Ψυχογραφώντας τον χώρο

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

Γιάννης Ξούριας
Φύλλα βασιλικού
Gutenberg, Αθήνα 2025

Υπάρχουν πεζογραφήματα που δεν εστιάζουν στους ανθρώπους, δεν ψυχογραφούν τη θνητότητα, αντίθετα την αναδεικνύουν μέσα από την προσεκτική και επίμονη περιγραφή και ανάδειξη του χώρου μέσα στην οποία αυτή περικλείεται: τους δρόμους, τα δημόσια κτήρια, τις κατοικίες, αλλά ακόμα και την υλικότητα που καθορίζει τη λειτουργικότητα και τη χρήση των αντικειμένων. Μία τέτοια προσέγγιση δεν αναιρεί φυσικά την ανάπτυξη προβληματισμών γύρω από τη βασανιστική μνήμη ή τον πεπερασμένο χαρακτήρα τής ανθρώπινης συνθήκης – απλώς τίθεται στο προσκήνιο, για να μιλήσουμε αριστοτελικά, η ὄψις, ενώ ο μῦθος ενίοτε παραμερίζεται και το ἦθος προκύπτει έμμεσα, ουσιαστικά υπονοείται. Σε κάθε περίπτωση, η λέξις έχει παντού την τιμητική της, γίνεται δηλαδή η κινητήριος δύναμη που οδηγεί την πέννα τού ταλαντούχου συγγραφέα.

Είναι πράγματι τέτοιας ποιότητας ο Γιάννης Ξούριας, δημιουργός τής σύντομης συλλογής αφηγημάτων Φύλλα βασιλικού, που με απασχολεί εδώ. Στο εσώφυλλο μαθαίνουμε ότι διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία στο πανεπιστήμιο Αθηνών και κατ’ αυτό τον τρόπο, νομίζω, εξηγείται επαρκώς η μετρημένη έκφραση, που όμως συνοδεύεται από πλούτο λεξιλογίου και αξιοπρόσεκτη περιγραφική δεινότητα, η οποία διαπερνά κάθε σελίδα και αράδα τού βιβλίου. Αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη ότι στο (αξιόλογο) επιστημονικό του έργο ο Ξούριας ασχολείται με παλαιότερες μορφές και εποχές τής νεοελληνικής μας γραμματείας, πληροφορία που δεν παρέχεται από το ίδιο το βιβλίο, τότε η «περιγραφική δεινότητα» την οποία μόλις ανέφερα φωτίζεται με διαφορετικό τρόπο.

Με αυτό εννοώ ότι ο καθηγητής πανεπιστημίου Ξούριας σίγουρα θα πρότεινε στον συνονόματο συγγραφέα να αξιοποιήσει στο λογοτέχνημά του τις λεπτές γνώσεις του γύρω από τις ἐκφράσεις, δηλαδή τις λεπτομερείς ρητορικές περιγραφές που μάθαιναν να γράφουν οι μαθητές στα σχολεία από την ελληνιστική εποχή έως και την περίοδο της Τουρκοκρατίας στον ελλαδικό (και όχι μόνο) χώρο. Ειδαλλιώς, πώς να εξηγήσουμε τις συχνές και άκρως παραστατικές περιγραφές κτισμάτων και μερών αυτών (ας πούμε ενός τρούλου εκκλησίας), αλλά και αντικειμένων ή και ολάκερων συνοικιών, στα Φύλλα βασιλικού; Στ’ αλήθεια, χειρίζεται με δεξιοτεχνία την ελληνική γλώσσα ο συγγραφέας στις ἐκφραστικές του απόπειρες, που κυριολεκτικά κατακλύζουν το βιβλίο του, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε καθίσταται σαφές ότι αυτές πρωταγωνιστούν στα επιμέρους αφηγήματα και όχι οι άνθρωποι. Άλλωστε, ήδη το οπισθόφυλλο μας ξεκαθαρίζει ότι οι «ήρωες» σε αυτά είναι απλές σκιές ή ακόμα και αποκυήματα του ανήσυχου νου τού αφηγητή.

Ωστόσο, υπάρχει μία εντυπωσιακή εξαίρεση στα παραπάνω: Το ομότιτλο αφήγημα, που, διόλου τυχαία, τοποθετείται ακριβώς στην καρδιά τού βιβλίου, περικλεισμένο από πέντε ενότητες, πριν και μετά αντίστοιχα. Σε αυτό το (μικρο)αφήγημα, αφήνεται να εννοηθεί ότι ο αυτοδιηγητικός αφηγητής βρίσκεται σε κατάσταση μη αναστρέψιμης βιολογικής κατάπτωσης, που οδηγεί νομοτελειακά στο τέλος του βίου του. Η ευγενική κίνηση να προσφέρει στην ξαδέλφη του μερικά φύλλα βασιλικού, σύμβολο μίας χαμένης ευγένειας και αντίστοιχα, όσο και αντιστικτικά, του ίδιου τού θανάτου, λειτουργεί ως ύστατος χαιρετισμός στη βάσανο της ζωής. Έτσι, όταν η ξαδέλφη του ζητά, με λόγια που μεταφέρονται σε ευθύ λόγο, να της ξαναφέρει φύλλα τού εύοσμου φυτού, ο αφηγητής σχολιάζει: «Αλλά εγώ της απαντώ πως όχι, την επόμενη φορά θα πρέπει να πάει να τα βρει η ίδια, μόνη της». Το γεγονός ότι η απάντηση δεν δίνεται με ευθύ λόγο έχει τη σημασία του· τα Φύλλα βασιλικού, το βιβλίο εννοώ, φιλοτεχνεί χώρους που πνίγουν την επικοινωνία και την κατανόηση. Στο υπέροχο αφήγημα «“Η τίγρη”», τίτλος υποτιθεμένου σονέτου (και πολύ ωραίου, μάλιστα), οι άνθρωποι βρίσκονται «χαμένοι στη μετάφραση». Ποιος έγραψε το σονέτο, πώς μεταφέρθηκε η πληροφορία και πώς η αλληλοδυσπιστία δοκιμάζει τις σχέσεις των παλιών φίλων, οι οποίοι, ειρήσθω εν παρόδω, δεν «πέτυχαν» ποτέ στη ζωή τους;

Μικρές αχτίδες υπάρχουν: Στο προαναφερθέν αφήγημα, κάδρα που φυλάνε μέσα τους στιγμιότυπα της νεανικής ζωής αποτελούν για τον φίλο τού αφηγητή επαρκή απόδειξη για το ότι το σονέτο όντως το συνέθεσε μία μοναχική πρόσφυγας, τώρα σε προχωρημένη ηλικία και χωρίς αντικειμενικό σκοπό στο υπολειπόμενο διάστημα που της απομένει πάνω στη γη. Περαιτέρω, στον «Παλλόμενο αστέρα» μία μετανάστις, πιθανώς γεωργιανής καταγωγής, προσφέρει ανιδιοτελώς τα γάντια της μία κρύα και χιονισμένη ημέρα σε ένα κοριτσάκι που είχε βγει για να παίξει στο λευκό τοπίο. Και από τον «παλλόμενο αστέρα» της καλοσύνης περνάμε στο πιο αξιοπρόσεκτο παράδειγμα, το γηραλέο ιδιοκτήτη τού σινεμά στη «Δύση ηλίου», που καταφέρνει με τις απανωτές ευγενικές χειρονομίες του να αποσπάσει λίγη ανθρωπιά από τον βαρύθυμο αφηγητή.

Και είναι όντως «βαρύθυμοι» οι αφηγητές στο βιβλίο, σεφερικοί θα έλεγα, γι’ αυτό ενδεχομένως και ένα από τα αφηγήματα βαφτίζεται «Το βάρος τής ημέρας», απηχώντας πιθανώς «Το ύφος μιας ημέρας» του νομπελίστα ποιητή μας. Εν γένει φυσά ένας άνεμος συμβολιστικής ποίησης στα Φύλλα, μα δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει και την επιρροή τού Γιώργου Ιωάννου, αφού μόνιμο μέλημα στο έργο εκείνου ήταν η «πόλη» και, κατ’ επέκταση η λεπτομερής παρουσίασή της, μαζί με όλες τις λαογραφικές και ιστορικές διαστάσεις της. Και αν κανείς ψάξει για τέτοιου είδους διαστάσεις στον βιβλίο τού Ξούρια, δεν έχει παρά να διαβάσει το αφήγημα «Στην αρχαία Φειά».

Είδαμε πώς η βαρυθυμία συνυπάρχει με την προσπάθεια να ξορκιστεί, έστω και εφήμερα, η η μουντάδα τού βίου μερόπων, γι’ αυτό μάλλον η καταληκτήρια ενότητα του βιβλίου διέπεται από ψυχολογική αμφισημία. Πιο συγκεκριμένα, μία φωνή που κυνηγά και στοιχειώνει τον αφηγητή, συνεχίζοντας, υπό μία έννοια, την καχεκτική κουβέντα με κάποιον Χαράλαμπο στο πρώτο αφήγημα, του εξομολογείται ότι η ανάμνηση του χαμού τού γιου του από πτώση δεν μπορεί ν’ αντιστρέψει το ίδιο το τραγικό γεγονός. Η κυριολεκτική πτώση είναι λοιπόν αναπόφευκτη και η αντιστροφή της, έτσι κλείνει το βιβλίο, θα ήταν: «ενάντια στη φύση των πραγμάτων». Εντούτοις, η μνήμη επιμένει. Όσο επίπονο και δύσκολο και αν είναι, εντέλει αυτή εντυπώνει στον νου μας την ίδια τη ζωή, με ό,τι καλό ή τραγικό τη συνοδεύει.

Όταν γυρνά η τελευταία σελίδα, τα πράγματα παίρνουν τις ορθές διαστάσεις τους: Η γλωσσική ακρίβεια, η λεπτότητα στο ύφος γραφής, η επιβλητική -δυνάμει πνιγηρή- παρουσία τής πόλης και όλων όσων την ορίζουν, όλα αυτά καθιστούν τα Φύλλα βασιλικού αξιανάγνωστα. Άλλωστε το αντίστροφο θα ήταν ενάντια στη φύση της καλής λογοτεχνικής γραφής.

*

*

*