*
Κάθε πρωί, ακολουθώ την ίδια διαδρομή από το σπίτι στο γραφείο. Απόσταση τριακοσίων μέτρων περίπου. Μικρή απόσταση που κρύβει όμως κινδύνους, αν λάβεις υπ’ όψιν σου τα ζιγκ ζαγκ στα στενά που καθημερινά επινοώ για να αποφύγω ανεπιθύμητες συναντήσεις.
Δεν τα καταφέρνω πάντα. Συχνά τρακάρω σε κάποιον γνωστό, πρόθυμο για μια συζήτηση περί κρίσης… Αναγκαστικά, φοράω το χαμόγελό μου και υφίσταμαι τον μονόλογο του συνομιλητή μου…. Για λίγο όμως. Σύντομα βάζω σε εφαρμογή το σχέδιο εξόδου από τη κρίση που έχω περιέλθει… Προφασίζομαι ραντεβού με πελάτη, αποσκοπώντας στην τυπική ευγένεια του συνομιλητή. Η στρατηγική συνήθως πιάνει τόπο. Απελευθερώνομαι από τα δεσμά μιας συζήτησης που με επέλεξε, κουβαλώντας, ωστόσο, μια μικρή ενοχή για το ψέμα μου.
Καμιά τριανταριά μέτρα από το γραφείο, καλημερίζω τον περιπτερά, αγοράζω εφημερίδα και προχωρώ, όταν πια το βλέμμα μου πέφτει στον άστεγο… Ενοχλούμαι και αμέσως, αλλάζω πορεία, περνώντας στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Σήμερα, η ίδια διαδρομή έκρυβε εκπλήξεις. Βγαίνω από το σπίτι, αγκαλιά με ένα τσουρέκι. Απρόσμενο δώρο ενός φίλου που με επισκέφθηκε την προηγουμένη. Αποφασίζω να μην «γλυκαθώ» για να κρατήσω σιλουέτα…
Φτάνω στο περίπτερο, αγοράζω εφημερίδα και κατευθύνομαι προς τον άστεγο. Είναι τυλιγμένος με μια βρώμικη κουβέρτα και χαρτόνια. Βλέπω την πλάτη του. Δεν με βλέπει. Γρήγορα και όσο το δυνατόν πιο διακριτικά, αφήνω το τσουρέκι δίπλα του. Επιταχύνω για να μην με αντιληφθεί, καθώς ντρέπομαι κάπως για την πράξη μου.
Στρίβω στη γωνία και βρίσκω καταφύγιο στο γραφείο και τις ασφαλείς νόρμες του.
Μεσημέρι της ίδιας ημέρας. Φεύγω από το γραφείο και ακολουθώ αντίθετη πορεία προς το σπίτι. Καθώς στρίβω στο πρώτο στενό, βλέπω
τον άστεγο στην ίδια θέση, μπουκωμένο με το τσουρέκι. Κοντοστέκομαι. Προσπαθώ να διακρίνω στο πρόσωπό του μια υποψία ευχαρίστησης. Είμαι βέβαιος ότι είναι θέμα χρόνου να συμβεί. Μάταια. Μασάει το τσουρέκι ψυχρά, μηχανικά, με το κεφάλι του ελαφρά κρεμασμένο προς τα εμπρός.
Η ιδία εικόνα επαναλαμβάνεται και στη δεύτερη, την τρίτη και τέταρτη μπουκιά. Απορώ: «Δεν του έχει λείψει η συγκεκριμένη γεύση»; Πρέπει να φύγω όμως. Ο χρόνος με κυνηγά. Διαλέγω άλλη διαδρομή και αποχωρώ προβληματισμένος.
Η ώρα 8 μμ. Τα ραντεβού τελείωσαν και ήρθε η ώρα για σκραμπλ με φίλους. Κλείνω την εξώπορτα του γραφείου, στρίβω στη γωνία και κατευθύνομαι προς τον άστεγο. Δεν ξέρω γιατί. Έτσι, ασυναίσθητα. Τον πλησιάζω και τον ρωτώ: «Θα βρέξει σήμερα; Τι λες;» Χαζή ερώτηση, αλλά για κάποιον λόγο λειτουργεί: «Ναι, εκεί το πάει» μου απαντά.
Με αιφνιδιάζει, προσφέροντας τσιγάρο. Το δέχομαι, γιατί ντρέπομαι να αρνηθώ. Καπνίζουμε παρέα και συζητάμε για την κατάντια του Παναθηναϊκού στο ποδόσφαιρο. Γνωρίζει περισσότερα. Που και που χαμογελάει, όταν με βλέπει να προσπαθώ βγάλω τον καπνό από τα ρουθούνια μου. «Καπνίζεις καιρό»; με ρωτά. Προσποιούμαι ότι δεν ακούω… Δεν επιμένει. Μου εξηγεί κοφτά πώς να εκπνέω το καπνό. Χαμογελώ με την αδεξιότητά μου.
Γελάμε με τη γηραιά τραγουδίστρια που η φωτογραφία της κρέμεται σε καναρινί περιοδικό και που αρνείται ότι «τράβηξε» το πρόσωπό της. Το ηρωικό «ΟΧΙ!» της που θυμίζει το έπος του ’40, υποσκάπτεται από μια φωτογραφία της στην πρώτη σελίδα του περιοδικού που φανερώνει μια κάποια επεμβασούλα…
Ο χρόνος κυλά αδυσώπητα και για την αοιδό και για εμένα. Έχει περάσει σχεδόν μια ώρα. Πρέπει να φύγω. Με περιμένουν οι φίλοι. Τον αποχαιρετώ και μου αποκρίνεται με ένα χαμόγελο: «Ευχαριστώ, τώρα χόρτασα».
Νιώθω ένα βάρος στο στήθος. Δεν καταλαβαίνω τι εννοεί. Κομψά, το βάζω στα πόδια. Ξανά.
Φτάνω στο σπίτι του φίλου και ξεκινάμε το σκραμπλ. Σ’ όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού, το μυαλό μου είναι κολλημένο στην φράση του. Εξακολουθώ να νιώθω βαρύς. Το παιχνίδι δεν με συγκινεί σήμερα. Η Ναταλία κερδίζει. Η τελευταία λέξη που σχηματίζει και της χαρίζει την νίκη, είναι το απαρέμφατο «ανήκειν».
Το βλέμμα μου καρφώνεται στα άσπρα κυβάκια που σχηματίζουν το απαρέμφατο και σιγά σιγά μπαίνουν σε τάξη τα δικά μου εσωτερικά κυβάκια. Το πρωί, όταν του άφηνα το τσουρέκι, ο άστεγος φίλος με είχε δει. Αν δεν με είχε δει, σίγουρα με είχε νιώσει. Είχε άραγε διαισθανθεί την ντροπή μου για την λανθάνουσα ιεραρχία που έκρυβε η «γλυκιά» προσφορά μου;
Σιγά σιγά συνειδητοποιώ ότι δεν είχε ανάγκη την προσφορά μου. Η παρέα μας τον χόρτασε. Το δικό μας «ανήκειν».
Όσο σκέφτομαι τα παραπάνω, συγκινούμαι, αλλά δεν το δείχνω στους φίλους μου. Ζαλισμένος τους αποχαιρετώ. Το πρωί της επομένης, σπεύδω να τον συναντήσω, ολίγον περισσότερο original από την προηγουμένη και χωρίς «γλυκές» προσφορές.
«Καλημέρα, Πέτρος» με χαιρετά. «Καλημέρα, Μανόλης» του απαντώ.
Έκτοτε, τα λέμε δυο-τρεις φορές την εβδομάδα. Η παρέα του βάλλει σιωπηρά κατά του κρυφού εγωισμού μου.
Μήπως, τελικά, η γηραιά αοιδός δεν είναι η μόνη που τραβάει το πρόσωπό της;
ΜΑΝΟΛΗΣ ΦΕΛΛΙΟΣ
*
*
*
