Μια ποιητική ηθική της ειρωνείας

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Νίκος Ι. Τζώρτζης
Αστοχία υλικού – Αναψηλάφηση Γ΄
Κέδρος 2025

Η Αστοχία υλικού – Αναψηλάφηση Γ΄ αποτελεί ένα ενδιαφέρον βιβλίο. Ο τίτλος της συλλογής παραπέμπει στο υλικό που αξιοποιήθηκε και στη μέθοδο εργασίας που ακολουθήθηκε. Πρόκειται για ένα συνθετικό έργο που αντλεί το υλικό του από πολλές πηγές και κείμενα, λειτουργώντας ως υπομνηματισμός μια ιστορικής ύλης που γέννησε τη σύγχρονη Ελλάδα και ως εργαλείο αναψηλάφησης αυτού του υλικού, σε συνδυασμό με την ψηλάφηση της προσωπικής ιστορίας. Όλα αυτά ιδωμένα με μια ειρωνική ματιά την οποία αρκετές φορές επιτείνει η εμμετρότητα των κειμένων και η πλαστότητα της λόγιας γλώσσας κυρίως στην αναθεώρηση του παρελθόντος. Η ευρύτητα του υλικού οδηγεί και σε μια μορφική πολυτροπικότητα που επιστρατεύει ποικίλες εκδοχές της έμμετρης φόρμας και του ελεύθερου στίχου.

Για να γίνει η αυτοψία του υλικού, το βιβλίο κατατέμνεται σε ενότητες, έντεκα τον αριθμό και κάθε ενότητα σε επιμέρους ποιήματα που επισκοπούν ένα ευρύ φάσμα του ελληνικού παρελθόντος και παρόντος αλλά και ανατέμνουν την προσωπική ιστορία τόσο του ιδιωτικού βίου όσο και του ποιητικού. Κοινό στοιχείο των επιμέρους ιστοριών το τραύμα ενός διχασμένου κόσμου: το μετεμφυλιακό κράτος, οι παγκόσμιες εκδοχές του αποκλεισμού (από τις διχοτομημένες πόλεις έως το ρατσιστικό κράτος της παλαιότερης(;) Αμερικής), οι στρεβλώσεις του κοινωνικού φρονηματισμού που επέβαλαν τα συντηρητικά κοινωνικά και πολιτικά κατεστημένα στη γλώσσα, τη μουσική, τον κινηματογράφο, η δικτατορία, η ελληνική επανάσταση και η οικειοποίηση της ιστορικής αλήθειας από τους κατέχοντες, συνυφασμένα με κείμενα για την ερωτική και καλλιτεχνική διάψευση αλλά και τη λειτουργία της ποίησης στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Εκτός από τα κείμενα που έχουν ως αφετηρία το άμεσα βιωμένο, δομικό στοιχείο των ποιημάτων αποτελεί ο διακειμενικός διάλογος, γι’ αυτό και σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται ευρέα αποσπάσματα από ιστορικά αρχεία, εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία τεκμηρίωσης. Παράδειγμα η ενότητα «ΕΘΝΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ (η καύση των φακέλων)» που εκκινώντας από την καύση των φακέλων κοινωνικών φρονημάτων που κρατούσε για δεκαετίες η Ασφάλεια παραθέτει αποσπάσματα από τα κρατικά αρχεία παρακολουθήσεων, στο ύφος της ιστορικής πιστότητας:

ΑΤΟΜΙΚΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
ΑΠΟΡΡΗΤΟΝ
ΑΤΟΜΙΚΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ ΚΑΕΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Γ΄

ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΩΣ:

ΡΙΤΣΟΣ Ιωάννης του Ελευθερίου και της Ελευθερίας γεννηθείς εις Μονεμβασίαν Λακωνίας το έτος 1909, κάτοικος Αθηνών· λογοτέχνης, ηθοποιός.

Δεν έχει έξεις όπως: οινοποσία, χαρτοπαιξία, ερωτομανία, ομοφυλοφιλία, ναρκωτικά, σύναψη χρεών.

Ακολουθεί η αποδελτίωση μέρους αυτού του υλικού που αφορά γνωστά και άγνωστα θύματα του καθεστώτος εν είδει ενός ανεπεξέργαστου corpus που μιλά από μόνο του, εκθέτοντας γυμνό τον τελεσίδικο πρωτογονισμό των πολιτικών ηθών και τον λόγιο καθωσπρεπισμό της γλώσσας μιας ολόκληρης εποχής. Στην ενότητα πάλι που αφορμάται από την έκδοση των Δεκαοκτώ Κειμένων στη δικτατορία («Κείμενα δεκαοχτώ σε οκτάβες οχτώ») το ύφος μετέρχεται την ακαμψία της κομψεπίκομψης καθαρεύουσας όπως στο β΄ ποίημα της ενότητας:

Η θεραπεία

[…] στις 29 Απριλίου 1967, συγκροτήθηκε η Υπηρεσία Ελέγχου Τύπου στη Γενική Διεύθυνση Τύπου της Προεδρίας της Κυβερνήσεως, με σκοπό την πρόληψη δημοσιεύσεων που δυσφημούσαν την κυβέρνηση και απειλούσαν την ασφάλεια της χώρας.
Γιάννης Γκλαβίνας, «Εφ’ όπλου… «ψαλίδι» […]»
στο συλλογικό έργο Η ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ποικίλαι διφορούμενοι άνευ λόγου λέξεις,
όπως δε και φράσεις όχι ευθέως καταληπταί,
συχνάκις υποκρύπτουν σκοτεινάς ορέξεις,
εξ ων, όσαι πλέον δεν καταστούν αντιληπταί,
ίσως μεταβληθούν εις παρανόμους έξεις,
δι’ ο, θα δίδονται εξηγήσεις, πιθανώς γραπταί,
εκ του υπογράφοντος τοιαύτας υπόπτους θέσεις,
δια ν’ αποδείξει τας εντίμους του προθέσεις.

Η έμπνευση του Τζώρτζη μοιάζει να εκκινεί από μια πραγματικότητα με την οποία βρίσκεται σε άμεση ανταπόκριση και η οποία αποτελεί το έναυσμα για την πυροδότηση της ποιητικής διαδικασίας. Συχνή είναι επίσης η λειτουργία της επίνοιας, που δείχνει τη βούληση να μην αφεθεί στην αυθόρμητη λυρική περιέλιξη της έμπνευσης αλλά να την εντάξει σε μια νοητική σύλληψη που επηρεάζει τη μορφή του εκάστοτε ποιήματος αλλά και την αρχιτεκτονική διάταξη της ενότητας. Παράδειγμα, το επόμενο όπου η στρατηγική των σχέσεων παραλληλίζεται ευφάνταστα με την χορογραφία των σημείων στίξης στο λόγο:

Η τελεία μας

Με μια ίσια γραμμή
κάνεις την τελεία μου
θαυμαστικό!

Με μια άνω τελεία
κάνω την τελεία σου
άνω κάτω:

Με άλλες δύο τελείες
κάνεις την τελεία μου
αποσιωπητικά…

Ας μην προσπαθούμε.
Δεν αλλάζει τίποτα πια.
Φτάσαμε και οι δύο

στο τέλος της πρότασης.

Συνήθως χρειάζεται μια απόσταση για να μελετήσει το υλικό του, ακόμα και το πιο προσωπικό, όπως στην πρώτη ενότητα όπου τα ποιήματα αποτελούν προϊόν της άμεσης επαφής του ποιητή με τον γενέθλιο τόπο του, με τίτλο «Αυτοψίες» και υποτιτλισμένη ως εξής: «Από τις σημειώσεις νεαρού αγροφύλακα (περιοχή Κριτσάς Λασιθίου)»:

Αυτοψία δεύτερη. Στη θέση Σόπατα Κριτσάς
(ο νεαρός αγροφύλακας σημειώνει):

ΙΙ.

Οι αμίλητες

(στον Γιάννη Χρονάκη)

Όρθιες πάντα,
σιωπηλές κι ενωμένες.
Αγκαλιάζονται ή παλεύουν;

Μεγαλώνουν και ψηλώνουν,
ψηλώνουν και ενώνονται.
Παλεύουν ή αγκαλιάζονται;

Συνορίζουνται,
αποφαίνεται η μάνα μου,
Με πλεγμένες ρίζες και κλαδιά,

ένα βήμα η μια απ’ την άλλη,
στο ίδιο χώμα, στο ίδιο φως,
μια ελιά και μια αμυγδαλιά

συνορίζονται.

Με αυτή την ποικίλη ύλη συμπορεύεται και ο αυτοαναφορικός στοχασμός για την αδυναμία της ποίησης να ανταποκριθεί στην χαρτογράφηση της πραγματικότητας. Η ενότητα ΙΣΤ΄ π.χ. εκκινεί από τη γνωστή διάλεξη του Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο και την καταδίκη της λαϊκής πολιτισμικής παράδοσης από τις ορθόδοξες πολιτικές και πνευματικές ηγεσίες του τόπου, συνεχίζει με την «εξυγιαντική» γυμναστική της Μακρονήσου και «την δίκη των τόνων», την πειθαρχική δίωξη κατά του Ι. Κακριδή, για να κλείσει με το εξής ποίημα:

Ερωταποκρίσεις από τα ημερολόγια εργασίας του ποιητή
(απόσπασμα για προσωπική χρήση)

IV.

Τα εις εαυτόν Δ΄

στον Κωστή Παπαδάκη

— Να λες εσύ όσα θα ήθελες να πει το κείμενό σου;
— Άλλη ερώτηση…

— Να λέει το κείμενό σου όσα θα ήθελες να πεις εσύ;
— Διακαής πόθος. Για γραφείς.

— Να λέει το κείμενό σου όσα θα ήθελε να πει το κείμενό σου;
— Διακαής πόθος. Για ποιητές.

Το παραπάνω ποίημα αποτελεί το τέταρτο σε μια σειρά πέντε ανάλογων εις εαυτόν παραινετικών ποιημάτων, όλα στο τέλος ενοτήτων που πραγματεύονται ιστορικής εκπόρευσης ζητήματα και αποκαλύπτει, όπως και τα υπόλοιπα τέσσερα, την πάλη του δημιουργού με το υλικό του για την κατάκτηση του δυσπρόσιτου ουσιώδους: το «να λέει το κείμενό σου όσα θα ήθελε να πει το κείμενό σου» είναι πράγματι το μεγάλο στοίχημα της τέχνης, όταν η μετουσίωση του υλικού έχει φτάσει σε τέτοια αυτονομία και η διαδικασία της γραφής ακολουθεί τη δική της νομοτέλεια που επιτέλους για λίγες στιγμές αφήνει πίσω της το δημιουργό και τελείται αυθύπαρκτα.

Η παράδοξη τοποθέτηση των συγκεκριμένων ποιημάτων στο τέλος αυτών των ενοτήτων υποδηλώνει αυτό που ήδη ο τίτλος προεξαγγέλλει: την αστοχία υλικού (ένας κατά βάση τεχνικός όρος για να δηλώσει την ανεπάρκεια του χρησιμοποιούμενου υλικού να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις σχεδιασμού και λειτουργίας). Το ανυπότακτο υλικό της ιστορικής και προσωπικής μνήμης μοιάζει να χλευάζει τις προσπάθειες του ποιητή να το μετουσιώσει και η εκ μέρους του αποδοχή αυτής της αστοχίας αποτελεί μια σταθερή στρατηγική των δημιουργών που ομολογούν τη διάσταση ανάμεσα στην πρόθεση και την καλλιτεχνική πραγμάτωση. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί βέβαια ένας ποιητικός ακκισμός, από την άλλη όμως συνάδει με την ειρωνική κατάστρωση της συλλογής. Και αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο τη ρητορική στρατηγική, που χρησιμοποιεί την ειρωνεία ως κριτική στον εξουσιαστικό λόγο αλλά και την ηθική της ειρωνείας ως παραδοχή της αδυναμίας της διάνοιας να παράσχει τελεσίδικες αλήθειες για τον κόσμο, αποδεχόμενη την αρχή της αβεβαιότητας και πολλαπλότητας που καθορίζει την επώδυνη σχέση του προσώπου με τον κόσμο.

Ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο της συλλογής είναι η μορφική ποικιλία: σονέτο, οκτάβα, τριολέτο, σονέτο με ουρά, μαντινάδα, πιο χαλαρές έμμετρες φόρμες, ελεύθερος στίχος, πεζότροπες φόρμες, ολιγόστιχη εκπνοή του ποιητικού στιγμιότυπου, η ομοιοκαταληξία και η ομοηχία, το ιστορικό ντοκουμέντο, η συρραφή αρχειακού υλικού, η πρωτοπρόσωπη εξομολογητικότητα, η συχνή χρήση του μότο σε σχέση έντασης και συνομιλίας με το υπόλοιπο ποιητικό σώμα. Η γλώσσα αρδεύει από όλα τα στρώματα της ελληνικής, κινούμενη από τον βατά καθημερινό έως τον σαρκαστικά πεποικιλμένο λόγο, με σαφή προτίμηση στην ασυγκίνητη ακριβολογία.

Ένα ποιητικό σώμα ανήσυχο, μια γραφίδα που μετέρχεται τρόπους που έχει ήδη χρησιμοποιήσει στην προηγούμενη δουλειά του. Εδώ το δημόσιο και το ιδιωτικό διαπλέκονται ως εκδοχές μιας ριζικής διχοστασίας που στην κοινωνική ζωή παράγει τις κάθε λογής στρεβλώσεις και αποκλεισμούς και στην ατομική αναδεικνύει την αντινομική φύση των ανθρώπινων σχέσεων. Η ποιητική του γλώσσα προσπαθεί να καταδείξει άλλοτε ευθέως καταγγελτικά και άλλοτε πικρά διαπιστωτικά την διάσταση αυτή και τα ψεύδη που τρέφουν και ματαιώνουν τη ζωή. Εδώ ο Τζώρτζης βάζει πολλά πράγματα προς συζήτηση, και νομίζω ότι η επιλογή του να συνυφάνει τις πτυχές αυτής της αστοχίας του βίου είναι λειτουργική, αν και μερικές φορές η εκτεταμένη χρήση του παραθέματος και ο διακειμενικός διάλογος θα μπορούσε να περιοριστεί. Ένα ενδιαφέρον βιβλίο που παρά την πλατιά του επιφάνεια κατορθώνει κάποιες φορές να καταδυθεί και στις υπόρρητες υπαρξιακές διαστάσεις των ανθρωπίνων.

*

*

*