*
To Γλαυκό
( L’ azur )
H ήπια ειρωνεία του αιώνιου γλαυκού
ράθυμα όμορφη όπως τα άνθη πέφτει πάνω
σε ανάξιο ποιητή που βρίζει τον νωθρό του νου
περνώντας μέσα από μια άγονη έρημο Βασάνων.
Μάτια κλειστά, φυγάς, νιώθω ότι παρατηρεί
με μιαν ανήλεη της μεταμέλειας μανία,
την άδεια την ψυχή μου. Πού πάω; Ποια νύχτα ζοφερή
να ρίξω, ράκη, σε άσπλαχνη να ρίξω υπεροψία;
Σήκω, ομίχλη! Άπλωσε μονοτονία τεφρών,
κορδέλες στα ουράνια καταχνιάς να σύρεις
που θα πνίξει των φθινοπώρων το έλος το ωχρό,
μία μεγάλη σιωπηλή οροφή να ανεγείρεις!
Μάζεψε, εσύ από λίμνες αφού βγεις της λησμονιάς,
καθώς θα φτάνεις, άοκνα να βουλώσεις, φίλη Ανία,
τρύπες κυανές, με ισχνά καλάμια κι ύλη λασπουριάς,
μεγάλες, των πουλιών που έχει ανοίξει η κακία.
Aκόμη! Οι καμινάδες συνεχώς οι θλιβερές
ας καιν, και μία φυλακή καπνιάς που όλο σαλεύει
στη φρίκη μέσα ας σβήνει από τις μαύρες της ουρές
κίτρινο ήλιο που στον ορίζοντα τελεύει!
Σε σε προστρέχω, ω ύλη ‒έχουν πεθάνει οι Ουρανοί‒,
σκληρής Ιδέας λησμονιά και Αμαρτίας να δώσεις
στον μάρτυρα αυτόν που θέλει κάτι απ’ τo παχνί
όπου η όλβια των θνητών αγέλη έχει ξαπλώσει,
γιατί θέλω εκεί, μιας και μου έχει αδειάσει ο νους,
σαν παραπεταμένο καρμινιού ένα άδειο βάζο,
να καλλωπίσω ανίκανος των ιδεών λυγμούς,
με ανοιχτό στόμα το σκαιό μοιραίο να κοιτάζω…
Ματαίως! Το ακούω, ψυχή μου, θριαμβεύει το Γλαυκό,
ψάλλει, και η καμπάνα σαν φωνή το διατρανώνει,
με την κακή του νίκη ολοένα πιο τρομακτικό
και ζωντανό, σαν εωθινό απ’ το μέταλλο το υψώνει!
Αρχαίο, μέσα σε αχλύ γλιστρά, άγχος που εκ γενετής
να σε διαπερνά, σκληρό σπαθί, το έχεις νιώσει.
Σε ποια άγονη εξέγερση, στρεβλή, φυγή να βρεις;
Γλαυκό! Γλαυκό! Γλαυκό! Γλαυκό! Μ’ έχει στοιχειώσει.
///
Ο τάφος του Σαρλ Μπωντλαίρ
( Le tombeau de Charles Baudelaire )
Το υποχθόνιο στόμα του θαμμένου ιερού
Στάζοντας σάλιο ρουμπινιών και λάσπης από φρεάτιο
Βγάζει προς τα έξω απαίσια του Άνουβη αγαλμάτιο
Με τη φρικιαστική υλακή του ρύγχους του πυρρού.
Ή όταν καινούργιο αέριο στρίβει άφτρα ασταθή
Που προσβολές απορροφά, όπως καθείς γνωρίζει
Μία ήβη αθάνατη ανελέητα φωτίζει
που όπως λάμψη φανού για κάπου αλλού θα πεταχθεί.
Ποια αναθηματικά, ξερά, σε πόλεις χωρίς δύση,
Φυλλώματα όπως αυτή μπορεί να ευλογήσει
Στην πέτρα πάνω του Μπωντλαίρ καθίζοντας εις μάτην
Απούσα απ’ την καλύπτρα που τη σκέπει ριγηλά
Αυτή, η Σκιά του, ένα φαρμάκι που παραφυλά,
Πάντα να την εισπνέουμε, έστω θάνατο γεμάτη.
///
Α λ λ ο θ ρ ο ϊ σ μ ο ί
μεταφράζει ο
Βασίλης Πατσογιάννης
*
*
