*
της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ
~.~
Θωμάς Ιωάννου
Ανοιχτή ημερομηνία
Πόλις, 2025
Στις ανεξάντλητες βιβλιοπαρουσιάσεις, δεν είναι σπάνιο το αλληλολιβάνισμα να αντικαθιστά τους κριτικούς λόγους, αποσιωπώντας πολλές φορές τα κάτω του μετρίου ποιήματα για τα οποία γίνεται λόγος. Ο ποιητής Θωμάς Ιωάννου και η ποιητική του κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση και διαφοροποιούνται από τις προβλεπόμενες ποιητικές παρουσίες που καθιερώνονται στις συντεχνίες με βάση τα συστήματα δημόσιων σχέσεων και τη λειτουργία της γραφής ως κοινωνική καταξίωση χωρίς αισθητικό αντίκρυσμα. Στη νέα ποιητική συλλογή του με τίτλο Ανοιχτή ημερομηνία ο Ιωάννου αντιστρέφει την προβλεψιμότητα της ποιητικής μετριότητας, ενώ παράλληλα τεκμηριώνει το απαιτητικό ποιητικό πεδίο. Πρόκειται για μια από τις καλύτερες ποιητικές συλλογές των τελευταίων χρόνων. Η παραπάνω θέση βέβαια απαιτεί την κριτική της επεξήγηση ώστε να μην ακυρώνει την απαιτούμενη κριτική λειτουργία.
Στο νέο του βιβλίο ο Ιωάννου ελέγχει προσεκτικά και λεπτομερώς την παραγωγή του ποιητικού λόγου, δουλεύοντας το ποιητικό υλικό εξαντλητικά μέχρι να το ολοκληρώσει. Η νέα ποιητική συλλογή εκδίδεται δεκατρία χρόνια μετά το βραβευμένο πρώτο βιβλίο του Ιπποκράτους 15 και χαρακτηρίζεται από μια αισθητική στην οποία μορφή και περιεχόμενο είναι αδιάρρηκτα δεμένα μεταξύ τους. Απέναντι στην υπερπαραγωγή ποιητικών βιβλίων που εκδίδονται ο Ιωάννου δεν βιάστηκε να κυκλοφορήσει βιαστικά το νέο του βιβλίο, αξιοποιώντας την κριτική αποδοχή του έργου του. Η επιλογή αυτή του να μην εκδίδει τη μια συλλογή μετά την άλλη φαίνεται να τον δικαιώνει, επιβεβαιώνοντας τη συγκροτημένη και μεθοδική μελέτη και ενασχόληση με τις ποιητικές γραφές. Δικαιώνεται επίσης ως προς την επιλογή του σχετικά με τη δομή και όλες τις τροπές των ποιημάτων από την αρχή μέχρι το τέλος. Το έργο του επιβεβαιώνει λοιπόν και τον τίτλο του, υπογραμμίζοντας πως μια τέτοιου τύπου ποιητική γραφή διατηρεί την επικαιρότητα της ποίησης όταν αυτή έχει την ικανότητα να διατηρήσει τις ημερομηνίες ανοιχτές και να λειτουργήσει στη διαχρονία με ανοιχτούς παράλληλα διαλόγους ανάμεσα στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Η προσέγγιση του χρόνου και η αποκαθήλωση μιας γραμμικής ακολουθίας με όρους συνέχειας είναι κομβικό στοιχείο του βιβλίου και σηματοδοτεί παράλληλα τους διαλόγους του ποιητή όχι μόνο με παρελθοντικά γεγονότα της ελληνικής και παγκόσμιας ιστορίας αλλά και με όσους/όσες τον καθόρισαν ποιητικά, αισθητικά και θεωρητικά. Εδώ ο χρόνος και οι ασυνέχειές του επιτρέπουν στον Ιωάννου να αποστασιοποιηθεί από κάθε τύπου ένδοξη αφήγηση, καθώς και να συνομιλήσει με ποιητές και λογοτέχνες που τον καθόρισαν.
Από τον συγκεκριμένο τίτλο του πρώτου του βιβλίου Ιπποκράτους 15 στην Ανοιχτή ημερομηνία της δεύτερης συλλογής ορίζεται μια συγκεκριμένη μετάβαση από το ειδικό στο γενικό, μια μεταστροφή και μετακίνηση που απομακρύνει κάθε τύπου βεβαιότητα και οριστική λύση, σηματοδοτώντας την ίδια στιγμή τη μεταβατική συνθήκη της εποχής και τα μεταίχμια των καιρών στα οποία οι πολιτικές δυστοπίες εγγράφονται στις προσωπικές διαδρομές, τα συναισθήματα και τις σχέσεις που διατηρούμε.
Στα κειμενικά διακυβεύματα του βιβλίου ο ποιητής δεν είναι η φωνή αυθεντίας που καθοδηγεί, ούτε κινείται ναρκισσιστικά ως διαμεσολαβητής των αναγνωστών και αναγνωστριών στο ποιητικό τοπίο που διαμορφώνει και στους διαφορετικούς ποιητικούς διαλόγους που κατασκευάζονται στην εξέλιξη του βιβλίου. Αντίθετα φαίνεται πως ο ίδιος κρατάει κάθε στιγμή και σε κάθε διαφορετική περίσταση μια άνω τελεία που διατηρεί την πιθανότητα άλλων εκδοχών και τοποθετήσεων ώστε η ανοιχτή ημερομηνία να προσανατολίζει σε διαφορετικές προσλήψεις και αναγνωστικές ερμηνείες με όρους παροντικούς και μελλοντικούς χωρίς να εγείρονται απαιτήσεις για ένα τέλος, έναν οριστικό προορισμό: αισθητικό, ιδεολογικό ή προσωπικό. Χωρίς επίσης να εμπλέκει την ποίηση και την ιδιότητά του ως ποιητή σε τελεολογικές μεταφυσικές διαδρομές που να οριστικοποιούνται ή να επιδιώκουν ένα τακτοποιημένο αίσιο τέλος, στο πλαίσιο των απαιτήσεων μιας ορισμένης γραμμικότητας που απαντάται συχνά και στους κριτικούς λόγους για την ποίηση και τις σημασίες της με την εφαρμογή συγκεκριμένων ιεραρχικών αξιολογικών σχημάτων. Στην παρούσα συλλογή ο Ιωάννου προβαίνει σε μια φιλοσοφική κειμενική διερεύνηση με διαρκείς κριτικούς αναστοχασμούς, ενώ παράλληλα αξιοποιεί υφολογικά και στιχουργικά διαφορετικές παραδόσεις και ποιητικές, διατηρώντας τον ρυθμό στον έμμετρο και ελεύθερο στίχο.
Πρόκειται για μια συλλογή στην οποία ο ποιητής αποδέχεται τη ρευστότητα του χώρου, του χρόνου, της ιστορίας και των ανθρώπων. Τσελάν, Πάστερνακ και τα δημοτικά τραγούδια δημιουργούν συνεχόμενα παλίμψηστα χωρίς τέλος. Ιωάννου και Πάστερνακ ο ένας μέσα στον άλλον: «Ούτε με τα νερά τους πήγαινα / Και κοίτη δεν με χώραγε / Στο δέλτα μιας ιδέας να εκβάλω / Μόνο με τα νερά του Βόλγα / Έτρεξε το αίμα μου / Πέντε ποτάμια το ΄πλεναν / Κι έβαψαν και τα πέντε» (Πέντε Ποτάμια, σ. 27).
Το αίσθημα του μετεωρισμού τίθεται εξαρχής, καθώς γίνεται αναφορά στην ιστορία της αμφίβιας ανθρώπινης μοίρας. Πάνω στον στίχο-μότο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου: «Ζήσαμε με μισή καρδιά σε στεριά και σε θάλασσα» οικοδομείται η συνέχεια «μια πέτρα για να δένεις στο λαιμό / όταν σε πιάνει θάλασσα / καταμεσής του δρόμου», ενώ το ποίημα ολοκληρώνεται με την επιθυμία «Νερό κι αλάτι να μην γίνουμε». Το πρώτο ποίημα ορίζει την εξέλιξη του βιβλίου. Το ένα ποίημα εγκιβωτίζει και εγκιβωτίζεται στο επόμενο. Τα μότο σε πολλά από τα ποιήματα συγκροτούν τους διαλόγους του ποιητή με αγαπημένους του έλληνες και ξένους ποιητές ή λογοτέχνες. Το υγρό στοιχείο διαρκές παρόν πυκνώνει τις ποιητικές μεταβάσεις, συντηρεί την ανοιχτωσιά και τη θραυσματικότητα των διαλόγων που εξελίσσονται και δημιουργεί διαρκή σκαμπανεβάσματα, μπρος και πίσω με κινήσεις συνεχόμενες προς όλες τις κατευθύνσεις. Ολόκληρη η δομή του βιβλίου προκαλεί κειμενικούς κυματισμούς διαφορετικών μεγεθών και διακυμάνσεων που εμπεριέχουν όλες τις συναισθηματικές εκφάνσεις χωρίς όμως ποτέ να καταφεύγουν σε έναν νοσταλγικό απόηχο που επισημαίνει πως το παλιό ήταν «μια κάποια λύσις». Το ποιητικό υλικό του Ιωάννου μεταμυθοπλάθει την ίδια τη λειτουργία της ποίησης, της ιστορίας και της γραφής. Αναδιατάσσει επίσης πολύτροπα και συνθετικά την ιστορικότητα της ποίησης, ορίζοντάς τη ως καταφύγιο διαρκείας και τόπο ένωσης του προσωπικού, του ιστορικού και του πολιτικού ακόμα και όταν οι ήττες και οι απώλειες πληθαίνουν. Το υγρό στοιχείο δεν είναι μόνο μεταφορικό και συμβολικό. Η θάλασσα, το ποτάμι, η λίμνη είναι ενεργά στοιχεία με πολλούς τρόπους και η Πρέβεζα, τόπος κατοικίας του ποιητή, επίσης παρούσα. Είναι όμως πολύ φανερό πως ο Ιωάννου συνδέει παράξενα και αλλόκοτα ίσως τόπους και ανθρώπους που διασχίζουν τον χρόνο και την ιστορία. Παραδειγματικά η πλατεία της Αργεντινής Δημοκρατίας συνδέεται με την πλατεία του καρμπονάρου Λορέντζου Μαβίλη στα Γιάννενα.
Ο ποιητής έχει επίσης αφομοιώσει πλήρως τα διαφορετικά ιστορικά γεγονότα, την ιστορικότητά τους διαχρονικά, καθώς και τις επιδράσεις τους στην ποίηση και τις φωνές των ποιητών / ποιητριών. Η αντίστιξη στεριάς και θάλασσας συγκροτεί τόπους μετακίνησης, μετασχηματισμών και αγωνιωδών διλημμάτων.
Είναι αναμενόμενο ο Καρυωτάκης να συνοδεύει τον ποιητή στο «Γεωγραφικό στίγμα» και αλλού (αναφέρω ενδεικτικά «Τα μπάνια του λαού» και το ποίημα «Οδός Καρυωτάκη (Πρώην Πριγκιπίσσης Μαρίας)». Θα μπορούσε σε άλλη εκδοχή «να διώχνει τις κουρούνες για να δει / Νικόπολη το μάτι» μα όπως επισημαίνει «Δεν ήταν της υπομονής». Δεν ήταν δυνατόν να ακολουθήσει μια προβλεπόμενη διαδρομή με ασφαλείς σταθμούς. Η ειρωνεία, ο σαρκασμός, η Πρέβεζα και η απεύθυνση στον Καρυωτάκη επανέρχονται και στα «μπάνια του λαού» και συμπεραίνεται: «Άντε κοιμήσου δίχως ζάναξ / Πεθαίνεις ζεις μονάχα άπαξ» (σ. 17). Η ιστορία και διάφορα συμβάντα της παρατάσσονται στο βιβλίο και οι τόποι συνδέονται με τα ιστορικά γεγονότα και τους συλλογισμούς γύρω από αυτά. Κι αν ο ήχος από τον πυροβολισμό του Καρυωτάκη αντηχεί στο βιβλίο με μη προβλέψιμους τρόπους, ακολουθώντας και αυτόν του Μαγιακόφσκι, ο Ιωάννου αναφέρεται στη σχέση του με την ποίηση και τη συνεχή του τριβή με αυτή σαν να είναι ένα άσφαιρο όπλο: «Άδειο μου Magnum ποίηση / Ούτε τους κάλυκές μου δεν μπορώ / Μαζί σου να τινάξω / Τα άδεια όπλα όμως είναι που σκοτώνουν» (Magnum opus, σ. 66).
Ο ποιητής ασκεί επίσης σταθερά κριτική στα εθνικιστικά ποιητικά εμβατήρια, διαφοροποιούμενος από τις καταγραφές των ιστορικών αφηγήσεων που επιμένουν στον ένδοξο πατριωτισμό χωρίς αντίκτυπο στο τώρα. Βλέποντας μια φωτογραφία του από εκδρομή στο Μεσολόγγι γράφει: «Σε τέτοια λειψανδρία ούτε ήρωες / Μήτε στο βάθος κήπος / Μονάχα λιμνοθάλασσα κλειστή / Να περισσεύει το αλάτι / Και ούτε λόγος πια για έξοδο / Χάνοντας πόντο πόντο έδαφος» (Εκδρομή, σ. 15).
Όπως ήδη αναφέρθηκε, το ένα ποίημα οδηγεί στο άλλο, ορίζονται και οι ποιητικές συγγένειες, ο Λάγιος για παράδειγμα με τον Καρυωτάκη και πιο πίσω χρονικά τα βήματα του Σολωμού και του Κάλβου στο έργο τους. Εμφανής και συχνά με περιπαικτική διάσταση είναι και ο τρόπος που χρησιμοποιεί ο Ιωάννου την ιατρική του ιδιότητα. Στην «οστική πυκνότητα» (σ. 23), υπονομεύοντας εθνικιστικές αφηγήσεις που προτάσσουν τη μοναδικότητα του έθνους αναγγέλλεται: «Σε τούτο τον υπόκοσμο / Στο χώμα της πατρίδας / Οστά μ’ οστά θα μετρηθούμε». Η χρήση της ποίησης ως προς τις ηγεμονικές αφηγήσεις του έθνους επαναφέρει τη φωνή του ποιητή που θυμωμένος παρατηρεί στο πέρασμα των χρόνων τι γίνεται: «Να κόβουν και να ράβουνε τα λόγια μου / Μια φουστανέλα μονοφόρι για να φτιάξουν» (Στον Τόπο, σ. 24).
Η ιστορικότητα δεν αφορά μόνο στα αντίστοιχα συμβάντα αλλά και στους ορισμούς της επιθυμίας. Ο Πάστερνακ οδηγεί στην Τσβετάγεβα και ο έρωτας επίσης θραυσματικά αρθρώνεται στις μετατοπίσεις του ιστορικού χρόνου, στις αρχές, το μέσο και το τέλος των ερωτικών συναντήσεων ή στους αποχωρισμούς που συμβαίνουν. «Τι να τα κάνω τόσα γράμματα / Αφού στόμα με στόμα δε σ’ τα λέω;» (Μαρίνα των Πάγων, σ. 28). Η επιθυμία ξεφεύγει από κάθε τύπου νόρμα και στις ακολουθίες της ανάμεσα σε πολλούς άλλους ποιητές παρελαύνουν και ο Ρώμος Φιλύρας και ο Ναπολέων Λαπαθιώτης. Το ταξικό στοιχείο παρόν στους στίχους όπου οι ποιητές υποστηρίζουν την υλικότητα της επιθυμίας και συντάσσονται με αυτή «Κι όχι μ’ αυτά τα καθωσπρέπει / Τα αστόπαιδα / Που βάλανε σημάδι τη γενιά μου» (Ακροστιχίδα, σ. 37).
Το πλήθος ποιητών που αναφέρονται και οι μεταξύ τους δεσμοί και συνομιλίες δομούνται σαν ένα κριτικό κολάζ με όρους ιστορικότητας όπου η φωνή του ποιητή ενσωματώνεται στις άλλες φωνές και το αντίστροφο. Δεν λειτουργεί όμως κάτω από ένα καθεστώς αυθεντίας, ούτε σκοπεύει να αποδείξει την εγγραμματοσύνη του Ιωάννου με όρους γραμμικούς και τις γνώσεις του στην ποίηση και την ιστορία. Κάθε ενδεχόμενη «ποιητική παράδοση» είναι ποικιλοτρόπως αφομοιωμένη και εμπλουτισμένη με τους προσωπικούς γλωσσικούς κώδικες του Ιωάννου. Σε αυτό το βιβλίο κατασκευάζεται μια νέα πολυφωνικότητα στην οποία η φωνή του ποιητή δεν ενσωματώνεται μόνο σε αυτές άλλων ποιητών αλλά προκύπτουν νέα προσωπικά και ποιητικά ιδιώματα τα οποία ανατέμνουν και προωθούν την ιστορικότητα της ποίησης σε διαρκή συνομιλία παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος. Η ταυτότητα με αυτούς τους όρους εκτείνεται και αντηχεί το ποιητικό σώμα, χωρίς κανένα μονοδιάστατο στοιχείο. Αναδιατάσσεται έτσι η ανατομία του ιστορικού, ποιητικού και πολιτικού χώρου στο εδώ και τώρα, αφήνοντας ανοιχτές τις τροποποιήσεις και οικειοποιήσεις που μπορεί να προκύψουν σε κάθε ανάγνωση.
Η ποιητική συλλογή του Ιωάννου γίνεται έτσι ένας τόπος περιπλάνησης και συναντήσεων, μια ενεργή φλανερί που δεν έχει όμως οριστικά χαρακτηριστικά ούτε τελικό χάρτη και προφανώς προορισμό. Λειτουργεί επιπλέον σαν ένα ενεργό παρατηρητήριο και προσκλητήριο προκειμένου να προσεγγιστούν οι χαοτικές συνθήκες του παρόντος χωρίς την ανάγκη να εξιδανικευτεί το παρελθόν ή να εντοπιστούν ακλόνητα σημεία αναφορών που να αντέχουν παντού.
Ο ποιητής δεν προσδοκά ευτυχισμένες αιώνιες συναντήσεις και οριστικές λύσεις. Χωρίς μελοδραματισμούς και αντλώντας νέες ανατροφοδοτήσεις και σημεία αφετηρίας και απομάκρυνσης από τις ποιητικές γραφές κρατά την ημερομηνία ανοιχτή. Για τις αφίξεις αλλά και για τις αναχωρήσεις που όχι σπάνια δεν μπορείς να τις διαχωρίσεις. Στις παιδικές ασθένειες ο Ιωάννου χρησιμοποιεί τα λόγια του Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς «I think all writing is a disease. You can’t stop it» («Νομίζω πως κάθε γραφή είναι μια ασθένεια. Δεν μπορείς να τη σταματήσεις»). Ευτυχώς για τον Θωμά Ιωάννου η ποίηση δεν είναι μια παιδική ασθένεια αλλά συνθήκη ύπαρξης, λόγων και κριτικών μετασχηματισμών σε ένα ιστορικό μοντάζ διαρκείας. Ορίζει τοιουτοτρόπως και τη δική του θέση απέναντι στις βεβαιότητες, τα διλήμματα και τα διαφορετικά διακυβεύματα στη διαχρονία του χρόνου και των ποιητικών συμβάσεων: «Ούτε με τα νερά τους πήγαινα / Και κοίτη δε με χώραγε / Στο δέλτα μιας ιδέας να εκβάλω» (Πέντε ποτάμια, σ. 27). Οι στίχοι συνειρμικά οδηγούν σε ένα τραγούδι που συχνά μου έλεγε η γιαγιά μου όταν έκρινε πως αβέβαια κινούμαι: «Τέλος πάντων κύριέ μου. Τι ζητάς εδώ; / Έχασα τα πρόβατά μου και τ’ ακολουθώ». Το κοπάδι μπορεί να έχει σκορπίσει αλλά η αναζήτηση συνεχίζεται αδιάκοπα.
*
*
*
