Τρία μικρά διηγήματα για την απελπισία

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΦΟΥΡΝΑΡΗ

~.~

Ο άντρας με το καπέλο

Ξανάρθε σήμερα Κυριακή λίγο πριν από τις δέκα, όπως κάθε Κυριακή τούτο τον μήνα.
Κατεβήκαμε για λίγο στο γραφείο μου και φαινόταν πολύ κουρασμένος. Μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια. Αϋπνία. Ξέρω πως παίρνει τρεις συγκοινωνίες για να έρθει από το νοσοκομείο ως εδώ και μένει μόνο ένα τέταρτο. Δεν τολμώ να τον ρωτήσω τι σκέφτεται. Δεν μου λέει τίποτα για την γυναίκα του, πώς πάει, τι λένε οι γιατροί, πώς είναι τα παιδιά. Τίποτα. Μόνο πηγαίνει στο παράθυρο τραβάει την κουρτίνα και νά, ο άνθρωπος με το καπέλο βγαίνει έξω από τη πόρτα του απέναντι σπιτιού. Δεν το φοράει το καπέλο, το κρατάει με το δεξί του χέρι. Η γυναίκα βγαίνει ως την πόρτα και του φτιάχνει την γραβάτα, φοράει την ρόμπα της ακόμα, από το πρωινό ξύπνημα, δεν έχει αλλάξει, ούτε ξέρω αν θα αλλάξει καν ή αν μένει με την ρόμπα μέχρι το βράδυ. Ο άντρας είναι ηλικιωμένος με άσπρα μαλλιά, αν αυτό σημαίνει κάτι, αλλά τι να σημαίνει; Πρόκειται για ένα συνηθισμένο κυριακάτικο πρωινό με ήλιο. Ο άντρας θα πάει στο καφενείο, θα πει δυο κουβέντες με τους φίλους και θα γυρίσει. Στην μέση της σκάλας σταματάει, βάζει το καπέλο, το στεριώνει με τα δυο του χέρια και κατεβαίνοντας κλείνει την αυλόπορτα κι εξαφανίζεται στον δρόμο με αργά βήματα.

Αυτό βλέπει ο φίλος μου κάθε Κυριακή, την ίδια επαναλαμβανόμενη σκηνή. Και πάντα χαμογελάει. Το ξέρω πως δεν είναι ώρα να τον ρωτήσω τι βλέπει, για πιο λόγο κάνει όλη αυτήν την απόσταση να δει τον άντρα με το καπέλο, έναν συνηθισμένο άνδρα που φοράει ένα συνηθισμένο καπέλο μια Κυριακή πρωί για να πάει να πιει τον καφέ του….

///

Το γεράκι

Στην άκρη του πεζοδρομίου λίγο πιο μέσα από την κίνηση των οχημάτων κείτεται αβοήθητο το γεράκι. Με κοιτάει με βλέμμα παγωμένο και την φτερούγα του σπασμένη. Βιάζομαι να φύγω να επισκεφτώ την γυναίκα μου στο νοσοκομείο, αλλά στέκομαι ακίνητος, παγωμένος κι εγώ μπροστά του. Διασχίζω το οδόστρωμα τρέχοντας κι αγοράζω ένα κλουβί κι ένα χαρτόνι. Το μεταφέρω από αυτοκίνητο σε λεωφορείο, από λεωφορείο σε ηλεκτρικό, ώσπου φτάνω στο κτηνιατρείο. Ρωτάω το γιατρό με αγωνία αν θα σωθεί και με κοιτάει αμφίβολα καθώς προσπαθεί με έναν μικρό σιδερένιο λοστό να ξεγραπώσει τα νύχια του από το κλουβί. Φεύγω βιαστικός για να προλάβω. Η πόρτα του ηλεκτρικού ανοίγει μόλις την πλησιάζω, η πόρτα του μετρό και του λεωφορείου το ίδιο, η συρόμενη πόρτα του νοσοκομείου το ίδιο. Ποτέ δεν ήταν ο συγχρονισμός τόσο τέλειος για να μην αργήσω. «Και το γεράκι;», ρωτάει ο φίλος μου απορημένος, αλλά δεν ξέρω τι να απαντήσω. «Ποτέ δεν έμαθα» του λέω, «Είχα μόνο την ελπίδα πως θα ζήσει».

///

Το φωτάκι

Χειμώνας του Δεκέμβρη. Κάνει ταμείο νωρίτερα, κλείνει το μαγαζί και ξεκινάει με τα πόδια. Κανένας στον δρόμο και φυσάει ένας παγωμένος βοριάς που του καίει το πρόσωπο, το βαρύ παλτό και η μάλλινη σκούφια τον κρατάνε ζεστό και οι σκέψεις του ακόμη πιο ζεστό. Όλα καλά πάνε, όλα πάνε τόσο καλά κι οι τσέπες του φουσκωμένες με χρήματα. Οι δικοί του σφύζουν από υγεία κι αυτός το ίδιο, το σπίτι μικρό κι όμορφο, το κτήμα γόνιμο και ξέρει πως πάνω στον λόφο τον περιμένει η γυναίκα του και τα δυο τους παιδιά. Βιάζεται να ανέβει, να φτάσει όσο πιο γρήγορα το φως της αυλής του που μοιάζει με άστρο. Θα φιλήσει τα παιδιά, θα τα βάλει για ύπνο κι ύστερα θα κάνουν έρωτα δίπλα στην φωτιά από το τζάκι ενώ έξω θα λυσσομανά ο αέρας. Νιώθει ευτυχισμένος, συνειδητοποιεί πως έχει όλα όσα μπορεί να επιθυμεί ένας κοινός θνητός και με αυτήν την σκέψη τον κόβει κρύος ιδρώτας. Βλέπει το φωτάκι που τρεμοσβήνει πίσω από τις φυλλωσιές των δένδρων καθώς πλησιάζει. «Κι αν σβήσει;», σκέφτεται. «Αν σβήσει;».

*

*

*