*
του ΣΤΕΛΙΟΥ ΛΕΚΑΚΗ
~.~
Περιληπτικός τίτλος: Σύβροχο
Ημερομηνία καταγραφής: 22 Ιουνίου 2008
Στίγμα: 36.6108° N / 27.8333° E|Κάμπος, Αντίπαρος
Πληροφορήτρια: Ζ******
[ Από μνήμης
αποκαταστημένη
προφορική μαρτυρία
λόγω δυσλειτουργίας
του καταγραφικού μέσου ]
~.~
( Μια γυναίκα, η μάνα της Ζ., κάθεται μπροστά σε ένα ξύλινο τραπέζι. Οι ώμοι της είναι σφιγμένοι. Τα χέρια μέσα στην ποδιά της. Κάτι κρατάει. Το βλέμμα της χαμηλωμένο, αποφασιστικό. Το τραπέζι έχει μια φρουτιέρα στη μέση. Η φρουτιέρα είναι άδεια. Απέναντί της κάθεται ένας παπάς. Ο παπάς δεν θα ήθελε να βρίσκεται εκεί. Έξω φυσάει θύελλα ).
⁂
Κάτσε τώρα
κι άκου.
⁂
Και μάζεψε αυτά
τα μαγικά σου
τα νερά,
παπά,
και δεν ξέρω’γώ τι
δε σε φώναξα
για σχώρεση,
να μ’ακούσεις θέλω
να βγουν τα λόγια
απ΄το στόμα μου
στέρεα
να χωθούν
σε σένα,
να τελειώνει
αυτό
το κακό.
⁂
Γιατί είναι ύπουλος
τούτος o καιρός
και τις
σκορπίζει τις
λέξεις
σε μέρη που τίποτε
τίποτε
δεν είναι
ν’ακούγεται.
Πάνε δυό χρόνια
που ο άντρας μου
έφυγε
στον πόλεμο,
τρία χρόνια
παντρεμένοι, παιδί
δεν μου’κανε.
Μ’άφησε
μόνη,
⁂
άκαρπη.
⁂
Μη στριφώνεις
παπά,
είπα,
συχώρεση από σένα
δε θέλω
κιούτε άλλα
να νομίζεις,
απ’αυτές,
δεν είμαι.
Άκουσε με,
τι έχω να πω,
δεν έχω
καιρό για χάσιμο.
⁂
Μόνη.
⁂
Μέρα στη νύχτα
προσευχή, πρώτα
ξεκίνησα μετάνοιες
στους αγίους
τους δικούς σου.
Σειρά πήραν
οι ξεχασμένοι,
οι άγιοι σκοτεινοί
και τα εικονίσματα
τα φαγωμένα
στα ξωκλήσια,
τα ερείπια.
⁂
Τίποτε.
⁂
Έπειτα σίμωσα τις γριές βελανιδιές,
στ’αλώνια και στα τρίστρατα,
κατέβηκα στη θάλασσα
νύχτα,
επικαλέστηκα
το φεγγάρι.
⁂
Ουτ’εκεί.
⁂
Έψαξα τα σημάδια
και τα λόγια που
λέγαν
οι αθρώποι
οι παλιοί,
τα φοβερά,
κείνα
που δεν είναι
να λέγονται
δυνατά ποτέ.
⁂
Τίποτε.
⁂
Μαράθηκα
σιγά σιγά,
έσβησα μέσα
μου
απ’το κλάμα
έλιωσα.
είπα παπά,
σώπαινε
κιάκου.
⁂
Μια νύχτα,
κοντά που ντύθηκε
κείνος στρατιώτης,
άκουσα στην πόρτα
θόρυβο.
Γεμάτος καιρός,
ίδιος τώρα,
σύβροχο,
νόμισα
ο αέρας και πήγα
να δω.
⁂
Μα’ταν η γειτόνισσα
που’χα καιρό
να συναντήσω.
Φευγάτη στην πόλη
λέγαν, μα’γώ
πώς έβλεπα φώτα
στο σπίτι της
κι απέξω,
όταν τύχαινε
και περνούσα
γυρνώντας απ’τ’αμπέλι,
αργά τη νύχτα
άκουγα τα ξύλα
να μιλάνε
μεταξύ τους,
σφυρίγματα φριχτά,
ο άνεμος μυστικά
σα να’λεγε.
⁂
Στεκόταν στην πόρτα
Κρατούσε
δυο ζουμπούλια
Και ένα ρόδι
Και με κοίταζε
Και είπε
Ό,τι ζητάς
θα γένει,
μα
δικό σου
δε θα’ναι
Και γέλασε,
ένα γέλιο
κακό,
όλο δόντια
κι η μύτη μου
άνοιξε
και αίμα
έσταξε
στα ζουμπούλια
Το τελευταίο αίμα
είπε,
μέχρι το επόμενο,
του καλού θεού,
του δικού σας.
Και από τότε,
είπε,
να το περιμένω.
Έτσι, αλήθεια,
είπε, παπά,
θα γίνει,
μου είπε,
μα
δικό σου
δε θα’ναι.
⁂
Οι μέρες μεγάλωναν,
μπουμπούκιασαν
τα δέντρα,
γεμίσανε άνθια
οι γλάστρες
της αυλής,
μαζεύτηκαν
τα κρύα
στις σπηλιές,
αναπαμένες
οι θάλασσες,
φούσκωνε
η κοιλιά μου,
μια γιορτή
το μέσα μου.
Ώσπου φάνηκε
το παιδί,
και
σαν να’λειψε το σκοτάδι
από τη γης.
⁂
Τη χαρά μου!
⁂
Μέχρι χθες
που ξεκρέμασε
θύελλα απ’τον ουρανό,
χοχλάκιζαν
οι λακκούβες
του δρόμου
συρμές τα νερά
στους τοίχους.
Στεκότανε
στη μέση
της αυλής,
πλατάγιαζε το
φόρεμά της
στον αέρα
κιήταν ήσυχη,
θαρρείς
γελαστή.
Την άκουσα μέσα
στο κεφάλι μου,
είπε:
Μα
δικό σου
δε θά’ναι,
μέχρι το επόμενο,
το αίμα
του καλού θεού,
του δικού σας.
⁂
Κι ο θόρυβος
σαν νά’παψε,
κι η θύελλα
δεν είχε πια ουσία.
Ο χρόνος σαν να’ταν
μόνον τώρα,
αλλά ο τόπος,
το σύμπαν
τ’ανάμεσά
μας,
παντοτινά.
⁂
Έστειλα
και
σε φώναξαν.
⁂
Κοίτα με
παπά, και
μη με βλέπεις
που γελώ,
εγώ το αίμα
το ξέρω
πρέπει
τώρα
να
το
μάθεις
κιεσύ.
( Μια αντανάκλαση τινάζεται από την ποδιά της γυναίκας. Ο παπάς πετάγεται τρομαγμένος. Η πόρτα ανοίγει ξαφνικά από τη θύελλα. Η φρουτιέρα γεμίζει φύλλα ).
*
*
*
