Ο μαύρος λαγός

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

«Ίσως γιατί οι συφορές έρχονται.»
Κ. Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Δυο καφενεία υπήρχαν στο χωριό, των ψαράδων και των κυνηγών. Των ψαράδων το είχε ο Αρτέμης Καραμπίνης και των κυνηγών ο Νικόλας Ψαράς. Όποιος δεν γνώριζε, νόμιζε το σκηνικό για φάρσα. Είναι δυνατόν να λέγεται Αρτέμης Καραμπίνης ο καφετζής των ψαράδων; Άρτεμις η θεά του κυνηγίου και καραμπίνα το όπλο για το κυνήγι. Κι από την άλλη, να λέγεται Νικόλας Ψαράς ο καφετζής των κυνηγών; Αϊ-Νικόλας ο προστάτης των θαλασσινών και το ψάρι πάντα ψάρι, καμία σχέση με τους κυνηγούς.

Κι όμως, συμβαίνουν κάποτε κι αυτά. Και μάλιστα εντελώς τυχαία. Όσο τυχαία συμβαίνουν πολλά πράγματα στην ζωή, που εκ πρώτης όψεως φαίνονται προμελετημένα.

Ένα βράδυ, στο καφενείο του Ψαρά, έγινε συμβούλιο απ’ την κυνηγοπαρέα. Ετοίμαζαν αξέχαστη φάρσα στο νέο τους μέλος, τον Κώστα τον Καραούλη, πως τάχα μου είδαν τον μαύρο λαγό στα Άσπρα Λιθάρια. Ο θρύλος ήταν παμπάλαιος όσο και το ψέμα. Τις κρύες νύχτες του χειμώνα –που κοκκίνιζαν τα κάστανα στα κάρβουνα και το ούζο θόλωνε στα ποτήρια– διηγιόνταν οι γεροντότεροι το παραμύθι τους, πως ντουφεκίστηκε ένας μαύρος λαγός απ’ τον Σπύρο Πάνο, πριν τον μεγάλο πόλεμο. Όποτε εμφανίζονταν το ζουλάπι, ερχόντανε κατόπι του και το κακό. Κολοκύθια με την ρίγανη δηλαδής.

Σε λίγο φάνηκε ο Καραούλης και τον φωνάξανε στην παρέα να τον κεράσουν. Εκεί του έσκασαν το μαντάτο για τον μαύρο λαγό. Τους κοίταξε καχύποπτα στην αρχή, μα βλέποντας απλωμένο στα πρόσωπά τους το δέος, άρχισε να «ψήνεται» κι εκείνος, μέχρι που κατακάηκε ολόκληρος. Σηκώθηκε, καληνύχτισε βιαστικά και τον κατάπιε η νύχτα. Αχάραγα θα κίναγε για τ’ Άσπρα Λιθάρια.

Μέρες βολόδερνε στις ερημιές χωρίς το ποθούμενο συναπάντημα. Η κάψα του μαύρου λαγού έβραζε το μυαλό του. Μόλις πήγαινε να σβήσει, κάποιος βρισκόντανε να την ξαναφουντώσει, πως ο μαύρος λαγός εθεάθη στο λιοστάσι του Ντόμερου, στο έμπα του παλιόρογγου της Βαγγελίστρας, πάνω απ’ του Φρειδερίκου τις αγραπιδιές, κάτω απ’ το κοντρί της Κουκουβάγιας. Έλειωσαν οι σόλες απ’ τις αρβύλες του, έβαλε άλλες. Ψώριασε το σκυλί του, αγόρασε νέο, μα ο λαγός άφαντος.

Τον πήραν πρέφα κι απ’ το καφενείο των ψαράδων και τον δούλευαν αναλόγως: πως είδαν τον λαγό στην Ψιλή Άμμο, λες και πήγαινε προς νερού του, πως τον κόζαραν στον Μικρό Γιαλό, στην Κορακόπετρα, στο Σουβλισμένο Χέλι, στου Διαόλου το Πάτημα. Μέχρι και στο Φαρμακονήσι –έναν ξερόβραχο καταμεσής του πελάγου, που πάνω του δεν φυτρώνει ούτε ραδίκι– τον είδαν, είπαν οι ψαράδες.

Μα και τα παιδιά του χωριού δεν τον άφηναν σε χλωρό κλαρί. Πιάνονταν απ’ τα χέρια σε κύκλο και τραγούδαγαν εν χορώ το γνωστό ποιηματάκι, που έμαθαν στο σχολείο, σαν αντάμωναν τον Καραούλη:

Νύχτα ο λαγός εβγήκε,
λαχανόκηπον ευρήκε.
Μπαίνει μέσα και αρχίζει
την κοιλιά του να γεμίζει.
Δυστυχία του, παρέκει
κυνηγός με το τουφέκι,
τον πτωχόν παραμονεύει,
πλησιάζει και σκοπεύει.

Και το συνέχιζαν οι γυναίκες απ’ τα παραθύρια:

Μπαμ! ηκούσθη στον αέρα
και τα βόλια πήγαν πέρα
και το ζώο το καημένο
ετινάχθη τρομαγμένο.
Τρέχει ο λαγός ακόμα
με το λάχανο στο στόμα
κι εδιδάχθη να προσέχει
πού εμβαίνει και πού τρέχει!

Ένα βράδυ, στο καφενείο, το δήλωσε κι επισήμως ο Καραούλης:

«Αν δεν απαντήσω τον μαύρο λαγό πριν τις Γιορτάδες, πουλάω την καραμπίνα και γίνομαι ψαράς!»

Ο Νικόλας ο καφετζής κατατρόμαξε. Ε, όχι να χάσει και τον πελάτη, αυτό δα πήγαινε πολύ. Οι παλιοί κυνηγοί κατάλαβαν πως το παρατράβηξαν. Είπαν να βάλουν ένα τέλος σ’ αυτήν την φάρσα, αλλά με… άλλη φάρσα. Πήραν ένα κουνέλι, το ’βαψαν μαύρο και τ’ απόλυσαν πριν το χάραμα στ’ Άσπρα Λιθάρια, εκεί που θα έβγαινε για κυνήγι ο Καραούλης. Με την ανατολή του ήλιου μαζεύτηκαν στο καφενείο του Ψαρά και περίμεναν.

Ώρα δεν πέρασε κι ακούστηκαν φωνές απ’ έξω.

«Σκότωσα τον μαύρο λαγό! Σκότωσα τον μαύρο λαγό!»

Έστριψαν τα μουστάκια τους ψιμογελώντας.

Ο Καραούλης κατέφθασε. Πέταξε τον λαγό στα πόδια τους και τα μάτια του άστραφταν.

«Δείτε, ο μαύρος λαγός! Τελικά υπάρχει! Ο θρύλος είναι αληθινός!»

Οι κυνηγοί τινάχτηκαν πάνω. Στα πρόσωπά τους ζωγραφίστηκε προσποιητός θαυμασμός.
«Απίστευτο! Φοβερό! Ο μαύρος λαγός!»

Κατόπιν, χτύπησαν μ’ επιδοκιμασία τον Καραούλη στην πλάτη.

«Μπράβο, Κώστα! Μπράβο, μεγάλε! Έγραψες ιστορία σήμερα!»

Εκείνος καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι. Έπινε το ένα ούζο πίσω απ’ τ’ άλλο κι άναψε τσιγάρο.

«Λοιπόν, θέλετε να μάθετε πώς έγινε;»

«Αν θέλουμε, λέει; Ψοφάμε!» είπαν οι κυνηγοί.

«Ακούστε λοιπόν: Ήμουν με την σκύλα στ’ Άσπρα Λιθάρια. Νύχτα, αχάραγα. Το φεγγάρι στην χάση του. Δεξά μου τα μνήματα, ζερβά μου τα κυπαρίσσια. Ξάφνου, η σκύλα κώλωσε – έβαλε την ουρά στα σκέλια και κλαψούριζε σαν μωρό. Έσκυψα πάνω της κι ένιωσα πίσω μου ένα διάνεμα. Γύρισα κι είχε χαθεί. Φλόμωσε τα ρουθούνια μου μυρωδιά λιβανιού. Ερχόντανε απ’ τα μνημούρια. Απασφάλισα την καραμπίνα κι έσπρωξα την καγκελόπορτα. Έτριξε σαν σπασμένο κόκαλο. Η μυρωδιά εντονότερη. Μύριζα και περπάταγα – το όπλο στο χέρι, το δάχτυλο στην σκανδάλη.

»Η μυρωδιά τότε χάθηκε κι ένα “τσικ-τσικ” ακούστηκε, σαν να ροκάνιζε ποντίκι πεθαμένου κόκαλα. Το δάχτυλο ίδρωσε, η σκανδάλη γλίστραγε. Το “τσικ-τσικ” εξακολουθούσε. Έκανα δυο βήματα, ο ήχος σταμάτησε και κάτι αλαφροπάτησε πίσω μου. Στράφηκα αλαφιασμένος. Τίποτα!

»Είχα αρχίσει να παραλύω απ’ τον φόβο μου. Σκέφτηκα να φύγω, να φύγω τρέχοντας – μα και μόνον η σκέψη να μετακινηθώ απ’ την θέση μου, με τρόμαζε περισσότερο. Ο θόρυβος ξανάρχισε. Ένα “κρακ-κρακ” τώρα, σαν κάποιος να τσάκιζε κόκαλα με σφυρί. Γύρισα προς τα κει και πάγωσα! Η μύτη μου σχεδόν ακούμπαγε σ’ έναν σταυρό. Η πρώτη αχτίνα έπεφτε στο μάρμαρο. Διάβασα τα μισοσβησμένα γράμματα: “Σπύρος Πάνος”.

»Και τότε, τον είδα! Ήταν ο μαύρος λαγός! Μαύρος, κατάμαυρος σαν τον Άδη, είχε γιατακιάσει πάνω στο μνημούρι εκείνου που σκότωσε τον τελευταίο μαύρο λαγό πριν τον μεγάλο πόλεμο. Το πιστεύετε;»

Οι παλιοί κυνηγοί συνήφεραν απ’ τον λήθαργο που έπεσαν, με την συγκλονιστική διήγηση, και κούνησαν καταφατικά τα κεφάλια. Κατόπιν έριξαν μια δύσπιστη ματιά μεταξύ τους, σαν να ’λεγαν: «Μας δουλεύει τώρα αυτός ή εμείς τον δουλεύουμε;»

Ο Καραούλης, παρατηρώντας την αμηχανία τους, ξαναρώτησε.

«Τι; Νομίζετε πως λέω παραμύθια;»

Αυτοί σιώπησαν κι ο νεαρός κυνηγός συνέχισε:

«Κοιτάζω, που λέτε, τον λαγό, με κοιτάζει κι εκείνος. Σηκώνω το όπλο, του το χώνω στην μούρη. Και τι κάνει; Ξέρετε τι κάνει;»

«Τι κάνει; Τι κάνει;» ρώτησαν συνεπαρμένοι οι άλλοι.

«Μυρίζει την κάνη και κουνάει τ’ αυτιά του! Την ίδια ώρα, η μυρωδιά του λιβανιού επανήλθε – λιβάνι όμως δεν έκαιγε πουθενά…»

Οι παλιοί κυνηγοί ανακάθισαν στις καρέκλες τους. Το πράγμα παραπήγαινε. Ήταν ολοφάνερο πως ο νεαρός τους κορόιδευε κανονικά. Κι αυτοί –όπως ο μαύρος λαγός, που μύριζε δήθεν την κάνη, κουνώντας τ’ αυτιά του– άκουγαν τις μπαρούφες του, κουνώντας τα κεφάλια τους σαν ηλίθιοι. Μα ήθελαν να δουν πού θα το πήγαινε ο μπαγάσας, ως πού θα ’φτανε η παραμύθα, κι έκαναν πως τον πίστευαν.

«Ακούτε;» συνέχισε ο Καραούλης. «Τότε, δεν ξέρω πώς, το δάχτυλο γλίστρησε στην σκανδάλη και την τράβηξα. Γι’ αυτό δεν υπάρχει κεφάλι: πυροβολήθηκε από τόσο κοντά, που έγινε θρύψαλα!»

Όλα τα μάτια έπεσαν στο πάτωμα. Ο λαγός ακέφαλος, λες κι αποκεφαλίστηκε με χαντζάρι.

Ο παλαιότερος των κυνηγών πετάχτηκε πάνω.

«Άκου, Κώστα, ως εδώ και μην παρέκει! Σου κάναμε εμείς μια πλάκα, μας έκανες κι εσύ άλλη μία. Πάτσι τώρα, εντάξει;»

«Πλάκα… Τι πλάκα; Τι εννοείς;»

«Ο μαύρος λαγός δεν υπάρχει!»

«Δεν… υπάρχει; Κι αυτός εδώ τι είναι;»

«Κουνέλι είναι! Να τι είναι!»

«Τι λέτε, ρε; Μαύρο κουνέλι;»

«Ούτε καν μαύρο, εμείς το βάψαμε!»

«Εσείς; Το βάψατε; Μα, γιατί; Πώς; Πότε;…»

«Χθες βράδυ. Το βάψαμε και το απολύσαμε στ’ Άσπρα Λιθάρια. Είναι παλιά πλάκα. Την κάνουμε σε όλους τους νέους κυνηγούς…»

«Σε όλους;»

«Ε, ναι, σε όλους! Μας την έκαναν κι εμάς οι παλαιότεροι. Όχι, βέβαια, με βαμμένο κουνέλι. Μα, να, εμείς το παρακάναμε. Μας συμπαθάς, ε; Αλλά το έθιμο, βλέπεις… Κι εσύ, όμως, καλά μας την έφερες. Χεστήκαμε πάνω μας με την παραμύθα του νεκροταφείου».

«Παραμύθα; Δεν με πιστεύετε δηλαδή;»

«Κόφ’ το, ρε Κώστα! Είπαμε, πάτσι…»

«Ε, παιδιά!…» ακούστηκε, την ίδια ώρα, η φωνή του καφετζή. «Το κουνέλι δεν φαίνεται για… κουνέλι! Κι αν και βαμμένο, δεν φαίνεται για… βαμμένο!» είπε, καθώς το ψηλαφούσε στο πάτωμα.

Έσκυψαν όλοι. Το κουνέλι ήταν όντως λαγός. Έστω και ακέφαλος, η διαφορά ολοφάνερη, μα τρίψανε το τρίχωμα με τα χέρια να δουν αν ξεβάφει. Στην αρχή απαλά κι ύστερα με μανία. Το ’βρεξαν με νερό, ξανάτριψαν με δύναμη. Μάταια όμως. Το τρίχωμα ήταν μαύρο, στιλπνό και γυάλιζε όπως η τρίχα κι όχι όπως η μπογιά.

Κοίταξαν τον Καραούλη – έλαμπε ολόκληρος.

«Είδατε; Είναι όντως ο μαύρος λαγός! Με παραδέχεστε τώρα;»

«Μα, πώς; Τι έγινε, ρε παιδιά;» αναρωτιόνταν οι κυνηγοί, κοιτώντας ο ένας τον άλλον. «Τι σημαίνουν οι τάφοι και τα λιβάνια; Πού κολλάει ο Σπύρος Πάνος, που σκότωσε τον τελευταίο μαύρο λαγό;»

«Και τώρα; Έρχεται συμφορά; Έρχεται… πόλεμος;» αναρωτήθηκε τρομαγμένος ο καφετζής, ενώ σκεφτόντανε το καφενείο του επιταγμένο ή, ακόμα χειρότερα, βομβαρδισμένο να κείτεται στην πλατεία. Κι αυτός, τρισάθλιος και πεινασμένος, να γίνεται όντως ψαράς, μπας και πιάσει τίποτα να σκοτώσει την λίμα του, δικαιώνοντας επιτέλους το επώνυμό του, που με την σημερινή του ιδιότητα φαίνονταν τόσο αταίριαστο.

«Παιδιά, ξέρετε τι λέω εγώ;» είπ’ ένας άλλος. Πως απ’ τα τόσο φυτοφάρμακα που ρίχνουμε στα χωράφια δηλητηριάστηκε πλέον η γη, πίκρισε το χώμα. Λογικό να δούμε και μαύρους λαγούς και άσπρες αλεπούδες. Μετάλλαξη λέγεται αυτό. Μετάλλαξη, παιδιά, το είδα σ’ ένα ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση!»

«Μετάλλαξη!» επανέλαβαν κι οι υπόλοιποι. Αυτό ήταν λοιπόν; Μετάλλαξη;

Το τομάρι του μαύρου λαγού βρίσκεται ακόμα κρεμασμένο στο κελάρι του Καραούλη. Μου το ’δειξε κι εμένα ο εγγονός του πέρσι το καλοκαίρι, που ήρθε απ’ την Αθήνα κι άνοιξε το σπίτι. Τίποτα κακό δεν συνέβη, βέβαια, επειδή τον σκότωσε ο παππούς του τον μαύρο λαγό. Ήταν απλώς ένα φαινόμενο, ένα σπάνιο φαινόμενο μετάλλαξης. Το κακό είναι η ίδια η  μετάλλαξη, το ίδιο το πίκρισμα της γης απ’ τα φυτοφάρμακα…

~.~

«Κάπως έτσι σκέφτομαι να κλείσω το διήγημα. Πώς σου φαίνεται;»

«Δεν ξέρω! Είναι αληθινή ιστορία;»

«Εσύ τι λες;»

«Μάλλον όχι!»

«Εγώ λέω μάλλον ναι!»

«Επειδή είδες το τομάρι;»

«Μάλλον όχι!»

«Δημήτρη, καλύτερα να μείνει απ’ έξω το διήγημα».

«Μα, σοβαρά τώρα; Δεν είν’ ωραίο;»

«Ξέρω ’γω; Αυτό με τον αποκεφαλισμένο λαγό δεν θ’ αρέσει. Ειδικά στους vegan. Οι οποίοι, μην ξεχνάς, δεν είναι και λίγοι».

«Εννοείς πως θα χάσουμε αναγνώστες;»

«Κοίτα, σαν εκδότης ξέρω καλύτερα το κοινό».

«“Ως εκδότης”, όχι “σαν”. “Σαν” σημαίνει πως δεν είσαι, αλλά τον παριστάνεις. “Ως” σημαίνει πως είσαι όντως».

«“Σαν εκδότης”, όχι “ως”, γιατί εγώ ξέρω πως παριστάνω τον εκδότη, εσύ δεν ξέρεις πως παριστάνεις τον συγγραφέα», αστειεύτηκε.

«Ναι, αλλά τώρα θέλεις να παραστήσεις και τον αναγνώστη», είπα σοβαρά.

«Που πάει να πει;»

«Πάει να πει πως το διήγημα θ’ αρέσει».

«Δεν θ’ αρέσει, στο λέω εγώ».

«Άμα δεν μπει, συλλογή δεν βγαίνει».

«Έλα τώρα, μην είσαι ξεροκέφαλος! Έχεις γράψει και καλύτερα. Κι αν θες την γνώμη μου, δεν προσθέτει και τίποτα σπουδαίο στο βιβλίο. Αντίθετα, ζημιά θα κάνει. Κι αν αντέχεις και την πλήρη αλήθεια, είναι… ντεμοντέ, ρε Δημήτρη! Πώς το λένε… παλιομοδίτικο!»

«Σοβαρά τώρα; Μου λες ό,τι κι ο Μακρόπουλος;»

«Τι, ούτε αυτός ξέρει;»

«Ξέρω ’γω; Τι εννοεί όταν λέει “παλαιομοδίτης, του καθαρού νοήματος”; Υπάρχει νόημα, που να είναι όντως νόημα και να μην είναι καθαρό; Θυμήσου τον Σολωμό: “Ένας οπού έχει πνεύμα και μάθηση φτιάνει μορφές λέξεων καθώς θελήσει, ένας άλλος κάνει το ίδιο, ένας τρίτος κάνει χειρότερα, και εις ολίγον καιρό δεν έχουμε παρά σκοτάδια πυκνότατα. Για τούτο η φύση των πραγμάτων ηθέλησε να γεννιούνται τα λόγια από το στόμα όχι δύο και τριών ανθρώπων, αλλά από του λαού το στόμα”. Πού καταλήγουμε, λοιπόν; Μία μόνον γλώσσα υπάρχει: “η ξεκάθαρη”. Τα υπόλοιπα είναι “πολλή κανέλλα και ρυζόγαλο τίποτα”».

«Ρε, Δημήτρη… Έλεος, δηλαδή!»

«Εντάξει, αστειεύομαι! Ωραίος ο μοντερνισμός, σαν ζάχαρη άχνη χωρίς κουραμπιέ! Λες και περιγράφουν την χορευτική αιώρηση των κόκκων της ζάχαρης και την γλυκόπικρη αίσθηση της μοναξιάς τους μέσα στην σακούλα. Είχε γράψει κι η Δημουλά ένα ποίημα για την σκόνη, την ίδια ώρα που το σύμπαν γκρεμίζονταν γύρω της. Ο μεγάκοσμος του μικρόκοσμου. Θέμα οπτικής καθαρά, αν κι όχι πολύ καθαρά με… τόση σκόνη!»

«Πάλι αστειεύεσαι ή μιλάς σοβαρά;»

«Εσύ τι λες;»

«Αστειεύεσαι!»

«Σοβαρά μιλάω! Στην ποίηση, για παράδειγμα, θεωρούν παλιομοδίτικη την ομοιοκαταληξία, ενώ είναι απλώς ένα στολίδι του λόγου, όπως οι συνηχήσεις και οι παρηχήσεις. Παλαιότερο είναι το μέτρο παρά η ρίμα. Κι ενώ επικροτούν τον ρυθμό του ποιήματος, χλευάζουν την ομοιοκαταληξία. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει κι εδώ. Χαρακτηρίζουν την καθαρότητα του νοήματος αναχρονιστική, και μοντέρνα την θολότητα. Αυτά προέκυψαν απ’ τα πλουσιόπαιδα της Ευρώπης. Πειράματα σε κάποια κολέγια, σε κάποιους κύκλους: “Γράφουμε ένα ποίημα χωρίς ρο; Ένα διήγημα χωρίς συναίσθημα; Ένα μυθιστόρημα χωρίς διαλόγους;” Πέρασε και στην μουσική: “Το να χτυπάς το καπάκι ενός πιάνου είναι μουσική. Μια εικοσάλεπτη παύση, ανάμεσα σε δύο νότες, είναι νότα: η νότα της σιωπής…” Πέρασε και στην ζωγραφική. Ξέρεις τι δήλωσε ο Πικάσσο στην συνέντευξη που έδωσε στον Τζιοβάνι Παπίνι;»

«Όχι, τι δήλωσε;»

«Μισό, να σ’ το διαβάσω απ’ το κινητό, έτσι όπως το είπε. Άκου λοιπόν: “Στην τέχνη ο λαός δεν αναζητά πλέον ανακούφιση και εξύψωση. Αλλά οι λεπτεπίλεπτοι, οι πλούσιοι, οι αργόσχολοι, για να ξεχωρίσουν απ’ τον λαό αναζητούν το καινούργιο, το παράδοξο, το ασυνήθιστο, το σκανδαλώδες. Κι εγώ, από τον κυβισμό και έπειτα, ικανοποίησα τους σοφούς και τους κριτικούς με όλες τις ευμετάβλητες σαχλαμάρες που μου έρχονταν στο κεφάλι. Κι όσο λιγότερο με καταλάβαιναν, τόσο περισσότερο με θαύμαζαν. Με το να διασκεδάζω μ’ αυτά τα παιχνίδια, αυτές τις κουταμάρες, αυτές τις σπαζοκεφαλιές, έγινα διάσημος – και μάλιστα πολύ γρήγορα. Και η διασημότητα, για έναν ζωγράφο, σημαίνει πωλήσεις, κέρδη, περιουσία, πλούτη. Και σήμερα –όπως ξέρεις– είμαι διάσημος, είμαι πλούσιος. Αλλά όταν βρίσκομαι μόνος με τον εαυτό μου, δεν έχω το κουράγιο να θεωρούμαι καλλιτέχνης με όλη την  σημασία της  λέξεως. Δεν είμαι παρά ένας κοινός σαλτιμπάγκος, που κατάλαβε το πνεύμα των καιρών του και εξήντλησε όσο καλύτερα μπορούσε την βλακεία, την ματαιοδοξία και την φιλοχρηματία των συγχρόνων του. Είναι πικρή η εξομολόγησή μου, πιο θλιβερή απ’ όσο φαίνεται, αλλά έχει την χάρη να είναι ειλικρινής”. Πώς σου φάνηκε;»

«Σοβαρά τώρα τα είπε αυτά ο Πικάσσο;»

«Αμ, τι; Αστεία; Σήμερα γράφουν λες και κοιτούν με μισόκλειστα μάτια. Και περιγράφουν φράχτες, ενώ βλέπουν τα ματόκλαδά τους – και σκιές, γιατί δεν ανοίγουν τα βλέφαρα. Ο συγγραφέας, φίλε μου, είναι “ο πρωτότοκος των νεκρών”, γεφυρώνει το παρελθόν με το παρόν και ρίχνει ανεμόσκαλα για το μέλλον. Και πώς κατάντησε σήμερα η ελληνική πεζογραφία; Μια μοντέρνα Χιροσίμα, λες και συνωμότησαν συγγραφείς και εκδότες, κι ένα τσούρμο κριτικών από πίσω, ώστε να βγουν εκεί έξω και να θολώσουν τον ήλιο, να σκοτεινιάσουν τ’ αστέρια, να δηλητηριάσουν τα νερά, βομβαρδίζοντας ένα τοπίο φτιαγμένο απ’ τους θεούς: Μυριβήλη, Βενέζη, Παπαδιαμάντη, Θεοτόκη, Χατζή…».

«Βρε, Δημήτρη, κι οι κριτικοί χρειάζονται! Είναι οι ντελάληδες της πραμάτειας μας».

«Α, να με συγχωρεί η χάρη σου, το βιβλίο δεν είναι πραμάτεια! Αν ήθελα να γίνω πραματευτής, θα πούλαγα επικερδέστερα εμπορεύματα».

«Ναι, καλά τώρα! Χωρίς κριτικούς, χωρίς περιοδικά…»

«Ποια περιοδικά; Αυτά που συγκεντρώνεται η σάρα, η μάρα και το κακό συναπάντημα, φτιάχνουν μια ΜΚΟ, μια ΑΜΚΕ πολιτισμού –και καλά– και κριτσανίζουν επιδοτησούλες; Και κάνουν κύκλους –γύρω από την ουρά τους– και διαγωνισμούς λόγω-ατεχνίας –τρομάρα τους– και δίνουν και βραβεία, περγαμηνές, δάδες –να τις βάλουν εκεί που ξέρουν– και πραγματοποιούν κι εκδηλώσεις κλειστού τύπου –σαν την κωλότρυπά τους– και λοιπά σκατάκια, μέχρι να εμφανιστεί ένας αληθινός λογοτέχνης, να τραβήξει το καζανάκι –όπως έγραψε ο μέγας Κυριαζής στον “Ακόλαστο Ποιητή” του– και να πάνε όλοι μαζί στον βόθρο, στον οποίο ανήκουν!»

«Έγραψε τέτοιο πράγμα ο Αθανάσιος Κυριαζής;»

«Όχι, βρε, ο Γιάννης!»

«Πρώτη φορά τον ακούω!»

«Κοίτα και πίσω απ’ τις ρεκλάμες, καημένε; Σε στράβωσαν κι εσένα τα φώτα!»

«Αυτά είναι παραλογοτεχνία, Δημήτρη! “Σκατά, κωλότρυπες, καζανάκια…” Έλεος, δηλαδή!»

«Πουθενά δεν σας πιάνω, εσάς τους εκδότες! Αυτά είναι παραλογοτεχνία, κι  εκείνα που γράφω εγώ παλιομοδίτικα. Άντε, να πιάσουμε την φαντασμαγορία της υπόνοιας και την μπερδεψομουνιά της ασάφειας, μπας και χαρακτηριστούμε λογοτέχνες!»

«Πώς φυτιλιάζεσαι έτσι, ρε παιδί μου!»

«Μα είναι να μην φυτιλιάζομαι μ’ αυτά που λες; Κι εν τέλει, ξέρεις κάτι;»

«Τι πράγμα;»

«Ο Μαύρος Λαγός δεν είναι ένα διήγημα που απεχθάνεσαι, αλλά ένα σύμβολο: η ίδια η ελληνική λογοτεχνία, μεταλλαγμένη σε μαγαζάκια και παραμάγαζα – στα περίφημα ελληνικά κωλοχανεία!»

«Σιγά το διήγημα, ρε Δημήτρη, που θα γίνει και σύμβολο! Αυτή η μαυρίλα δεν μπαίνει στο βιβλίο, πάει και τελείωσε! Έχω δικαίωμα ν’ ασκήσω κι εγώ ένα βέτο ή δεν έχω;»

«Εντάξει! Δώσε μου ποσοστό 25% και δεν μπαίνει».

«Μα 25% παίρνουν οι φίρμες!»

«Ε, δώσε 20%».

«Βρε, την κολοκυθιά θα παίξουμε;»

«Υπάρχει κι άλλος λόγος που θέλω να μπει».

«Ποιος είν’ αυτός;»

«Αν βγει, τα διηγήματα θα είναι σαράντα ένα».

«Ε, και;»

«Τα θέλω σαράντα δύο».

«Γιατί; Στον Μαραθώνιο θα τρέξουν;»

«Ακριβώς αυτό συμβολίζει ο αριθμός: την μαραθώνια προσπάθεια συγγραφής τους. Κι εξάλλου…»

«…είσαι κι ο ίδιος Μαραθωνοδρόμος!»

«Και μόνον γι’ αυτήν σου την ευστροφία, παραιτούμαι απ’ όλα τα ποσοστά, αλλά υπό έναν όρο».

«Δεκτός!»

«Μα, δεν τον άκουσες…»

«Ξέρω, αρκεί να μην υπογράψουμε καθόλου συμβόλαιο».

«Τελικά είναι ο συγγραφέας που διαλέγει τον εκδότη που θα τον διαλέξει».

«Το εντελώς αντίθετο συμβαίνει».

«Οπότε, μπαίνει ο Μαύρος Λαγός;»

«Μπαίνει… στην κατσαρόλα για μαγείρεμα!»

«Μην φοβάσαι, τον έχω ήδη μαγειρέψει εγώ. Και μάλιστα τόσο καλά, που δεν θα βαρυστομαχιάσεις καθόλου».

«Για πόσες διορθώσεις μιλάμε;»

«Γύρω στις τριακόσιες».

«Σιγά το μαγείρεμα! Το “Για γυναίκες που αγαπούν την ποίηση” είχε φτάσει στις τρεις χιλιάδες αναθεωρήσεις, μου είπες».

«Ναι, αλλά δεν το εξέδωσες!»

«Από ένα σημείο και μετά, το κείμενο καταστρέφεται απ’ τις διορθώσεις».

«Άρα; Μιας και δεν πρόλαβε να καταστραφεί, μπαίνει ο Μαύρος Λαγός;»

«Είπαμε, όχι!»

«Κοίτα, είναι μια αληθινή ιστορία. Αν δεν μπει, χάνεται για πάντα. Εξάλλου αυτό σημαίνει διήγημα: διηγούμαι, όχι επινοώ».

«Το διήγημα είναι λογοτεχνία, φίλε! Και η λογοτεχνία έχει συνέχεια, έχει εξέλιξη. Κι εξέλιξη σημαίνει να σπας τους κανόνες, να γκρεμίζεις…»

Δεν απόσωσε τον λόγο του ο παρ’ ολίγον εκδότης μου, και το κτήριο άρχισε να τρέμει… Τα ράφια με τα βιβλία κατέρρεαν, σωριάζονταν στο πάτωμα με πάταγο, τα τζάμια έσπαγαν με κρότο, ενώ φωνές αλλόφρονες ακούγονταν απ’ έξω:

«Σεισμός! Σεισμόοος…»

«Την 7η Σεπτεμβρίου 1999, σεισμική δόνηση μεγέθους 5,9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ έπληξε την Αττική. Το επίκεντρό της εντοπίστηκε στην περιοχή της Πάρνηθας, περίπου δεκαοκτώ χιλιόμετρα απ’ το κέντρο της Αθήνας. Εκατόν σαράντα τρεις άνθρωποι σκοτώθηκαν, εκατοντάδες τραυματίστηκαν και χιλιάδες έμειναν άστεγοι. Εκτεταμένες ήταν οι βλάβες σε κτήρια της ευρύτερης σεισμόπληκτης περιοχής, ενώ σοβαρές βλάβες υπέστησαν και μνημεία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς», έγραφαν οι εφημερίδες.

Αυτός ο σεισμός έγινε αφορμή να ματαιωθεί η έκδοση του βιβλίου μου. Βεβαίως, και σεισμός να μην γίνονταν, το βιβλίο δεν θα εκδίδονταν λόγω του… Μαύρου Λαγού. Ο εκδότης δεν ήθελε στην συλλογή το διήγημα – κι αυτό θ’ αποτελούσε για μένα πραγματική συμφορά.

Δεν είπα την πλήρη αλήθεια, όταν έλεγα πως θα διέσωζα μια αληθινή ιστορία. Είπα εν μέρει ψέματα, μιας και Καραούλης δεν υπάρχει – το ξέρω καλά, αφού εγώ τον επινόησα. Το πρόσωπο είναι φανταστικό, αλλά η ιστορία είναι αληθινή – το ξέρω καλά, γιατί «ο Καραούλης» ήμουν εγώ!

Βεβαίως, δεν είναι ακριβώς αληθινή, μιας και δεν σκότωσα τον μαύρο λαγό. Απλώς τον τραυμάτισα. Τον πήρα σπίτι και τον περιέθαλψα. Ο λαγός ήταν λαγουδίνα και μάλιστα σ’ ενδιαφέρουσα. Όλα τα «κουνέλια» που έχω στο χωράφι μου είναι λαγοί, απόγονοι εκείνου του μαύρου.

Αν αυτός ευθύνεται για τον σεισμό και την ματαίωση της έκδοσης του βιβλίου μου, αφού η εμφάνισή του συνοδεύεται από συμφορές, όπως η παράδοση θέλει, ποιος ξέρει τι θ’ ακολουθήσει με τα… δεκατρία μαύρα «κουνέλια» που εκτρέφω;

Κάπως έτσι σκέφτομαι να κλείσω το διήγημα, αλλά δεν μ’ αρέσει! Προτιμώ την προηγούμενη εκδοχή:

«Ήταν απλώς ένα φαινόμενο, ένα σπάνιο φαινόμενο μετάλλαξης. Το κακό είναι η ίδια η  μετάλλαξη, το ίδιο το φαρμάκωμα της γης απ’ τα φυτοφάρμακα…»

Μπα, ούτε αυτό μ’ αρέσει! Είχε δίκιο ο εκδότης. Καλύτερα να μείνει έξω απ’ την συλλογή το διήγημα. Ακόμα καλύτερα, να μείνει ανέκδοτη και η συλλογή. Έτσι κι αλλιώς, πρόκειται για πέντε βιβλία σε ένα – όσες και οι δεκαετίες της ζωής μου. Δεν υπάρχει εκδότης, για να βγει το καθένα μόνο του, όπως θα ταίριαζε. Και δεν υπάρχουν χρήματα, για να βγουν όλα μαζί, όπως θα άξιζαν. Κι αν συγκέντρωνα κάποιο ποσόν και προχωρούσα σε αυτοέκδοση –κάπως σαν “αυτοϊκανοποίηση” μου ακούγεται– δεν θα έφτανε για μια έκδοση της προκοπής, θα υπήρχε υποτυπώδης διακίνηση και το βιβλίο θα πήγαινε φούντο.

Θυμάμαι τον ιδρυτή της Χαραμογλείου Βιβλιοθήκης, Αριστοτέλη Χαραμόγλη, και τον βοηθό του, Τάσο Κοντομίχη, όταν τους βρήκα με το νερό μέχρι τον αστράγαλο να ταξινομούν έντυπα, ενώ η βροχή έσταζε μέσ’ από τις κάσες των παραθύρων, που ήταν παλιά και δεν σφάλιζαν. «Να μαζέψω τα νερά με την σφουγγαρίστρα;» τον ρώταγε ο Τάσος, με το γνοιάσιμο ενός ναύτη στο κατάστρωμα. Κι αυτός, αγέρωχος, σαν καπετάνιος στην φουρτούνα, απάνταγε: «Εμείς την δουλειά μας!»

Έτσι κι εγώ: ήθελα να φάω κι έλεγα: «μετά». Έφτιαχνα καφέ κι έλεγα: «θα τον πιω» – πάγωνε κι έφτιαχνα άλλον, ξαναπάγωνε και τον παράταγα. Ήθελα να βγω κι έλεγα: «άστο». Ήθελα να κοιμηθώ κι έλεγα: «σε λίγο» – και ξαφνικά οι κουρτίνες άσπριζαν: είχε ξημερώσει. Τρύπαγε το στομάχι μου κι έλεγα: «δεν πειράζει». Πόναγε το κεφάλι μου κι έλεγα: «θα περάσει». Χόρευαν οι λογαριασμοί κι έλεγα: «ποιος τους χέζει;»

«Εμείς την δουλειά μας», παρότρυνα τον εαυτό μου, όπως τον Τάσο ο Χαραμόγλης.

Κάποτε η Χαραμόγλειος μπήκε στο Βιβλίο Γκίνες, ως η μεγαλύτερη αποκλειστικού θέματος παγκοσμίως, βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών, τιμήθηκε με το μετάλλιο του Δήμου Δελφών και το χρυσό μετάλλιο του Δήμου Λευκάδας. Πίσω απ’ όλες τις διακρίσεις υπήρχε μια φράση: «Εμείς την δουλειά μας!»

Ο κόσμος να καίγονταν, «εμείς την δουλειά μας!»

Τώρα ο Χαραμόγλης έχει πεθάνει – δυο χεριές κόκκαλα σ’ έναν τάφο λησμονημένο. Τα βραβεία ντυμένα με σκόνη: «ύστατη σάρκα του άσαρκου» – θρίαμβος της Δημουλά. Η Βιβλιοθήκη πνέει τα λοίσθια. Βουλιάζει στην ανυποληψία. Κάποτε θα ενσωματωθεί σε μιαν άλλη Βιβλιοθήκη. Τα σπάνια έντυπα θα διαγουμιστούν απ’ τους επιτήδειους, που θα κάνουν κι αυτοί «την δουλειά τους».

Κι αναρωτιέμαι: εμείς την δουλειά μας ή εμείς την ζωή μας; Ποιο απ’ τα δύο είναι το σωστό, για μας που η ζωή μας είναι η δουλειά μας;

Υπάρχει κάποιο νόημα σ’ όλα αυτά ή όλ’ αυτά (δεν) είναι το νόημα;

Τζάμπα οι πέντε, τουλάχιστον, ώρες –όσες και οι ενότητες του βιβλίου– που αφιέρωνα ημερησίως για την συγγραφή του; Επί 365 μέρες, ίσον 1.825 ώρες τον χρόνο. Επί δέκα χρόνια, ίσον 18.250 ώρες. Αν πληρωνόμουν με πέντε ευρώ την ώρα –όπως ένας ανειδίκευτος εργάτης, ας πούμε– θα έβγαζα, και μόνον που το έγραψα, 91.259 ευρώ!

Αντ’ αυτού, πρέπει να πληρώσω κι από πάνω για να εκδοθώ – όταν μια πόρνη πληρώνεται για να εκδίδεται. Άστο καλύτερα! Εξάλλου, τώρα που το ξαναβλέπω, διακρίνω πολλά ελαττώματα, περισσότερα κι απ’ τις 18.250 ώρες που ξόδεψα για να το γράψω.

Μάλλον ο Μαύρος Λαγός είμαι εγώ! Και όχι ο κανονικός, αυτός του Καραούλη, αλλά ο άλλος, που έβαψαν οι κυνηγοί για να τον ξεγελάσουν – και ξεγελάω τον εαυτό μου πως είναι συγγραφέας. Έχει δίκιο τελικά ο Μακρόπουλος! Είμαι «αμετανόητα παλαιομοδίτης, του λογοπαίγνιου και του καθαρού νοήματος… ως και στη χρήση των θαυμαστικών!»

Απ’ το βιβλίο Στο όνομα του ελληνικού λαού, Λευκάδα, 2026

*

*

*