*
τοῦ ΤΕΤΟΥ ΣΟΥΡΔΟΥ
~.~
«Δέν ὑπάρχουν ἰδέες. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι. Βεβαίως, ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους μερικοί ἰσχυρίζονται πώς ὑπάρχουν ἰδέες καί ὄχι ἄνθρωποι ἤ πώς δεσμευτικές ἰδέες, καθώς ὁ Λόγος, πρέπει νά ὑποκαταστήσουν τήν αὐθαιρεσία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά καί πάλι: μόνο ἄνθρωποι μποροῦν νά ἰσχυριστοῦν κάτι τέτοιο.»
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ
Βιάζομαι ἀμέσως νά πῶ, σχολιάζοντας τήν κονδυλική προμετωπίδα, πώς τίποτα δέν σηκώνεται ἀπό κάτω. Τέτοιο εἶναι τό βάρος τῆς ἀνθρωπολογικῆς σταθερᾶς τοῦ Κονδύλη.
Τά λίγα ἄρθρα[1] πού ἔχουν δημοσιευθεῖ στά ἑλληνικά γιά τό ἔργο τοῦ Κονδύλη σπεύδουν νά ἐπισημάνουν μιά ἀντίφαση ἤ ἕνα λογικό παράδοξο: «Ἄν οἱ κοσμοεικόνες σχετικοποιοῦνται μέ τήν κατάδειξη τῶν ἱστορικῶν τους προσδιορισμῶν, τί σώζει τήν εἰκόνα τοῦ Κονδύλη ἀπό τή σχετικοποίηση»;[2] Ἐπίσης, οἱ τρεῖς ἀπό τούς τέσσερις ἀρθρογράφους τοῦ ἀφιερώματος τοῦ περιοδικοῦ Νέα Ἑστία[3] γιά τόν Κονδύλη δέν παραλείπουν νά ἀναφερθοῦν στό ἴδιο λογικό παράδοξο. Ὁ Ψυχοπαίδης στό ἐν λόγῳ ἀφιέρωμα, γιά εὐνόητους λόγους, ἐκδηλώνει ζωηρότερα ἀπό κάθε ἄλλον τήν ἐνόχλησή του· σχεδόν διαβλέπει κανείς, νοερῶς, τόν μορφασμό δυσαρέσκειας πού συσπᾶ τό πρόσωπό του. Ἀφοῦ ἀναθέσει τή σκέψη τοῦ Κονδύλη στά ἔργα τῶν Βέμπερ, Νίτσε, Σμίτ (μία μόνο φορά παραθέτει ἀπόσπασμα ἀπό τό ἔργο τοῦ Κονδύλη, γιά νά προσθέσει ἀμέσως ὅτι παραφράζει τόν Σμίτ), συγκεντρώνει κι αὐτός τήν προσοχή του στήν κατάδειξη ἑνός ἤδη ἀπό τήν ἀρχαιότητα γνωστοῦ παραδόξου:
«…μιᾶς θεωρίας πού παραιτεῖται ἡ ἴδια ἀπό οἱανδήποτε ἀξιακή ἐμπλοκή τοῦ βίου, ἐνῷ ταυτόχρονα δέχεται ὅτι ὁρισμένου εἴδους ἀξιακή ἐμπλοκή εἶναι ἀναγκαῖα γιά τή ρύθμιση τοῦ βίου».[4]
Καί ὁ Leo Strauss γράφει:
«Ὁ ἱστορικισμός ἰσχυρίζεται ὅτι ὅλες οἱ ἀνθρώπινες σκέψεις ἤ πίστεις εἶναι ἱστορικές, καί κατά συνέπεια ὅτι ἄξια μοῖρα τους εἶναι ὁ ἀφανισμός· ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ ἱστορικισμός συνιστᾶ προϊόν τῆς ἀνθρώπινης σκέψης. Ὡς ἐκ τούτου, ὁ ἱστορικισμός δέν μπορεῖ νά ἔχει παρά προσωρινή ἐγκυρότητα, ἀλλιῶς δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀπολύτως ἀληθής».[5]
Σέ ἐπιστημονική ἡμερίδα[6] ἀφιερωμένη στήν «κοινωνική ὀντολογία» τοῦ Κονδύλη, πού ὀργάνωσε τό Τμῆμα Φιλοσοφίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων, ὁ Βιρβιδάκης καί ὁ Φαράκλας κεντρώνουν τό ἐπιχείρημά τους ἐναντίον τῆς σκέψης τοῦ Κονδύλη στό ἐν λόγῳ παράδοξο. Ὁ δεύτερος, ἰδιαίτερα, ὀμαδιάζει ὅλα τά προϊόντα τῆς σκέψης του στήν κατάδειξη τῶν ἀντιφάσεων τοῦ κονδυλικοῦ ἔργου. Βάζει τον Κονδύλη νά μιλάει εἰς βάρος τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἐπείγει νά ἀναθέσουμε, ἀρνούμενοι ὁποιαδήποτε πρωτοτυπία, τή σκέψη του Κονδύλη· στόν Βέμπερ, στόν Σμίτ, στούς σοφιστές, στόν ρομαντισμό κτλ. Ἀναθέτοντάς του, μάλιστα ὁμοθυμαδόν, τήν ἀντιπροσώπευση θέσεων καί κρίσεων γνώριμων γιά τήν ἐναντιογνωμία πού προξενοῦν στίς καλοήθεις πνευματικές δυνάμεις, μποροῦμε νά ἐκμεταλλευτοῦμε τις διαδεδομένες στό ἐμπόριο βιβλιογραφικές ἀντιρρήσεις (βλέπε Χάμπερμας, π.χ.) καί νά ὑπενθυμίσουμε συνεπῶς καί τή δική μας, ἐπαξίως ἀφιερωμένη στόν ἀγῶνα γιά κεφαλαιώδη σημασία, ὕπαρξη. Ἡ ἐν λόγῳ κριτική παρουσίαση βρίθει ἀπό παρανοήσεις: Καταλογίζουν στόν Κονδύλη, ἐκτός ἀπό ἠθικό σκεπτικισμό καί γνωσιολογικό σχετικισμό, ὅτι δέν διακρίνει μεταξύ δόξας καί ἐπιστήμης, ὅτι ἀνάγει τίς ἀξιώσεις ἰσχύος στό ζωικό ἔνστικτο· ὅτι ἡ σκέψη του εἶναι ἐμπειριστική καί ἀνιστορική! Ἑρμηνεύουν τήν ἔννοια τῆς μαζικῆς δημοκρατίας μέ ὅρους ἀταξικής κοινωνίας! Τοῦ καταλογίζουν μιά σκέψη ἀναγωγιστική. Ἁπλῆ! Ὅπως ὁ Κονδύλης βγάζει τήν ἔννοια βόλτα στήν Ἱστορία, ἔτσι καί ἡ Τσινόρεμα βγάζει τόν Κονδύλη βόλτα στήν ἔννοια.
«Τά σχήματα ἰσχύς-ἀπόφαση/ἐχθρός-φίλος ἔχουν τόση ἐμπειρική, πληροφοριακή ἀξία καί περιγραφική ἐπάρκεια ὅσο καί τά γενικά ἐξηγητικά σχήματα κάθε μονοδιάστατης κοινωνικῆς ὀντολογίας πού ἀξιώνει καθολική καί ἀποκλειστική ἐφαρμογή, ὅπως θεωρήσεις πού βασίζονται στή σοπεναουρική βούληση, τή νιτσεϊκή θέληση γιά δύναμη, τή φροϋδική libido, τή μαρξιστική ταξική πάλη ἤ τή φουκαλδική ἐξουσία».[7]
Στήν πραγματικότητα, ὅ,τι γνωρίζουν οἱ κριτικές παρουσιάσεις τό γνωρίζουν ἀπό ἀνθρώπους σάν καί τόν Κονδύλη. Οὔτε μία φορά δέν ἀποσφραγίζουν τό στόμα τους μέ κάποια ἀπό τίς σκανδαλώδεις γενικεύσεις του, ὥστε νά τήν ζωντανεύσουν –αὐτό εἶναι τό θέμα– σέ ἀπορία δική τους. Νά δώσουν ζωή στό κείμενό τους. Μιά φωτεινή ἐπιγραφή νά κρεμάσουν! Συμπεριφέρονται σάν ἐπιθεωρητές μέσης ἐκπαίδευσης. Ἡ Τσινόρεμα παραθέτει χαρακτηρισμούς τοῦ Κονδύλη γιά νά συμπεράνει πώς ἀφοῦ αὐτοί διαφέρουν ἀπό τό νεωτερικό διαφωτιστικό ἐπιχείρημα, τότε κατ’ ἀνάγκην ξαστοχοῦν. Τόν ὀνομάζει κρυπτο-κανονιστικό! Ἐπίσης νεοσυντηρητικό! Νομίζω πώς τόν ἴδιο χαρακτηρισμό ἀπέδιδε ὁ Χάμπερμας στόν Σμίτ! Ὁ Νίτσε, ὁ Βέμπερ, ὁ Σμίτ, ἐπίσης, ἄν θυμᾶμαι καλά, ὁ Φράγιερ, ὁ Γκέλεν, καί ἄλλοι, στοιχίζονται a priori ὡς δυσάρεστες φιγοῦρες πίσω ἀπό τή σκέψη τοῦ Κονδύλη! Ἔ, βέβαια, τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ἑλληνικῆς καθηγητικῆς ἠθικῆς φιλοσοφίας τῶν τελευταίων εἴκοσι χρόνων ἐπιτηδεύεται στή φοίτηση τῆς δυσκολίας πού ἀντιμετωπίζει ἡ Νεωτερικότητα, μετά τήν κατάργηση τῆς δυαρχίας, νά θεμελιώσει ἔλλογα τόν ἠθικό κανόνα! Σιγά μήν ἀπουσίαζε ἀπό τίς εὐρωπαϊκές ἐξελίξεις! Ὅσοι, δέ, Ἕλληνες εἶχαν τό χάρισμα τῆς μονομέρειας, δηλαδή τήν ἱκανότητα καί τό θάρρος νά ἐπιδείξουν συστηματικό ἔργο, πολύ δύσκολα θά μποροῦσαν νά τό παρασκευάσουν ἐντός τῶν ἑλληνικῶν καθηγητικῶν φιλοσοφικῶν σχολῶν. Ἐκεῖ πάντα βασίλευε ὁ Κριτικός Λόγος! Ὁ Κονδύλης, μοναδική περίπτωση, γνώριζε καί τίς ἑπτά γλῶσσες τῶν πηγῶν (τίς δύο νεκρές καί τίς πέντε ζωντανές), γιά νά μπορεῖ νά μεριάζει τίς πηγές ἀπό τίς κριτικές παρουσιάσεις. Τούς διανοητές πού ἀσχολήθηκαν στήν Ἑλλάδα μέ τό ἔργο τοῦ Κονδύλη τούς χωρίζουμε σέ δύο κατηγορίες: σέ αὐτούς πού μπαίνουν μέσα στό ἔργο του καί σέ αὐτούς πού δέν μπαίνουν καί τριγυρνᾶνε ἀπ’ ἔξω. Οἱ τελευταῖοι δέν θέλουν νά μποῦν μέ τίποτα. Λές καί διαβάζουν στήν εἴσοδο: «Lasciate ogni speranza voi che entrate qui». Εἶναι φανερό καί στίς δυό περιπτώσεις –ὅπως γίνεται συχνά– ὅτι ἡ ἀπόφαση νά μείνω ἤ νά φύγω εἶναι εἰλημμένη, προϋπάρχει τοῦ γεγονότος τῆς ἐπίσκεψης. Ἡ διήγηση, ὅμως, ἀκολουθῶντας γιά εὐνόητους λόγους ἀνάποδη πορεία, ἀφήνει νά ἐννοηθεῖ ὅτι ὁ λόγος ἐπισκέφτηκε ὄντως τό πρός ἐξέταση ζήτημα καί ἀποφάνθηκε γι’ αὐτό ἐμπεριστατωμένα. Δέν θά ἀσχοληθοῦμε λοιπόν παρά μέ ὅσα συζητοῦνται στόν προθάλαμο τῆς κονδυλικῆς ἀνθρωπολογίας. Ἔξω! Ἐμεῖς, λοιπόν, πού εἴμαστε ἔξω ἀπό τόν λόγο τοῦ Κονδύλη, τί συζητᾶμε; Κουβεντιάζουμε γιά τό ἄν ὁ λόγος μέσα ἐκεῖ εἶναι κρατούμενος ἤ λυτός. Μά καλά, εἶναι δυνατόν τόσες χιλιάδες σελίδες αὐτόκλητης αὐθάδειας νά πέρασαν μέσα ἀπό τή λογική ἀντίφαση, νά ξεγέλασαν τόν πανίσχυρο φρουρό, καί νά πρόβαλαν ἀξιώσεις ἀντικειμενικότητας; Συζητᾶμε δύο πράγματα: (α) τή φρούρηση τῆς εἰσόδου στόν λόγο καί (β) ἄν ὄντως εἶναι κάποιος μέσα ἐκεῖ, ὁ κτίστης τοῦ λόγου, γιά νά μᾶς ἐξηγήσει τήν περίεργη ἀπροσωποληψία του. Ἐπιγράφουμε τό (α) «ἡ γέφυρα τοῦ Μπουριντάν (Buridan)» καί τό (β) «ad hominem».
Ἡ γέφυρα τοῦ Μπουριντάν
Στούς διανοούμενους πού εἶναι προαποφασισμένοι γιά τήν τύχη τοῦ ἔργου τοῦ Κονδύλη, δηλαδή εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ἀπορρίπτουν τό περιεχόμενό του, δέν τούς μένει ἄλλο παρά νά διερευνήσουν τούς ὅρους δυνατότητας τοῦ περιεχομένου. Ἀκριβῶς ἐπειδή ἀπορρίπτουν τό περιεχόμενο μονομιᾶς, καμώνονται πώς διερευνοῦν τή δυνατότητά του πρίν προχωρήσουν στήν ἀποδοχή του! Μέ ἄλλα λόγια φρουροῦν τήν εἴσοδο στόν λόγο, ἕναν λόγο κατειλημμένο, βέβαια, ἀπό τούς ἴδιους! Οὐσιαστικά τοῦ λένε: Φτού! Κακά λόγια! Οἱ ἀρθρογράφοι τοῦ περιοδικοῦ Σημειώσεις (θά ἀναφερθῶ ἐκτενέστερα) ἀντιμετώπισαν τόν ἴδιο καί τό ἔργο του διαφορετικά. Ἀπέφυγαν τίς γελοῖες κριτικές παρουσιάσεις καί ἀναγνώρισαν στά λόγια τοῦ Κονδύλη ἕνα σύνθετο ἀγώνισμα στό ὁποῖο καί οἱ ἴδιοι εἶχαν λάβει μέρος, μέ διαφορετικές ὅμως συχνά τελικές ἐκβάσεις. Ὁ Λαυραντώνης, λ.χ., διατυπώνει τήν ἑξῆς ἀφελῆ ἐρώτηση: «Μήπως τό λεγόμενο κοινωνικό πρόβλημα εἶναι ἄλυτο ἀπό τήν ἴδια του τή φύση, δηλαδή ἀπό τήν ἀνθρώπινη φύση, πού ἐσαεί παραμένει ἀναλλοίωτη, μέ συνέπεια νά ἀλλάζουν μόνο οἱ μορφές κυριαρχίας καί ὑποδούλωσης; Γενικότερα, μήπως τό πρόβλημα αὐτό, ὅπως κάθε φορά τίθεται, ἀποτελεῖ μιά ἱστορική μορφή ἐκδήλωσης καί ἐπικάλυψης ἑνός βαθύτερου ὑπεριστορικοῦ-ὑπαρξιακοῦ προβλήματος, μή ἐπιδεχόμενου ἐπιθυμητές ἰδανικές λύσεις»;[8] Ὅσοι θέλουν ἄς πᾶνε, λ.χ., στόν Χάμπερμας καί στή διεξαγόμενη σχετική συζήτηση. Ἤ στήν ἀγγλόφωνη ἠθική φιλοσοφία. Ψιλή κουβέντα νά γίνεται στά πανεπιστήμια. Ὅποιος δέν ἀνήκει στήν πανεπιστημιακή κοινότητα, ἀλλά στήν τάξη τῶν φιλαναγνωστῶν, θά πρέπει νά σπρώχνει τόν ἑαυτό του στίς σελίδες τῆς ἠθικῆς φιλοσοφίας τους, μπάς κι ἀρχίσουν ἐπί τέλους νά σώνονται. Φτάνει νά δοῦμε, ἔστω γιά μιά στιγμή, διαφυλλίζοντας ὅλα αὐτά τά κατεβατά ἠθικῆς φιλοσοφίας, τίς πρῶτες ἄγραφες σελίδες στό τέλος τοῦ βιβλίου, γιά νά συνομολογήσουμε μέ τόν Διογένη: «Θάρρος, φίλοι, βλέπω στεριά»![9]
Ὁ Κονδύλης γνωρίζει βέβαια τό παράδοξο καί τό θεωρεῖ, ὅπως λέει ὁ ἴδιος, τό συνηθισμένο ἀγοραῖο φιλοσοφικό ἐπιχείρημα τῶν ὀρθολογιστῶν: «Πῶς μπορεῖ ὁ σκεπτικιστής νά εἶναι πεπεισμένος γιά τήν ὀρθότητα τῆς δικῆς του θέσης, ἀφοῦ ἀμφισβητεῖ τήν ὀρθότητα ὅλων τῶν θέσεων»;[10] Σύμφωνα μέ τή γνώμη του, «εἶναι λογικά ἐσφαλμένο νά γίνεται δεκτή ἡ θεμελιώδης θέση τοῦ σκεπτικισμοῦ [μείζων προκείμενη] προκειμένου νά ἀμφισβητηθεῖ μέ αὐτόν τόν τρόπο ἡ ἐγκυρότητα τοῦ ἴδιου τοῦ σκεπτικισμοῦ».[11] Ἄς σημειωθεῖ πώς ὁ R.M. Sainsbury[12] ὁρίζει τήν κατασκευή τῶν λογικῶν παραδόξων μέ αὐτό τόν τρόπο: παραδεκτές προκείμενες μέ ἀπαράδεκτο συμπέρασμα.[13] Σέ πιό τεχνική γλῶσσα[14] ἡ διατύπωση θά ἦταν: Γιά ὅλα τά ὄντα Χ, ἄν Χ = ἄνθρωπος, τότε σχετικός. Ὁ Κονδύλης εἶναι ἄνθρωπος. Ἄρα σχετικός. Δηλαδή:
(1) «x (F(x) → S(x))
(2) F(A)
(3) \ S(A), ὅπου Α εἶναι ὁ Κονδύλης ὡς συγκεκριμένο στιγμιότυπο τῆς Χ.
Στόν βαθμό πού Α καί Χ ἔχουν τό ἴδιο πεδίο ἀναφορᾶς, ὁ Α δέν μπορεῖ νά καταθέσει την (1) χωρίς νά ἐξουδετερωθεῖ ἀπό τήν (3). Ὁ Κονδύλης –μιλῶντας γιά ἀγοραῖο ἐπιχείρημα– ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ ἀλήθεια τῆς (1) ἐξαρτᾶται ἀπό τό πῶς εἶναι ὁ κόσμος (σημασία, ἔνταση). Ἄν ἐπιδιώκουν νά μέ ἀφοπλίσουν, αὐτό ὀφείλεται στό ἔργο μου, πού ἀπέδειξε τήν ἀλήθεια τῆς (1). Χρησιμοποιοῦν τήν ἔντασή μου γιά νά ἐξουδετερώσουν τήν ἐπέκτασή μου. Δέν θά ὑπῆρχε ἀντίφαση ἄν ὁ Α ἀποτελοῦσε στιγμιότυπο ἑνός πεδίου ἀναφορᾶς διαφορετικοῦ ἀπό τῆς Χ. Ἄν, λ.χ., βρίσκαμε τήν (1) μέ τήν ἀπόδειξή της ἀφημένη πάνω στό γραφεῖο μας ἀνώνυμα; Θά ξέραμε, δυστυχῶς, ὅτι ἡ διατύπωσή της εἶναι προϊόν κάποιου ἐκπροσώπου τῆς Χ. Ἄν ὁ Κονδύλης ἦταν ρωμαῖος δοῦλος; Ἄν ἦταν ἐξωγήινος; Ἄν τήν πρόταση τή διατύπωνε μία replica (ἀνθρωποειδές); Ἄν τήν (1) τή διατύπωνε κάποιος πού δέν ὑπάρχει, πού θά ἀπουσίαζε ἀπό τή δημόσια ἐκφώνησή της; Δὲν θὰ ἦταν τότε διπλᾶ παρών, ἀφοῦ θὰ ἔλαμπε διὰ τῆς ἀπουσίας του; Φαίνεται πώς τό καταστατικό τοῦ ἀνθρώπου δέν ἐπιτρέπει ὅλες τίς εἰδήσεις. Τό συγκεκριμένο γράμμα δέν μπορεῖ νά ἐπιδοθεῖ. Μπορῶ ὅμως νά τό συντάξω, λέει ὁ Κονδύλης. Μόνο αὐτό! Ἀσυνεπής θά ἤμουν ἄν πήγαινα νά τό ἐπιδώσω κιόλας προσωπικά. Παράδοξα αὐτῆς τῆς μορφῆς εἶναι γνωστά ἀπό τήν ἀρχαιότητα. Τό πιό γνωστό προέρχεται ἀπό τόν Ἐπιμενίδη – ἄν καί ὁρισμένοι τό ἀποδίδουν στόν Εὐβουλίδη. Ὁ Ἐπιμενίδης, πού ἦταν ἀπό τήν Κρήτη, ἔλεγε ὅτι ὅλοι οἱ Κρῆτες εἶναι ψεῦτες.[15] Ἄν ἡ ἀπόφανση τοῦ Ἐπιμενίδη εἶναι σωστή, τότε ἐπειδή τή διατυπώνει ἕνας Κρητικός, εἶναι λάθος. Ἄν πάλι ἡ ἀπόφανσή του εἶναι λάθος… τότε εἶναι σωστή. Ἐπιμενίδης (Κρητικός): Ὅλοι οἱ Κρητικοί εἶναι ψεῦτες. Κονδύλης (ἄνθρωπος): Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι σχετικοί. Ἄν περιέχομαι στή δήλωσή μου, τότε δέν περιέχομαι.[16] Τό ζήτημα μέ τόν Ράσσελ, τον Κάρναπ, τον Τάρσκι κτλ. πῆρε διαστάσεις στή γλωσσαναλυτική σκέψη. Ἡ ἔκταση τῆς σχετικῆς βιβλιογραφίας στή σύγχρονη Λογική εἶναι ὑπερμεγέθης.[17] Ὁρισμένες δέ λύσεις εἶναι πιό παράδοξες κι ἀπό τό παράδοξο πού ἐπιλύουν.[18] Ἡ ἀνακάλυψη ἑνός λογικοῦ παραδόξου πρέπει νά γεμίζει μέ χαρά τον εὐρέτη (π.χ. Berry), ἐνῷ ὁ λύτης ἴσως βασανισθεῖ ψυχαναγκαστικά μέσα στό μυαλό του. Ἐμεῖς, πάντως, εἶναι σίγουρο πώς θά εἴχαμε τήν τύχη τοῦ Φιλῆτα (ἤ Φιλάρετου, δέν θυμᾶμαι), πού στραμπούλιξε τό λογικό του καί πέθανε στήν προσπάθειά του νά λύσει τό παράδοξο. Ἄνθρωποι ἀκροβολίζονται σέ ὅλους τούς πανεπιστημιακούς τόπους δουλεύοντας σκληρά καί ἀνυποχώρητα ἀπέραντα σύνολα λεπτομερειῶν, προκειμένου νά συνεισφέρουν πρωτότυπα στήν καθιερωμένη σοφία.[19] Δέν ὑπάρχει, μέ τή στενή ἔννοια, ἰδιωτική γλῶσσα, ἔτσι, ἄν καί ὁ ἄνθρωπος ἀπληστεύεται, πέφτει δηλαδή στά νύχια τοῦ ἑαυτοῦ του γιά νά δουλέψει ἕνα κομμάτι τῆς οἰκουμένης ἤ καί τό σύνολο τοῦ κόσμου ἀκόμα, τό προϊόν του ἀποτελεῖ συνέχεια τῶν ἄλλων· ἔτσι, ὁ δημιουργός του ἀναμειγνύεται στήν πολιτική, δημοσιολογεῖ καί κάποτε κάποτε σπουδαρχεῖ συνοδευόμενος ἐν πομπῇ καί παρατάξει μέχρι τό Ἀρχηγεῖο. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς ἡ συγκέντρωση τῆς προσοχῆς στό λογικό παράδοξο καί ἡ ἐπισήμανση τῆς λογικῆς ἀσυνέπειας στόν Κονδύλη, ἡ ἐπίλυση τῶν ὁποίων εἶναι μᾶλλον χωρίς ἐνδιαφέρον καί ἔχει νά κάνει μόνο μέ τή λογική ἀλήθεια, ἐπιτρέπουν σέ πολλούς νά ξεχάσουν ὅτι ὁ Κονδύλης ἔχει μιά θωρηκτή ἐξήγηση στά ἀκόλουθα ἐρωτήματα: Ποῦ ὀφείλεται ἡ ἀπρόσκοπτη ἐπήρεια τοῦ κακοῦ; Πῶς ἐξηγοῦνται οἱ λόγοι ἀποτυχίας αὐτῶν πού μοχθοῦν γιά τό καλό τῆς ἀνθρωπότητας; Πῶς γίνεται καί μποροῦμε νά πολεμήσουμε μόνο ὀνομαστικά τό κακό; Οἱ κριτικοί, πνιγμένοι στή δουλειά, δέν εὐκαίρησαν νά διερωτηθοῦν σχετικά μέ τήν ἑτερογονία τῶν σκοπῶν, τή ριζοσπαστικοποίηση τῆς ὑπεροχῆς τοῦ παρατηρητῆ (ἀντικειμενικό νόημα) ἔναντι τοῦ δρῶντος (ὑποκειμενικό νόημα), τήν προτεραιότητα τῆς κοινωνικῆς σχέσης ἔναντι τῶν εὐρετικῶν καταστάσεων τῆς ὕπαρξης, τήν παρουσία τοῦ βουλητικοῦ στοιχείου στή γνωστική (νοητική) προσπάθεια, τήν κατασκευή ἀντικειμενικῶν νοηματικῶν μορφωμάτων (συνισταμένες), τήν ἔννοια τῆς μαρξικῆς ἰδεολογίας, τῆς νιτσεϊκῆς καχυποψίας, τό σπινοζικό conatus, τήν προτεραιότητα τῆς πράξης καί τήν ἀγωνιστική αἰχμή τοῦ πνεύματος…
Τό ἐνδιαφέρον μέ τά λογικά παράδοξα εἶναι ὅτι τό ἕνα παραπέμπει στό ἄλλο μέ μικρές ἤ μεγαλύτερες τροποποιήσεις. Ἔτσι, μπορεῖς ἀπό τό Ἕν τοῦ Παρμενίδη νά φθάσεις μέχρι τόν Γκαίντελ! Οἱ συγγραφεῖς τῆς ἐν λόγῳ κριτικῆς παρουσίασης, προκειμένου νά ἀπολαύσουν τό λογικό παράδοξο μέ τό ὁποῖο ἔχουν δέσει τον Κονδύλη, στήνουν ἄθελά τους ἕνα ἄλλο, ὅπου εἶναι πλέον οἱ ἴδιοι πρωταγωνιστές. Πρόκειται γιά τό δέκατο ἕβδομο σόφισμα τοῦ Μπουριντάν (αὐτός μέ τόν γνωστό γάϊδαρο), τό ἐπονομαζόμενο καί «Γέφυρα» («The Bridge»). Διαρρυθμίζοντας τό σόφισμα γιά τίς ἀνάγκες μας, τό ἐκφωνοῦμε ὡς ἑξῆς: Ὁ Κονδύλης φθάνει στήν εἴσοδο τοῦ Λόγου, ἡ ὁποία φρουρεῖται ἀπό ἕνα πανίσχυρο Κριτικό! «Ὁρκίζομαι στήν ἀνυπόκριτη εἰλικρίνειά μου πώς θά σέ ἀφήσω νά μιλήσεις», τοῦ λέει του Κονδύλη, «ἄν ἡ ἑπόμενη ἐκφορά τοῦ λόγου σου εἶναι ἀληθής»! Ὁ Κονδύλης ἀπαντᾶ: «Δέν πρόκειται νά μέ ἀφήσεις νά μιλήσω»! Ὡς γνωστόν, τό παράδοξο αὐτό, πού ἀπό τούς περισσότερους logicians δέν θεωρεῖται κἄν λογικό παράδοξο, ἐπειδή τό ἱδρύει ἡ ἐπιθυμία, συνίσταται στό γεγονός πώς ἄν ὁ Κριτικός δέν τοῦ ἐπιτρέψει τήν εἴσοδο, τότε ὁ Κονδύλης μίλησε ἀληθῶς καί θά πρέπει νά τοῦ ἐπιτραπεῖ ἡ εἴσοδος. Ἄν τοῦ ἐπιτρέψει τήν εἴσοδο, ὁ Κονδύλης μίλησε ψευδῶς καί θά πρέπει νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τόν Λόγο. Ὅλα ἑπομένως ἐξαρτῶνται ἀπό τήν ἐπιθυμία τοῦ Κριτικοῦ. Ἔτσι θά ἤθελε ὁ πανίσχυρος μικρός κριτικός νά συμβοῦν τά πράγματα. Νά ἔλθει δηλαδή ὁ Κονδύλης νά τοῦ ζητήσει τόν λόγο. Τουναντίον, ὁ Κονδύλης ἔχει περάσει τήν εἴσοδο τοῦ Λόγου καί στόν φρουρό πού τόν ψάχνει, ἐπειδή ἔμαθε πώς πέρασε ἀνερώτητος, τοῦ λέει (μέσα ἀπό τόν Λόγο): «Λέω πώς αὐτό πού λέω εἶναι ἔξω ἀπό τά λόγια πού φρουρεῖς. Μήν ἀνησυχεῖς, ἄν μπῆκα μέσα, εἶναι γιά νά σοῦ πῶ πώς εἶμαι ἔξω». Αὐτό πού ἐξοργίζει τόν Κριτικό εἶναι πώς μιλάει ἀπό μέσα. Κανονικά, πρίν μπεῖ στόν λόγο, θά ἔπρεπε νά ρωτήσει τόν Κριτικό τί σκοπεύει νά κάνει μέ αὐτόν![20] Ὅλη ἡ προσπάθεια πλέον εἶναι νά τόν σύρουν ἔξω διερευνῶντας τούς λόγους ὑπό τούς ὁποίους μιλᾶ!
Αὐτός πού μιλᾶ εἶναι πιασμένος στά λόγια του, ἀλλά καί τά λόγια μποροῦν νά ἀκουσθοῦν χωρίς ἀναφορά σέ αὐτόν πού τά ξεστόμισε. Τό ἰσχυρίζεται αὐτό ὁ Κονδύλης; Δηλαδή, μποροῦμε νά καταπιαστοῦμε μέ τήν ἀπόφανση «ὅλοι οἱ Κρῆτες εἶναι ψεῦτες» χωρίς νά ρωτήσουμε ποιός μιλᾶ; Αὐτοί ὅμως, σάν νά λέει ὁ Κονδύλης, δέχονται πώς ὅλοι οἱ Κρῆτες εἶναι ψεῦτες μόνο καί μόνο γιά νά ζητήσουν τήν ἐξαίρεση αὐτοῦ πού μιλᾶ. «Ἔ, σέ εἶδα», τοῦ φωνάζουν, σάν τά παιδιά πού παίζουν τυφλόμυγα, «ζαβολιάρη, βλέπεις»! Οὔτε θά μποροῦσε, βέβαια, νά λείπει ἀπό τόν κατάλογο τῶν ἐπικριτῶν καί ὁ Διευθυντής Παραγωγῆς, δηλαδή ὁ Χέγκελ. Στήν παράγραφο γιά τόν σκεπτικισμό γράφει: «Ἡ συνείδηση ἀποφαίνεται γιά τή μηδαμινότητα τοῦ βλέπειν, τοῦ ἀκούειν κτλ. καί ἡ ἴδια βλέπει, ἀκούει κτλ.».[21] Πρέπει νά δεχτεῖς τά λόγια γιά νά ζητήσεις τήν ἐξαίρεση τοῦ ὁμιλοῦντος. Καί ζητᾶς τήν ἐξαίρεση, ὥστε νά διαγραφοῦν τά λόγια· δέν θά ὑπάρχει πιά κανείς γιά νά τά πεῖ. Δέν μπορεῖς νά ζητήσεις τήν ἄρση τῆς ἀντίφασης χωρίς νά ἐμπλακεῖς καί ἐσύ σέ αὐτήν. Ἀπό τά λόγια του συνάγουν πώς δέν θά ἔπρεπε νά τά λέει! «Ἕνας φύλακας! Ἕνας φύλακας! Τί φυλᾶς; Ποιός σέ ἔβαλε;».[22] Ὁ Κονδύλης ἐξηγεῖ (ἡ θεωρία του) σέ αὐτούς πού τόν φυλᾶνε ποιός τούς ἔβαλε καί οἱ φύλακες ἀπαγορεύουν στόν Κονδύλη νά τούς (τό) πεῖ. Ὁ λόγος δέν φρουρεῖται παρά μόνο ἀναδρομικά. Πρῶτα μπαίνω καί μετά προσπαθοῦν νά μέ σύρουν ἔξω: «»Πέρασα ἀπό ἐδῶ τή στιγμή πού δέν πρόσεχες». Ὁ φύλακας ἔμενε ἐκεῖ ἀμίλητος».[23] Ὁ φύλακας ποτέ δέν προσέχει ποιός μπαίνει. Δέν χρειάζεται νά τό κάμει. Ὁ φύλακας φυλάει αὐτούς πού εἶναι μέσα. Ἀπό τί; Ἀπό τίποτα! Ἀφοῦ ἡ εἴσοδος εἶναι ἐλεύθερη καί εἶναι ὅλοι μέσα! Ἀναδρομικά ἀπαγορεύεται ἡ εἴσοδος, ἀφοῦ μπεῖς, ἀφοῦ δέν μπορεῖς νά μιλήσεις παρά μόνο ἀπό μέσα. Ὁ Κονδύλης συχνά ἰσχυρίζεται πώς πρέπει νά μέ ἐπιβεβαιώσουν γιά νά μέ διαψεύσουν. Κι ἄν μέ διαψεύσουν μέ ἐπιβεβαιώνουν. Ὅλοι τους εἶναι μέσα. Ἄς σημειώσουμε πώς ἡ περίπτωση τῆς θεωρίας πού ἐπαληθεύεται διαψευδόμενη ἐπαναδιατυπώνει τό παράδοξο τοῦ ψεύτη στήν ἐκδοχή τοῦ ἔνατου σοφίσματος τοῦ Μπουριντάν:
Φαράκλας: «Ὅ,τι κι ἄν λέει ὁ Κονδύλης εἶναι ψευδές»!
Κονδύλης: «Ὅ,τι κι ἄν λέει ὁ Φαράκλας εἶναι ἀληθές»!
Ἐδῶ ἡ αὐτοαναφορά εἶναι ἔμμεση, μέσῳ τῆς ἀναφορᾶς στόν ἄλλον. Πράγματι, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, ὁ Κονδύλης δέν μπορεῖ νά μιλήσει μόνος του, ἄν καί εἶναι ἀπό μόνος του. Κάτι τέτοιο θά σήμαινε πώς προτίθεται νά παρουσιάσει ἕνα σχέδιο διάσωσης τοῦ κόσμου. Ἡ κονδυλική θεωρία τρέφεται ἀπό τόν Φαράκλα. Ἀπό τόν ἄλλον. Αὐτός, ὁ ἀνεξάρτητος, ὡς ἀτομική ὕπαρξη, λόγιος χρειάζεται γιά νά μιλήσει, ὡς θεωρητική ὕπαρξη, τούς ἄλλους. Ὁ Κονδύλης εἶναι ὁ καταδότης τῆς ἀλήθειας. Δέν φτιάχνει μία οὔτε διορθώνει ἄλλες.
Argumentum ad hominem
Ὁ Κονδύλης προβάλλει τόν ἰσχυρισμό, παραιτούμενος ἀπό τήν ὁποιαδήποτε ἀξίωση δεσμευτικῆς του μετάδοσης, ὅτι «ὁ κόσμος δέν ἔχει νόημα»· καί ταυτόχρονα ἀρτιώνει τό διανοητικό του τόλμημα μέ τόν σημαντικότατο πρόσθετο συλλογισμό ὅτι: «Θεμελιῶδες στοιχεῖο τῆς ἀθεράπευτης ἔλλειψης νοήματος εἶναι ἡ ὑποκειμενική πίστη στό νόημα».[24] Πρόκειται γιά μοναδικῆς εὐφυΐας ἐμπεριστατωμένο διανόημα. Σάν νά βγῆκε μέ αὐτή τή μελετημένη φράση ὑπό μάλης μέσα ἀπό τή σκληρή δοκιμασία τῶν μεσαιωνικῶν obligationes (τυποποιημένες μορφές ἀντιλογίας).[25] Ὁ ἐν λόγῳ συλλογισμός, παρομοίως καί ἄλλοι, δέν θά μποροῦσε νά ἦταν οἰστρήλατος, προϊόν ἐμπνέουσας δύναμης, σάν αὐτούς πού μηχανεύονται ἐνίοτε καί φέρουν σέ δημοσιότητα οἱ ὠφέλιμοι στοχαστές, ἀλλά παρακολούθημα σκληρῶν διαπραγματεύσεων καί δοκιμασιῶν πού τοῦ ἐπέτρεψε νά διαφύγει τήν ἐπικείμενη σύλληψη χωρίς νά μετακινηθεῖ, ὅμως, καί ἀπό τόν locus – τόν «τόπο» δηλαδή ὅπου ἀναπτύσσεται ἡ στρατηγική τοῦ ἐπιχειρήματος. Δές, ἐν ἀντιθέσει, τήν παράσπονδη θέση στήν ὁποία βρίσκoνται ὅσοι ἀξιοδοτοῦνται πού μηνύουν τήν ἀξία. Δεν ποντάρουν, μήπως, στό ζερό γιά νά βγοῦν κερδισμένοι; Ἡ προσωπική του συνέπεια, τό ἄδειο κάθισμα τοῦ ἀνακοινωθέντος λόγου, εἶναι ἡ ἕδραση τῆς ἀνακοίνωσης. Τήν παραθέτω ὁλόκληρη τήν παράγραφο, διότι τή θεωρῶ κεφαλαιώδη καί δομική ὅλης τῆς σκέψης τοῦ Κονδύλη:
« […] ὅλα εἶναι παράλογα καί δίχως νόημα. Τί συνεπάγεται [ὅμως ἡ ἐτυμηγορία ὅτι ὁ κόσμος δέν ἔχει νόημα] γιά τήν ἰδιωτική ζωή ἑνός ἀτόμου εἶναι φυσικά ἡ μία ὄψη τοῦ πράγματος. Τελείως διαφορετικό εἶναι τό ζήτημα ὅταν κανείς τήν προβάλλει σέ μιά συγκεκριμένη ἱστορική συγκυρία ὡς δημόσιος ἐκπρόσωπός της. Πρῶτα πρῶτα, πρέπει νά διαπιστωθεῖ ἄν καί σέ ποιό βαθμό ἡ ἄποψη μπορεῖ νά ληφθεῖ στήν ὀνομαστική της ἀξία ἤ ἄν καί σέ ποιό βαθμό ἡ ἐξαγγελία της μπορεῖ νά ἑρμηνευτεῖ ὡς ἐπιδεικτική συμβολική πράξη […]. Ἄν πάλι ἡ θέση γίνει κατανοητή στήν κυριολεξία της, ἡ ἐνδεχόμενη ἀσυνέπεια τοῦ ἐκπροσώπου της δέν θά συνίστατο στό ὅτι δέν αὐτοκτονεῖ […] ἀλλά στό γεγονός ὅτι ἀπό τή διαπίστωση τῆς ἔλλειψης νοήματος τοῦ Εἶναι συνάγει τήν ἀξίωση νά μήν πιστεύουν οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι σέ κανένα νόημα, παραβλέποντας βέβαια ὅτι ἀκριβῶς αὐτή ἡ γενική ὑποκειμενική πίστη στό νόημα τοῦ κόσμου, ὑπό ἑκάστοτε διαφορετική ἑρμηνεία αὐτοῦ τοῦ ἰδίου νοήματος, ἀποτελεῖ θεμελιῶδες στοιχεῖο τῆς ἀντικειμενικῆς ἔλλειψης νοήματος».
Παρεμπιπτόντως, τό ἀπόσπασμα αὐτό καταδεικνύει πόσο «ἀνόητη» ἦταν ἡ ἐπικριτική παρατήρηση πού ἀπεύθυνε ὁ Ζάν Ἱππολίτ (σύμφωνα μέ ἄλλους, ἦταν ὁ Πώλ Ρικέρ) στόν Ζυλιέν Φρόυντ (Freund). Ὁ τελευταῖος, ὅταν ὑπέβαλε τήν ἐμπνευσμένη ἀπό τόν Σμίτ διδακτορική του διατριβή, ἔλαβε ὡς ἀπόκριση τήν ἀκόλουθη στηλίτευση: «Ἄν ἰσχύουν αὐτά πού λέτε, ὅτι δέν ὑπάρχει νόημα, τότε πρέπει νά αὐτοκτονήσουμε». Σύμφωνα, ὅμως, μέ τή λογική τῆς κονδυλικῆς παραγράφου πού παραθέσαμε θά ἀντιστρατευόμουν τά ἴδια μου τά λόγια ἄν δέν τά ἔλεγα· τό νά ἐνσαρκώνω, ὑποκριτικά, στήν ἴδια μου τή ζωή τήν ἀντικειμενική ἔλλειψη νοήματος θά ἦταν σάν νά αὐτοκτονῶ ἀπό νόημα. Δέν μπορῶ, ὅμως, οὔτε καί νά τήν ἐξαγγείλω, νά ἐμφανισθῶ δημόσιος ἐκπρόσωπός της, νά στείλω τόν ἑαυτό μοῦ ἐκεῖ ἔξω νά χειρονομεῖ ὑπέρ τοῦ κειμένου του…να ἀξιώσω τή δεσμευτική μετάδοσή της στούς ἄλλους… Ἐπειδή ἀκριβῶς «ἡ ὑποκειμενική πίστη στό νόημα ἀποτελεῖ θεμελιῶδες στοιχεῖο τῆς ἀντικειμενικῆς ἔλλειψης νοήματος». Τί δηλαδή νά τούς πῶ; Ὁ Κονδύλης δέν τόν ἔστειλε τόν ἑαυτό του. Θά ἦταν, ἔτσι φρονοῦσε, ἀσυνεπής ἄν τό ἔκανε. Τόν περιμένουν νά ἔρθει, ὁ ἴδιος προσωπικά. Εἶναι συγκεντρωμένοι ὅλοι ἐκεῖ, τοῦ κόσμου οἱ ὁμιλητές∙ ἔχουν τό ἔργο του, ἀλλά ὄχι τόν ἴδιο. Ὁ Κονδύλης τούς τήν ἔφερε. Οἱ ὁμιλητές δέν μποροῦν νά τοῦ ἐπιδώσουν τήν ἀντίφασή του! Δέν ξέρουν τί νά τήν κάνουν. Τόν ψάχνουν. Δέν εἶναι ἐκεῖ. Κι ἀφοῦ δέν εἶναι ἐκεῖ ὁ ἴδιος προσωπικά, ἀναγκάζονται νά βγάλουν ἔξω καί τό κείμενο. Ἤ νά τριγυρίζουν στόν προθάλαμο ἔξω ἀπό τή σκανδαλώδη σκέψη. Μεγαλοφυής κίνηση ἐκ μέρους του· τούς ἔφτιαξε ἕνα διάδρομο γιά νά πηγαινοέρχονται. Ἄν μποροῦσαν νά τόν βροῦν –ἀνεβασμένο λ.χ. σέ κάποιο βῆμα νά διατηρεῖται στά λόγια του– γιά νά τοῦ παραδώσουν τήν ἀντίφαση, τότε ὁ ἴδιος θά ἦταν ἀσυνεπής.Ο Κονδύλης ἀπουσιάζει, δέν εἶναι ἐκεῖ, στήν ἕδρα τοῦ λόγου του. Δέν εἶναι ἐκεῖ ἐπειδή παραιτεῖται: ἀπό τή διάλεξή του, ἀπό τή φωτογραφία του, ἀπό ὁποιαδήποτε συνοδεία καί φρουρά τοῦ λόγου του. Δέν ἔχει κἄν λόγο παρά μόνο ἕνα ἀνώνυμο γραπτό. Ἰδού πῶς εἰκονογραφεῖ τήν ἀπό τοῦ βήματος φωνή τοῦ Ντερριντά ὁ Βεργέτης: «Δυό λόγια γιά τήν «Ἀγάπη τοῦ Λακάν». Στό κείμενο αὐτό [τοῦ Ντερριντά] λείπει κάτι οὐσιῶδες γιά τό ὁποῖο δέν εὐθύνονται οἱ μεταφραστές: ἡ φωνή τοῦ Ντερριντά. Φωνή παλλόμενη ἀπό συγκίνηση, καί συγκινητική ταραχή, καθώς μιλοῦσε γιά τίς λιγοστές ἀλλά ἀξέχαστες στιχομυθίες πού εἶχε μέ τόν Λακάν. Προσωπικά εἶχα ἀκούσει τή φωνή τοῦ Ντερριντά πολύ περισσότερο ἀπό τή διάλεξή του».[26] Φαντάζεται κανείς κάτι ἀντίστοιχο γιά τόν Κονδύλη;
Τό θέμα εἶναι ἄν ὁ ἴδιος ὁ Κονδύλης, ὡς ἀτομική καί κοινωνική ὕπαρξη, ἐξαιρεῖται ἀπό τό θεωρητικό ἐξαγόμενο τῆς δουλειᾶς του. Ἄν εἶναι ἔξω ἤ μέσα. Ἄν ὁ ἴδιος εἶναι ἤ ὄχι κονδυλικός. Ἀπουσίασε, μήπως, ἀπό τό ἔργο του γιά νά τό συντρέξει; Μήπως θά ἔπρεπε νά βάζουμε σέ εἰσαγωγικά τή λέξη «Κονδύλης» ὅταν λογαριάζουμε τόν θεωρητικό του ρόλο στή σκέψη, γιά νά τόν διακρίνουμε ἀπό τόν Κονδύλη ὡς φυσική παρουσία; Ὁ Κονδύλης δέν θεωρεῖ βέβαια τό ad hominem ἐπιχείρημα ἀνεπίληπτο.[27]
Ἀπόφαση εἶναι ἡ διαδικασία ἀποχωρισμοῦ, ἄς ποῦμε καί ἀποχαιρετισμοῦ, ἐκ τῆς ὁποίας τό ὑποκείμενο ἀρύεται, θά μπορούσαμε νά ποῦμε καί ἀρτύεται, τήν ταυτότητά του μέσα στόν κόσμο. Ὁ προκαταρκτικός κόσμος τακτοποιεῖται. Τό ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντήρησης προσανατολίζεται. Ἀποφασίζω σημαίνει ἔχω ἀξιώσεις ἰσχύος. Ἀποφασίζω γιά νά κερδίσω. Ἡ ἀπόφαση, ἡ τόσο θεμελιώδης, πού ἐγγυᾶται τήν ἴδια τήν ταυτότητα καί ἱκανότητα προσανατολισμοῦ, δέν ἀποφάσισε νά ἔρθει στόν κόσμο τό ὑποκείμενο (πρόδηλη ἐδῶ ἡ κυκλική ἀναφορά) μέ τίς κοσμοεικόνες του γιά νά θαυμάσει τή θέα. Ἦρθε ἰδιοτελῶς. Γιά ἴδιον ὄφελος. Ἔρχεται ἀπό τή φύση ὡς βιολογικό μέγεθος καί συνεχίζει στόν πολιτισμό μέ τή «μορφή καί τήν περιωπή ἰδέας ἤ ἰδεώδους». Μετουσίωση τῶν βασικῶν ἐνστίκτων. Ἡ γυμνή ἐπιδίωξη ἰσχύος σεμνολογῶντας περί ἠθικῆς καί ἀρετῆς ἐξαντικειμενικεύεται. Κι αὐτό πού στή φύση κορεννύεται, στόν πολιτισμό συνεχίζει νά διαμαρτύρεται.[28] Ἄς ὄψονται οἱ ἄλλοι! Στό ἴδιο τοπίο εἴμαστε ὅλοι σκορπισμένοι. Ὅλα ἐδῶ γεννήθηκαν. Τό ψάρι κολυμπάει, τό πουλί πετάει, τό φίδι σέρνεται, τά ζῶα της στέπας τρέχουν, ὁ κριτικός διαβάζει. Μόνο ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει εἰλικρινῆ φύση. Ὅλα εἶναι ξώφαλτσα. Κι αὐτό πού δέν ἀντέχει ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅτι περνᾶ κάθε φορά ξυστά ἀπό τό κέρδος του. Καί οἱ λέξεις εἶναι κοινές κι ὁ καθένας μιά μονάδα. Φιλίες καί σπρωξίδι. Θρηνεῖς τήν ἀπώλεια μέσα σέ κοσμαγάπητες λέξεις. Δέν μπήκαμε στό εἶδος ἕνας ἕνας, ἀλλά ὅλοι μαζί. Τό κέρδος εἶναι κλεψιά. Τό κέρδος εἶναι ἡ ἀνακήρυξη τοῦ ἑαυτοῦ· ἐπί μακρόν ἐν ἐκκρεμότητι. Ἡ ἀναντιστοιχία, ὅμως, ἑαυτοῦ καί κόσμου διαπερνᾶ, δίκην ἀτομικοῦ πόθου, τή φυσική μας παρουσία. Ἕνας κρυμμένος ἑαυτός πού ζητιανεύει τίς λέξεις μας. Δέν μπορεῖς νά μιλήσεις γιά τόν κόσμο σάν νά ἀπουσίαζες ἀπό αὐτόν. Ρωτοῦν γιά τόν κόσμο, κι ἐμεῖς μαζί τους, μ’ ἕνα γλυκό ἀπόρημα στήν ἔκφραση, σάν νά προσπαθοῦν νά ἀκραγγίξουν, ἀπ’ ἔξω αὐτή τή φορά, τό ἐλάττωμά τους. Σάν νά μήν εἶναι αὐτοί πού μιλοῦν, ἀλλά ὁ κόσμος πού ἐξηγεῖται. Τώρα ἐξηγοῦνται ὅλα! Κι ὅμως, ὁ Κονδύλης δίνει συχνά τήν ἐντύπωση πώς γράφει ὡς ἐάν νά ἀπουσίαζε ὁ ἴδιος, στόν λόγο του, ἀπό τόν κόσμο. Πώς δέν γράφει αὐτός ὁ ἴδιος, ἀλλά ὁ «Κονδύλης». Πώς τόν ὑποδύεται χωρίς οὔτε μιά στιγμή νά ἀκκίζεται. Ἡ ἀπουσία ἀπό τόν κόσμο, ἡ μέγιστη δηλαδή ἀντικειμενική θέα του, βάζει τόση πολλή γνώση στά λόγια, ὥστε ἡ ἀνακοίνωση πού ἀκολουθεῖ νά ταυτίζεται μέ τό ὀρθῶς διανοεῖσθαι· ἀκόμα καί μέ τήν εὐθυκρισία ἑνός ἐπικήδειου ἤ ἰατροδικαστικοῦ λόγου. Ὁ Κονδύλης ἔχει μιά ἁπλῆ καί κατανοητή σκέψη γιατί δέν σκέφτεται ἀόρατα.[29] Δέν στρατωνίζεται στό ἐσωτερικό τῆς ἔννοιας προάγοντας τίς ἄπειρες ἐξημερώσεις τοῦ κόσμου. Ἐνδιατρίβει στή θέα του. Τόν ἐνδιαφέρει, ὅπως λέει καί ὁ ἴδιος, τό «σώζειν τά φαινόμενα». Χρησιμοποιεῖ συχνά τή λέξη «θέα» καί τό ρῆμα «θεᾶται». Ὄντως, ἔχει μιά θέα νά διηγηθεῖ. Ὡστόσο, ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά κατοπτεύσουμε ἄν μιλᾶ ἀπό
«ἐκεῖνο τό σημεῖο θέασης τῶν πραγμάτων πού βρίσκεται ἔξω ἀπό τήν ἐπί μέρους μορφή τῆς ζωῆς καί ἀπό τό ὁποῖο ἡ σοβαρότητα φαίνεται πλέον ἀβάσιμη, [καί ἀπό τό ὁποῖο] ἀνακαλύπτουμε ὅτι ὅλο τό σύστημα δικαιολόγησης καί κριτικοῦ στοχασμοῦ […], αὐτό πού μᾶς στηρίζει, δέν εἶναι ὁ ὀρθός λόγος».[30]
Δέν μποροῦμε νά δοῦμε τό μάτι του Κονδύλη (οὔτε σέ φωτογραφία). Ἡ πεισματική του σταθερότητα στό θεατό, ξανοίγοντας τό μάτι του σέ ὁλόγυρες συν-ὄψεις, σβήνει τήν ἐξ ὡρισμένου σημείου ὄψη τῶν ὁρατῶν πραγμάτων: ὁ ἴδιος περνάει ἀπαρατήρητος. Δείχνει μιά προτίμηση σέ αὐτοπτικές μαρτυρίες γινόμενος κατάφωρα σαφής. Ἡ στηριζόμενη στήν αὐτοψία πάνοψη τοῦ κόσμου δέν σβήνει ποτέ τό φῶς. Ὁ Κονδύλης εἶναι ἡ μισή μέρα τῆς ζωῆς μας. Τήν ἄλλη μισή, τή νύχτα, δέν τήν πιάνει στό στόμα του. Ὁ προκαταρκτικός καί ἀναποφάσιστος κόσμος, ὁ θάνατος, ἡ «συγκινησιακή πηγή τῆς σκέψης», ἄν θέλετε, τό λακανικό Πρᾶγμα, δέν σκιάζουν τή γλῶσσα του. Τό θέμα μέ τόν Κονδύλη δέν εἶναι πάντα τό λογικό αὐτοαναφορικό παράδοξο, ἀλλά καί ἡ ἰδιωτική ἔλλειψη αὐτοαναφορικότητας. Ὁ λόγος του εἶναι ἀκούραστα πάντα ἔξω στόν κόσμο. Οὐδείς γνωρίζει τόν ἰδιοκτήτη του. Εἶναι ὅμως δυνατόν; Εἶναι δυνατόν ὁ γραπτός του λόγος νά μήν ὁμιλεῖ συνάμα; Να μήν τόν ἀπολαμβάνει ὁ συγγραφέας του; Νά μήν γράφει, ὄχι μόνο τῶν ἄλλων, ἀλλά καί τή δική του ἔλλειψη; Εἶναι δυνατόν ἡ σημαίνουσα ἁλυσίδα νά ξοδεύεται ἅπασα στή διαβίβαση, πρός ἄλλους, ἑνός νοήματος; Δέν θά μποροῦσε ἡ σύνταξη λογικά ἀναντίρρητων ἀνακοινώσεων, νά εἶναι ἡ lalangue του Κονδύλη; Ὁ «Κονδύλης» εἶναι πάντα φῶς. Ἡ ὁρατότητα μιά θέας. Δέν θά μποροῦσε, ἄραγε, αὐτή ἡ πάντοτε διαυγής καί ἀπαρέγκλιτη ἐπικοινωνία τοῦ γραπτοῦ του, νά συνιστᾶ τό ἀνεπικοινώνητο (Μπένγιαμιν) τῆς γλώσσας του;
Ἀπόφαση εἶναι ἡ πίστη ὅτι γίνομαι κάτι. Καί γίνομαι κάτι ἀπό ἀπόφαση. Δέν μπορῶ νά συλλάβω συνεπῶς τόν ἑαυτό μου νά ἀποφασίζει. Διότι τό ὑποκείμενο ἀρχίζει νά ἀντιλαμβάνεται τόν ἑαυτό του μόνο μέσα στόν κόσμο πού δημιούργησε ἡ ἀπόφασή του. Ὁ Κονδύλης κάνει τήν ἀπόφαση νά ὀπισθοχωρεῖ τόσο πολύ ἀπό τόν κόσμο τῶν ἰδεῶν καί σημασιῶν –τήν σέ πνεῦμα ἐξαντικειμενικευμένη ἐπιδίωξη ἰσχύος– ὥστε τήν τοποθετεῖ σ’ ἕνα χῶρο ultra rationem:
«Ὁ ὁρισμός μας [μιλάει γιά τόν ὀρθολογισμό] ὑποδηλώνει ὅτι αὐτή ἡ θεμελιώδης στάση ἤ ἀπόφαση βρίσκεται ἡ ἴδια πέρα ἀπό κάθε λογική αἰτιολόγηση […] γιατί στά ἔσχατα ἐρωτήματα ἡ ἀπάντηση δίνεται μέ ἀξιωματικές ἀποφάσεις».[31]
«Τό μυστικό στοιχεῖο πού βρίσκεται στήν ἀπαρχή τῆς σκέψης, ἀποτελῶντας τή συγκινησιακή της πηγή, εἶναι βέβαια ἀνορθολογικό».[32]
Κι ἀλλοῦ:
«Οἱ ἀπαρχές αὐτοῦ τοῦ δρόμου [μιλάει γιά τό πέρασμα ἀπό τόν προκαταρκτικό κόσμο στόν ὁλοκληρωμένο] παραμένουν ὅμως ἑρμηνευτικά ἀπρόσιτες, γιατί χάνονται μέσα στήν ἀνεξιχνίαστη καί ἐπαλλάσσουσα βιοψυχική ὑφή τοῦ ὑποκειμένου, στόν λαβύρινθο τοῦ ὑπαρξιακοῦ του πυρῆνα, ὅπου τά σαλέματα τῆς ὀργανικῆς ὕλης μετατρέπονται σέ ὅ,τι ἐμεῖς συνηθίσαμε νά ὀνομάζουμε «πνεῦμα» καί «σκέψη»».[33]
Ἡ ἀπόφαση, ἔτσι ὅπως τήν ἀποφασίζει καί μέ τήν ὁποία κατατρέχει ὅπου γῆς κάθε πίστη καί ἰδανικό, εἶναι κι αὐτή μιά πίστη; Καβαλάρης τῆς ἀπόφασης κι ὁ ἴδιος, κάνει μόνο ἐπιστήμη. Τό λογικό ἐνέργημα τελεῖται στήν περιοχή τοῦ γενικοῦ, ἐνῷ ἡ συγκίνηση, πρός τήν ὁποία δίδεται ἡ πηγαία συγκατάθεση τῆς βούλησης, εἶναι προσωπικό ἐπεισόδιο. Ἀναρωτιέμαι ἄν τόν ἑαυτό, πού ὑποθέτουμε πώς μπαίνει μέ τήν ἀναπνοή του καί τό πόδι του στήν ἀράδα τῆς σκέψης («ἥ τε αὖ πηγὴ χαριεστάτη ὑπὸ τῆς πλατάνου ῥεῖ μάλα ψυχροῦ ὕδατος, ὥστε γε τῷ ποδὶ τεκμήρασθαι», λέει ὁ Φαῖδρος), τόν ἀνταμώνουμε ὑποχρεωτικά καί πάλι –ἤ κάτι ἀπ’ αὐτόν– στήν ἔξοδο, στή διατύπωση τῆς σκέψης. Τό θέμα τῆς εἰσόδου τίθεται στήν περίπτωση τοῦ Κονδύλη διότι δέν συνοδεύει ὁ ἴδιος τό κείμενό του. Τούς ἄλλους τούς βλέπουμε νά στέκονται μέ καμάρι ἤ σέμνωμα δίπλα στά λόγια τους καί νά ταιριάζουν. Ὁ Κονδύλης ἀπουσιάζει ἀπό τά λόγια του. Ἐπειδή τά λόγια του εἶναι αὐτά κι ὄχι ἄλλα. Εἶναι ὡς ἐάν τό ἔνθερμο εὕρημα τοῦ διορισμοῦ σ’ ἕνα συγκινημένο ἤ σκληρόκαρδο σημεῖο τοῦ ἑαυτοῦ νά μήν ἀφορᾶ τό ὑποκείμενο τῆς ἀνακοινώσιμης σκέψης, τό ὑποκείμενο ἑνός ἐπιστημονικοῦ γραπτοῦ, ἀλλά μόνο τή ρευστή προφορικότητα μιᾶς κατά πρόσωπον ὁμιλίας. Στόν Κονδύλη ὁμιλία καί γραπτό χωρίστηκαν ἀπό συνέπεια. Ὁ λόγος του ἀνήκει μόνο στούς ἄλλους. Εἶναι μόνο ἀνακοινώσιμος. Γραπτός. Τυλίγει σέ χαρτί τό παρουσιαστικό τοῦ κόσμου, ἀλλά δέν τό προσφέρει ὁ ἴδιος, τό πετάει ἔξω. Τό προσωπικό ἐπεισόδιο καί ἡ συγκίνηση μένουν ἐκτός κειμένου. Μόνο ἕνα γραπτό σάν εὐθεῖα γραμμή. Χωρίς μεταφορές, προσωπικές μεταστροφές, παλινωδίες. Ὁ Κονδύλης θά ἐπέμενε: Θά ρωτούσατε ποτέ ποιός εἶμαι ἐγώ, ἄν δέν μαθαίνατε τίς συνεπαγωγές μου; Ἔ, λοιπόν, τό «ποιός εἶμαι ἐγώ πού γράφω» δέν παρεισάγεται σέ αὐτό πού γράφω. Δέν βιογραφῶ τόν κόσμο, τόν ἱστοριογραφώ. Τό ζήτημα βρίσκεται στό γεγονός πώς ὁ Κονδύλης, ἄν καί ἔχει πάρει καταπόδι ὅλο τό ἀνθρώπινο πράττειν, ἰσχυρίζεται πώς δέν καταδιώκει κανέναν. Πῶς ἕνας ἄνθρωπος πού κόντεψε νά φάει θεωρητικά ὅλο τόν κόσμο ἔχει παραιτηθεῖ ἀπό τή διδαχή; Καί γιατί χωρίς συνέπειες γιά τό ἔργο του; Ὁ Κονδύλης ἰσχυρίζεται ὅτι μιλάει γιά τό πραγματικό (τό πράττειν) χωρίς νά τιμωρεῖται ὁ λόγος του. Καί δέν τιμωρεῖται ἐπειδή ἔχει ἀποκαθάρει τή θεωρητική του στάση ἀπό ἰδανισμούς. Εἶναι ἡ στιγμή πού ἡ ὑποδοχή τῆς ἐπιστημονικῆς ἐπάρκειας προϋποθέτει τή σκαιά ἀποπομπή τῆς ἐπιθυμίας. Ὁ ἴδιος δέν δίνει καμιά πληροφορία γιά τή ζωή του. Οὔτε τή φωτογραφία του. Οἱ ἄλλοι ἀντιδροῦν στόν τρόπο πού ἀσκεῖ τήν ἐπιστήμη μέ τό νά ἔχουν τήν ὑποψία ἤ τήν ὑπόνοια πώς καί ὁ ἴδιος ἐπιθυμεῖ νά ἐξαγγείλει ὑπό πολεμική μορφή τήν ἔλλειψη νοήματος. Θά μποροῦσε κανείς νά ἀναρωτηθεῖ: Γιατί ὁ Κονδύλης, δέν παραδίδει τό ἔργο του σέ ἐπιλεγμένα πρόσωπα, ἐκτός ἐμπορίου, ὅπως κάνει[34] γιά παράδειγμα ὁ ποιητής Νῖκος Παναγιωτόπουλος, ἀλλά τό μεταφράζει ὁ ἴδιος μόνος του στά ἑλληνικά καί ἐπιδίδεται στή γνωστή μεταφραστική καί ἐκδοτική δραστηριότητά του; Γιατί δέν ἀποχωρεῖ, δέν πάει σέ μιά ἄκρη τοῦ κόσμου ὅπου «μέ ἀρχαία-στωική φαιδρότητα ψυχῆς μπορεῖς νά θεᾶσαι τό εἶναι καί τό γίγνεσθαι, νά νιώθεις συμπόνια γιά τόν ἀγῶνα καί τόν πόνο κάθε παροδικῆς ὕπαρξης καί χαμογελῶντας νά κατανοεῖς μέ ἐπιείκεια ὅλους, ὅσοι –ἐπικαλούμενοι ἤ ὄχι τόν Λόγο καί τήν ἠθική– ἐπιδιώκουν τήν ἰσχύ: [ἀφοῦ] ἔτσι εἶναι τά πλάσματα τῆς φύσης καί δέν μποροῦν νά κάμουν ἀλλιῶς»;[35]
Φρουρεῖ μέ τήν ἀπουσία του τήν ἀντικειμενικότητα. Τό περιεχόμενο εἶναι τέτοιο –ἡ ἀντικειμενική ἔλλειψη νοήματος στηρίζεται στήν ὑποκειμενική του πίστη– πού δέν θά μποροῦσε νά παρευρεθεῖ στήν ἐκφώνησή του. Τήν ἀναγγελία του τήν ἀναθέτει στό ἀδήριτο ἐπιχείρημα. Πῶς αὐτό πού θά μποροῦσε νά μήν ὑπάρχει, τόσο τυχαῖο εἶναι, θεᾶται τόν κόσμο in toto; Ὁ Τόμας Νέϊτζελ (Nagel) ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι δυνατός ὁ ἀντικειμενικός ἑαυτός, καθ’ ὅσον «μπορεῖ νά διαφύγει ἀπό τίς δεδομένες ἐνδεχομενικότητες τῆς ὀπτικῆς μας γωνίας ὡς συγκεκριμένου δημιουργήματος»[36] καί νά φθάσει σέ μιά
«γενική κατανόηση τῆς πραγματικότητας συμπεριλαμβανομένων καί τῶν ἑαυτῶν μας [ἐμεῖς ὑπογραμμίζουμε], ἡ ὁποία δέν θά ἐξαρτᾶται ἀπό τό γεγονός ὅτι εἴμαστε ἐμεῖς».[37]
Προσωπικά, δέν θά μποροῦσα νά γράψω κάτι πού δέν θά μέ ἀφοροῦσε προσωπικά. Γι’ αὐτό μιλοῦσα γιά σκαιά ἀποπομπή τῆς ἐπιθυμίας. Πῶς τό κάνει αὐτό, μοῦ εἶναι δύσκολο νά τό καταλάβω. Καί δέν εἶναι ὁ μόνος, βέβαια, πού τό κάνει. Ἁπλῶς ἐγώ δέν εἶμαι πλασμένος γιά τήν ἐπιστήμη. Μιά φορά πού κοίταξα τή σελήνη μέ ἕνα ἰσχυρό τηλεσκόπιο, ἀργά τό βράδυ στό χωριό μου, φοβόμουν μήπως δῶ ἀνθρωπάκια νά περπατοῦν στούς κρατῆρες. Συνεχῶς μεταγνωμίζομαι. Καί εἶναι στιγμές πού παραπέφτω στόν ἄκρατο ἰδεαλισμό καί σολιψισμό. Ὅτι τό esse est percipi. Στήν ἡλικία πού ἐμεῖς ζούσαμε μέσα στήν ἀθεράπευτη βλακεία, αὐτός ἀνακάλυπτε τήν ἀθεράπευτη ἔλλειψη νοήματος (ἀναφέρομαι στόν θαυμαστό πρόλογο πού ἔγραψε, σέ νεαρή ἡλικία, γιά τόν Μακιαβέλλι στίς ἐκδόσεις Κάλβος). Ἄσε πού σέ ἡλικία 14 χρονῶν διάβαζε τήν Ἠθική του Σπινόζα. Τό θέμα δέν εἶναι πώς κάθισε νά τή διαβάσει. Κι ἐγώ μπορῶ νά πῶ πώς σέ ἡλικία 14 ἐτῶν διάβασα τά Principia Mathematica. Τό προκλητικό εἶναι πού ἀναφέρει πώς ἀπό τότε, ἀπό τήν ἡλικία ἐκείνη, δέν ἔχει ἀλλάξει γνώμη γιά τόν Σπινόζα. Δηλαδή τόν διάβασε κανονικά! Καί στό ἔργο του δέν ὑπάρχουν τομές ἤ στροφές. Ξεκινᾶ πολύ γρήγορα καί παραμένει μέχρι τέλους ἀπαρέγκλιτος. Πρωτοφανής ἀλυγισία. Τήν ὥρα πού ἐμεῖς μεταμελούμαστε κάθε τρεῖς μῆνες. Κι ἄν δοκιμάζω νά γράφω κάτι γιά τούς κύκλους, τούς γρίφους καί τά αἰνίγματα, εἶναι ἐπειδή τετραπέρατοι νόες τούς ἔλυναν. Μέ τίς Λογικές των Παπανούτσου, Τατάκη καί Βορέα τά πῆγα καλά. Μετά παρήγγειλα, ἐξ Ἀμερικῆς, καί κάποια ἔργα τοῦ Τάρσκι, του Κουάϊν καί κάτι ἄλλων. Ἔφαγα τά μοῦτρα μου. Ἀλάλιασα. Ποῖος σπινθηροβόλος νοῦς! Κάτι ἄλλο, ἀπρόσδεκτο ἐκ πρώτης ὄψεως, μέ τόν Κονδύλη εἶναι ὅτι δέν χάνει ποτέ τήν εὐκαιρία νά ἐπαινεῖ τή συνέπεια πράξεων καί λόγων. Ἐγκωμιάζει τόν Παβέζε, πού αὐτοκτονεῖ ἐπειδή σκεφτόταν νά αὐτοκτονήσει! Μιλάει ὀρθολογικά; Ψέγει, ἀπό τήν ἄλλη, τόν Σαμφόρ, ἄν θυμᾶμαι καλά, πού ξέχασε ὅσα ἔγραφε γιά τήν τήρηση τῶν ἀποστάσεων ἀπό τά πράγματα καί τούς ἀνθρώπους καί συγγένεψε μέ τήν πολιτική. Σάν νά ἦταν εὔκολο νά περνάει κάτω ἀπό τό παραθύρι σου ἡ Γαλλική Ἐπανάσταση καί ἐσύ νά ἀλλοτεύεις μέσα στά χαρτιά! Ὁ Τοκβίλ, ὅταν ἐξερράγη ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1848, βγῆκε ἀπό τό διαμέρισμά του καί περπάτησε στούς δρόμους τοῦ Παρισιοῦ συγκινημένος ἀπό τή θέα τῶν γεγονότων. Ἀντίθετα, ὁ Αὔγουστος Κόντ παρέμεινε στό διαμέρισμα μέ τήν ἐπιστήμη του.[38]
Στήν κονδυλική φράση, μεθοδολογικά, δέν συγχωρεῖται ἡ ἐννοιολογική μεταρρύθμιση μέ σκοπό τή διάσωση τοῦ κοινωνικοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἀνένδοτη λογικά καί ἀνυποχώρητη στίς ἐκκλήσεις γιά βοήθεια τῆς κοινωνικῆς ὕπαρξης. Κρίνει ἀποκλειστικά τίς πράξεις, ὄχι τά λόγια ἤ τίς ἐκκλήσεις πού τίς συνοδεύουν. Ἀδωροδόκητος λόγος. Ἀπό τήν ἄλλη, φανερώνει ὁ ἴδιος, συχνά μέ ἀπλήγωτη ψυχραιμία, τήν προτίμησή του:
«…ὄχι, ἡ ἀποχώρηση δέν γίνεται μέ κλάμα, ἀλλά μέ χαμόγελο, τήν ὑπαγορεύει ἡ νηφάλια στάθμιση τῶν ὑπέρ καί κατά, κέρδους καί ζημιᾶς. Ἀκριβέστερα: ἡ στάθμιση προσεπικουρεί τήν ἀξιοπρέπεια, δείχνοντας πώς ὅ,τι κερδίζεται μέσα στήν κοινωνία ἔχει ἀντίτιμο πάντοτε ὑπερβολικό γιά τήν ἀξιοπρέπεια […] Στόν βαθμό ὅπου γλυτώνοντας ἀπό τό βάρος τους [μιλᾶ γιά: πάθη καί ματαιοδοξίες] χρειάζεσαι καί τούς ἄλλους λιγότερο, κλίνει [ὁ ἄνθρωπος] πρός τή μοναξιά μέ ξαλαφρωμένη ψυχή».[39]
Νά μπεῖς μέσα στό σπρωξίδι ἤ νά μαζεύεις χόρτα στήν ἐξοχή; Νά λουλουδίσεις μόνος σου, ἔχοντας ὅλη τήν πραμάτεια δική σου ἤ νά μαλλιοτραβιέσαι μέσα στή λογοτριβή; Ὁ Φαράκλας δέν θά μποροῦσε νά ἐγκαταλείψει στοχαστικά ἄλυτη τήν ὑπόθεση τῆς κοινωνικότητας. Προτίθεται νά βρεῖ τόν τρόπο, δηλαδή τίς θεωρητικές λύσεις, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἐμπειρική τους, ὅπως θά ἔλεγε ὁ Βέμπερ, ἰσχύ. «Αὐτό [βέβαια προϋποθέτει] μιά ἄνοδο πρός περιεκτικότερες ἔννοιες…».[40] Ἡ πολλά ὑποσχόμενη διαλεκτική τοῦ Χέγκελ θά τόν περάσει ἀπέναντι. Ὁ Κονδύλης θά μείνει πίσω νά ἐξηγεῖ τον Φαράκλα. Ἀφ’ ᾖς στιγμῆς ὁ (ὁποιοσδήποτε) Φαράκλας δηλώνει προγραμματικά ὅτι δέν εἶναι δυνατόν ὁ θεωρητικός του λόγος νά ἀγνοήσει τίς ἐκκλήσεις γιά βοήθεια τῆς ἀδικημένης ἀνθρωπότητας, ἀλλά, τουναντίον, ὀφείλει νά ἀνταποκριθεῖ –καί μάλιστα ἡ θεωρητική λογοδοσία στόν πάσχοντα συνάνθρωπο κάθε ἄλλο παρά ἀπειλή[41] λογίζεται κατά τῆς ἀντικειμενικότητας τῆς θεωρίας–[42] τότε, εὐθύς ἐξ ἀρχῆς, οἱ θεμελιώδεις ἀποφάσεις τους εἶναι ἐκ διαμέτρου ἀντίθετες. Τό ἐπιχειρησιακό σχέδιο τοῦ Φαράκλα εὐνοεῖ τήν «καθαρή ἱστορία τῶν ἐννοιῶν».[43] Δέν ἐπιδίδεται σέ ἀσκήσεις ὑποψίας. Ἀπομακρύνει τήν ἔννοια ἀπό τήν ἐπικίνδυνη, γιά τόν σκοπούμενο αὐτοκαθορισμό της, λειτουργική της χρήση.[44] Στό βιβλίο του εἶναι πρόδηλη ἡ μεταχείριση τῶν ἐννοιῶν στην ὀνομαστική τους ἀξία. Δέν ἐξετάζει τήν προσχώρηση τῶν ρηματικῶν ἤ κειμενικῶν δηλώσεων σέ πολιτικές πράξεις. Οὔτε κρίνει τά κείμενα μέ βάση τήν ἐμπράγματη ἱστορία τους. Οἱ ἔννοιες ἀποκτοῦν τή δική τους, ξέχωρη ζωή, δίχως νά διατρέχουν τόν κίνδυνο νὰ ὑποστοῦν πραγματική βία. «Σ’ αὐτή τήν πίστη τῆς [ἔννοιας] στόν ἑαυτό της κανείς δέν μπορεῖ νά εἰσχωρήσει. Δέν μπορεῖ νά ἀσκηθεῖ βία και, οὐσιαστικά, εἶναι ἀπροσπέλαστη. Ἡ ἀξία τῆς [ἔννοιας] ἐκτιμᾶται σύμφωνα μέ τήν ἐσωτερική της δραστηριότητα».[45] Ἄν ὁ Κονδύλης κατασταίνει τήν ἔννοια κρατούμενη τῆς κοινωνικότητας, ὁ Φαράκλας, καί οἱ ἄλλοι κριτικοί, προσαρτᾶ τήν ἀνεπάρκεια τῆς ὕπαρξης στήν ἔννοια, στό ἀνεξάρτητο ἀπό τά πράγματα σωτήριο ἔργο της. Πῶς θά μποροῦσε «λόγου χάριν ἡ βία [νά] αὐτοαναιρεῖται καί [νά] γίνεται δίκαιο»[46] ἄν ἀπουσίαζε ἡ αὐτοκίνηση τῶν ἐννοιῶν; Βέβαια, ἡ αὐτοκίνηση ἐπιτηρεῖται ἀπό τό ὑπερυψωμένο δωμάτιο τοῦ «γιά μᾶς». Ὁ Χέγκελ ἐπεξεργάζεται τόν κόσμο. Τόν μαστορεύει. Δέν τόν βλάπτει, τουναντίον, τόν στρατουλίζει. Ποιμαίνει τήν κοινωνία τῶν πολιτῶν. Τή σηκώνει γιά νά τήν ἀπιθώσει στό Κράτος. Στά χέρια τοῦ μεσολαβητῆ Λόγου. Ἐκεῖ θά τήν ἀφήσει νά ξεκακιώσει. Δέν θά μποροῦσε νά τήν ἐγκαταλείψει παραδομένη στίς ἔριδες τῶν ἰδιοτελῶν συμφερόντων της. Ξεκινᾶ νά περιγράφει τό ὁρατό σασπένς –τό μόνο πού βλέπουμε νά ξετυλίγεται σέ τοῦτο τόν κόσμο– γιά νά ἀρχίσει μετά νά μαντατεύει τήν ἐξαρτημένη του ὑπαλληλία ἀπό τό συμφιλιωτικό Κράτος. Μᾶς χρειάζεται μιά ἀνώτερη σφαῖρα. Ἐπειγόντως. Νά βάλουμε σέ διάταξη «ἀμοιβαίας χαιρετούρας»[47] τίς ἔννοιες, μπάς καί βυζάξουμε τήν ἐπιθυμητή «γιά μᾶς» καθομολόγηση: ὅτι ἡ ἔκβαση τῶν πραγμάτων εἶναι ἡ ἀόρατη! Γιά τόν Κονδύλη, αὐτόν τόν φιλικά προσκείμενο στήν ἀνθρωπότητα ἀνώνυμο ἄνθρωπο, οἱ ἀνώτερες σφαῖρες εἶναι ἁπλῶς μεγαλύτερες μπάλες πού πουλᾶνε τά ἐπώνυμα πρατήρια σκέψης.
Τοιουτοτρόπως, ὁ Φαράκλας διαβάζει τόν Θουκυδίδη καί τόν Μακιαβέλλι μέ «σκοπό νά ἀνιχνεύσει σ’ αὐτ[ούς] τά σημεῖα αὐτομεταβολῆς [!!] τοῦ συμφέροντος στό δέον».[48] Αὐτομεταβολή! Μεθερμηνεύοντας τή γνώμη τοῦ Μακιαβέλλι ἀναφέρει ὅτι «συμφέρει τήν ἐξουσία νά ὑλοποιεῖ τό δίκαιο γιά νά προσεταιρισθεῖ τούς καταπιεσμένους [!]».[49] Ὁμολογουμένως, ἀπίστευτη φράση. Ἄν ὅμως, συμφέρει καμιά φορά τήν ἐξουσία νά ὑλοποιεῖ τό δίκαιο, τότε ἡ ἔννοια τοῦ δικαίου δέν λαβαίνει πλέον περιεχόμενο χάριν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ δικαίου, δέν εἶναι αὐτεξουσιότητα πού ὑποχρεώνει, ἀλλά, δοσοληψία πού λογαριάζει τα ὑπέρ καί τά κατά. Ἄν ἡ ἐργοδοσία δεχτεῖ ὁρισμένα ἀπό τά αἰτήματα τῶν ἐργατῶν, θά τό κάνει γιά νά ἀποφύγει στή δεδομένη συγκυρία τά χειρότερα. Δέν σπίθισε ξαφνικά ἡ καθαρή ἔννοια τῆς δικαιοσύνης στίς μεταξύ τους ρηματικές ἀνταλλαγές. Ὅμως, ἀκόμα κι ἄν ὁ ἐργοδότης ἐμφορεῖται ἀπό τό ἰδανικό τῆς δικαιοσύνης δέν θά εἶναι σέ θέση νά τό ἐπιλέξει. Ἀρκεῖ νά βρεθεῖς μιά φορά στήν αἴθουσα τῶν συζητήσεων, γιά νά τό διαπιστώσεις. Ἄν, πάλι, ποῦμε πώς πάντοτε τή συνέφερε τήν ἐξουσία νά ὑλοποιεῖ τό δίκαιο, γιατί τότε δέν ἐνεργεῖ πάντοτε γιά τό συμφέρον της; Γιατί τό ἀμελεῖ; Τό ψυχοπαιδικό κρίσιμο ζήτημα εἶναι τό ἑξῆς:
«Ὅ,τι ἀπειλεῖ τήν ὕπαρξη τῆς κοινωνίας δέν μπορεῖ νά περιγραφεῖ ἄνευ κριτικῆς, χωρίς νά ποῦμε πῶς θά εἶχαν τά πράγματα ἄν λειτουργοῦσε ὁμαλά ἡ κοινωνία»».[50]
Ὅμως, ἄν ἡ κοινωνία δέν θά ὑπῆρχε χωρίς αὐτή τήν τελεολογική πραγματικότητα, αὐτή ἡ κατάσταση πραγμάτων πού τώρα ἐμφανίζεται, τί εἶναι; Πάντα τέτοια δέν ἦταν;
Τελικά, ὅλη κριτική γυρίζει γύρω ἀπό τό ἴδιο σημεῖο. Ποιός εἶναι μέσα καί ποιός εἶναι ἔξω; Τά λογικά παράδοξα. Τό ad hominem.[51] Ὁ Ζαν-Λυκ Νανσύ ἔχει γράψει ἕνα βιβλίο μέ θέμα τό βιβλίο, ὅπου ἰσχυρίζεται ὅτι τό βιβλίο εἶναι δυσανάγνωστο.[52] Κανένας δέν πρόκειται νά σταματήσει τά λόγια του. Γιά ἕνα βιβλίο πρόκειται, ἐξάλλου, μέ θέμα τό βιβλίο. Κι ἄν ὁ Ντερριντά ἐπισημαίνει τήν ἀντίφαση τοῦ Πλάτωνα, ὅτι γράφει κατηγορῶντας τή γραφή, τό κάνει ἐπειδή προσδοκᾶ ὀφέλη. Ὁ Ὄκαμ, παρεμπιπτόντως, στό πλαίσιο τῆς ἔρευνας γιά τά insolubilia, ὅπου συγκαταλέγεται καί τό παράδοξο τοῦ ψεύτη, πρότεινε τήν ἀπαγόρευση τῆς αὐτοαναφορικότητας –αὐτή ἦταν ἡ ὁριστική λύση σέ ἐκεῖνες τίς νοσταλγικά ὡραῖες ἐποχές– ὥστε νά ἀσφαλίσει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς λογοπαῖκτες. Μάλιστα, ἐπί ποινῇ καί ἀθώων θεμάτων αὐτοαναφορικότητας τοῦ καθημερινοῦ λόγου. Ἡ σκέψη, ὅμως, ἅπαξ καί διατυπωθεῖ, σώθηκε. Κι ἄν γυρίζει πίσω εἶναι μόνο γιά νά ζητήσει ὁ ἱδρυτής της τή συγχώρηση μιᾶς ἄδικης ἐξόδου. Πρᾶγμα πού δέν ξέρουμε ἄν ἔκανε ποτέ ὁ Κονδύλης. Ἡ ἵδρυση χάνεται μέσα στή βαρύτητα τῆς ἄγνωστης γιά τούς ἄλλους ἰδιοσυστασίας τοῦ κατόχου της. Μαντέματα μᾶς μένουν, ἐπιστρέφοντας συχνά πυκνά στή φωτογραφία τοῦ πίσω μέρους τοῦ ἐξωφύλλου. Ἡ φυσιογνωμική τῆς σκέψης καλά βαστεῖ. Δέν θά μποροῦσε αὐτό τό πρόσωπο πού βλέπω νά εἶναι ἄδετο μέ τή σκέψη πού διαβάζω. Διαβάζουμε μιά πρόταση (ἀσυνήθιστη, ἀπαράμιλλη, φημισμένη, ἰδιότροπη, κακή, χείριστη) καί αὐθωρεί πισωγυρίζουμε μέχρι τό ἐξώφυλλο γιά νά τή δοῦμε φωτογραφημένη. Ναί, λέμε, μᾶλλον αὐτό τό πρόσωπο τήν ἔγραψε. Σίγουρα ναί. Τό πρόσωπο εἶναι σάν τόν Πιερότο πού ζωγράφισε ὁ Βατώ. Δέν ξέρουμε ἄν εἶναι ἠλίθιος ἤ ἔξυπνος, βλαβερός ἤ ἄκακος. Δέν ξέρουμε τίποτα. Περιμένουμε νά μιλήσει ἤ νά γράψει κάτι, κάτι νά κάνει τέλος πάντων, γιά νά ἀναγνωρίσουμε μέ μιᾶς στό πρόσωπό του τή σκέψη του. Τό πρόσωπο εἶναι νεκρή φύση. Ναί, λέμε ἐκ τῶν ὑστέρων, αὐτή ἡ σκέψη δέν θά μποροῦσε νά εἶχε γεννηθεῖ παρά σέ τοῦτο τό κεφάλι. Ὁ Ρολάν Μπάρτ γράφει:
«Ὡς θεσμός ὁ συγγραφέας ἔχει πεθάνει: ὡς πρόσωπο μέ ἰδιωτική ζωή, μέ πάθη, μέ βιογραφία ἔχει ἐξαφανιστεῖ. Ἀπογυμνωμένος δέν ἀσκεῖ πιά στό ἔργο του τήν τρομερή πατρότητα πού […] Ὅμως, μέσα στό κείμενο, κατά κάποιον τρόπο, ποθῶ τόν συγγραφέα: μοῦ χρειάζεται ἡ μορφή του (πού δέν εἶναι ἡ εἰκόνα του, οὔτε ἡ προβολή του)…».[53]
Ἀντίστροφα, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ πατρότητα, δηλαδή ἡ ἀξιόλογη καί θεαματική κατοχή τοῦ κειμένου, ἔχει χαθεῖ, ἡ προκοπή τοῦ γραπτοῦ ἐπιβάλλει τό κρέμασμα τοῦ ἱδρυτῆ του (σέ φωτογραφία). Ἡ εἰκόνα του, ἡ ὄψη του, τό σχῆμα του, ἐν τέλει τό εἶδος του, περιτυλίγει γενναιόψυχα, ὑποτίθεται, τή μάχη τοῦ κειμένου. Οἱ συγγραφεῖς ποζάρουν. Ὁ Κονδύλης ἀπουσιάζει, δέν κρεμάει τή φάτσα του, ἐπειδή εἶναι κύριος ἑνός πολύ σημαντικοῦ κειμένου. Πάτρωνας χωρίς καμία ὑποστήριξη. Δέν χρειάζεται νά τό φωτοβολήσει μέ τή φάτσα του. Εἶναι διαχρονικός. Οἱ ἄλλοι, σπαράγματα μιά χρονικῆς σύμπτωσης, γιά νά διαρκέσουν χρειάζεται νά ἀναβαπτισθοῦν στή φωτοσύνθεσή τους. Ὁ Κονδύλης μᾶς στέρησε τή φωτογραφία του. Μιά μικρή βιογραφία, κυρίως μιά φωτογραφία τοῦ κατόχου τῆς σκέψης, θά μᾶς βοηθοῦσε –ὑποτίθεται– νά διακρίνουμε στήν ἀνακοινώσιμη σκέψη μιά ὑποχώρηση στό σχέδιό της νά ἐξαντλήσει ἀνηλεῶς τό σύνολο τῆς πραγματικότητας. Δές τή φωτογραφία του Βέλτσου. Ἔχω μπροστά μου τά Νέα. Ἀπό τίς πιό ὡραῖες. Ἡ κρανιακή του κάψα μέ μιά ἁπλῆ περιστροφή γίνεται πνευματική κάρα. Μᾶλλον εὐρυμέτωπος, ὀλίγον σουβλερομύτης, μέ τετράγωνη τήν κάτω γνάθο. Μάτια ἐπίμονα, ἴσως ὑγρά, σίγουρα μπιρμπιλομάτης. Ἀγέρωχο ὕφος. Τό κάτω χεῖλος, ἔτσι πού προεξέχει λίγο τῆς σχισμῆς τῶν χειλέων, θαρρεῖς, ἄν τοῦ κρύψεις τά μάτια, πώς εἶναι φτιαγμένο γιά νά μασουλάει σπόρους. Τό πρόσωπο ὁλόκληρο, ὅμως, σοῦ ἀφήνει τήν ἐντύπωση πώς μόλις ἔχει ἐπιστρέψει ἀπό τήν ὁμιλία καί τηρεῖ πρόσκαιρη σιγήν. Ἀλλά δέν τοῦ πάει ἡ ἀσιγησία. Δέν εἶναι ἀβούητος. Τόν φαντάζομαι νά τραντάζεται μέ τίς χειρονομίες τῆς πείσμονος ὁμιλίας του, γιά νά ἀποσυρθεῖ μετά, ροδοπάρειος καί μέ τούς βοστρύχους του ἀναπεπταμένους, στή θέση τῆς φωτογραφίας του: κανονικός ἀνδριάντας. Ὑποψιάζομαι πώς ἡ ὄψη του εἶναι συχνά ἐκείνη πού μέ μπάζει στόν λόγο του. Πρῶτα πείθομαι λιγάκι προκαταβολικά κοιτῶντας τον καί μετά τόν διαβάζω ἐπιβεβαιωτικά. Δέν ξέρεις ἄν γράφει ἔτσι ἐπειδή ἔχει αὐτή τή μουτσούνα ἤ ἄν τή μουτσούνα τήν ἀπέκτησε γράφοντας ἔτσι. Ἔχω τήν τάση νά προσωποληπτώ ὑπέρ τοῦ αὐτοκέφαλου λόγου. Χωρίς, ἐπίσης, νά μπορῶ νά ἀποκλείσω ὅτι πρόκειται ἁπλῶς –τό πιθανότερο– γιά μιά τυχαία κάψα τῆς φύσης. Δές πώς ποζάρει στή φωτογραφία τοῦ βιβλίου της ἡ Μυρτώ Δραγώνα-Μονάχου. Μοῦ θυμίζει τόν Παπανοῦτσο. Σάν καντιανός ἀκίνητος φιλάνθρωπος εὐεργέτης. Δές τήν καταπληκτική περιγραφή ἀπό τόν Xότο (Hotho) [54] –ὑφηγητή τοῦ Χέγκελ στό Πανεπιστήμιο τοῦ Βερολίνου– τῶν διαλέξεων πού ἔδινε ὁ Χέγκελ ἀπό καθέδρας. Καθόταν, λέει, κατηφής, ἔχοντας μπροστά του μεγάλα τετράδια σημειώσεων. Τά διέτρεχε πάνω κάτω, τά φυλλομετροῦσε μπρός πίσω, ψάχνοντας. Ἔβηχε. Οἱ φράσεις ἦταν κομματιαστές. Πάλευε μέ τό ἀντικείμενό του. Τό ἀκροατήριο ἔμενε μέ τήν ἐντύπωση πώς λείπει συνεχῶς ἡ καίρια λέξη γιά τήν ὁλοκλήρωση τῆς φράσης. Ἔλειπε, στόν Χέγκελ τῆς ὡριμότητας. Ὁ Κονδύλης δέν ἔχει ἄλλες σκέψεις, παρά μόνο τίς ἐκδιδόμενες; Ἄν δέν μᾶς δίνει τή φωτογραφία του, εἶναι ἐπειδή φιλοδοξεῖ τή μέγιστη ἀντικειμενικότητα; Ἐδῶ ἔχουμε ἕνα ἔργο, ἀλλά ὄχι τή φωτογραφία του.[55] Τή βιογραφία του Κονδύλη, τή θέλησε ὁ ἴδιος ἤ τό ἔργο του νά ἀπουσιάσει; Δέν ὑπάρχει ἄλλος Κονδύλης παρά μόνο ἐκεῖνος τοῦ ἐμπορίου τῶν ἀντικειμενικῶν ἰδεῶν; Μετέβαλε τήν προσωπική του ζωή σέ ἐπιχείρημα; Τοῦ ἦταν εὔκολη αὐτή ἡ συνέπεια λόγου καί ἔργου; Τί σημαίνει, ἄν ὑπάρχει, αὐτή ἡ ἐπιδιωκόμενη συνέπεια τῆς προσωπικῆς του ἀπουσίας ἀπό τόν λόγο του; Αὐτό δέν θά ἦταν τότε ἡ μεγαλύτερη πού μπορεῖ νά σκεφτεῖ κανείς προσωπική συμμετοχή;
Γιά νά τό πῶ ὅπως τό εἶπε ὑπέροχα ὁ Μάριος Μαρκίδης: «Τί μᾶς ψυχαναγκαστικοποιεῖ τόσο πολύ στόν δρόμο τῆς ἀλήθειας μας, ὥστε νά μοιάζουμε μονήρεις, ἐνῷ δέν πάψαμε ποτέ νά συμπορευόμαστε»;[56] Μιά μεταδόσιμη, κατ’ ἀνάγκην, προφορική διδασκαλία θά τόν ὑποχρέωνε νά ξεστομίσει τή φράση πού ἔλεγε ὁ Λακάν στό σεμινάριο: «Στό σημεῖο αὐτό θέλω νά μοῦ δείξετε ἐμπιστοσύνη…». Δηλαδή: «Ἐπιτρέψατέ μου τήν εἴσοδο… και δέν θά χάσετε». Κάθε διατύπωση εἶναι ζυγισμένη στήν ἐντέλεια. Κάθε σκέψη του εἶναι ἀνακοινώσιμη στόν βαθμό πού εἶναι λογικά ἀναντίρρητη. Ὁ ἴδιος τό ἔχει πεῖ, ὅτι τό ἐπιχείρημα εἶναι μιά ἐκ τῶν ὑστέρων προσπάθεια νά ἀποκτήσει ἡ σκέψη προσοδοφόρα μορφή. Εἶναι πρόδηλη ἡ φροντίδα νά μήν μπεῖ κανένας στό ἔργο του ἀπό τήν πόρτα τῆς βιογραφίας. Ἡ διατήρηση τοῦ ἰδίου ἐν ζωῇ, ὁ ἀγῶνας του στόν κόσμο γιά ἀξιόλογη διαμονή, κρατιοῦνται ἔξω ἀπό τό ἔργο του. Δέν χωροῦν οὔτε στό ἐξώφυλλο. Δέν ποζάρει. Δέν αὐτοσυστήνεται. Τό μόνο πού συστήνει εἶναι τό ἔργο του ὑπό μορφή λογικῆς διατράνωσης. Ἄν ἄφηνε τήν ὁποιαδήποτε συγκίνηση μέσα στήν ἐξαγγελία του, τότε ὁ λόγος θά πετοῦσε ἤ θά περισυνέλεγε καί καμιά σωσίβια λέξη στό πέλαγος τοῦ κόσμου. Ὁ Κονδύλης χτύπησε λογικά καί ἔφυγε. Πρᾶγμα πολύ συγκινητικό, σχεδόν «ἀνορθολογικό, μέ τή μυστική ἔννοια τοῦ ὅρου». Ἄν ὁ ραμπί του Λεβινάς, ὁ Σουσανί, ἔχει μόνο μιά προφορική βιογραφική ζωή, δηλαδή ἕναν λόγο ἀποκλειστικά καί σκόπιμα μεταδόσιμο σέ ὅσους τόν ἀκοῦν, ὁ Κονδύλης, σάν ἀντεστραμμένη μορφή του, ἔχει μόνο μιά γραπτή ζωή σέ ὅσους δέν τόν βλέπουν. Ὅμως γιατί διεκδίκησε μιά ἕδρα –πού τοῦ τήν στέρησαν, ἄθελά τους, γιά νά τόν προφυλάξουν ἀπό τήν ἀσυνέπεια μιᾶς προσωπικῆς ἐκφώνησης– ὅταν δέν θά μποροῦσε νά τήν πατήσει χωρίς «ὄψεις ἑαυτοῦ»;[57]
Ἐπιλογικές παρατηρήσεις
(1) Τελικά, μιά ἐπιπόλαια ὑπόθεση ἐξελίχθηκε σέ βαθύ πρόβλημα. Ἕνα χωρατό στάθηκε ἐμπόδιο στό μεγάλο θέμα τῆς ἀλήθειας. Δέν εἶναι εἰρωνεία πού ἕνα ψέμα («λέω ψέματα») ἐμποδίζει τήν πλήρη διατύπωση τῆς ἀλήθειας; Ἡ πρόταση «μιά δηλωτική πρόταση εἶναι ἀληθής ἄνν αὐτό πού λέει εἶναι ἀληθές» ὡς σημεῖο ἐφόδου στήν ἔννοια τῆς ἀλήθειας χρησιμοποιεῖται ἀπό ἕναν ψεύτη γιά νά διεγείρει στήν καρδιά τῆς ἀναζήτησης τῆς ἀλήθειας ἕνα λογικό παράδοξο. Ἔτσι, ὅλοι σχεδόν οἱ λογικοί (logicians) μέ θεμελιωτικά ἐνδιαφέροντα καταπιάστηκαν μέ τό ζήτημα. Τάρσκι, Ράσσελ, Κρίπκε, Κουάϊν κτλ., ὁ κάθε ἕνας ἀπό αὐτούς δίνει μιά λύση μέ κάποιο κόστος μολοταύτα. Ἡ τελευταία, ἐξ ὅσων γνωρίζω, ἀξιόλογη λογική προσπάθεια νά βρεθεῖ μιά διέξοδος, αὐτή τῶν Μπαργουάιζ (Barwise) καί Ετσεμέντι (Ethemendy), ἀπαγορεύει τό κατηγορούμενο καθολικῆς ἀλήθειας. Δέν μπορῶ νά κλείσω σέ μιά πρόταση ὅλο τόν κόσμο. Ἀπαγορεύει δηλαδή τον Κονδύλη. Νέες ἔρευνες στή σημασιολογία παύουν νά θέτουν τό παράδοξο, καθώς ἀρνοῦνται νά θεωρήσουν τήν πρόταση ὡς τόν φορέα τῆς ἀλήθειας. Παρεμφερῶς, τό ad hominem ἐπιχείρημα ἐναντίον τοῦ Κονδύλη δύναται νά διατυπωθεῖ καί μέ τούς ὅρους τοῦ παραδόξου τῆς ἐπιθυμίας: (α) Παίρνοντας κανείς αὐτό πού θέλει βελτιώνει τή ζωή του, (β) ἐπιθυμῶ τή χειροτέρευση τῆς ζωῆς μου. Ἄν ἡ (α) –πρόταση πρώτης τάξης (first order)– εἶναι ἀληθής τότε μπορεῖ νά δειχτεῖ πώς ἡ (β) –δεύτερης τάξης (second order)– ὁδηγεῖ σέ ἀντίφαση. Τό παράδοξο τῆς ἐπιθυμίας μερικοί θεωροῦν πώς τό ἐπιλύουν εἰσάγοντας βαθμούς ἱκανοποίησης, κατ’ ἀναλογία τῆς δυνατότητας βαθμοποίησης τῆς ἀλήθειας στήν πρόταση τοῦ ψεύτη. Ἀναλόγως, γιατί νά μήν ἀριθμήσουμε ἕνα ἄλλο σημαντικό παράδοξο, τή «μελλοντική ναυμαχία»; Τό παράδοξο τῆς «αὐριανῆς μάχης» –ἄν καί ἀνόμοιο μέ ἐκεῖνο τοῦ ψεύτη, καθώς δέν ἀφορᾶ κάποιο ὑποκείμενο προτασιακής ὁμιλίας ἀλλά ἐνδεχόμενα ἀτομικά γεγονότα– δύναται νά βοηθήσει τήν κατατόπιση στό κονδυλικό ἔργο. Τό παράδοξο αὐτό μπορεῖ κανείς νά τό «τρέξει» μέ θέμα ὄχι τή μελλοντική ναυμαχία, ἀλλά μέ ἐκεῖνο ἑνός μελλοντικοῦ ἀξιοβίωτου κοινωνικοῦ περιβάλλοντος. Ὅπως τό «τρέχουν» δηλαδή οἱ κομουνιστές. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ ἐφαρμογή τοῦ tertium non datur σέ προτάσεις πού ἀναφέρονται σέ ἀτομικά μελλοντικά γεγονότα (τό ἀξιοβίωτο μέλλον δέν εἶναι ἀτομικό γεγονός ἀλλά μπορεῖ νά διατυπωθεῖ μέ τρόπο πού νά ὑπάγεται σέ αὐτόν τόν κανόνα), δηλαδή ἡ χρήση τοῦ ἀποκλειόμενου τρίτου, μέ τήν ὁποία κυνηγούσαμε ἄλλοτε τούς ψεῦτες, πρέπει νά ἐξαιρεῖται τώρα, εἰδάλλως θά ὁδηγηθοῦμε σέ ἀνεπιφύλακτο προκαθορισμό τοῦ μελλοντικοῦ γεγονότος.[58] Ἡ χρήση τοῦ ἀποκλειόμενου τρίτου θά ἀπέληγε σέ μιά ἐν ἅπαντι τῷ χρόνῳ ἀλήθεια. Τό παράδοξο στή γλῶσσα εἶναι ὁ ψεύτης της. Τό παράδοξο στά μαθηματικά εἶναι τό σύνολο τοῦ Ράσσελ. Τό παράδοξο στή συνείδηση εἶναι ἐκεῖνο τοῦ στοχαστῆ: Ὁ Κονδύλης, ὅταν γράφει, δέν ἀνήκει μόνο στό «σύνολο ὅλων τῶν στοχαστῶν» (1), ἀλλά καί στά ὑποσύνολα: «τό σύνολο τῶν στοχαστῶν πού σκέφτονται τόν ἑαυτό τους» (1α) καί «τό σύνολο τῶν στοχαστῶν πού σκέφτονται κάτι ἄλλο ἀπό τόν ἑαυτό τους» (1β). Σίγουρα καί στό ὑποσύνολο: «τό σύνολο τῶν στοχαστῶν πού σκέφτονται τόν ἑαυτό τους νά σκέφτεται τόν ἑαυτό τους» (1αα). Ἀφοῦ ὅμως ἀποδιώχνει τήν ἐπιθυμία, θά ἀνήκει καί στό «σύνολο τῶν στοχαστῶν πού σκέφτονται νά μήν σκέφτονται τόν ἑαυτό τους». Τό τελευταῖο σύνολο συνιστᾶ παράδοξο, καθώς δέν μπορῶ νά γνωρίζω ὅτι δέν σκέπτομαι τόν ἑαυτό μου χωρίς νά σκέφτομαι τόν ἑαυτό μου. Θά προσπαθήσω, ἄν βρῶ τόν χρόνο, νά ἀναπτύξω ὁρισμένους ἰσχυρισμούς σχετικά μέ ὅλα αὐτά τά παράδοξα…
(2) Ἄν βρεῖ κανείς τό διανόημα τοῦ ὁποίου τή μετάδοση ἐπιθυμεῖ, θά ἦταν ἴσως ἀπερισκεψία ἐκ μέρους του νά διακόψει την κατάστρωσή του γιά νά διατρίψει σέ μεθοδολογικά προβλήματα. Μιά γνώμη αὐτή, πού νομίζω τή συμμεριζόταν καί ὁ Βέμπερ. Καί ὁ ἴδιος ὁ Κονδύλης ἀδιαφοροῦσε γιά τίς μεθοδολογικές ἔριδες στίς ὁποῖες τόν ἐνέπλεκαν τά κείμενά του. Ἤξερε πώς δέν εἶναι αὐτό τό ζήτημα κατά βάθος. Ὑπάρχει ὅμως ἕνας «κονδυλικός», ἄν ὑπάρχει τέτοιος, πού στά γραπτά του διακατέχεται ἀπό ὑπερβολική μεθοδολογική καί ἐπιστημολογική ἀνησυχία. Ὁ Μεταξόπουλος εἶναι ἕνας διπλασιασμένος «Κονδύλης». Μέ ἐπιθετική καί ἐνορμητική παραστατικότητα ἀποζητᾶ νά ἐπιστέψει τό κονδυλικό ἐγχείρημα ἐπιθέτοντας στό ἔργο τό ἐλλεῖπον στοιχεῖο του: τήν ἐπιστημολογική του ἀρτιότητα.[59] Ἡ φωτογραφία του δέ κοσμεῖ τό ἐσώφυλλο καί μπορεῖ νά ἀνατρέχει κανείς σέ αὐτήν γιά νά βλέπει τήν προσωπικότητα τῶν ἰδεῶν πού διακινοῦνται στό βιβλίο. Ὁ λόγος τοῦ Μεταξόπουλου εἶναι ἀπροκάλυπτα ἐπιθετικός καί πολεμικός, χωρίς νά ζώνεται τήν κομψότητα τῆς δηλητηριώδους κονδυλικής εἰρωνείας. Θεωρεῖ πώς «ἡ ἐνόρμηση τοῦ θανάτου δέν συγκαταλέγεται στίς εὐτυχέστερες ἐνοράσεις τοῦ Φρόυντ καί δέν ἔχει ἰδιαίτερη σημασία στήν φιλοσοφική ἀνθρωπολογία».[60] Γιατί; Κι ὅμως, τό ὁριστικό ἐπιχείρημα ὑπέρ τοῦ Κονδύλη εἶναι, ἄς τό ὀνομάσω ἔτσι, «ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος». Ὁ ἄνθρωπος, στήν τελευταία στιγμή τῆς ἀνθρωπότητας, ἄν ὑποθέσουμε πώς δέν θά εἶχε καμία μελλοντική δραστηριότητα νά ἐπιτελέσει, δέν θά ἄνοιγε κανένα βιβλίο –πόσῳ μᾶλλον διδακτικό σύγγραμμα– μέ ἐννοιολογήσεις ἤ νοηματοδοτήσεις. Ὅλα τους, εἰδικά ἐκεῖνα πού δεοντολόγησαν τόν κόσμο καί ἄφησαν ἐποχή μέ τήν καταλληλότητά τους, θά ἔστεκαν ὄχι μόνο σάν μιά πλέον φροῦδα καί ἄσκοπη βιβλιογραφία, ἀλλά σάν ἐμπορικά κατάστιχα, σάν κλεισμένα μετά τήν ἐκκαθάριση βιβλία λογαριασμῶν. Θά ἦταν ἀπό ἐκεῖνα πού θά ἔκαιγες γιά νά ζεσταθεῖς στήν τελευταία κρύα νύχτα τοῦ κόσμου. Ἕνα μόνο, κι αὐτό ἐγκόλπιο, θά ἦταν ἀνοιχτό, τό Ἰσχύς καί Ἀπόφαση, πού θά ξεφυλλιζόταν ὅμως μόνο του, ἀβλαβές τώρα πιά στήν ἀκαταλληλότητά του καί ἀχρείαστο νά ἀναγνωσθεῖ καθώς συντελεσμένο. Τό τελευταῖο ἀνάγνωσμα. Ὑπό τήν ἔννοια πώς θά ἦταν τό μόνο ἀναμάρτητο. Μιά ἀντίστροφη θεολογία. Ὅταν λοιπόν ὁ Μεταξόπουλος δέν τήν συγκαταλέγει στίς εὐτυχέστερες ἐνοράσεις, αὐτό πού δέν τοῦ περνᾶ ἐνδεχομένως ἀπό τόν νοῦ εἶναι ἡ ἐνόραση πώς ἡ θέση ἀπό τήν ὁποία ὁμιλεῖ εἶναι ἡ θέση τοῦ νεκροῦ παρατηρητῆ. Ἕνας ψυχαναγκασμός σοβεῖ. Ὁ Μεταξόπουλος πέθανε κι αὐτός νωρίς. Αὐτό ἦταν τό τελευταῖο του βιβλίο γραμμένο στή δύσκολη γι’ αὐτόν συγκυρία. Ἕνα βιβλίο πού προσπαθεῖ νά κάνει ὑπερβολικά πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Ὁ Μεταξόπουλος, λοιπόν, αὐτοεφαρμόζει τήν κονδυλική θεωρία. Σέ αὐτό τό σημεῖο βάζει τά δυνατά του. Ἐπισημαίνει πώς κάθε γραμμή στό ἔργο τοῦ Κονδύλη ἔχει πολεμικό χαρακτῆρα. Ἑπομένως αὐτοεφαρμόζει, χωρίς φαύλη κυκλική ἀναφορά ὅπως προτίθεται νά ἀποδείξει, τή θεωρία τῆς κοσμοκατασκευῆς ὅπως τήν ὀνομάζει – εἶναι πρόδηλη, ἐξάλλου, ἡ ἀπήχηση τοῦ Γκούντμαν (Νelson Goodman), κυρίως τοῦ ἀριστουργηματικοῦ Ways of worldmaking, στή σκέψη του Μεταξόπουλου.. «Ὁ ἀξιολογικός μηδενισμός ἔχει ἐχθρούς καί τούς καταπολεμᾶ»![61] Δηλαδή ἡ υἱοθέτηση τῆς οὐδετερότητας δέν συνεπάγεται πώς ὀφείλει κανείς νά μένει καί οὐδέτερος! Τό λέει αὐτό ὁ Κονδύλης; Θά περιμένουμε νά μᾶς τό ἐξηγήσει. Ὁ Κονδύλης ἰσχυρίζεται πώς δέν μετέχει –ὁ ἴδιος προσωπικά– στό ἐπιστημονικό του ἔργο. Ὁ Μεταξόπουλος, ἀπό τήν ἄλλη, ἰσχυρίζεται πώς τό δικό του ἐπιστημονικό ἔργο μετέχει στήν προσωπική του ἀξίωση ἰσχύος. Ἔχουν τήν ἴδια θέση ἀλλά τήν ἀναστοχάζονται διαφορετικά; Ἡ αὐτοεφαρμογή σημαίνει ἐδῶ πώς ἡ μηδενιστική ἀξιολογική θέση εἶναι μιά κοσμοεικόνα καί αὐτή; Ἤ μήπως ἔχω μιά κανονιστικά διαμορφωμένη κοσμοεικόνα γιά τήν τρέχουσα, καθημερινή, στή σχέση μου μέ τούς ἄλλους αὐτοσυντήρησή μου, καί μιά ἄλλη, μηδενιστική κοσμοεικόνα γιά τήν ἐπιστημονική μου ἐργασία; Τότε ἡ μιά ἑρμηνεύει τήν ἄλλη πολεμικά; Ἡ πρώτη θά εἶναι ἔργῳ καί ἡ δεύτερη λόγῳ; Μπορῶ νά φαντασθῶ τήν ἀκόλουθη εἰκόνα: Τό πρωί ξεσκεπάζω τήν πλάνη τοῦ χριστιανισμοῦ ὡς ἐπιστήμονας καί τό βράδυ, ἄν μέ γαβγίσουν ἄγρια σκυλιά, ἀνάβω τό καντήλι προσευχόμενος! Κι ὅμως, ὁ Μεταξόπουλος φρονεῖ πώς δέν ὑπάρχει σέ αὐτό καμία ἀντίφαση![62] Ἀφοῦ ἀρχικῶς ἀποφαίνεται πώς λογικά ὁ μηδενιστής μπορεῖ νά εἶναι θρῆσκος, προβαίνει ἀκολούθως σέ διατύπωση τῆς αὐτοεφαρμογῆς: «Ὅ,τι λογικά ἐκχωρεῖ στούς ἄλλους, λογικά ἰσχύει καί γιά τόν ἴδιο».[63] Τή στιγμή δέ πού ὁ Γκούντμαν συνιστᾶ «συνετή ἀμφιταλάντευση», ὁ Μεταξόπουλος, καί κατ’ αὐτόν ἐπίσης οἱ Σμίτ καί Κονδύλης, προτείνει «πόλεμο μέχρις ἐσχάτων».[64] Προβαίνει, ἐπίσης, καί σέ κάμποσες διατυπώσεις τοῦ παραδόξου: «Πῶς εἶναι δυνατόν νά ἐνοικοῦμε σέ μιά κοσμοκατασκευή κτισμένη μέ ὑπαρξιακή ἀπόφαση, καί ταυτοχρόνως νά περιγράφουμε θεωρητικά τούς γενικούς ὅρους κατασκευῆς κοσμοεικόνων, τῆς ἐμῆς συμπεριλαμβανομένης»;[65] Ἀντιλαμβάνεται πώς οἱ ἀντιμαχόμενες πλευρές ἐρίζουν γιά τό σπουδαιότερο διακύβευμα: τήν ἐπιστημονική ἐγκυρότητα. «Πού ἀφορᾶ τά πάντα».[66] Τήν ἐξουσία. Τό ζήτημα πού τόν ἀπασχολεῖ θά ἐξεταστεῖ μέ τούς ὅρους πού διεξήχθη ἡ διαμάχη μεταξύ θεμελιωτισμοῦ καί σκεπτικισμοῦ. Θά δώσει συνεπῶς τόν λόγο στούς Κάντ καί Χέγκελ ὡς τούς κατ’ ἐξοχήν ἐμπλεκόμενους στό θέμα τῆς θεμελίωσης τῶν πρώτων ἀρχῶν. Ἡ βάσανος ὅμως τῶν καντιανών καί ἑγελιανών διανοημάτων δέν τελεσφορεῖ. Κανείς δέν ἐπιτυγχάνει νά ἐκκινήσει χωρίς προϋποθέσεις. Ἀκολουθεῖ μιά μακρά παρέκβαση γιά τόν σκεπτικισμό καί τήν ἐπιστημολογία. Στόχος του νά ἀναδείξει τή γνωσιοθεωρητική ἀνωτερότητα τοῦ ἀξιολογικοῦ μηδενισμοῦ![67] Γιά τόν λόγο αὐτόν ἀξιώνει τήν ὑποβολή τοῦ ἐξαγόμενου τῆς πνευματικῆς του ἐργασίας στήν κρίση τῆς ἐπιστημονικῆς κοινότητας, ἀποδεχόμενος, ἔστω προσωρινά (;), τά κριτήριά της καί προσβλέποντας στήν ἀναγνώριση. Ποιά ἐπιστημονική κοινότητα, δέν διευκρινίζει. Πῶς ἡ τελευταία θά ἀναγνωρίσει τό «ξεχέρσωμα τῶν ἠθικοκανονιστικῶν ἀντιλήψεων»;[68] … Ὁ Μεταξόπουλος, ἄν καταλαβαίνω, αἵρει τή διατηρούμενη ἀπό τόν Κονδύλη καί τόν Βέμπερ διαφορά τῶν δύο προοπτικῶν: ἐπιστήμονας καί πολιτικός,[69] ἐρευνητής καί ἀπό καθέδρας δάσκαλος[70] κτλ. Ὁ Μεταξόπουλος διδάσκει τήν ἀξιολογική ἐλευθερία. Τοποθετεῖται ἀξιολογικά ὑπέρ τῆς ἀξιολογικῆς ἐλευθερίας. Αὐτοεφαρμόζει τή θεωρία. Γίνεται μάρτυρας. Ἑνοποιεῖ, τόσο αὐτός ὁ ἴδιος, προσωποπαγῶς, ὅσο καί ἡ θεωρία του, τίς διιστάμενες θέσεις. Ὑπογράφει τό κείμενο. Βγαίνει μπροστά. Αὐτή εἶναι ἡ ἀρτίωση πού διεκδικεῖ. Αὐτό πού μόνο ὡς ὑπόνοια περιφέρεται στόν Κονδύλη, σέ αὐτόν γίνεται κατηγορηματική στάση. Φρονῶ πώς οἱ ἐν λόγῳ δύο τοποθετήσεις ἤ θέσεις (ἐπιστήμονας καί πολιτικός, ἀμέτοχος καί μέτοχος) εἶναι πρωτίστως στάσεις τοῦ σώματος, ὅπως, ἄν δέν ἔχω ἤδη ὑποδείξει, θά προσπαθήσω νά τό κάνω παραΰστερα, οἱ ὁποῖες, μέ τή σειρά τους σχηματίζουν τίς ἀντίστοιχες γνῶμες καί σκοπιές ἀντιλήψεων. Ἀκριβῶς ἐπειδή τίς θεωρῶ σωματικές, δηλαδή ἐπιθυμοῦσες, ἐξυφαίνω τό ἀκόλουθο ἁπλοϊκό σενάριο γιά μιά πιθανή σύναψή τους: Ἂλλες φορές υἱοθετῶ (α) τήν ὀπτική τοῦ πάσχοντος ὑποκειμένου πού πάντοτε εἶμαι καί ἄλλοτε (β) τήν ὀπτική τοῦ συμβούλου τοῦ ἡγεμόνα (πού δέν μπορῶ νά εἶμαι ἀδιάκοπα). Αὐτό πού θά ἰσχυρισθῶ εἶναι πώς ἡ (β) συνιστᾶ ρύθμιση τῆς (α). Ἄν εἶναι ἔτσι, οὔτε ὁ Κονδύλης οὔτε ὁ Μεταξόπουλος ἔχουν ὅλο τό δίκιο μέ τό μέρος τους. Στή δεύτερη ὀπτική, λοιπόν, δέν εἶμαι ἀκριβῶς μέ τό μέρος τοῦ ἡγεμόνα. Εἶμαι κυρίως μέ τό πῶς ἔχουν τά πράγματα. Αὐτό ζητᾶ ὁ ἡγεμόνας νά μάθει. Ἡ δεύτερη ὀπτική εἶναι μιά ἐργασία (καί τῆς ἐπιθυμίας). Ἡ πρώτη εἶναι κυρίως μιά δικαιοσύνη. Μπαινοβγαίνουμε σέ αὐτές ἀδιακρίτως. Ἄν μηδενιστής εἶναι αὐτός πού παίρνει θέση πίσω ἀπό τίς γραμμές τῶν ὁμιλητῶν,[71] τότε εἶναι θεμιτή ἡ διερώτηση ἐάν στή θέση αὐτή εἶναι δυνατό νά ἔχει πρῶτες ἀρχές –ἀκόμα καί μέ τήν ἔννοια τῆς χρονολογικῆς προτεραιότητας– ἤ μόνο δεύτερες. Δηλαδή ἐν προκειμένῳ, ἄν ἔχει τό οὐσιῶδες θέμα νά ἐπευφημήσει ἤ ἄν ἁπλῶς τό μόνο πού κάνει εἶναι νά ἐξελέγχει τήν ἀναμαρτησία τῶν διαγκωνιζόμενων προοπτικῶν μπροστά του, πρίν τίς κατευοδώσει ἐν συνεχείᾳ καί αὐτές, γιά νά μείνει μόνος. Μόνος, κάτοχος τοῦ μυστικοῦ. Αὐτός πού ξέρει. Σέ αὐτόν ἔρχεται ὁ ἡγεμόνας. Ἔρχεται γιά νά τοῦ πεῖ ὁ σύμβουλος τά ὑπέρ καί τά κατά.[72] Ὁ ἡγεμόνας βγαίνει ἔξω ἀπό τόν κόσμο γιά νά ξαναμπεῖ καλύτερα. Γίνεται ἐπιστήμονας μόνο καί μόνο γιά νά ξαναγίνει παραγωγικότερος πολιτικός. Δηλαδή, βγαίνει γιά νά πάρει φόρα. Στήν ἔξοδό του συναντᾶ τον Κονδύλη ἤ τόν Μακιαβέλλι. Αὐτός πού θά ἀποφασίσει ζητᾶ τή διαυγῆ γνώση τοῦ κόσμου. Ὁ Κονδύλης εἶναι βέβαια σύμβουλος χωρίς ἡγεμόνα. Ἡ ὀπτική τῆς ἀξιολογικῆς ἐλευθερίας θά μποροῦσε νά μήν εἶναι μιά αὐτοδύναμη πρωτογενῶς στάση, ἀλλά προϊόν τῆς ἀπόπειρας γιά εὐτυχέστερη διευθέτηση τοῦ πάσχοντος ὑποκειμένου. Ὅλοι εἶναι τέτοια ὑποκείμενα. Ὅθεν, ἡ ὀπτική τοῦ συμβούλου, ἡ στάση τῆς κατανόησης, δέν ξεκόβουν ἀπό τήν ὀπτική τοῦ ἀξιοθετοῦντος ὑποκειμένου…
(3) Ὁ Π. Χρηστιάς εἶναι –μέ κάθε ἐπιφύλαξη, βασιζόμενος στά λίγα κείμενα πού ἔχω ὑπόψη μου– ἕνας κονδυλικής ἐμπνεύσεως, γαλλοτραφής, συμπαθέστατος κοινωνικός ἐπιστήμονας.[73] Ἡ διάκριση πού κάνει μεταξύ ὑποκειμενικοῦ αἰσθήματος ἰσχύος (τό ὑποκείμενο εἶναι ἱκανοποιημένο ἀπό τή γνώση πού ἔχει γιά τίς ἱκανότητες καί δυνατότητες τοῦ ἐγώ του) καί ἀντικειμενικῆς ἰσχύος (τά ἀξιώματα καί οἱ διακρίσεις: τό Νόμπελ) μοῦ τράβηξε τήν προσοχή. Σέ ἀντίθεση μέ τή μετωπική αὐτοεφαρμογή τῆς κονδυλικῆς ἀπόφανσης ἀπό τόν Μεταξόπουλο, ὁ Χρηστιάς προτιμᾶ νά ἀναζητήσει τρόπους νά ξεγλιστρήσει. Δέν θά ἀργήσει νά φθάσει κι αὐτός (βλ. τό κείμενό του: Morphologie de la décision) στήν οἰκεία ἐρώτηση: «[Ἄν ὁ ἄνθρωπος] a besoin d’un cadre normatif qui oriente son action dans sa vie quotidienne, [ἄν] il a besoin de tout ce que une théorie descriptive ne peut jamais lui fournir, [τότε πῶς] arrive-t-on à adopter une telle théorie»? Ἡ ἀπάντηση πού δίνει εἶναι: «par ironie». Ποιά, ὅμως, εἰρωνεία; «Celle qui consiste à renoncer au pouvoir objectif pour atteindre le point non plus ultra de son sentiment de pouvoir». Φρονεῖ, ἄν καταλαβαίνω, πώς ἡ κατάλληλη διαγωγή, τοῦ ἰδίου καί τοῦ Κονδύλη, στά ζητήματα πού ἔχουμε ἐξετάσει, εἶναι ἡ οἰκειοθελής παραίτηση ἀπό τήν ἀντικειμενικότητα τῆς ἰσχύος ὑπέρ μιᾶς προσωπικῆς στάσης συνεποῦς τιμιότητας, ὑπέρ τῆς συμμετοχῆς «de ce college mystique des grandes homes». Τί ἀποτελοῦν ὅλοι αὐτοί; Ἕνα, κατά τήν ἔκφραση τοῦ Τσάρλς Τέυλορ, «σωστικό ὑπόλειμμα» ἀνθρωπότητας; Εἶναι σάν νά παίρνει τοῖς μετρητοῖς τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ Κονδύλη στίς λίγες συνεντεύξεις του, ὅπου μιλᾶ γιά τήν ἤρεμη, γεμάτη κατανόηση, στωική του στάση ἀπέναντι στόν κόσμο. Σύμφωνα, ὅμως, μέ τήν κονδυλική θεωρία (σωστά ἤ ὄχι;), ὁ αὐτοπεριορισμός στό ὑποκειμενικό αἴσθημα ἰσχύος (μοῦ ἀρκεῖ νά γνωρίζω, δίχως νά ἀναγνωρίζομαι) βιώνεται ἐπώδυνα: Δέν θά ἤθελαν ὅλοι αὐτοί, les grands hommes, νά γνωρίζουν μέν τήν ἀλήθεια ἀλλά νά ἐξέρχονται καμιά φορά κι ἀπό τήν SL 300, τήν παρκαρισμένη στό trottoir τῆς rue d’ Ulm γιά νά τήν ἀνακοινώνουν, κάθε τόσο, στό ξαναμμένο ἀκροατήριο τοῦ ἀμφιθεάτρου τῆς Σορβόννης; «Depuis 1964, tous les mercredis peu avant midi, les trottoirs de la rue d’Ulm sont envahis de voitures de luxe et jolies femmes. Lacan lui-même arrive dans son coupe Mercedes 300 SL, avant d’entrer dans la salle Dussane ou une foule compacte s’entasse pour assister à son séminaire. On y fume d’autant plus que le maitre lui-même ne s’en prive pas; La fumée est si dense qu’elle passé à travers le plafond et envahit l’étage supérieur…».[74] Τοῦ Κονδύλη οἱ καρδιακοί ρυθμοί δέν δέχτηκαν τίς εὐεργετικές ἐπιδράσεις μιᾶς ἀναγνωρισμένης ὡς ἐπωφελοῦς γιά τόν κόσμο διδασκαλίας. Ὁ Ντερριντά ὁμολογεῖ στόν Νανσύ: «Mais dès que j’ai pris la parole, toute trace de fatigue s’est évanouie».[75] Ἰδού, πῶς τό ἀναγνωρισμένο πνεῦμα, ἀνεβασμένο στήν ἕδρα τοῦ λόγου, ἐνδυναμώνει τή φυσική του ἀντοχή: «Sa résistance [μιλᾶ τώρα ὁ βιογράφος τοῦ Ντερριντά] physique est bien plus grand que dans sa jeunesse … prendre la parole [ποιός! Ὁ Ντερριντά!] pendant des heures, parfois une journée entière».[76] Ὅταν ὁ Ντερριντά ἐκφωνεῖ στό Κολέγιο τῆς Γαλλίας τήν πρώτη του διάλεξη μέ τίτλο: Τό cogito καί ἡ ἱστορία της τρέλας, ἡ ἀντίδραση τοῦ Φουκώ ἦταν παραπάνω ἀπό ἐνθουσιώδης.[77] Ὅταν, ὅμως, ὁ Ντερριντά, δηλαδή ἡ θεωρία του, ἔχει διαδοθεῖ ἀρκετά ὥστε ὁ χῶρος πού ἀρχίζει νά καταλαμβάνει, ἤ καλύτερα νά ἐξουσιάζει, περικόπτει σημαντικά τά κέρδη τῶν ὅμορων θεωριῶν, ἐνῷ τίποτε ἀπό ὅλα αὐτά δέν προεικαζόταν μέ σαφήνεια στήν ἀρχή, τότε ἀρχίζουν οἱ ruptures! Τά κείμενα (ξανα)διαβάζονται προσεχτικότερα. Τώρα ἀποκτοῦν ἄλλο νόημα. «Mais l’agacement de Foucault a l’égard de l’article de Derrida a grandi en même temps que la gloire de son auteur».[78] Ὅσο γιά τόν Ντερριντά: ἄν καί στήν ἀρχή ἀντιδροῦσε ἀρνητικά σέ ὁποιαδήποτε φωτογραφική σκηνοθεσία (τό κεφάλι τοῦ διανοητῆ, τό κάδρο του κτλ.), στό τέλος ἐνέδωσε πλήρως. Τό παρουσιαστικό του ταίριαξε μέ τήν θεωρία του. Ποιός, ἄραγε, εἶναι αὐτός πού προτίθεται νά παραιτηθεῖ ἀπό τήν ἐν λόγῳ γαλλική σκηνογραφία τῆς ἀντικειμενικῆς ἰσχύος, γιά νά περιοριστεῖ κατ’ ἀποκλειστικότητα στήν ἱκανοποίηση πού θά λαμβάνει ἀπό τήν ὑποκειμενική γνώση τοῦ προικισμένου καί ἀψευδοῦς ἑαυτοῦ του; Δέν θά εἶχε νόημα ὁ αὐτοπεριορισμός του Ψυχοπαίδη στή γνώση τοῦ ἑαυτοῦ του (ὅταν τό ἀνταποκρινόμενο σέ κάθε ἔκκληση γιά βοήθεια περιεχόμενο τοῦ λόγου του τόν φανερώνει ὡς λυτρωτή τοῦ κόσμου) οὔτε ἡ ἀξίωση τοῦ Κονδύλη νά ἀνταμειφθεῖ, νά πάρει τό Νόμπελ (εἰρήνης), γιά τήν προσφορά του στό κοινωνικό σύνολο (ὅταν τό περιεχόμενο τοῦ λόγου του δέν ἀνταποκρίνεται οὔτε σέ μία ἔκκληση βοηθείας). Τί λέμε ἑπομένως, ἄν δέν ταυτολογοῦμε; Τό ἐναρκτήριο ἐρώτημα τοῦ Χρηστιά στό κείμενό του Γραφή καί ὑποκειμενικό αἴσθημα ἰσχύος στόν Παναγιώτη Κονδύλη εἶναι τό ἀκόλουθο: «Τί εἶναι αὐτό πού ὠθεῖ ἕναν ἄνθρωπο νά διακινδυνεύει τήν ζωή του μπρός στήν Ἱερά Ἐξέταση καί νά ἀμφισβητήσει τήν αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά καί τοῦ Ἀριστοτέλη, ὑποστηρίζοντας μιά θεωρία ἡ ὁποία ἦταν ἀντίθετη τόσο στό ἐπιστημονικό ἱερατεῖο τῆς ἐποχῆς ὅσο καί στόν καθημερινό κοινό νοῦ; Τί ὤθησε τόν Γαλιλαῖο νά πεῖ τό περίφημο: «κι ὅμως κινεῖται»»; Μά, εἶναι αὐτή ἡ περίπτωση τοῦ Κονδύλη καί τῆς περιγραφικῆς θεωρίας τῆς ἀπόφασης; Αὐτό φαίνεται νά ὑποστηρίζει, πώς ὁ Κονδύλης εἶναι περίπτωση στοχαστή πού ἀναφωνεῖ: κι ὅμως κινεῖται! «Τά βραβεῖα Νόμπελ δέν παίζουν κανένα ρόλο ὡς πρός τήν ὀρθότητα τῆς θεώρησης.» Σωστά. Καί τί σημαίνει αὐτό; Τί σημαίνει ἀναγνώριση; Ποιός ἀναγνωρίζει ποιόν; «Ὑπάρχουν τρία ἐπίπεδα ἀναγνώρισης: ἡ εὐρεῖα (Einstein), ἡ στενότερη (Lichtenberg) καί τέλος, ἡ στενή, ὑποκειμενική αὐτοσυνειδησία». Ἀρκεῖται σέ αὐτήν ὁ Κονδύλης; Ὁ αὐτοπεριορισμένος στό ὑποκειμενικό αἴσθημα ἰσχύος εἶναι, ἄραγε, ἐλαττωμένος ὑπαρκτικά; Ἡ ἀλήθεια του, ἡ γνωμοδότηση: «κι ὅμως, κινεῖται»!, ἐντός τῆς ὁποίας ἐσωκλείει ἀβράβευτος τήν ὕπαρξή του, θά χρειαστεῖ νά περιμένει, ἐν ἀντιθέσει πρός τόν Γαλιλαῖο, τήν ἔλευση τοῦ «τελευταίου ἀνθρώπου» γιά νά δικαιωθεῖ. Εἶναι ὡς ἐάν τό ἀνθρώπινο εἶδος νά εἶναι ζωτικά τυφλό ὡς πρός μία, τήν κρισιμότερη, ὄψη του, καί ἡ διορατικότητα ἑνός προικισμένου ἐκπροσώπου του, ἐκείνου πού βλέπει τήν κρυφή ὄψη τοῦ εἴδους, νά θεμελιώνεται στό ἀδιαβίβαστο τῆς ὅρασής του…
(4) Στό ἀφιέρωμα τοῦ περιοδικοῦ Νέος Ἑρμῆς ὁ Λόγιος στόν Παναγιώτη Κονδύλη, ἡ ἑλκυστικότερη γνώμη, αὐτή πού αἰχμαλωτίζει, τέλος πάντων, τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἀναγνώστη εἶναι τοῦ συμπαθέστατου Ρεϋμόνδου Πετρίδη.[79] Συναριθμεῖται κι αὐτός, μέ τά ὄμορφα διαλυτικά ἐπί τοῦ ὀνόματός του, στούς «ἐπηρεασμένους». Φρονεῖ πώς καί ὁ Κονδύλης δρᾶ κοινωνικά ἐπωφελῶς γιά τόν ἴδιο, γιά τήν αὔξηση τῆς ἰσχύος του, ὅταν εἰσηγεῖται την θεωρία του, ἀλλά ὁ Ρεϋμόνδος τοῦ ἐπιφυλάσσει μιά «καλή», χωρίς ἐξουσία, χωρίς τή δεσμευτικότητα τῆς θεσμικῆς ἰσχύος, ἐσώτερη αἴσθηση ἰσχύος, πού ἀγκυρωμένη ἀποκλειστικά στήν ὑποκειμενική της ὄψη διακρίνεται ἀπό τίς ἀντικειμενικότερες ἀξιώσεις ἰσχύος. Οἱ τελευταῖες προσπορίζουν θέσεις ἰσχύος καί εἶναι ἀπολύτως ἀντιληπτές ἀπό τόν ἐξωπαρατηρητή. Καταλαμβάνονται. Αὐτό πού ἐξετάζει ὁ Ρεϋμόνδος εἶναι ἐάν ἡ ὑποκειμενική αἴσθηση ἰσχύος λογίζεται σάν «ὠχρή ἀντανάκλαση» τῆς ἀντικειμενικῆς ἀξίωσης ἰσχύος. Σκοπός τῆς μελέτης εἶναι νά διερευνήσει τή διαστολή μεταξύ ἰσχύος (: ὑποκειμενική αἴσθηση ἰσχύος, ἄμορφη, συναρτώμενη μέ τήν αὐτοκατανόηση τοῦ φορέα της) καί ἐξουσίας (: ἀντικειμενική ἰσχύς, μετρήσιμη, δεσμευτική, κοινωνική, ὁρατή, νομιμοποιημένη). Αὐτό πού λείπει γιά τήν τελεσφόρηση τοῦ σκοπούμενου εἶναι ἕνας αὐστηρός κονδυλικός ὁρισμός τῆς ἰσχύος. Ἤ τοὐλάχιστον τό περίγραμμά του. Τόν βρίσκει στά ἀνέκδοτα δελτία. Ἤ ἀντίστροφα: βρῆκε στά ἀνέκδοτα δελτία τόν ἱκανοποιητικό, γιά τήν ἀπελευθέρωση τοῦ «Κονδύλη» ἀπό τά ἰσόβια λογικά δεσμά του, λεπτοφυῆ ὁρισμό τῆς ἰσχύος. Τό ὅλο ζήτημα λοιπόν εἶναι ἄν διαστέλλεται ἡ ὑποκειμενική, ἰδιοπρόσωπη, χωρίς ἐξουσία καί σκηνοθετημένη παρουσία, αἴσθηση ἰσχύος ἀπό τήν κοινωνική καί ἀντικειμενική, «ἐξωτερική» ἀξίωση ἰσχύος. Συνεπῶς, τό ἐρώτημα πού τόν (μᾶς) ἀπασχολεῖ εἶναι ἐάν ἡ «ἀντικειμενική ὄψη τῆς ἰσχύος» περιλαμβάνει, συναριθμεῖ καί τήν ὑποκειμενικότερη αἴσθηση ἤ μένει ἡ τελευταία ἐκτός νυμφῶνος τῆς ἐξουσίας. Ἄν συμβαίνει τό δεύτερο, τότε, μέ ἁπλᾶ λόγια, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ «Κονδύλης» περιορίζεται σ’ αὐτήν τήν ὑποκειμενική αἴσθηση, ἔχει σωθεῖ ἀπό τά ἴδια του τά λόγια καί ἐμεῖς τσάμπα καθίσαμε καί γράψαμε αὐτές τίς ρημάδες σελίδες μέχρι ἐδῶ. Δηλαδή, μιά καί ὁ Κονδύλης δέν ἔγινε πρόεδρος (ἐπικυρωμένη ἰσχύς) ἐγκαθιστάμενος σέ ἰδίαν καί ἀνεξάρτητον κατοικίαν, σημαίνει ὅτι δέν ὑπέβαλε σιωπηρῶς καί ὑποψηφιότητα γιά τή θέση ἐξουσίας; Δέν εἶναι δυνατόν νά διατρέξουμε ὅλους τούς παρατιθέμενους ὁρισμούς τῶν δύο ἐννοιῶν. Ἄς δοῦμε, ὅμως, μερικούς: «Ποτέ ὅλη ἡ ἰσχύς σέ μιά κοινωνία δέν χωράει μέσα σέ θεσμικά πλαίσια».[80] Αὐτό σημαίνει πώς «ἡ ἰσχύς εἶναι εὐρύτερη τῆς ἐξουσίας. Καμμιά ἐξουσία δέν μπορεῖ νά ἀπορροφήσει τήν ἰσχύ».[81] Ὡστόσο, «[καί] ἡ ἰσχύς προσπαθεῖ νά γίνει ἐξουσία, δηλ. νά μεταβληθεῖ ἀπό γενικό ἐπηρεασμό σέ δεσμευτικό ἐπηρεασμό».[82] Αὐτό σημαίνει πώς τά δύο ἄκρα τοῦ κοινωνικοῦ φάσματος θά καταλάμβαναν μεγέθη πού «βρίσκονται ἀνάμεσα στήν ἀπολύτως ἄμορφη ἰσχύ καί στήν θεσμικά κρυσταλλωμένη ἰσχύ – δηλαδή στήν ἐξουσία […]».[83] Μολοταύτα, στήν «ἕτοιμη βεμπεριανή διάκριση μεταξύ «ἄμορφης ἰσχύος» καί ἐξουσίας» ἀντιπαρατηρεῖ ὅτι: «Ἡ ἰσχύς δέν εἶναι κάτι ἄμορφο σέ ἀντίθεση μέ ἐξουσία, ἀλλά ἀναπαράσταση τοῦ ἰδίου στοιχείου τοῦ ὁποίου τά τρία κύρια εἴδη εἶναι ἡ δύναμη, ἡ ἐξουσία, ἡ βία».[84] Οἱ προαναφερθέντες ὁρισμοί διακρίνουν τίς δύο ἔννοιες ὡς πρός τό εὗρος· ἄραγε, διακρίνονται καί ὡς πρός τήν ὑφή; Καί τί θά σήμαινε ὑφή; Αὐτός πού διερωτᾶται ἐν προκειμένῳ, δοθέντος ὅτι τά σωζόμενα κονδυλικά ἀποσπάσματα τῶν ἀνεκδότων δελτίων ἐκφράζονται μᾶλλον ἐν παρενθέσει ἐπί τοῦ θέματος, εἶναι ὁ Ρεϋμόνδος: «Εἶναι ἕνα μεγάλο ζήτημα –τό κεντρικότερο ἴσως– ἐάν μέ τόν ὅρο ὑφή ὁ Κονδύλης ἐννοεῖ μορφή ἰσχύος πού ἀντλεῖ τήν αὐτοτέλεια καί ἰδιοπροσωπία της δυνάμει τῆς ἀνεπανάληπτης σκευής τοῦ τύπου της (λ.χ. ἀθλητική ὑπεροχή, μουσική ἰδιοφυΐα, πνευματική ἀνωτερότητα) ἤ ἄν ἐννοεῖ τή μοναδικότητα τοῦ τρόπου διά τοῦ ὁποίου μπαίνει κάθε φορά σέ λειτουργία ὁ ἑκάστοτε (ἤδη) θεσμισμένος τύπος προικισμοῦ».[85] Ἡ ὑφή, δηλαδή –ὄντως πρόκειται γιά τό οὐσιαστικότερο ζήτημα– εἶναι σάν νά μετέχει καί στίς δύο ἔννοιες (ὑποκειμενική καί ἀντικειμενική ἰσχύ): δέν θά μποροῦσε ὁ φορέας τῆς ὑποκειμενικῆς ἰσχύος νά ἀποκτήσει γιά τόν ἑαυτό του τή βεβαιότητα πώς εἶναι ἕνα προικισμένο ὑποκείμενο μέ ἰδιαίτερη σκευή, χωρίς συνάμα νά καταλάμβανε καί μία προνομιοῦχο κοινωνική θέση, ὁρατή στούς ἄλλους καί στόν ἴδιον, μετρήσιμη, πού θά ἀναδείκνυε τήν ὑπεροχή καί τά πλεονεκτήματά του. Ἡ ἐσωτερική αὐτοκατανόηση τοῦ ὑποκειμένου χρειάζεται τίς καλές εἰδήσεις ἀπό τή μεριά τῆς ἐξωτερικότητας, εἰδεμή, ἀκροσφαλῶς μόνο θά βίωνε τήν ποιότητα τῆς ἰδιοπροσωπίας της. Δέν ἔχει, μήπως, ἡ ἐσωτερικότητα προορισμό τά πράγματα; Ἀλλά, καί τά πράγματα δέν τήν ἐνημερώνουν γιά τή βαθμολογία πού συγκέντρωσε; Δέν διάκειται ἁπλῶς ὁ φορέας τῆς ὑποκειμενικῆς ἰσχύος. Ἡ ὑφή ἔχει νά κάνει συνεπῶς μέ τήν «ταυτότητα καί τήν [ἀνάγκη] ἀναγνώριση[ς] τοῦ ἀτομικοῦ ὑποκειμένου».[86] Πρέπει κανείς νά φροντίσει νά προικίσει τόν ἑαυτό του καί νά ἀποκτήσει τήν ἱκανότητα νά υἱοθετεῖ τούς ρόλους πού τοῦ χρειάζονται στήν πολυμέρεια τῆς κοινωνικῆς πλοκῆς. Ὑπάρχουν ἄραγε πάγιοι τύποι (πρότυπες μορφές ὡς πρός τήν κοινωνική τους διατίμηση) ἰσχύος; Ὅπως καί νά ’χει, «ἡ ἀνάγκη γιά ἀναγνώριση εἶναι βαθύτερη ἀνάγκη ἀπό τήν ἰσχύ».[87] Σκοπός, πάντως, γιά νά ἐπανέλθουμε, εἶναι νά βροῦμε ποιά ὑφή ἰσχύος πορίζεται ὁ Κονδύλης. Ἀναζητᾶ ὁ Ρεϋμόνδος τή διακριτή μορφή ἰσχύος πού ὁ Κονδύλης πορίζεται ἀπό τήν θεωρία του. Γιά νά τήν ποριζόταν ἡ αὐθεντία του, σημαίνει ὅτι εἶναι αὐτό πού ψάχνω γιά νά τόν ἀπαλλάξω ἀπό τίς ὑποψίες περί ἰσχύος ἐν γένει πού οἱ ἄλλοι τρέφουν γι’ αὐτόν. Ταυτότητα ἀπόψεων. Ἄς μήν ξεχνᾶμε πώς γιά τόν Κονδύλη ἡ ἰσχύς, ἡ ἐξουσία καί ἡ βία εἶναι τό «ἴδιο στοιχεῖο», τόσο μικρό πού νά χωράει νά περάσει τήν πύλη τῆς ἐσωτερικότητας καί τόσο μεγάλο πού νά γίνεται ἀντιληπτό ἀπό μακριά στίς αὐτοκρατορικές αὐλές. Τόν Ρεϋμόνδο φαίνεται, ὅμως, πώς τόν ἐνδιαφέρει νά «κρατηθεῖ ἐνεργή ἡ διάκριση μεταξύ τῶν ἐννοιῶν τῆς «ὑποκειμενικῆς» καί τῆς «ἀντικειμενικῆς» ἰσχύος».[88] «Ὁ ὅρος «ὑποκειμενική ἰσχύς» ἐκφράζει τήν ἑκάστοτε αὐτοκατανόηση τῆς δρώσας κοινωνικῆς ὕπαρξης […] ἀντιδιαστελλόμενη ἀπό τόν ἀντίστοιχο ὅρο «ἀντικειμενική ἰσχύς» τόν ὁποῖο ἕνας θεωρητικός παρατηρητής ἀνασκοπικά ἀποδίδει στή δρῶσα τούτη κοινωνική ὕπαρξη».[89] Ἀφ’ ᾖς στιγμῆς οἱ ἐν λόγῳ δύο ἔννοιες λογίζονται ποιοτικά διαφέρουσες, τότε ἡ περίπτωση τοῦ στοχαστῆ Κονδύλη περισώζεται, καί μάλιστα χωρίς ἀμφιρρέπειες, ἀπό τήν ἐπώνυμη πλέον διαμονή του στήν ἐνδοχώρα τῆς πνευματικῆς ἀνωτερότητας: ἡ ἐσώτερη αἴσθηση ἰσχύος διαφέρει ποιοτικῶς καί δέν βιώνεται ὡς ἄρνηση ἤ στέρηση ἀντικειμενικῆς καί οὔτε, συνεπῶς, λογίζεται ὠχρή ἀντανάκλαση τῆς ἐξουσίας. Πρός τό παρόν, ὅμως, ἔχω τήν ἐντύπωση πώς γιά τήν αὐστηρή διάκριση τῶν δύο ἐννοιῶν βασιζόμαστε ἀναδρομικά στήν αὐθεντία του Κονδύλη· σέ τί ἄλλο; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ λήψη τοῦ ζητουμένου εἶναι πρόδηλη. Φαντάσου τόν Ἀνδρέα Κάλβο, ὁλομόναχο, μαυροντυμένο, νά φέρνει βόλτες στήν προκυμαία τοῦ λιμανιοῦ της Κέρκυρας. Τήν ἑπομένη ἡμέρα πάλι. Καί τήν μεθεπόμενη πάλι τό ἴδιο. Παίρνει τούς κερκυραϊκούς δρόμους. Τί κάνει; Ποιός μπορεῖ νά ἀνασυστήσει ἔστω καί μία ἐσωτερική του ἰδέα; Ἀναρριπίζει καθ’ ὁδόν τά μίση τοῦ Ἰονίου Πανεπιστημίου ἤ στροφοδινοῦται σέ νέους ἔρωτες; Ἤ τίποτα ἀπολύτως; Ἁπλῶς ρεμπελεύει; Ποιός ξέρει; Τίποτα δέν ξέρεις. Πρέπει νά ζητήσει ὁ ἴδιος τόν λόγο γράφοντας ἤ μιλῶντας· ἤ τό μέσα νά σκάσει σέ πράξεις ἔξω. Τό μόνο πού μποροῦμε νά εἰκάσουμε εἶναι πώς ὅποιος γράφει, ἔστω καί ἕνα μπιλιέτο, θά ἤθελε νά μνημειωθεῖ περισσότερο. «Τό καίριο ἐρώτημα», λέει ὁ Ρεϋμόνδος, «εἶναι πῶς μπορεῖ βάσιμα νά ἀποφανθεῖ κάποιος μιά δεδομένη στιγμή τῆς κοινωνικῆς δράσης ἐάν ἡ «ὑποκειμενική ἰσχύς» εἶναι κάτι ἕτερο ἀπό τή λεγόμενη «ἀντικειμενική ἰσχύ» (δηλ. ἀπό τήν ἔννοια τῆς ἰσχύος πού ἔχει ὁ ἑκάστοτε «κυρίαρχος») ἤ συνιστᾶ μονάχα ψευδαίσθηση τῆς χειροπιαστῆς «ἀντικειμενικῆς ἰσχύος»».[90] Ἀπό λογική ἄποψη ἡ παραπάνω διάκριση εἶναι ἀνούσια. Διότι ἀπό λογική ἄποψη ὁ Π.Κ. ἐπιδιώκει ὅ,τι ἀκριβῶς καί οἱ ἄλλοι. Ὅταν ὅμως ὁ Ρεϋμόνδος ρωτᾶ: «Αἰσθάνεται [ὁ ἴδιος τί διαισθάνεται;] νά ἀντλεῖ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὁ Κονδύλης ἰσχύ ἤ ἐξουσία ἀπό τήν ἐν γένει θεωρητική του δραστηριότητα;»,[91] διαβλέπω μεταξύ τῶν γραμμῶν τό ἐνδεχόμενο νά παρασύρεται ἀπό τά συναισθήματά του καί στό ρῆμα «αἰσθάνεται» νά καθρεφτίζεται τηλεφανώς ἡ πλάνη petitio principii. Ἡ ἐφόρμηση, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐν λόγῳ διάκρισης, στό «ἐσωτερικό» τοῦ Κονδύλη ἀνατρέπει τά δεδομένα ζητήματα τῆς ἀμφιρρέπειας καί ἐπιβιβάζει τον Κονδύλη στήν plate-forme τῆς κοινωφελοῦς σκέψης. Κλητεύεται στό πάνθεο. Συνεπιβάτης κι αὐτός, ἐξέχουσα φυσιογνωμία ἀνάμεσα σέ ἄλλες, μέ ὑψηλή μακροπρόθεσμη κοινωνική διατίμηση. Ἤ καλύτερα: ἀνακαινίζει τήν «συνολική ἐπικράτεια τῆς ἰσχύος» μέ τήν «ἄρτι ἀφιχθεῖσα» δική του πνευματική ἰσχύ. Ταυτόχρονα «συρρικνώνει τήν κρατοῦσα ἐξουσία».[92] Ἐμφανίζεται ὡς ὑποψήφιος φορέας πνευματικῆς ἰσχύος, ὡς «ἕτερη σύν τῷ χρόνῳ μορφή δυνητικῆς ἐξουσίας».[93] «Ἀξιώνει, λέει ὁ Ρεϋμόνδος, νά καταστεῖ ἡ ἴδια [ἡ δυνητική ἐξουσία] δεσμευτικός κανόνας, αἴροντας de facto τό πρωτεῖο τῆς ἰσχύος τῆς συναπτόμενης μέ τήν πάλαι ποτέ κρατοῦσα πολιτική ἐξουσία».[94] Πλήρης ἀνατροπή! Ἡ κρατοῦσα ἐξουσία δέν μπορεῖ νά ἀπορροφήσει τό σύνολο τῆς ἰσχύος, ἐξολοθρεύοντας κάθε ἀντίσταση· μένει ἀναφομοίωτη μιά ἀκριβή ποικιλία ἰσχύος ἀπό τήν ὁποία ξεπηδᾶ, extra muros, ὁ Κονδύλης…
(5) Ἡ βαρύτητα τοῦ ἐντός (α): Εἶπαν γιά τόν Κονδύλη πώς εἶναι ἔξω, κι ἐγώ τόν βρῆκα μέσα (μου). Ὁ Κονδύλης εἶναι σίγουρα μέσα μέ θέα τό ἔξω: Ὁ λόγος του εἶναι ἀποκλειστικά δημοσιολογικός. Τόν παραλάβαμε. Ὑπάρχει ὅμως ἡ ἑξῆς δυσκολία: Διστάζουμε νά τόν ἀναγνωρίσουμε ὡς ἕναν ἀπό τούς δασκάλους μας, ἄν καί εἶναι ἕνας ἀπό αὐτούς! Ἤ, μόνο ἕνας σάν καί μένα, πού ἀποφάσισε ἐσφαλμένα νά θεωρήσει τόν ἑαυτό του αὐτοδίδακτο, θά μποροῦσε νά εἶχε τον Κονδύλη, πού δέν μπορεῖ νά διδάξει, γιά δάσκαλο. Ὑπῆρξε, δέ, ἐξαιρετικά μεταδοτικός! Ὁ ἴδιος ἀπέδιδε μεγάλη σημασία στήν ἱστοριογραφία. Θεωροῦσε πώς ἕνα καλό βιβλίο ἱστορίας εἶναι σέ θέση νά ἐρημώσει τά ἀπέθαντα ράφια τῆς μεταφυσικῆς. Εἶναι ὁ ἱστορικός τοῦ διαρκοῦς παρόντος καί γιά θέμα του ἔχει τό ἄληκτο: λέει τί συνέβαινε τώρα. Χρονολογημένη εἶναι ἡ σκέψη πού προδιαγράφεται ἀπό τήν ἐποχή της. Ἔτσι, ἀντί νά παρουσιάσει τήν ἐποχή, ἡ ἐποχή τήν παρουσιάζει ὡς θέμα της. Ὅλες οἱ σκέψεις, ἀργά ἤ γρήγορα, θά χρονολογηθοῦν; Ὁ χρόνος εἶναι ἀκόρεστος. Σώριασε λ.χ. νεκρή τή φρενολογία τοῦ Γκάλ, πού εἶχε ξεκινήσει τόσο καλά, σέ μόλις ἑκατό χρόνια. Ἄνθρωποι ἀνέθεσαν τή ζωή τους στήν ἐν λόγῳ ἔρευνα. Καβγάδισαν σίγουρα γι’ αὐτή. Ἔκαναν λάθος; Δέν μποροῦμε νά τό ποῦμε, διότι ἡ ζωή δέν ἀνήκει στήν ἄρτια ὑστεροφημία της. Ὑπάρχουν, ἄραγε, ἄνθρωποι πού εἶναι μέσα στήν κρατοῦσα ἑνότητα τῆς ἐποχῆς, πιό μέσα ἀπό τούς ἄλλους, καί ἄνθρωποι πού εἶναι ἔξω ἀπό τήν περαστική ὁμήγυρη τοῦ χρόνου, πιό ἔξω ἀπό τούς ἄλλους; Ἄν καί κανείς δέν εἶναι τόσο μέσα ὅσο ἕνα ζῶο οὔτε τόσο ἔξω ὅσο ἕνας Θεός. Ποιός περιλαμβάνεται στό διανόημα τοῦ ἄλλου, ἐνῷ θά στόχευε νά τό περιλάβει; Ἀποκαλῶντας τήν ἐποχή μέ τά ὀνόματά της –ἐκκοσμίκευση, ἐξατομίκευση κτλ.– δέν ἐξηγοῦμε τίποτα. Ἁπλῶς αὐτοκαλούμαστε. Δέν ἀναχωροῦμε γιά κάπου οὔτε γυρνᾶμε ἀπ’ ἔξω. Ἡ αἰτιότητα παραμένει ἄψαυστη. Δέν μποροῦμε νά δοῦμε τόν ἑαυτό μας. Εἶναι ὡς ἐάν τό μέσα νά τό ἔχουμε στή διάθεσή μας μόνο μέ τό μέσα: «Ἡ ἔγχρονη περιπέτεια ἐκτυλίσσεται χωρίς μιά θέαση, ἔξω ἀπό αὐτή, καί θά τελειώσει ὅταν οἱ δυνατότητες διαπόρευσης θά ἔχουν ἐξαντληθεῖ».[95] Ἡ σκέψη του «Κονδύλη», ἔτσι πιστεύω, εἶναι ἀχρονολόγητη. Εἶναι διαρκής καί μόνιμη. Σάν τό θεώρημα τοῦ Πυθαγόρα. Τήν ξέρουμε ὅλοι μαζί, μιά γιά πάντα, μέ τήν ἀπόδειξή της. Δέν πιστεύουμε πώς εἶναι ἀλήθεια, πιεῖτε, ὅμως, ἕνα οὐζάκι ἀγναντεύοντας τή μεγάλη δραστηριότητα πέρα, καί θά δεῖτε τήν ἀπόδειξη νά περνάει μπροστά στά μάτια σας. Ἤ, πέφτοντας κανείς ἀπότομα σέ κάποιο κενό χρόνου, ὁρατός πλέον, σκέτος καί ἀναπασχόλητος, θά ἔτυχε νά σᾶς ἔχει βουτήξει ἡ πανάρχαια κονδυλική ἀλήθεια. Ὁ Φαράκλας θεωρεῖ, ἀντίθετα, τή σκέψη του Κονδύλη χρονολογημένη. Φρονεῖ πώς ἡ στάση του συνάγεται ἀπό τήν ἰδεολογική συγκυρία στήν ὁποία κυριαρχοῦν ἡ ἀξιολογική οὐδετερότητα, ὁ σχετικισμός καί ὁ μηδενισμός. Εὐρετηριάζει τή σκέψη του Κονδύλη στίς περιστάσεις τῆς ἐπικαιρότητας, οὔτε κἄν στούς Νέους Χρόνους, περιορίζοντας ἔτσι τήν ἰσχύ της σέ μιά εὐκαιρία πού παρουσιάστηκε στή βλαπτική συνιστῶσα τῆς ἐποχῆς νά μιλήσει. Μεγάλο ξαστόχημα αὐτό του Φαράκλα καί ἐνδεικτικό τῆς ἁπλῆς, ἐξωτερικῆς καί τεχνικῆς (δηλαδή μόνο ἐπιχειρηματολογημένης) ἐπαφῆς του μέ τό ἔργο τοῦ Κονδύλη. Ἀφήνει δέ ἀναπάντητο, ἄν καί τό θέτει, τό σημαντικό ἐρώτημα: «Πῶς λοιπόν ἐμφανίζονται καταραμένοι στοχαστές»; Ἀναφέρει μόνο τή γνώμη τοῦ Κονδύλη, ὅτι δηλαδή κάνουν τήν ἐμφάνισή τους στό χρονικό διάστημα τῆς μεσοβασιλείας. Ἄς πάρουμε τόν Φίλιππο Ἠλιοῦ. Τί λέει; Εἶμαι κουμουνιστής, ἀλλά, ἱστοριογραφώ τά realia ἀπέχοντας ἀπό τίς ἐπιδιώξεις τῆς ἐν λόγῳ ἰδιότητάς μου. Ἄν ἀπέχω εἶναι ἐπειδή ἀνήκω. Ἄν καί ἡ βίωση τῆς Ἱστορίας σταλάζει πάνω στό γραπτό κείμενο, ἡ ἐπιστήμη πού τήν ἱστοριογραφεί, τραβιέται τελικά μακριά στά κρίσιμα σημεῖα. Δέν γίνεται μιά πονεμένη ἐπιθυμία. Εἶμαι ἐπαγγελματίας, καταβάλλω προσπάθεια νά μήν δουλεύω μέ χαριστικές χρονολογημένες σκέψεις. Ὁ «Κονδύλης» δέν εἶναι τοῦ συρμοῦ. Θά μποροῦσε ὁ Ντερριντά νά γράψει τό κείμενό του πρίν ἀπό τόν Διαφωτισμό; Πρίν ἀπό τόν Πλάτωνα ἴσως; Ὁ Κονδύλης εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού τό κείμενό του θά μποροῦσε νά ἔχει γραφεῖ ὁποτεδήποτε. Πρίν ἀπό τόν Πλάτωνα καί μετά ἀπό τόν ἴδιο τόν Κονδύλη. Τυχαῖα τό ἔγραψε ὁ ἴδιος! Κι ὄντως, ἔτσι συνέβη. Ἀφοῦ συμβαίνει πάντα τό ἴδιο! Ὁ Κονδύλης εἶπε τί τώρα συνέβη στόν κόσμο χωρίς νά κόψει –ὅπως θά ἤλπιζε ὁ Βίττγκενσταϊν– τό κλαδί στό ὁποῖο κάθεται. Δέν ὑπάρχει, βέβαια, ἄλλος τρόπος νά ξεκινήσει κανείς νά σκέφτεται, παρά ἐντός τῆς ἐποχῆς του: Τό μόνο πού ξέρουμε νά κάνουμε εἶναι νά βάζουμε μπρός λέγοντας τά λόγια τοῦ ὑπάρχοντος κόσμου Ὁ Βίττγκενσταϊν θά ὅριζε ποτέ ὡς στόχο του τήν καταδίκη τοῦ προγράμματος θεμελίωσης τῶν μαθηματικῶν στόν εἰκοστό αἰῶνα ἄν ἡ ἴδια ἡ μαθηματική σκέψη δέν αἰσθανόταν, σέ καθορισμένο χρονικά σημεῖο, τήν ἀνάγκη νά ὑπερασπιστεῖ τήν ἀξιοπιστία της ἀπέναντι στά ἀκολουθήματα τῶν ἴδιων τῶν ἔργων της; Δηλαδή στήν ζωηρή αὔξηση τῶν λογικῶν παραδόξων πού ἡ διατύπωση τῆς συνολοθεωρίας ὁδήγησε; «Λέγεται πώς ἡ διάλεξη πού ὁ Ὁλλανδός μαθηματικός [Brouwer] εἶχε δώσει στή Βιέννη τήν ἄνοιξη τοῦ 1928 εἶχε ἀποτελέσει τό ἀποφασιστικό ἐρέθισμα γιά τήν ἐπάνοδο τοῦ Wittgenstein στή φιλοσοφία […] ὁ Wittgenstein εἶχε βγεῖ ἀπό τήν αἴθουσα πολύ ἀναστατωμένος καί σέ κατάσταση διανοητικοῦ ἀναβρασμοῦ». Ἰδού ἕνας μεγάλος φιλόσοφος δεμένος μέ τήν ἐνεστῶσα δραστηριότητα τῆς μαχόμενης σκέψης. Ὁ ἱκανός στοχασμός θά ἐπιδιώξει νά κάνει χῶρο μέσα στήν πολυκοσμία καί στόν συνωστισμό τοῦ παρόντος κόσμου. Δές τούς πολυπρόσωπους τσακωμούς τῶν ἐπιγόνων τοῦ Βίττγκενσταϊν. Μέσα στούς φίνους, διεξοδικούς καί ἔντεχνους συλλογισμούς τους, ὅπου ὁ κάθε λόγος τραβολογιέται μέ τόν διπλανό του καί ὅλοι μαζί δοξολογοῦν τήν ἐποχή πού γράφονται, ἀφαιροῦν, ἀκόμα καί μέ τό στόμα, τό δικό τους κομμάτι γῆς. Ἀκόμα καί οἱ παλαιοντολόγοι, ὅταν παίρνουν τά βουνά γιά νά βροῦν ψάρια, ἄλλο δέν κάνουν ἀπό τό νά βηματίζουν ἁπλῶς στήν αἴθουσα τοῦ κόσμου.
(…) Ἡ ἐλαφρότητα τοῦ ἐκτός (β): Οὐδείς, ὅμως, γνωρίζει τά ἀκροφύσια τοῦ μέλλοντος. Ἐκεῖνο τό ζῶο, τῆς οὐαλικῆς περιόδου, πεντακόσια ἑβδομῆντα ἑκατομμύρια χρόνια πρίν, μέ τά πέντε μάτια καί τό τηλεσκοπικό ἀκροφύσιο. Μιά πρόβα ἦταν; Τῆς φύσης; Δέν θά μποροῦσε νά ἐπαναληφθεῖ; Ὑπάρχει ἕνα ἔξω ἔξω φρενῶν: εὔπιστος, φέρομαι πρός τά ἐμπρός, σκέφτομαι ἑλκυστικά, γιά ἐποικήσεις σέ ἄλλους πλανῆτες, γιά μπερδέματα τῶν εἰδῶν, κι ὅλα αὐτά. Δέν τά βρίσκω καθόλου ἀνησυχητικά. Αὐτό πού μέ ἑλκύει περισσότερο εἶναι ἡ προοπτική ὁ ἄνθρωπος νά διαφοριστεί ἐντός του, στό εἶδος του, νά προκύψουν ποικιλίες νέων ἀνθρώπων, μέ διαφοροποιημένες αὐτοσυνειδησίες. Νέα εἴδη ἀνθρώπων μέ γονίδια ἀπό ἄλλα εἴδη κτλ. Αὐτή ἡ προοπτική ἀνησυχεῖ πολύ τόν Χάμπερμας. Ἔχω στόν νοῦ μου τίς τεράστιες μολυσμένες πόλεις πού θά κατοικηθοῦν, τόν συγχρωτισμό τῶν διαφορισμῶν μέσα στήν ἴδια ἀποβλεπτικότητα. Ὁ κόσμος εἶναι ἤδη μέσα στίς λέξεις καί οἱ λέξεις πρέπει νά φθάσουν στόν κόσμο καί νά τόν ἀναλάβουν. Πρόκειται γιά βασική ἐπιδίωξη τοῦ Πώλ Ρικέρ: νά φθάνει στό εἶναι ὄχι αἰφνίδια ὅπως ὁ Χάϊντεγκερ, ἀλλά ρωτῶντας τόν ἄνθρωπο τί κάθε φορά συμβαίνει· ἡ μακρά ὁδός. Ἡ τεράστια διαπλοκή πού συγκεντρώνεται στό ἔργο του (σημειωτική, Ἀριστοτέλης, λογική, σημασιολογία, γλωσσολογική σημασιολογία, ὀντολογία, ψυχανάλυση, θρησκεία), ἄν καί ζαλίζει τόν ἀναγνώστη, ἀπολήγει ὅμως σέ μικρές σπινθηροβόλες φράσεις πού ἀναβοσβήνουν μέ ἀπροσδόκητο καμιά φορά βάθος: «The primary intention of language, which is to say something about something» ἤ «speaking is the act by which the speaker overcomes the closure of the universe of signs, in the intention of saying something about something».[96] Οἱ λέξεις εἶναι ἀπό τή φύση τους ἐξοδικές. Ἐξοχικές. Τό πέρασμα ἀπό τή λέξη στή φράση, ἀπό τό νόημα (ἰδεατό) στήν ἀναφορά (πραγματικό), ἀπό τήν κλειστότητα τῶν σημείων στήν ἀνοιχτότητα τῆς σημασίας (ἡ ὁποία δέν εἶναι ἄχρονη καί ἀνιστορική), ἀπό τή γλῶσσα στήν ὁμιλία, ἀπό τή δομή στό συμβάν, ἀπό τή σημασιολογία (φράση) στήν ἑρμηνευτική (κείμενο) ἤ στόν κόσμο τοῦ ἔργου, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ψυχή τῆς γλώσσας στήν προσπάθειά της νά φθάσει τό πρᾶγμα. Ἡ διαπλοκή πού ἐπωμίζεται ὁ Ρικέρ εἶναι ἡ φόρα πού παίρνει ὁ ἴδιος γιά νά βγεῖ στό εἶναι: τό κέρδος. Χωρίς τό ἔξω τίποτα δέν θά ὑπῆρχε. Ὁ ἄνθρωπος, ὅσο μέσα κι ἄν εἶναι, τό ἔξω ἔχει κατά νοῦ. Γιατί ἡ ἄμεση περιγραφή, ἡ κυριολεκτική ἑρμηνεία, ἐγκαταλείπεται ὡς «σημασιολογική ἀστοχία» καί ἀναζητοῦμε μία ἀσύμβατη μέ τήν τρέχουσα χρήση καινοτομία, προκειμένου νά ἀναδείξουμε τόν α΄ ὅρο τῆς μεταφορᾶς; Γιατί τό «εἶναι» εἶναι «δέν εἶναι» καί χρειάζεται ἕνα «σάν νά εἶναι» τό ὁποῖο μᾶς ἀναγκάζει νά καινοτομήσουμε μέσα σέ «μιά δευτεροβάθμια δήλωση» ὅπως εἶναι ἡ μεταφορά;[97] Διότι ἡ μεταφορά εἶναι ἡ κίνηση πρός τήν ἔξοδο. Ὅλα εἶναι ἔξω. Τό κέρδος εἶναι ἔξω. Τό βλέπω. Κι ὁ κίνδυνος, ἐδῶ, θά ἦταν: νά τοῦ βγάζω κονδυλικές φωτογραφίες. Νά φτιάχνω ἄλμπουμ τοῦ ἔξω. Ψάχνοντας νά βρῶ ἕναν ἄνθρωπο πού νά εἶναι πολύ μέσα κατέληξα στόν Ζακ-Αλαίν Μιλλέρ. Ἡ Ρουντινεσκό δέν τόν συμπαθεῖ· οὔτε ἐγώ. Γιατί; Ἐπειδή βρίσκεται μέσα γιά μέσα. Δέν ἀνήκει ἁπλῶς, ἀλλά κατέχει ὡς ποθητό τό ἀνήκειν. Δέν τάσσεται ἁπλῶς, ἀλλά ἐγκατασταίνεται μέσα γιά μέσα. Εἶναι ἔξυπνος καί πολυμαθής. Εἶναι μέσα ἐπειδή ὁ Λακάν εἶναι ὁ πεθερός του. Παντρεύτηκε τήν κόρη του, Ζυντίτ. Εἶναι μέσα γιατί εἶναι αὐτός πού λέει τί λέει ὁ Λακάν. Εἶναι αὐτός πού ἑρμηνεύει ἐπίσημα τόν Λακάν. Εἶναι τό λυσάρι σέ κάθε δισταγμό καί ἀμφιβολία. Συγυρίζει το μέσα καί κουλαντρίζει τόν λακανικό μηχανισμό πού παράγει τήν ἑρμηνεία. Εἶναι αὐτός πού μεταγράφει τόν λόγο του καί τόν ἀνακοινώνει. Ἐκδίδει τό Σεμινάριο. Εἶναι αὐτός πού φυλάσσει τά λόγια τοῦ δασκάλου. Εἶναι ὁ φρουρός τῆς λακανικῆς ὀρθοδοξίας. Εἶναι αὐτός πού ἐγγυᾶται στούς ὑπόλοιπους ὅτι ὁ δάσκαλος ἐξακολουθεῖ, μέσῳ τοῦ ἰδίου, νά εἶναι παρών μαζί τους. Εἶναι ὁ νόμιμος κληρονόμος καί ἐκπρόσωπος τοῦ ἀπανταχοῦ λακανισμοῦ. Ταυτίστηκε μέ τόν πεθερό του καί κλείστηκε μέσα. Κάνει σεμινάρια μέ θέμα τό Σεμινάριο! Τό τί θέα ἔχεις, ἐξαρτᾶται ἀπό τό ποῦ ἔχεις κλειστεῖ. Ὁ Ζακ-Αλαίν Μιλλέρ κλείστηκε μέσα στόν Λακάν. Δικός του λογαριασμός. Καί μόνο ἄν κλειστεῖς μέσα, μοιράσεις τήν ὕπαρξή σου στό ἐδῶ τοῦ κόσμου, γίνεσαι ἐξοδοῦχος. Δέν μπορεῖς νά συμβεῖς παρά παίρνοντας θέση. Στρατευμένος ἀποκτᾶς ἐξωτερικούς μάρτυρες πού δέν σέ κατανοοῦν. Ὁ Κονδύλης ποῦ κλείστηκε; Σέ ποιό μέσα καί σέ ποιό ἔξω; Ἄς σκεφτοῦμε τήν περίπτωση πού μιά μικρή, ὀλίγιστη, ποσότητα ἀνθρωπότητας ξέκοβε ἀπό τή μεγάλη, μυθώδη ποσότητα καί ἀναχωροῦσε χωρίς ἐπιστροφή γιά τόν πλανήτη Ἄρη. Θά θεωροῦσε ἀνώφελα τά ἀρχεῖα τῆς φιλοσοφίας καί θά τά ἄφηνε στή Γῆ; Ποιός δέν θά δήλωνε πρόθυμος ἐθελοντής σέ μιά τέτοια ἀποστολή; Τί τύχη πού θά ἦταν γιά μιά σταγονομετρική ἀνθρωπότητα νά προηγηθεῖ ἀπρολόγιστη ἀπό τή Γῆ καί… Ἄραγε θά ἐπέστρεφε κι αὐτή στά βήματα τῆς μεγάλης ποσότητας πού ἄφησε πίσω της, προστιθέμενη κι αὐτή στόν σωρό, ἤ θά πρωτάρχιζε μιά νέα ἀλληλουχία; Ζήτω τό δεύτερο!;
Χειμῶνας 2007-2008
///
Βλ. ακόμη:
Ἡ παρουσία τοῦ Ζάκ Ντερριντά καί ἡ ἀπουσία του Παναγιώτη Κονδύλη
///
Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1] Κόντευα νά τελειώσω τό κείμενο αὐτό, ὅταν δημοσιεύτηκε τό βιβλίο τοῦ Γ. Φαράκλα Νόημα καί κυριαρχία, Ἑστία, 2007. Τό Δ΄ πολυσέλιδο τμῆμα τοῦ βιβλίου εἶναι ἀφιερωμένο σέ μιά συστηματική καί ἀποκλειστικά ἐπιχειρηματολογημένη κριτική τοῦ ἔργου τοῦ Κονδύλη. Νομίζω πώς εἶναι ἡ πρώτη σοβαρή μελέτη τοῦ κονδυλικοῦ ἔργου στά ἑλληνικά.
[2] Π. Νοῦτσος, ἀπό ἄρθρο του σέ ἐφημερίδα τήν ἐποχή τοῦ θανάτου του Κονδύλη.
[3] Περιοδικό Νέα Ἑστία τ. 1717.
[4] Κ. Ψυχοπαίδης, Ἡ ἀπόφαση γιά θεωρία στήν θεωρία ἀπόφασης τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη, περιοδικό Νέα Ἑστία, τ. 1717, σ. 507). Ἐπίσης, ἀναδιηγῶντας τόν χειρισμό, ἀπό τόν Χέγκελ, τοῦ σκεπτικισμοῦ στή Φαινομενολογία, γράφει: «…[ ὁ σκεπτικιστής] ἀναφέρεται στήν ἀπαξίωση τῶν ἠθικῶν δυνάμεων τήν ὥρα πού δεσμεύεται ὁ ἴδιος ἀπό αὐτές» (Κοσμᾶς Ψυχοπαίδης, Χέγκελ, Ἀπό τά πρῶτα πολιτικά κείμενα στή Φαινομενολογία τοῦ Πνεύματος, Πόλις, 2003, σ. 235).
[5] Leo Strauss, Φυσικό δίκαιο καί ἱστορία, ὅ.π., σ. 42.
[6] Ἐπιστημονική Ἡμερίδα (ἐπιμ. Π.Νούτσος), Παναγιώτης Κονδύλης γιά τήν «κοινωνική ὀντολογία», Ἑλληνικά Γράμματα, 2001.
[7] Σ. Βιρβιδάκης: Ἐπιστημονική Ἡμερίδα, ὅ.π., σ. 30.
[8] Περιοδικό Σημειώσεις 54, σ. 23. Πρβλ. ἐπίσης τή συνεπαγωγή τοῦ Κάρλ Λέβιτ: «Αὐτό πού ἐπιζεῖ μέσ’ ἀπ’ ὅλες τίς ἱστορικές ἀλλαγές δέν εἶναι ὁ ἱστορικός κόσμος, ἀλλά μᾶλλον ἡ ἀνθρώπινη φύση». Κάρλ Λέβιτ, Τό νόημα τῆς ἱστορίας, μτφρ. Μ. Μαρκίδης, Γ. Λυκιαρδόπουλος, Γνώση, 1985, σ. 304.
[9] «Θαρρεῖτε ἄνδρες, γῆν ὁρῶ» (Τό ἀναφέρει ὁ Διογένης Λαέρτιος. Βλ. Οἱ ἀρχαῖοι κυνικοί, ἀποσπάσματα καί μαρτυρίες, ἐπιμ. καί μτφρ. Μ. Σκουτερόπουλος, Γνώση, 1998, σ. 433).
[10] Π. Κονδύλης, Ἰσχύς καί Ἀπόφαση, ὅ.π., σ. 18.
[11] Αὐτ. σ. 18. Ἐπίσης, βλ. Π. Κονδύλης, Τό ἀόρατο χρονολόγιο τῆς σκέψης, Νεφέλη, Ἀθήνα 1998, σ. 22, ὅπου ἐπαναλαμβάνει αὐτούσιο τό ἐπιχείρημά του σέ συνέντευξη πού παραχωρεῖ: « Ἡ θεωρία σας [λέει ὁ κριτικός πού ὑποδύεται ὁ Κονδύλης] ὅτι οἱ κοσμοεικόνες εἶναι σχετικές, ἀληθεύει, ἄρα ἡ θεωρία σας, ὡς κοσμοεικόνα, εἶναι σχετική καί ψευδής».
[12] R.M. Sainsbury, Paradoxes, Cambridge University Press.
[13] Ἀναφέρω ἀκροθιγῶς τίς λίγες ἐν σχέσει μέ τό παράδοξο τοῦ ψεύτη συνεπαγωγές πού θεωρῶ ἐπί τοῦ παρόντος πώς εἶναι βάσιμες: (1) εἶναι τό ἀξιολογότερο καί τό δυσχερέστερο σέ σχέση μέ ὅλα τά ἄλλα γνωστά παράδοξα. (2) Εἶναι δυσεπίλυτο καί παραμένει ἐν πολλοῖς ἄλυτο. Οἱ «λύσεις» πού ἔχουν δοθεῖ εἶναι τρεῖς: νά φροντίσω νά μήν τό συναντῶ μπροστά μου (Ράσελ μέ τήν ἱεραρχία τῶν ἐπιπέδων), ὅταν τό συναντῶ τότε ἤ νά τό ἀπαγορεύω (λ.χ. ἀρχή τοῦ φαύλου κύκλου στόν Ράσελ.) ἤ νά ἀθετῶ τήν ἀρχή της διτιμίας στή Λογική. (3) Τό παράδοξο τοῦ ψεύτη καί τό παράδοξο τοῦ Ράσελ εἶναι ἐν πολλοῖς τό ἴδιο παράδοξο. (4) Τό παράδοξο τοῦ ψεύτη εἶναι παράδοξο κυκλικῆς ἀναφορᾶς καί κάθε φαύλη κυκλική ἀναφορά περιγράφεται ἀπό τό παράδοξο. (5) Τό παράδοξο μπορεῖ ἐπίσης νά διατυπωθεῖ μέ ὅρους μέσα/ἔξω. Λ.χ. ὁ σχετικιστικός ὀφθαλμός εἶναι τέτοιος ὡς ἐάν νά μποροῦσε νά δεῖ καί τόν ἑαυτό του, ὡς ἐάν νά συγκαταλεγόταν στό ὀπτικό του πεδίο. Κάτι τελευταῖο: ὁ προσφιλής Δημήτρης Μιχαήλ (βλ. τά ἔργα του: Παραδοξολόγιον, Futura 2018 καθώς καί Πῶς ἀντικρούονται τά ἐπιχειρήματα τοῦ Donald Davidson κατά τοῦ ἐννοιολογικοῦ σχετικισμοῦ μέ τρεῖς ἁπλές κινήσεις, futura 2024) ἀρνεῖται ὅτι τά σκεπτικιστικά καί τά σχετικιστικά συμπεράσματα ὁδηγοῦνται αὐτομάτως σέ αὐτοαναίρεση (:Ἄν τίποτα δέν εἶναι ἀληθές, τότε δέν εἶναι ἀληθές οὔτε τό συμπερασμα ὅτι τίποτα δέν εἶναι ἀληθές). Διατυπώνει τόν ἰσχυρισμό «ὅτι ἄν ὑπάρχει κάτι πού αὐτοαναιρεῖται σέ αὐτές τίς περιπτώσεις […] εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ὀρθός λόγος, ὁ ὁποῖος ὠθούμενος στίς ἔσχατες λογικές του συνέπειες, αὐτοκαταστρέφεται» (Παραδοξολόγιον, ὅ.π., σέλ 53).
[14] Βλ. Δ. Πορτίδης, Σ. Ψύλλος, Δ. Ἀναπολιτάνος, Λογική, ἡ δομή τοῦ ἐπιχειρήματος, Νεφέλη, Αθήνα 2007.
[15] Βλ. καί τήν Πρός Τίτον ἐπιστολή τοῦ Παύλου (1.12-1.13): «εἶπέ τις ἐξ αὐτῶν [δηλαδή Κρητικός] ἴδιος αὐτῶν προφήτης· Κρῆτες ἀεί ψεῦσται, κακά θηρία, γαστέρες ἀργαί. Ἡ μαρτυρία αὕτη ἐστίν ἀληθής». Στόν Παῦλο ἡ μαρτυρία δέν ὑπεβλήθη σέ αὐστηρό ἔλεγχο.
[16] Ἄν Q εἶναι τό σύνολο ὅλων τῶν συνόλων, καθένα ἀπό τά ὁποῖα δέν περιέχει ὡς στοιχεῖο τόν ἑαυτό του, τότε ἀποδεικνύεται πώς QЄQó~( QЄQ). Τά σχολικά ἐγχειρίδια στή θεωρία τῶν συνόλων ἀπαγορεύουν τό αὐτοανήκειν εὐθύς ἐξ ἀρχῆς προκειμένου νά προχωρήσουν ἀνεμπόδιστα στή διδασκαλία. Συνήθως, ἀπαγορεύοντας τό αὐτοανήκειν, καθιστᾶς ἀνύπαρκτο τό ὅλον. Δέν κλείνει ὁ κύκλος. Στόν Μπαντιού (βλ. Being and Event, μτφρ. O. Feltman, Continuum, 2005, σ. 184-190) ἐνῷ ὁ συμβαντικός τόπος (evental site) μέσῳ τοῦ ἀξιώματος θεμελίωσης ἀπαγορεύει τό αὐτοανήκειν, τό αЄα, τό συμβάν ὅμως, γιά νά ἐμφανισθεῖ, τό προϋποθέτει: exЄex. Ἡ αὐτοαναφορικότητα τοῦ συμβάντος στόν Badiou δέν καταδικάζεται διότι ἡ ἰδιότητα πού ἀποδίδεται στό σύνολο εἶναι ταυτόχρονα καί ὑπό ἀναίρεση ὥστε ἡ μετάβαση σέ ἕνα καλύτερο κόσμο νά προοιωνίζεται ἐπιτυχής. Οἱ Κρῆτες παραδέχονται πώς εἶναι ψεῦτες καί θέλουν νά ἀλλάξουν. Τό σύνολο (ἡ κοινωνία των Κρητῶν) λαμβάνει ἀπό ἕνα στοιχεῖο τοῦ συνόλου τήν ἰδιότητά του. Ἔτσι ὁ Ἐπιμενίδης γίνεται ὁ ἄλλος ἤ τό ἀντικείμενο πού χαρακτηρίζει τό σύνολο. Τό σύνολο μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ τήν ἰδιότητα καί νά ἐκδιώξει τον Ἐπιμενίδη πού θά γίνει προφήτης. Ἡ ἀναμόρφωση τοῦ συνόλου εἶναι ἐξαγόμενο τῆς κυκλικῆς ἀναφορᾶς… Ἐκτός κι ἄν, ὅπως ὁ Κονδύλης, ἰσχυριστεῖς πώς τό σύνολο εἶναι ἀθεράπευτα ψευδές. Τότε ἡ ἰδιότητα ἐπιστρέφεται πάραυτα.
[17] Γιά μιά πολύ σύντομη ἱστορία τῶν λογικῶν παραδόξων ἀπό τόν Κάντορ μέχρι τον Γκαίντελ, βλ. Δ.Α. Ἀναπολιτάνος, Εἰσαγωγή στή Φιλοσοφία τῶν Μαθηματικῶν, Νεφέλη, Αθήνα 1985.
[18] Βλ. π.χ. τούς «dialethic» logicians.
[19] Ἡ βιβλιογραφία γιά τόν Βίττγκενσταϊν τό 1986 ξεπερνοῦσε ἤδη τούς 5.868 τίτλους! Τό ἀναφέρει ἡ Μ. Δραγώνα-Μονάχου (Σύγχρονη ἠθική φιλοσοφία, Ἑλληνικά γράμματα, 1995, σ. 169).
[20] Θρυλεῖται πώς ὁ Ράσσελ μάλωσε τόν σπουδαστή Βίττγκενσταϊν ἐπειδή ὁ τελευταῖος ἀνακοίνωσε τό συμπέρασμά του χωρίς νά μαρτυρήσει τά βήματα τῆς συλλογιστικῆς του. Ὁ Βίττγκενσταϊν τότε τόν ρώτησε ἄν μαζί μέ τό ρόδο ἔπρεπε νά τοῦ δώσει καί τίς ρίζες. Συμμερίζομαι τό ἀστεῖο του. Ὁ Κονδύλης, βέβαια, δέν μοίρασε τριαντάφυλλα. Τά ἀστεῖα, τά αἰνίγματα καί τά λογικά παράδοξα διατρέχουν τή φιλοσοφία ἀπό τή γέννησή της. Μεταχειρίζονται ἄσπλαχνα τή σοβαρότητά της. Παρεμπιπτόντως, τό ἀνθρώπινο δεῖγμα πού χρησιμοποιεῖ ὁ Κονδύλης γιά νά ἐξετάσει τούς ἰδεολογικούς διαγκωνισμούς εἶναι ἐκεῖνο τῶν φιλοσόφων καί τῶν κοινωνικῶν ἐπιστημόνων. Πῶς θά χειριζόταν ὁ ἴδιος ἕνα μαθηματικό παράδειγμα; Λ.χ., πρός στιγμήν, κέρδιζε ὁ Κρόνεκερ τόν Κάντορ, στή συγκυρία τῆς κοινῆς τους ἐμφάνισης, ἀλλά εἶναι ἡ συνολοθεωρία πού τελικά ἐπιβίωσε. Ὁ Ράσσελ ἐπισημαίνει στόν Φρέγκε τήν ἀντίφαση τοῦ ἀξιώματος V καί ὁ τελευταῖος μένει κυριολεκτικά ἐμβρόντητος. Οὐσιαστικά δέν συνῆλθε ποτέ. Ἐνῷ, ἡ ἐπισήμανση στόν Κονδύλη τῆς δικῆς του τόν ἀφήνει ἀδιάσειστο, ἄν δέν τόν τρέφει κιόλας. Ἀφοῦ τό ἔργο του τήν περιέχει!
[21] Γκέοργκ Χέγκελ, Φαινομενολογία τοῦ πνεύματος, μτφρ. Δ. Τζωρτζόπουλος, Δωδώνη, Ἀθήνα 1993, τόμ. α΄, σ. 356 (§ 205).
[22] Φραντς Κάφκα, Κομμάτια ἀπό τετράδια καί σκόρπια φύλλα, μτφρ. Γ. Βαμβαλής, Ἐπίκουρος, Ἀθήνα 1982, σ. 102.
[23] Αὐτ., σ. 125.
[24] Βλ. Π. Κονδύλης, Μελαγχολία καί πολεμική, στό περιοδικό Νέα Ἑστία, τ. 148, σ. 29.
[25] Προσωπικά, ἀπό τούς σχολαστικούς φιλοσόφους πού ἀσχολήθηκαν μέ τά sophismata, εὐαρεστοῦμαι νά ἀκολουθῶ τή γνώμη τοῦ Bradwardine, ὁ ὁποῖος ἀπάντησε πώς ὅποιος λέει τίς λέξεις «λέω ψέματα» λέει τουλάχιστον αὐτές τίς λέξεις!
[26] Δ. Βεργέτης, Πρός ντερρινταϊκούς ἐπιστολή πρώτη, περ. Τειρεσίας, τεῦχ. 1, σελ. 60.
[27] Ἄς παραθέσουμε μερικές διατυπώσεις τοῦ ad hominem: «Ὁ θεωρητικός, ὅσο παραμένει στό ἐπίπεδο τῆς περιγραφῆς, δέν μπορεῖ νά στρατευτεῖ ὑπέρ της μιᾶς ἤ τῆς ἄλλης ὑπόθεσης. Αὐτό τό κάνει σέ ἕνα ἐντελῶς ἄλλο ἐπίπεδο, δηλ. ὡς κοινωνική ὕπαρξη» (Παναγιώτης Κονδύλης, Ὀφειλόμενες ἀπαντήσεις, στό Μελαγχολία καί πολεμική, Θεμέλιο, 2002, σ. 166). Στό σημεῖο αὐτό ὁ Κονδύλης, ὅταν οἱ Φαράκλας καί Ψυχοπαίδης ἐπικαλοῦνται τό ἐν λόγῳ ἐπιχείρημα (βλ. τό τελευταῖο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου τοῦ Φαράκλα Νόημα καί κυριαρχία τό ὁποῖο τιτλοφορεῖται, ἄν δέν κάνω λάθος, Εἶναι καί ὁ Κονδύλης ἄνθρωπος), ἀφοῦ τούς ψέξει γιά τήν «ἐπισφαλέστατη» προσπάθειά τους νά μεταφέρουν «μιά μεθοδολογική ἀρχή ἀπό τό πεδίο τῆς παρατήρησης τῆς κοινωνίας στό πεδίο τῆς ἴδιας τῆς κοινωνικῆς ζωῆς» (Ἐπιλεγόμενα στόν Carl Schmitt, Πολιτική θεολογία, τέσσερα κεφάλαια γύρω ἀπό τή διδασκαλία περί κυριαρχίας, μτφρ. Π. Κονδύλης, Λεβιάθαν, 1994, σ. 166), στρέφει ἐν συνεχείᾳ τό ἐπιχείρημα ἐναντίον τους: ἄν καί ὁ ἴδιος ὁ Κονδύλης, δηλαδή ὅλοι, ἀξιώνουν ἰσχύ, αὐτό ἐπιβεβαιώνει τήν θεωρία του. Δηλαδή ἡ διάψευσή της τήν ἐπιβεβαιώνει (βλ. τό πλῆρες ἀνάπτυγμα τοῦ ἰσχυρισμοῦ στό Ὀφειλόμενες ἀπαντήσεις, ὅ.π., σ. 149). Σημειώνουμε ἐν παρόδῳ πώς τό σημεῖο αὐτό, τῆς διαψευσμένης ἐπιβεβαίωσης, ἀποτελεῖ ἐξοργιστική ἐνόχληση – μιά καί δέν μπορεῖς νά ἀπαλλαγεῖς ἀπό αὐτήν ὅ,τι κι ἄν κάνεις– πού ἐπισημαίνει ὁ Ψυχοπαίδης ὅταν μιλᾶ γιά τόν ἀφόρητο κόσμο πού κατασκευάζει ὁ Κονδύλης: εἶναι πάντα πίσω σου καί σέ κοιτᾶ, δυό μάτια πού δέν σβήνουν ποτέ. Ἐπίσης, καί ὁ Σμίτ ἐπικρίνει τήν ἀναγωγή τοῦ θεωρητικοῦ λόγου στόν φορέα του: «Ἡ ἀναγωγή ἑνός ἐννοιολογικοῦ ἐξαγόμενου στόν κοινωνιολογικό του φορέα ἀποτελεῖ ψυχολογία καί διαπίστωση ὁρισμένου εἴδους κινήτρων τῆς ἀνθρώπινης δράσης. Τοῦτο συνιστᾶ βέβαια κοινωνιολογικό πρόβλημα, ὄχι ὅμως τό πρόβλημα τῆς κοινωνιολογίας τῆς ἔννοιας…» (Carl Schmitt, Πολιτική θεολογία, ὅ.π., σ. 76). Τώρα, ἄν σκεφτοῦμε πώς ὁ Ψυχοπαίδης βασίζει τή διδασκαλία του στήν ἐπιθυμητή (δέν ἀξιώνει τήν ἀπαλλαγή ἀπό αὐτήν ὅπως ὁ Κονδύλης) ἀξιακή συγκρότηση τῆς θεωρίας του, δηλαδή στήν μεταφορά τοῦ δεοντολογικοῦ (λ.χ. ἀλληλεγγύη) ὅρου ἀναπαραγωγῆς τῆς κοινωνίας σέ ἱδρυτικό παράγοντα ἀρτίωσης τῆς κριτικῆς του θεωρίας, ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι κάνει ἀκριβῶς ὅ,τι δέν κάνει ὁ Κονδύλης: ἐνημερώνει τίς μεθοδολογικές ἀρχές του μέ βάση τήν κοινωνική δεοντολογία. Κάτι τέτοιο, ὅμως, τό θεωρεῖ ὁ Κονδύλης ὀλισθηρή μορφή αὐτοαναφορικότητας! (βλ. τίς δύο θεωρητικά ὀλισθηρές μορφές αὐτοαναφορικότητας πού ἀναφέρει ὁ Κονδύλης στό Ὀφειλόμενες ἀπαντήσεις, ὅ.π., σ. 140). Δηλαδή τοῦ ἐπιστρέφει τήν ἴδια μομφή! Κατηγορεῖ ὁ ἕνας τόν ἄλλον γιά (διαφορετική) αὐτοαναφορικότητα! Ὁπότε τό ad hominem μπερδεύεται ἀξεδιάλυτα: ἡ διάκριση ἀξίας/γεγονότος συγγενεύει μέ τόν χωρισμό θεωρητικοῦ/ὑπαρκτοῦ. Ἄς σημειωθεῖ πάντως, πώς ἄν καί ὁ Κονδύλης ἀρνεῖται νά ἐφαρμόσει τό ad hominem στόν ἑαυτό του, τό ἐφαρμόζει σέ ἄλλους. Βλέπε λ.χ. (ἀπό μνήμης γράφω) τίς Εἰσαγωγές του σέ Παβέζε καί Σαμφόρ ὅπου ἐπαινεῖ τόν ἕναν καί ψέγει τόν ἄλλο μέ ad hominem ἐπιχειρήματα. Δηλαδή στρέφει τά λόγια στόν κάτοχό τους ρίχνοντας ματιές στίς ἀτομικές πράξεις τους. Εἶναι συνεπεῖς; ρωτᾶ.
[28] Οἱ περισσότεροι συνεχίζουν (ὁ Χέγκελ, ἐν προκειμένῳ) νά προχωροῦν πέρα ἀπό τό σημεῖο ὅπου σταμάτησε ὁ Κονδύλης. Καί προχωροῦν ἀόρατα πλέον. Δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος. Ἡ πανουργία τοῦ Λόγου καθιστᾶ τήν ὑποκειμενική ἰδιοτέλεια ἐπωφελῆ δραστηριότητα γιά τό ὅλον. «Οἱ ἰδιωτικές σκοπιμότητες μεταβάλλονται σέ μέσα πού ὑπηρετοῦν τή σφαιρική ἀνάπτυξη τοῦ νοῦ» (Ζάν-Πιερ Λεφέβρ – Πιερ Μασερέ, Ὁ Ἕγελος καί ἡ κοινωνία, μτφρ. Γ. Φαράκλας, Ἑστία, Ἀθήνα 1998, σ. 44). «Ἀλλά ὁ μερικός σκοπός διά τῆς σχέσεώς του μέ τούς ἄλλους προσδίδει στόν ἑαυτό του τόν τύπο τῆς γενικότητας» (Χέγκελ, Βασικές κατευθύνσεις τῆς φιλοσοφίας τοῦ δικαίου, μτφρ. Σ. Γιακουμής, Δωδώνη, Ἀθήνα 2004, σ. 203 (§ 182).
[29] Παραθέτουμε τήν ἀκόλουθη παράγραφο τοῦ Κάρλ Λέβιτ (Τό νόημα τῆς ἱστορίας, ὅ.π., σ. 252): «Πῶς θά μποροῦσε κανείς νά συμφιλιώσει τήν κλασσική θεωρία ὅτι ὁ κόσμος εἶναι αἰώνιος μέ τή χριστιανική πίστη στή δημιουργία, τόν κύκλο μέ τό ἔσχατον καί τήν παγανιστική ἀποδοχή τῆς μοίρας μέ τό χριστιανικό καθῆκον τῆς ἐλπίδας; Οἱ ἔννοιες αὐτές εἶναι ἀκόμη περισσότερο ἀσυμβίβαστες, διότι ἡ κλασσική θέαση τοῦ κόσμου εἶναι θέαση πραγμάτων ὁρατῶν, ἐνῷ ἡ χριστιανική «θέαση» δέν εἶναι τελικά, μιά θέαση, ἀλλά ζήτημα ἐλπίδας καί πίστης σέ πράγματα ἀόρατα». Βλ. ἐπίσης, Oswald Spengler, Ἡ παρακμή τῆς Δύσης, μτφρ. Λ. Ἀναγνώστου, Τυπωθήτω, Ἀθήνα 2004, τ. 1, σ. 137: «Ὅ,τι ἦταν μακριά, δηλαδή ἀόρατο, ἦταν ἀνύπαρκτο. Ὁ Ἕλληνας, ὅπως καί ὁ Ρωμαῖος, θυσίαζε στούς θεούς τῆς περιοχῆς στήν ὁποία διέμενε· ὅλοι οἱ ἄλλοι χάνονταν ἀπό τόν ὁρίζοντά του… ἔτσι ὁ Ἕλληνας δέν διαθέτει οὔτε καί τήν δική μας αἴσθηση τοῦ εὐρύτερου τοπίου, τήν αἴσθηση τῶν ὁριζόντων, τῶν προοπτικῶν, τῶν μακρινῶν ἀποστάσεων». Ὁ Κονδύλης δέν ἔχασε ποτέ τήν ἐπαφή του μέ τήν ἐποπτική θεώρηση τῶν πραγμάτων.
[30] Tomas Nagel, Τό παράλογο, στό περιοδικό Cogito τεῦχ. 2, σ. 79. Ἄς προσθέσουμε καί τήν ἀκόλουθη φράση του: «Ἅπαξ καί πυροδοτηθεῖ ἡ ριζική ἀμφισβήτηση, [αὐτή] παραμένει ἀσίγαστη…» (αὐτ. σ. 82) .
[31] Παναγιώτης Κονδύλης, Ὁ Εὐρωπαϊκός Διαφωτισμός, Θεμέλιο, τόμ.1, 1993, σ. 48.
[32] Αὐτ. σ. 49.
[33] Παναγιώτης Κονδύλης, Ἰσχύς καί Ἀπόφαση, ὅ.π., σ. 37.
[34] Ὄχι πλέον, διότι δημοσιεύτηκαν, τώρα, ὅλα σέ ὡραῖο καί ἐπιμελημένο τόμο ἀπό τίς ἐκδόσεις Ἴνδικτος.
[35] Π. Κονδύλης, Τό ἀόρατο χρονολόγιο τῆς σκέψης, ὅ.π., 38.
[36] Thomas Nagel, Ἡ θέα ἀπό τό πουθενά, μτφρ Χ. Σταματέλος, Κριτική 2000, σ. 23.
[37] Αὐτ. σ. 50. Τό ἐγχείρημα νά συμπεριλάβω τόν ἑαυτό στή θέα μου, χωρίς αὐτός νά μέ ἐνοχλεῖ, θά μποροῦσε νά συντελεστεῖ μέ δύο τρόπους: Τόν πρῶτο συνιστᾶ ἡ περίπτωση τῆς μεσοβασιλείας, ὅπου «ἡ ἀποσύνθεση [τήν περίοδο αὐτή τῶν] μεγάλων ἐξαντικειμενικευμένων ἀποφάσεων […] δείχνουν σέ μερικούς παρατηρητές πῶς λειτουργοῦν οἱ μηχανισμοί […] (Π. Κονδύλης, Ἰσχύς καί Ἀπόφαση, ὅ.π. σ. 104). Ὁ δεύτερος συνίσταται στή δημιουργία, ὕστερα ἀπό μερική κατάρρευση τοῦ modus vivendi καί ὑποχώρηση τῶν νερῶν, τῶν ἰδανικῶν συνθηκῶν ἀποστασιοληψίας γιά τόν ὁποιοσδήποτε ἐπίδοξο θεατή (θά ἀναφέρω παρακάτω ἕνα προσωπικό παράδειγμα). Ὁ πρῶτος εἶναι σκεπτικισμός μέ ἀντικειμενική ἀφετηρία, ὁ δεύτερος σκεπτικισμός μέ ὑποκειμενική ἀφετηρία. Ἄς σημειωθεῖ πώς μία ἀπό τίς λίγες, ἄν δέν εἶναι καί ἡ μόνη, γλωσσική μεταφορά πού χρησιμοποιεῖ ὁ Κονδύλης στό Ἰσχύς καί Ἀπόφαση εἶναι κατά τήν περιγραφή τῆς ἴδιας τῆς μεσοβασιλείας, τῆς ἐποχῆς τῶν γόνιμων κρίσεων, ὅπου θεωρίες σάν καί τή δική του «ἀποτελοῦν ἐφήμερα ἄνθη πού παραγκωνίζονται γρήγορα μόλις ἕνα νέο καί περιεκτικό κανονιστικό σύστημα [κάνει τήν ἐμφάνισή του]» (αὐτ. σ. 104). Εἶναι ἡ λύση πού βρῆκε ὁ Κονδύλης γιά νά ἀπαντήσει στό ἐρώτημα: πῶς πυροδοτεῖται ὁ σκεπτικισμός; Τά ἐφήμερα ἄνθη πού πρόλαβαν καί φύτρωσαν πρίν τά σαρώσει ἕνα καινούργιο κῦμα ἀντικειμενικότητας, αὐτή ἡ μόνη μεταφορά, κάνει τήν ἐμφάνισή της ὅταν εἶναι νά μιλήσει, λεπτοφυῶς, γιά τή δική του θεώρηση. Ἡ μεταφορά, λέει ὁ Φ. Χριστίδης, εἶναι ἡ δεικτική θέρμη τοῦ βιωματικοῦ στοιχείου πού ἐπιβιώνει μέσα στόν προτασιακό λόγο (Φ. Χριστίδης, Ἡ φύση τῆς γλώσσας, στό Ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Ἀπό τίς ἀρχές ἕως τήν ὕστερη ἀρχαιότητα, ἐπιμ. Φ. Χριστίδης, Ἰνστιτοῦτο Νεοελληνικῶν Σπουδῶν 2001, σ. 30-31).
[38] βλ. Ραϋμόν Ἀρόν, Ἡ ἐξέλιξη τῆς κοινωνιολογικῆς σκέψης, ὅ.π. ,σ. 391.
[39] Π. Κονδύλης, Εἰσαγωγή στό Σαμφόρ, Ἐπιλογή ἀπό τό ἔργο του, ὅ.π., σ. 20.
[40] Γ. Φαράκλας, Νόημα καί κυριαρχία, ὅ.π., σ. 180 (ἐγώ ὑπογραμμίζω).
[41] Αὐτ. σ. 268.
[42] Ἐδῶ, θεωρία, δέν σημαίνει θεῶμαι τόν κόσμο ὅπως εἶναι, ἀλλά τόν ἐπιτηρῶ στήν ἐπί τά βελτίω πορεία του. Τοῦ καταστρώνω ἕνα δρομολόγιο.
[43] Ράινχαρτ Κοσέλλεκ, Παναγιώτης Κονδύλης, στό περιοδικό Νέα Ἑστία, τ. 1747, σ. 71.
[44] Ὁ Φαράκλας ἐπικρίνει τόν Κονδύλη λέγοντας: «Οἱ ἔννοιες δέν συγκροτοῦνται [σ’ αὐτόν] ἐγγενῶς, ἀλλά, εἶναι μόνο ἐργαλεῖα» (Νόημα και κυριαρχία, ὅ.π., σ. 451).
[45] Χέγκελ, Βασικές κατευθύνσεις τῆς φιλοσοφίας τοῦ δικαίου, ὅ.π., σ. 128, (§ 106). Ἄλλαξα μιά λέξη στό κείμενο τοῦ Χέγκελ.
[46] Γ. Φαράκλας, Νόημα και κυριαρχία, ὅ.π., σ. 30.
[47] Ὁ ὅρος εἶναι του Μάρξ. Ἰδού μιά λαμπρή περιγραφή τοῦ νεαροῦ Μάρξ τῆς ἑγελιανῆς διαλεκτικῆς: «Εἶναι ἕνας τρόπος νά γίνονται ἀμοιβαῖες χαιρετοῦρες. Εἶναι ὅπως ὅταν κάποιος παρεμβαίνει ἀνάμεσα σέ δύο πού μαλώνουν καί ὁ ἕνας ἀπό τούς διαπληκτιζόμενους παρεμβαίνει τότε ξανά ἀνάμεσα στούς ἄλλους δύο». Κάρλ Μάρξ, Κριτική τῆς ἑγελιανῆς φιλοσοφίας τοῦ κράτους, μτφρ. Μ. Λυκούδης, Παπαζήσης, Ἀθήνα 1978, σ. 131.
[48] Γ. Φαράκλας, Νόημα καί κυριαρχία, ὅ.π., σ. 42.
[49] Αὐτ. σ. 44.
[50] Γ. Φαράκλας, Νόημα καί κυριαρχία, ὅ.π., σ. 289. Αὐτό πού ἀπειλεῖ τήν κοινωνία εἶναι ὁ ὅρος ἀναπαραγωγῆς της, δηλαδή ἡ ἀπουσία του. Ἐπίσης, αὐτός εἶναι καί τό κριτήριο πού ἡ θεωρία διαθέτει γιά νά (ἐπι)κρίνει τό κάθε ἐπί μέρους μόρφωμα. Ἀφοῦ χωρίς αὐτόν δέν θά ἐξασφαλιζόταν ἡ ἐπιβίωση τοῦ μορφώματος. «Ἄν ἡ κοινωνία δέν ὑπάρχει χωρίς τελεολογική πραγματικότητα, σάν τήν ἀλληλεγγύη, ἐνῷ ἡ ἴδια ἐμφανίζεται ὡς τό βασίλειο τῶν προσωπικῶν στρατηγικῶν, πρέπει νά ταχθοῦμε ὑπέρ τῆς ἀναγνώρισης αὐτῆς τῆς ἀξίας [τῆς ἀλληλεγγύης]». (αὐτ. σ. 287). (Ἐμεῖς ὑπογραμμίζουμε τα: ὑπάρχει, ἐμφανίζεται, πρέπει).
[51] Εἶναι ὅλα συγκεντρωμένα στό βιβλίο τοῦ Φαράκλα. Τά λογικά παράδοξα (δομῆς, περιεχομένου, τοῦ ἰδίου του Κονδύλη), τό παράδοξο τῆς ἰδεολογίας, οἱ ἀπορίες τῆς καινοτομίας κτλ. Τό λογικό παράδοξο, στίς διάφορες μορφές του, διατυπώνεται μέ σαφήνεια –ἀνοίγοντας σχεδόν ὅλα τά ἀφιερωμένα στόν Κονδύλη κεφάλαια– στίς σελίδες: 458, 479, 506, 519, 523, 524, 525, 533, 534, 536, 575, 600 κτλ). Πῶς εἶναι δυνατόν, ἀναρωτιέται ὁ Φαράκλας, ὁ Κονδύλης νά «περιγράφει πῶς δρᾶ ἡ ἴδια ἡ ἀπόφαση, νά περιγράφει αὐτό πού βρίσκεται ἔξω ἀπό κάθε ἀπόφαση, τόν «προκαταρκτικό κόσμο»»; (Νόημα καί κυριαρχία, ὅ.π., σ. 532) Κι ἄν μυθολογεῖ –ὅπως ὁ Φρόυντ τοῦ Τοτέμ καί Ταμποῦ– ἀναδρομικά, ἀπό τό μόνιμο παρόν, τήν ἀρχή τοῦ κόσμου; Αὐτό δέν μᾶς πρότεινε ὁ Λέβι-Στρώς; Πῶς ὁ Λακάν μιλᾶ γιά τήν ὠμή, προσυμβολική πραγματικότητα, γιά τό Πρᾶγμα, ἄν τό πραγματικό εἶναι αὐτό πού δέν μπορεῖ νά συμβολοποιηθεῖ; «Τό πραγματικό εἶναι μιά ὀντότητα πού πρέπει νά κατασκευαστεῖ, ἐκ τῶν ὑστέρων, οὕτως ὥστε νά καταφέρουμε νά ἐξηγήσουμε τίς διαστρεβλώσεις στή συμβολική δομή» (Slavoj Žižek, Τό ὑψηλό ἀντικείμενο τῆς ἰδεολογίας, ὅ.π., σ. 263). Κι ἄν ὁ Κονδύλης κάνει κάτι παρόμοιο; Ὁμοίως, οἱ ἀρθρογράφοι τοῦ καινούργιου ἀφιερώματος τῆς Νέας Ἑστίας στόν Κονδύλη (περιοδ. Νέα Ἑστία, τόμ. 164, Ἴουλ-Ἄυγ. 2008) παλιλλογοῦν τά ἴδια ἐπιχειρήματα. Μόνο τό παράδοξο ἔχουν! Δηλαδή τήν καταστατική ἀπαγόρευση. Ἄς σημειωθεῖ ἡ ἑξῆς συμμετρία: Ἡ (ἐκ τῶν ὑστέρων πάντα) ἀπαγόρευση τῆς ὁμιλίας στόν Κονδύλη εἶναι ταυτόχρονη μέ τήν ἐκ μέρους τοῦ ἰδίου περιγραφή τοῦ δέοντος ἀπό τό ὁποῖο ἐλαύνονται οἱ ἀναπαγόρευτοι ὁμιλητές. Ἄς ὑποθέσουμε ὅμως πώς ἡ ἀντίφαση πού τοῦ προσάπτουν εἶναι ὄντως τέτοια καί πώς διαψεύδει ἑαυτόν. Τότε τί; Θά ξεκόψω ἀπό αὐτήν; Δεκάρα δέν δίνω! Τοῦ καταλογίζουν τήν ὑπόθεση τοῦ προκαταρκτικοῦ κόσμου, «πώς κατασκευάσθηκε ἀπό ὑλικά τοῦ διευθετημένου» (Ἀνδρέας Παπαχρῆστος, Τό ἀναπόδραστο τῆς φιλοσοφίας, περιοδικό Νέα Ἑστία, τόμ. 164, σ. 30) ἤ πώς ὅ,τι προῆλθε ἀπό τό μή-νόημα δέν μπορεῖ νά ἔχει νόημα» (αὐτ. σ. 30). Ἀνησυχοῦν μέ τήν προοπτική ἡ πρωταρχική κατάσταση νά «ἀποτελεῖ γιά τόν Κονδύλη μιά ἐμπράγματη κατάσταση» (Θάνος Σαμαρτζῆς, Ἡ ἔννοια τῆς ἀπόφασης καί ἡ γέννηση τοῦ πνεύματος, ὅ.π., σ. 40) καί ὄχι μιά θεωρητική μυθολογία. Νά πῶ ὅτι γιά τόν Κονδύλη ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει διόλου ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν ἐπιβίωση. Τήν ἐχθρότητα (καί τή φιλία) τή συστήνει ὡς συνθήκη καί συνεπαγωγή τῆς ἀμετάκλητης ἀνθρώπινης περατότητας. Δηλαδή τῆς ἀπώλειας καί τῆς διακινδύνευσης. Αὐτή εἶναι ἡ ἔσχατη πραγματικότητα. Τήν «ἀνακλητή ζωή», δηλαδή τή θνητότητα, τήν κλείνει στά ἀνέκκλητα λόγια του. Χωρίς παιδιά.
[52] Jean-Luc Nancy, Del libro e della libreria, μτφρ. G. Berto, Rafaello Cortina, 2006.
[53] Ρολάν Μπάρτ, Ἡ ἀπόλαυση τοῦ κειμένου, μτφρ. Φ. Χατζιδάκη-Γ. Κρητικός, Ράππα, 1973, σ. 46.
[54] Τόν παραθέτει ὁ Adorno στό: Theodor Adorno, Τρεῖς μελέτες γιά τόν Χέγκελ, μτφρ. Ν. Λίβος, Κριτική, 1992, σ. 152.
[55] Ἐξαίφνης, ὁ ἐκδότης τοῦ ἔργου Τό Πολιτικό καί ὁ ἄνθρωπος, δέν ξέρω ποιός ἄλλος, ἀποφάσισε νά δημοσιεύσει μετά θάνατον τή φωτογραφία τοῦ Κονδύλη καλύπτοντας, μάλιστα, μιά ὁλόκληρη σελίδα μέ αὐτήν. Τόν εἶδα γιά πρώτη φορά! Μέ ἐξέπληξε ἡ ὁμοιότητά του μέ τόν Μακιαβέλλι! Ἀρκεῖ κανείς νά ἀντιπαραβάλλει τήν εἰκόνα τοῦ τελευταίου ἀπό τό ἐξώφυλλο τοῦ γνωστοῦ δίτομου ἔργου τῶν ἐκδόσεων Κάκτος, μέ τή ἐν λόγῳ δημοσιευμένη φωτογραφία τοῦ ἴδιου τοῦ Κονδύλη. Θεωρῶ πώς ἡ δημοσίευση τῆς φωτογραφίας του εἶναι ἀτόπημα, τόσο πρός τόν ἴδιο ὅσο καί πρός ἐμένα, γιά τόν κόπο μου νά τόν γράφω θεωρῶντας τον ἀνεικονικό.
[56] Περιοδικό Σημειώσεις 50, σ. 74.
[57] Ὁ ὅρος εἶναι ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἀριστείδη Μπαλτᾶ: Ἀντικείμενα καί ὄψεις ἑαυτοῦ, Ἑστία, Ἀθήνα 2001. Στό ἐν λόγῳ βιβλίο ὁ Α. Μπαλτᾶς περιγράφει ὡς ἀκολούθως τό λογικό παράδοξο τοῦ Ἱστορικοῦ Ὑλισμοῦ: «Ὁ ἴδιος ὁ Ἱστορικός Ὑλισμός [ὁ ὁποῖος ἔχει ὑπό τήν ἰδιότητα τῆς ἐπιστήμης ὡς ἀντικείμενό του τά ἱστορικά καί κοινωνικά φαινόμενα] εἶναι αὐτοδήλως φαινόμενο κοινωνικό καί ἱστορικό, καί ἄρα δέν μπορεῖ παρά νά ἐμπίπτει, μέ τόν τρόπο πού κατ’ αὐτόν ἐμπίπτει ἡ κάθε ἐπιστήμη, στή γνωσιακή ἁρμοδιότητα τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του […]» (αὐτ. σ. 73-75). Τί κάνει γιά νά τό λύσει; Τίποτα, ἁπλῶς ἀποχωρεῖ ἀπό αὐτό: βρίσκει μιά ὑπεύθυνη στάση καί βαδίζει ἔξω στόν κόσμο.
[58] Βλ. Jaako Hintikka, «The once and future sea fight: Aristotle’s discussion of future contingent in De Interpretatione IX», The Philosophical Review, τεῦχ. 73, 1964 σ. 461-492.
[59] Βλ. τό κεφάλαιο πού φέρει τόν φιλόδοξο τίτλο Ἀρτίωση θεωρίας καί ἐπιστημολογικές ἐπισημάνσεις στό Ἀ. Μεταξόπουλος, Αὐτοσυντήρηση, Πόλεμος, Πολιτική, ἐκδόσεις Λιβάνη, Ἀθήνα 2005 (σ. 137-259).
[60] Αὐτ. σ. 131.
[61] Αὐτ. σ. 141.
[62] Αὐτ. σ. 398.
[63] Αὐτ. σ. 155.
[64] Αὐτ. σ. 165.
[65] Αὐτ. σ. 195.
[66] Αὐτ. σ. 197.
[67] Αὐτ. σ. 216.
[68] Αὐτ. σ. 216.
[69] Βλ. τίς δύο γνωστές διαλέξεις τοῦ Βέμπερ: Ἐπιστήμη ὡς ἐπάγγελμα (Max Weber, Ἡ ἐπιστήμη ὡς ἐπάγγελμα, Κριτική τῆς θεωρίας τοῦ Stamler, Ἡ γέννηση τοῦ σύγχρονου καπιταλισμοῦ, μτφρ. Γ. Κυπραῖος, Παπαζήση) καί Πολιτική ὡς ἐπάγγελμα (Max Weber, Ἡ πολιτική ὡς ἐπάγγελμα, μτφρ. Γ. Κυπραίου, Παπαζήση). Πρέπει νά διαβάζονται καί οἱ δύο διαλέξεις μαζί καί μάλιστα ὡς δύο δυνατές σέ διαφορετικές στιγμές τοποθετήσεις τοῦ ἰδίου ἀνθρώπου. Ἠθική τῆς εὐθύνης καί ἠθική τῆς πίστης, ὀρθολογισμός τῶν σκοπῶν καί ὀρθολογισμός τῶν ἀξιῶν, ἀδέσμευτη ἐπιστήμη καί πρακτική ἀξιολόγηση.
[70] Βλ. Max Weber, Δοκίμια ἐπί τῆς θεωρίας τῶν κοινωνικῶν ἐπιστημῶν, Ε.Κ.Κ.Ε., μτφρ. Α. Γρηγορογιάννης, 1972, ἰδιαίτερα τό δοκίμιο Δ’ πού φέρει τόν τίτλο: τό νόημα τῆς «ἀξιολογικῆς ἐλευθερίας» εἰς τάς κοινωνιολογικάς καί τάς οἰκονομικάς ἐπιστήμας. Ἡ ἐναρκτήρια ἀπορία τοῦ κειμένου εἶναι: «ἐάν θά ἔπρεπε ἤ ὄχι εἰς μίαν πανεπιστημιακήν διδασκαλίαν νά διαδηλώσωμεν τήν προσήλωσίν μας εἰς ἀξιολογήσεις θεμελιωμένας ἐπί μιᾶς ἠθικῆς ἤ ἐπί πολιτιστικῶν ἰδεωδῶν ἤ, κατά τά λοιπά, ἐπί μιᾶς κσμοθεωρίας. Τό ζήτημα αὐτό [λέει] δέν δύναται νά ἀντιμετωπισθῇ ἐπιστημονικῶς» (σ. 61).
[71] Ἀρκεῖ μιά ἁπλῆ ἐρώτηση καί ἀμέσως βρισκόμαστε πίσω ἀπό τίς γραμμές τῶν ὁμιλητῶν: νά πιστέψουμε τή πίστη; νά ἐμπιστευθοῦμε τήν ἐμπιστοσύνη;
[72] Ἡ κριτική ἀπόσταση τῆς ἐπιστήμης ἀπό τόν κόσμο κάνει δυνατή τήν ἐπανατοποθέτηση τοῦ ἀτόμου πού πρόκειται νά πάρει μιά ἀπόφαση» (Max Weber, Ἡ ἐπιστήμη ὡς ἐπάγγελμα, ὅ.π., σ. 17).
[73] Ἀντλῶ στοιχεῖα ἀπό: http:/ww2.ucy.ac.cy/~
[74] Benoit Peeters, Derrida, Flammarion 2010, σ. 262.
[75] Αὐτ. σ. 515.
[76] Αὐτ. σ. 515.
[77] Αὐτ. σ. 167. Ἐπίσης: «Mais tout de suite, j’ai été fascine [μιλᾶ ὁ Φουκώ] par la puissance du discours de Derrida» (αὐτ., σ. 253) .
[78] Αὐτ., σ. 296. Ἰδού τά καταπληκτικά πράγματα πού ἔλεγε ὁ Φουκώ σέ μιά ὄψιμη συνέντευξή του: «J’aime discuter, et aux questions qu’on me pose je tache de répondre. Je n’aime pas, c’est vrai [sic!], participer à des polémiques… [διότι le polémiste] il n’a pas en face de lui un partenaire dans la recherché de la vérité mais un adversaire, un ennemi qui a tort…» (αὐτ. σ. 299).
[79] Βλ. Ρ. Πετρίδης, «Ἰσχύς» καί «Ἐξουσία» στό ὄψιμο ἔργο τοῦ Π. Κονδύλη, περιοδ. Νέος Ἑρμῆς ὁ Λόγιος, τεῦχ. 10, Καλοκαίρι 2014.
[80] Αὐτ. σ. 129 ἤ Ἀρ. δελτίου 3946.
[81] Αὐτ. σ. 129.
[82] Αὐτ. σ. 129.
[83] Αὐτ. σ. 130.
[84] Αὐτ. σ. 139.
[85] Αὐτ. σ. 131-132.
[86] Αὐτ. σ. 131.
[87] Αὐτ. σ. 132 (Ἀρ. δελτίου 3887-3888) .
[88] Αὐτ. σ. 142.
[89] Αὐτ. σ. 142.
[90] Αὐτ. σ. 146.
[91] Αὐτ. σ. 149.
[92] Αὐτ. σ. 154.
[93] Αὐτ. σ. 154.
[94] Αὐτ. σ. 154.
[95] Ε.Μ. Σιοράν, Ἐγκόλπιο ἀνασκολοπισμοῦ, μτφρ. Κ. Παπαγιώργης, Εξάντας, Ἀθήνα 1988, σ. 286-287.
[96] Paul Ricoeur, Structure, word, event, μτφρ. R. Sweeney, στο Paul Ricoeur, The conflict of interpretations, Northwestern University Press, 2007, σ. 85.
[97] Paul Ricoeur, Ἡ ζωντανή μεταφορά, μτφρ. Κ. Παπαγιώργης, Κριτική, Ἀθήνα 1996, σ. 468.
*
*
*
