὰν εἰρήνη μὲ αὐτὴ τὴ συνθήκη, καίτοι μὲ ἀρνητικὲς συνδηλώσεις: «Κι ὅμως στεριά μᾶς δόθηκε / Γιὰ νὰ πατάει κάπου τὸ γιατί / Ποὺ ἤρθαμε στὸν κόσμο / Μιὰ πέτρα γιὰ νὰ δένεις στὸ λαιμὸ / Ὅταν σὲ πιάνει θάλασσα / Καταμεσὴς τοῦ δρόμου» («Ἀμφίβια μοῖρα). Μιὰ ἀποδοχὴ ἐκ μέρους τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου ποὺ ὁμοιάζει μὲ μιὰν ἐνεργητικὴ μοιρολατρία ‒ ἂν μοῦ ἐπιτρέπεται αὐτὸ τὸ παράδοξο. Γράφει παρακάτω στὸ «Πολυώνυμο τετάρτου βαθμοῦ»: «Μὰ πιὰ δὲν ἔχω τὰ κουράγια νὰ μακρύνω / Θαλασσοπόροι πού ’φεραν τὴν οἰκουμένη βόλτα / Σὲ μία χούφτα γῆς τοὺς κάβους ἔχουν δέσει». Βλέπουμε ἐδῶ ὅτι ἡ ἀποδοχὴ δὲν ἔρχεται δίχως τὴν ἐμπειρία τοῦ ἄλλου· ἀντιθέτως, εἶναι τὸ ἄλλο ποὺ μνημειώνει τὴν ἀπόφαση τῆς παραμονῆς στὸ δόκανο τοῦ χώρου, κι’ ἂς ἔχει ἀρνητικὰ ἀποτελέσματα.
Ἔτσι, ὁ χῶρος δὲν παύει νἆναι μιὰ δυσάρεστη διάσταση. Ἡ Νικόπολη γίνεται Ἡττόπολη στὸ ὁμώνυμο ποίημα. Στὴν «Ἐκδρομή» τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο παραδέχεται: «Καὶ οὔτε λόγος πιὰ γιὰ ἔξοδο / Χάνοντας πόντο πόντο ἔδαφος», ἐνω στὸ ποίημα «Στὸν τόπο» ὁ τίτλος ἐμφανίζεται ἐμφατικὰ στὸν στίχο «Στὸν τόπο πάντα μένουμε». Ἐπιπλέον, στὸ «Πλὴν Λαικεδαιμονίων» ἐπαινεῖται καὶ δικαιώνεται ἡ ἀπόφαση μὴ συστράτευσης τῶν Σπαρτιατῶν μὲ τὸν Ἀλέξανδρο. Μιὰ παραμονὴ στὸν τόπο, μακριὰ ἀπὸ τὸ κλέος τῆς κατάκτησης ποὺ συνεπάγεται ἡ ἐκστρατεία. Στὴν «Ἑλληνικὴ ἄμυνα» διαβάζουμε: «Χωρὶς μιὰ ἄνεση κινήσεων / Μονάχα ἕνα βῆμα τὴ φορὰ / Μπρὸς πίσω καὶ πλαγίως / Ὅπως φαντάρος τῆς σειρᾶς», καὶ λίγο παρακάτω «Κι ἐγὼ ἕνας μαρμαρωμένος / Ἀπ’ τὸ φόβο βασιλιᾶς / Ποὺ δὲν μπορεῖ / Οὔτε καὶ τὸ μικρό του δαχτυλάκι νὰ κουνήσει // Καὶ δὲν ὑπάρχει ἕνας πιστὸς / Γιὰ νὰ μοῦ πάρει τὸ κεφάλι». Στὸν «Παθητικὸ καπνιστή»: «Ὅλο φυσᾶς καὶ ξεφυσᾶς / Μὰ δὲν ἀλλάζεις τόπο οὔτε μάρκα». Τὰ παραπάνω εἶναι μόλις λίγα ἐνδεικτικὰ παραδείγματα αὐτῆς τῆς ἐμμονῆς παραμονῆς τοῦ Ἰωάννου σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ποιητοκεντρικὰ ποιήματα. Καὶ δῶ ἐπιβεβαιώνεται ἡ παραπάνω νύξη. Ἡ ἀφιέρωση σὲ ἕναν συγγραφέα ἢ σ’ ἕνα ἱστορικὸ πρόσωπο δὲν συνεπάγεται τὴν προσκόλληση σὲ μιὰ τυπικὴ παρουσίασή του, ἀλλὰ τὴν παραδειγματική του ἀξιοποίηση μὲ στόχο τὴν ἀνάπτυξη ἑνὸς προσωπικοῦ ποιήματος.
Ὁ ἐγκλωβισμός, ὡστόσο, τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ σχετίζεται μὲ τὴν ἐντόπια παραμονὴ δὲν παύει νὰ περιέχει τὸ διαλεκτικό του ἰσοζύγιο, δηλ. τὴ —συχνὰ μάταιη— ἀναχώρηση. Ἡ ἀγκύρωση σὲ ἕναν τόπο προϋποθέτει τὴν ἀποχώρηση, ὡστόσο ἡ τελευταία συχνὰ εἶναι ἁπλῶς μιὰ ἀπονενοημένη ἔξοδος μὲ στόχο τὸν ἐγκλωβισμὸ σὲ ἕναν ἄλλον χῶρο. Γράφει στὸ «Προφήτου Ἠλία»: «Ἀντὶ νὰ δώσω τέλος ἰδιόχειρο στὴν Πρέβεζα / Ποὺ ἦταν σὲ ἀπόσταση βολῆς / Μὲ πῆρε βάρος περιττὸ ὁ Ἄραχθος». Ἄλλοτε, μάλιστα, ἡ ἀναχώρηση εἶναι τόσο ἀτελέσφορη ποὺ μοιάζει μὲ φάρσα: «Κι ἂν ἀνοιξαν τὰ σύνορα / Δὲ βρῆκα διαβατήριο / Παρὰ μιὰ κάρτα ἀπεριορίστων διαδρομῶν / Γιὰ τὸ μετρὸ / Νὰ πάω στὴ δουλειά μου / Μὰ τόσο ποὺ βιαζόμουνα / Μείνανε οἱ ἀποσκευές μου στὰ ἀζήτητα / Σὲ κάποια ἀποβάθρα» («Πουρμπουάρ»). Τὸ ἴδιο καὶ στὸ ποίημα μὲ τίτλο «Χωρὶς παραλήπτη»: «Νικόπολη Ἡττόπολη Ἀθήνα Σαλονίκη / Ἀπ’ τὸ Βορρᾶ μέχρι τὸ Νότο ἄνθρωποι / Ποὺ φεύγουνε γιὰ ἀλλοῦ / Κι ὅλο γυρνᾶνε ρίχνοντας τὰ μοῦτρα τους / Γιὰ μιὰ ζωὴ στρωμένη […] Εἶναι πολλοὶ ποὺ ρίξαν ἄγκυρα ἐδῶ»
Μοιραῖα, λοιπόν, ἀκόμα καὶ ἡ ἀναχώρηση φτάνει νὰ μοιάζει μὲ τὴν παραμονή, θυμίζοντας τὸν νευτώνειο νόμο τῆς ἀδράνειας ὅπου ἕνα σῶμα παραμένει ἀκίνητο ἢ κινεῖται εὐθύγραμμα καὶ ὁμαλὰ (δηλ. μὲ σταθερὴ ταχύτητα) ἐφόσον ἡ συνισταμένη τῶν ἐξωτερικῶν δυνάμεων ποὺ τοῦ ἀσκοῦνται εἶναι μηδέν. Γράφει στὸ ἴσως ἀγαπημένο μου ποίημα τῆς συλλογῆς: «Ἀλλὰ καιροὶ δὲν εἶναι πιὰ / Νὰ κυνηγάω ἀνεμόμυλους / Βγάζω τὸ φλὰς καὶ προσπερνάω» («Δὸν Κιχώτης»), καὶ κλείνει αὐτὴ τὴν τάση φυγῆς στὸ ποίημα «Μέγα τὸ τῆς θαλάσσης κράτος» μὲ τοὺς στίχους: «Ἀντὶ σωσίβιο νὰ ψάχνω νὰ πιαστῶ / Σὲ μιὰ σταλιὰ στεριᾶς προτοῦ πνιγῶ / Χίλιες φορὲς μιὰ τρύπα στὸ νερὸ / Νὰ κάνω».
Πολλὰ ἀκόμα θὰ μποροῦσαν νὰ εἰπωθοῦν γιὰ τὸν χῶρο, ὅμως ὁ ἐδῶ χρόνος δὲν θὰ τὸ ἐπέτρεπε. Ἐνδεχομένως τὰ παραπάνω καὶ ν’ ἀρκοῦν ὡς μιὰ πρόταση ἀνάγνωσης ‒ μπορεῖ καὶ ὄχι.
Πέραν τούτων, ὅμως, ἡ Ἀνοιχτὴ ἡμερομηνία περιλαμβάνει μιὰν ἱκανὴ δόση αὐτο-ποιητικῆς τοῦ συγγραφέα, ἡ ὁποία συχνὰ ἔρχεται νὰ συσχετιστεῖ μὲ μιὰ ρητὴ ἢ συγκεκαλυμμένη κοινωνική, πολιτισμικὴ καὶ πολιτιστικὴ κριτική, ἀποκαλύπτοντας ἔτι μία τὴν ἰσχυρὴ προσωπικὴ παρουσία τοῦ Ἰωάννου μέσα στὰ κατὰ τὰ ἄλλα μὴ ἀνήκοντα σὲ αὐτὸν —ἀλλὰ στὸ ἐπινοημένο ποιητικὸ ὑποκείμενο— ποιήματά του. Παραθέτω σποράδην στίχους, δίχως ν’ ἀναφέρω τὰ ποιήματα. Ἐλπίζω νἆναι ἐνδεικτικοί: «Νερὸ κι ἁλάτι νὰ μὴ γίνουμε», «Δὲν ξεφορτώθηκα ἐγκαίρως τὸ μπαοῦλο μου / Τὰ ἤπατα μοῦ ἔκοψε τῆς μέθης ἡ ναυτία / Καὶ τὸ σκαρί μ’ ἀνοιχτὰ χαρτιὰ παρέδωσα / Σὲ ἰατροδικαστὲς βαλτοὺς καὶ τῆς ὀκᾶς γραφιάδες», «Σὲ τέτοια λειψανδρία οὔτε ἥρωες / Μήτε στὸ βάθος κῆπος / Μονάχα λιμνοθάλασσα κλειστή / Νὰ περισσεύει τὸ ἁλάτι», «Ἂχ νά ’ταν ἡ ζωή μας μιὰ ἀργομισθία», «Δὲν πάτησες ποτὲ στὸ ἔδαφος / Μιᾶς χώρας σκορποχώρι / Νὰ δεῖς ἀπὸ κοντὰ πὼς ἡ στεριὰ / Πατήθηκε ἀπ’ τὴ σκλαβιὰ γιὰ πάντα / Μὰ ἔμεινες στὸ λόφο σου νὰ τραγουδᾶς / Μὲ μία θαυμαστῶν στρατιὰ νὰ σὲ φυλάει / Τὴν τάξη προστατεύοντας», «Ποιός θὰ τυπώνει chat / Φωνητικά, καρδοῦλες ἢ “σεντόνια” / Ἢ θὰ πειστεῖ ὅτι μιλούσαμε γιὰ ποίηση / Καὶ πὼς δὲν καυλαντίζαμε μονάχα», «Μὲ λίγη τύχη θὰ γινόταν μέγας καὶ αὐτός / Ὅπως τόσοι καὶ τόσοι / Ποὺ στὸ μικρὸ τὸ δαχτυλάκι του δὲ φτάνανε» κ.ο.κ.
Σημαντικὴ εἶναι ἐπίσης ἡ μετρικὴ φροντίδα τοῦ βιβλίου· ὁ Ἰωάννου, γνώστης τῆς ἐγχώριας κι’ ὄχι μόνο ποιητικῆς παράδοσης, ἀξιοποιεῖ τὰ ρυθμικὰ δεκανίκια ὅπου χρειάζεται γιὰ νὰ ἐμπλουτίσει τὸν προτιμώμενο ἐλεύθερο στίχο του. Ἐνδεκασύλλαβοι, δεκασύλλαβοι, σπασμένοι σὲ στίχους δεκαπεντασύλλαβοι, κι’ ἄλλοι πολλοὶ μετρικοὶ τρόποι παρελαύνουν στοὺς στίχους του χωρὶς νὰ μοιάζουν μὲ ἀρχαιολογικὲς προθῆκες, ἀλλὰ ἀντιθέτως, λειτουργῶντας ὡς ἐμπλουτιστικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴ ρυθμικὴ ἀγωγὴ τοῦ ἔργου του. Ἐντάσσοντας μάλιστα σύγχρονο λεξιλόγιο καὶ αὐτὸ ποὺ οἱ αὐστηροὶ λάτρες τοῦ γλυκανάλατου λυρισμοῦ ὀνομάζουν «ἀντιποιητικὲς ἐκφράσεις» τὸ κράμα τείνει νὰ λάβει μιὰ φυσιογνωμία αἰχμῆς γιὰ τὴ σύγχρονη ποιητικὴ γλώσσα· κι’ ἐδῶ αὐτὸ ποὺ κάνει τὴ διαφορὰ εἶναι ἡ πηγαία αὐτὴ χρήση τοῦ ρυθμοῦ καὶ τῆς γλώσσας. Ὁ Ἰωάννου γράφει ὅπως μιλάει, καὶ κυρίως γράφει ὅπως σκέφτεται. Κάπου ἀνάμεσα στὴν παραδοσιακὴ αὐστηρότητα καὶ τὴν ἀλήθεια τοῦ δρόμου καὶ μιᾶς ζωῆς ποὺ δὲν χάνει λόγω τῆς ποίησης τὴν ἐπαφή της μὲ τὴν πραγματικότητα. Ἐπιστέγασμα —καὶ παράσημο θὰ ἔλεγα, ἐπιτρέψτε μου— τῶν παραπάνω θαρρῶ πὼς εἶναι καὶ ἡ ἀμηχανία ἢ ἀκόμα-ἀκόμα καὶ ἀδυναμία ἔνταξης τοῦ Θωμᾶ σὲ μιὰ συντεχνία, μιὰ ὁμάδα ἢ μιὰ γενιά· εἰδικὰ γιὰ τὸ τελευταῖο δὲν θὰ ἤμασταν ἄλλωστε καὶ οἱ κατάλληλοι νὰ μιλήσουμε, ἀφήνοντας αὐτὲς τὶς κατατάξεις στοὺς τοπογράφους μηχανικοὺς τοῦ νεοελληνικοῦ ποιητικοῦ κτηματολογίου ποὺ ἀνάλογα μὲ τὶς δικές τους βλέψεις ἐξουσίας μοιράζουν τὴ δίχως φλουρὶ βασιλόπιτα τοῦ μικροῦ, δηλ. κακοῦ, χωριοῦ ποὺ λέγεται νεοελληνικὰ γράμματα.
Ομιλία στο Βιβλιοπωλείο Ζάτοπεκ, 04.02.26
*
*
*
