Ο Δημοσθένης και η λιτότητα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Γύρω στα 1300 η καρδιά του κόσμου χτυπάει στην Ιταλία. Γενουάτες και Βενετοί είναι θαλασσοκράτορες, στην Τοσκάνη γεννιούνται οι τράπεζες και η λογιστική, μηχανικοί, οπλοποιοί, ναυπηγοί δοκιμάζουν επαναστατικές εφευρέσεις, ο Μάρκο Πόλο φτάνει ώς την Κίνα. Στις τέχνες και στα γράμματα, οι εξελίξεις είναι παρόμοιας σημασίας: ο Τζιόττο περνάει από το stilo greco στο stilo moderno, ο Ακυινάτης βάζει στη θεωρητική σκέψη τους μηχανισμούς της απόδειξης, στη Σικελία ο νοτάριος Γιάκοπο ντα Λεντίνο επινοεί το σονέτο, ο Δάντης από τη Φλωρεντία ξεκινά να συνθέτει την Commedia.

Διακόσια χρόνια αργότερα, όλα έχουν τελείωσει. Οι Μέδικοι, πλουσιότερη οικογένεια της Ευρώπης, χρεοκοπούν πρώτοι γύρω στα 1490. Τον 16ο αιώνα καταρρέουν οι τράπεζες, τελευταίος ισχυρός κλάδος της οικονομίας. Γεωργία, βιοτεχνία και εμπόριο έχουν προηγηθεί. Τέχνες και επιστήμες εξακολουθούν να ακμάζουν για ένα διάστημα, όμως μετά τον Καίσαρα Βοργία, μετά τον Μακιαβέλλι, η Ιταλία παύει να παίζει τον όποιο ρόλο στις εξελίξεις. Από υποκείμενο γίνεται αντικείμενο, κάποτε και παίγνιο της ιστορίας για αιώνες.

Στην πορεία της ανθρωπότητας, η ακμή και η παρακμή των λαών είναι η πιο συνηθισμένη υπόθεση. Και λίγο πολύ τα σημάδια τους είναι παντού τα ίδια. Η πρώτη άνθηση βασίζεται στην εργασία, τη σκληρή πειθαρχία, την ατομική αυταπάρνηση. Κίνητρό της έχει τη συλλογική έξοδο από την ανάγκη και την ένδεια.

Στο δεύτερο στάδιο, οι σωρευμένοι πόροι μετατρέπονται σε πλούτο, σε περίσσεια δηλαδή που αίρει την εξάρτηση από την εργασία και χαλαρώνει τους κοινωνικούς δεσμούς. Τα άτομα σιγά σιγά μαθαίνουν να τρων από τα έτοιμα, παύουν να ρισκάρουν και να επινοούν.

Σ’ ένα τρίτο στάδιο, ο κορεσμός της ατομικής επιθυμίας γίνεται προτεραιότητα, ο ευδαιμονισμός επικρατεί. Όταν και οι τελευταίοι αυτοματισμοί της αυτοσυντήρησης ατονήσουν, η πτώση είναι θέμα χρόνου. Όπως το συνόψισε ο θυμόσοφος Μπίσμαρκ:

«Η πρώτη γενιά είναι αυτοδημιούργητη, η δεύτερη διαχειρίζεται τα κληρονομημένα, η τρίτη σπουδάζει ιστορία της τέχνης»…

Όντας μια ακόμη πράξη σ’ ένα πολυπαιγμένο δράμα, οι απανωτές οικονομικές κρίσεις του καιρού μας δεν αποτελούν εξαίρεση. Ακόμη και τα κωμικά τους επεισόδια δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπα. Ο Δημοσθένης, ας πούμε, όταν προσπαθούσε να πείσει τους Αθηναίους του 4ου αιώνα να εξοπλιστούν για να αντιμετωπίσουν τον Φίλιππο και την ανερχόμενη Μακεδονία, ήξερε ότι έπαιζε κορώνα γράμματα το κεφάλι του. Για να γίνει πράξη η πρότασή του, έπρεπε να καταργηθούν πρώτα τα θεωρικά, η κρατική επιδότηση των θεατρικών παραστάσεων δηλαδή, και οι πόροι τους να διατεθούν στον στρατό. Όμως ο φιλοθεάμων Δήμος είχε εγκρίνει νόμο που τιμωρούσε με θάνατο ακόμα και την υποβολή τέτοιας πρότασης, να καταργηθούν τα θεωρικά!

Παρόμοια με τον Δημοσθένη σήμερα, οι πολιτικοί μας που αποτολμούν να πουν στον λαό ότι το κόστος ενός δανειοδίαιτου κράτους μας οδηγεί στο μοιραίο, φλερτάρουν στις κάλπες με τη λαιμητόμο. Αντιθέτως, αγαπητοί είναι όσοι του υπόσχονται τα αδύνατα. Όσοι του εισηγούνται φέρ’ ειπείν ότι για να γλιτώσουμε απ’ τις συνέπειες της φούσκας των προηγούμενων δεκαετιών χρειάζεται μόνο να ρίξουμε και άλλο χρήμα στην αγορά.

Ή που, αντιστρέφοντας κάθε σχέση αιτίου-αιτιατού, τον διαβεβαιώνουν ότι η “λιτότητα” γεννοβολά την κρίση και όχι το αντίστροφο. Ή που τον καθησυχάζουν ότι τα πάντα μπορούν να διορθωθούν χωρίς εκείνος να χάσει διόλου τη βολή του ή να θυσιάσει τις ακριβές του συνήθειες.

Κι όμως, η λέξη λιτός στα ελληνικά δήλωνε κάποτε τον απέριττο, τον απλό. Το λιτόν του ύφους, ο λιτοδίαιτος βίος ήταν πάντα εδώ σε μας αρετές, επιτεύγματα. Τώρα, το πώς συνέβη κι από εγκώμιο ξέπεσε και κατάντησε μπαμπούλας, ίσως μπορεί να αποδοθεί στον δαίμονα της μεταγλώττισης. Ποιος ξέρει τι είχε στο μυαλό του ο πρώτος εκείνος που πήρε τη γαλλική austérité η την εγγλέζικη austerity και τη μασκάρεψε σε “λιτότητα”. Γιατί austere σ’ εκείνες τις γλώσσες θα πει τραχύς και σκληρός, λέξη δάνεια από το λατινικό austerus και το αρχαιοελληνικό αὐστηρός = άτεγκτος, σκυθρωπός, δρακόντειος. Για austerity measures γίνεται λόγος πρώτη φορά κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε καιρούς δηλαδή στ’ αλήθεια δριμείς και βάναυσους.

Ήθελε μήπως εκείνος ο πρώτος μεταφραστής να κρύψει την πραγματικότητα πίσω από ένα σχήμα ευφημιστικό, ν’ απαλύνει, έστω, φραστικά τη βλοσυρότητά της; Ποιος ξέρει. Η ουσία είναι ότι μαγαρίστηκε μια λέξη. Στη θέση της έχουμε τώρα ένα σκιάχτρο, έναν όρο δίχως περιεχόμενο, έρμαιο στα τεχνάσματα των τραπεζορρητόρων. Γιατί η “λιτότητα” η δική μας είναι ύβρις να αντιπαραβάλλεται με τις συνθήκες του Πολέμου. Και η γνήσια λιτότητα, η αρετή που έχουμε ανάγκη, έγινε πια δυσώνυμη, ή απόμεινε βουβή.

*

*

*