*
του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
~.~
1. Η ΑΠΟΦΑΣΗ
Όρος δεν ήταν. Έτσι του ’χαν πει.
Είχε όλο το ελεύθερο να κρίνει
με τρόπο που θεωρούσε συνεπή –
δική του και η τιμή και η ευθύνη.
Απ’ την πλευρά τους, μόνη προτροπή:
η απόφασή του άλλο μη βραδύνει –
ας πάψει πια να ομφαλοσκοπεί,
τι παίρνει, αυτό μετράει, και τι δίνει.
Κι εκείνος τους κατάλαβε σωστά:
δεν είχε τίποτε ν’ αποφασίσει,
η πόρτα που έβλεπε ανοιχτή μπροστά
ήταν η μία και μοναδική.
Ήδη, το μέλλον του ήταν όλο εκεί.
Δεν είχε παρά να τη δρασκελίσει.
2. Η ΠΟΡΤΑ
Στα λόγια μένει πάντοτε ανοιχτή
για όλους: βασιλείς, αστούς ή εργάτες,
γι’ αυτούς που τείνουν προς τις αυταπάτες
ή εκείνους που εξετάζουν το γιατί,
για εκείνους που είναι ακλόνητα πιστοί
ή αυτούς που προτιμούν τους αποστάτες,
γι’ αυτούς που επικρατούν με ξένες πλάτες
κι εκείνους που ηττώνται αμαχητί.
Από κοντά αν τη δεις, φαντάζει αλλιώς:
όπως καρκινικά γραμμένος στίχος
ο κόσμος που σου τάζει είναι ο παλιός
κι οι τόποι του κι οι τρόποι του οι γνωστοί.
Στα λόγια μένει πάντοτε ανοιχτή.
Στην πράξη είναι άλλος ένας τοίχος.
///
1. ΠΡΩΙ
Μπροστά μου ο πρωινός καφές. Καυτός, κι αχνίζει,
νιώθω την πίκρα του στα χείλη μου ν’ ανθίζει
καθώς αργά, γουλιά γουλιά, τον δοκιμάζω.
Απ’ το περβάζι μου, πλάι στο σπασμένο βάζο,
ένα κοτσύφι ξάφνου βλέπω, και με βλέπει –
όσο το τζάμι το θολό μάς το επιτρέπει.
Φυσάει και βρέχει, τα κλαδιά βογγούν στον κήπο
αντιλαλώντας από του νερού τον χτύπο
που ρέει πάνω τους σταγόνα τη σταγόνα.
Απρίλης ήδη, μα μια οσμή από χειμώνα
πλανιέται ακόμη στις κουρτίνες, στον αέρα.
Κι εγώ υποδέχομαι ξανά τη νέα τη μέρα
λες κι είναι γύρω όλα κοινά, συνηθισμένα.
Λες και δεν μου ’ναι όλα ετούτα γύρω ξένα.
2. ΒΡΑΔΥ
Γύρω σιωπή. Έχει από ώρα σκοτεινιάσει.
Μια πάχνη γκρίζα λες φερμένη από τα δάση
νοτίζει αργά, ναρκωτικά, τις πέντε αισθήσεις –
πια δεν σου μένει τίποτα ν’ αποφασίσεις,
κανένας φόβος και καμιά επιθυμία
δεν διαπερνά αυτή την κάλπικη ηρεμία
που δεν τη θέλεις, ούτε ωστόσο την αρνείσαι,
και που στα χέρια της σιγά σιγά εξαντλείσαι.
Μηχανικά φέρνεις στα χείλη το ποτήρι,
του αλκοόλ η σπίθα μήπως σ’ ανασύρει
από τη βύθιση σε τούτη τη ρουφήχτρα.
Ο χρόνος είναι μια ασπρομάλλα χαρτορίχτρα
που στο τραπέζι της το μέλλον σου διαβάζει.
Ξέρεις καλά τι θα σου πει. Μα δεν σε νοιάζει.
///
1. Η ΚΟΡΗ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ
Κοιτώ την κόρη μου. Αυτή κοιτάει το μέλλον –
μ’ εμπιστοσύνη, με φωτιά, σχεδόν με θράσος.
Εγώ διαβάτης που ξεστράτισε στο δάσος
κι αυτή ορειβάτισσα στα χνάρια των αγγέλων.
Κοιτώ την κόρη μου. Αυτή κοιτάζει πέρα –
με μια αξεδίψαστη ορμή, με αδημονία.
Εγώ ρολόι που σπατάλησε τη μέρα
κι αυτή δοχείο που μετράει την αφθονία.
Κοιτώ την κόρη μου. Το μέλλον την κοιτάζει
μ’ ένα χαμόγελο αινιγματικό στα χείλη
κι αυτό το βλέμμα που τρυπά σάρκα και ύλη.
Κοιτώ την κόρη μου. Καθόλου δεν τρομάζει –
δρόμο χαράζει μεταξύ φωτός και σκότους.
Κι εγώ τον άηχο ακούω διάλογό τους.
2. ΕΓΩ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ
Κοιτώ το μέλλον μου. Κι αυτό κοιτάει εμένα –
με μια ματιά εξεταστική, επαγγελματία.
Εγώ οδηγός στην κατηφόρα δίχως φρένα
κι εκείνο αφέτης που έχει απλώς την εποπτεία.
Κοιτώ το μέλλον μου. Αυτό κοιτάζει εμπρός μου –
σ’ ένα κουβάρι όλως διόλου μπερδεμένο.
Εγώ απαιτώ να μου εξηγήσει κι επιμένω
κι αυτό μου νεύει: σύντομα θα ’ρθει ο καιρός μου.
Κοιτώ το μέλλον μου. Αυτό χαμογελάει
όπως το συνηθίζει, πάντοτε με γρίφους,
Ίσως το μέλλον, σκέφτομαι, είναι θέμα ύφους.
Κοιτώ το μέλλον μου. Μα αυτό δεν μου μιλάει –
κοιτάει εμπρός και σοβαρό δείχνει τον δρόμο.
Και προχωράμε οι δυο μαζί ώμο τον ώμο.
*
*
*
