Ο γλύπτης Πολύγνωτος Βαγής μέσα από τα μάτια του ποιητή Γιώργου Χριστογιάννη

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Παρακείμενα της εισόδου του κινηματοθεάτρου “Αριστοτέλειον”, στο κτήριο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών στη Θεσσαλονίκη, βρίσκεται ένα μνημείο, αυτό του Απόδημου Ελληνισμού, έργο που ανήκει στον γλύπτη Πολύγνωτο Βαγή (γεν. 14 Ιανουαρίου 1894), τον συγχωριανό μου γλύπτη εκ Θάσου, και κάπου αναμεταξύ εξιστόρησης θαυμάτων χειροπλασιδίων και αναθυμιάσεων παιδικών ιστοριών —το σπίτι της γιαγιάς μοιραζόταν την ίδια αυλή με το μουσείο όπου στεγάζεται μέρος της συλλογής του—, ετούτος ο μάστορας της πέτρας στάθηκε η παιδική μου ασπίδα, αφού μονίμως κρυβόμουν πίσω απ’ τους γρανιτένιους όγκους του, μπας και —υπάρχοντας άφαγο παιδάκι— γλιτώσω από το κουτάλι της γιαγιάς που κάθε καλοκαίρι με απειλούσε απ’ όλες τις γωνιές, με κάθε τρόπο, με ιστούς αδιόρατους ή και χονδρόσχοινα —τα ίδια κυνηγετικά δάχτυλα έπλεκαν συγχρόνως το εγκώμιο της μικρής Ρηνιώς και τον βρόγχο της αγχόνης μου— και κάπως έτσι εκείνοι οι εκθαμβωτικοί πρωταγωνιστές των συμβάντων του γλύπτη, περνώντας από το καθαρτήριο της ιστορίας, ξεροστάλιαζαν ακίνητοι μαζί μου, ως να κατασταλάξουν σε θλιβερούς κομπάρσους, ευτελών —κλάψας— μονόπρακτων.

«Όλα θα σου έλθουν μιαν ημέρα χωρίς προετοιμασίες, χωρίς φανφάρες και χειροκροτήματα, έτσι απλά σαν αύρα στο κατακαλόκαιρο», γράφει ο Γιαννιώτης ποιητής και διπλωμάτης Γιώργος Ι. Χριστογιάννης, ο ποιητής χάρη στον οποίον, το 1981, δεκαέξι χρόνια από τον θάνατό του γλύπτη —ο Χριστογιάννης υπήρξε τότε διευθυντής της Διεύθυνσης Αποδήμων Ελλήνων του ΥΠΕΞ, αν κι η σχέση φιλίας αναπτύχθηκε ανάμεσα στους δύο άντρες τις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν ο ποιητής υπηρετούσε ως πρόξενος της Ελλάδας στην Νέα Υόρκη και ο Πολύγνωτος Βαγής ήταν ήδη ένας αναγνωρίσιμος εκεί καλλιτέχνης—, όλα τα εναπομείναντα έργα του Θάσιου, «τα παιδιά του», όπως συνήθιζε να τα αποκαλεί, κατάφερε να μεταφερθούν στην Ελλάδα, για να έρθουν λίγα χρόνια μετά όλες οι μικρές άφαγες Ρηνούλες εκεί στην αυλή, να τα φαρμακώσουν με τις ραδιουργίες, τις μηχανορραφίες, το καθημερινό κρυφτό, κυρίως με τις μικρές φτυστές μπουκιές, ώσπου στο τέλος αναγκάστηκαν, αυτά τα δύο ξεσπιτωμένα της αυλής αγάλματα, χορτάτα πια και τροφαντά από αβγό μελάτο σε φλυτζάνι, να αναζητήσουν καταφύγιο στο μουσείο εντός.

*

*

«Με τον ίδιο είχαμε συναντηθεί στο γραφείο του Έλληνα Γενικού Προξένου στη Νέα Υόρκη. Ο κ. Βιτσαξής, ποιητής κι αυτός, είχε αγκαλιάσει με στοργή τον καλλιτέχνη και τη δημιουργία του κι έτσι ο Βαγής, ερχόταν συχνά και απροειδοποίητα στο γραφείο, για να βρει τη θαλπωρή της ελληνικής συντροφιάς. Συχνά κρατούσε μια σάκα με φωτογραφίες των “παιδιών” του. Μιλούσε για τις γλυπτικές του δημιουργίες με λατρεία ζωντανών πλασμάτων, θυμόταν τις χρονολογίες της γέννησής τους και την προκοπή τους. Καθόταν δίπλα μου σιωπηλός όταν έγραφα, κάπου κάπου μύριζε ταμπάκο. Το κορμί του, που δουλεύτηκε κι αυτό με τη σμίλη και το χρόνο, είχε κάπως βαρύνει. Όμως έστεκε ακόμη αλύγιστο και περήφανο, παρόλες τις μπόρες και θύελλες που είχαν ξέσπασαν πάνω του στα χρόνια της πάλης για το ρίζωμα στην αμερικανική γη. Σκούρα μα φωτεινά τα μάτια, πλατύ μέτωπο στεφανωμένο από πλούσια λευκή κόμη. Αδρά τα χαρακτηριστικά του προσώπου και μελαμψό το δέρμα, από τον ήλιο και τον αγέρα της υπαίθρου, όπου ζούσε και δούλευε που και που ακόμα. Πρόσεχα πάντα τα χέρια του. Γερά, ροζιασμένα, όλο μυς».

*

*

Ο πατέρας του, Γεώργιος, μαραγκός και ξυλογλύπτης στο επάγγελμα, τον έστειλε στην Αμερική το 1911. Ήταν η εποχή του μεγάλου μεταναστευτικού κύματος που κατέκλυζε τα παράλια του Νέου Κόσμου. Μαθήματα γλυπτικής πήρε μονάχα για δύο εβδομάδες —πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο—, όταν υπηρέτησε στο αμερικανικό Ναυτικό και μετά τον πόλεμο για μικρό διάστημα στο Ινστιτούτο Καλών Τεχνών.

«Στην κουβέντα μας θυμόταν τα παλιά, τα μερόνυχτα σκληρής βιοπάλης, τους αγώνες του να κάμψει τη μισαλλόδοξη αντίδραση των καλλιτεχνικών συμφερόντων στην ατσαλένια πρωτεύουσα το διάστημα του μεσοπολέμου και να διακριθεί σ’ ένα περιβάλλον πολλές φορές εχθρικό. Μιλούσε με καμάρι για την ελληνική καταγωγή του, τη πατρίδα του Θάσο, την ελληνικότητα των έργων του, τη συνέχιση της γλυπτικής παράδοσης των μεγάλων συμπατριωτών του. Μου έλεγε ότι με καμάρι και πείσμα κράτησε ανόθευτο το όνομά του σε μια εποχή που οι μετανάστες κρύβαν την καταγωγή τους».

Σε άρθρο του στο ελληνοαμερικανικό περιοδικό Αργοναύτης το 1958, ο Πολύγνωτος Βαγής γράφει:

«Κατά τη γνώμη μου, οι σημερινοί Έλληνες καλλιτέχνες πρέπει να προσβλέπουν περισσότερο προς τη Μεσόγειο και την Ανατολή, παρά προς τη Δύση για τις εμπνεύσεις τους. Και αντί να δανείζονται την τεχνική και το ύφος από τους αναγνωρισμένους δασκάλους της σημερινής τέχνης, που κιόλας έχουν αναπτύξει τις σχολές τους, βασισμένες σ’ αυτή την πηγή, να πάνε κατευθείαν προς το ίδιο ωκεάνιο ρεύμα, για να εμπνευστούν και να δώσουν μιαν Ελληνικήν αναγέννηση».

Σε πολύ μεγάλη ηλικία παντρεύεται την Σύλβια που καταγόταν από την Αμερική, όμως δεν προλαβαίνουν να χαρούν το γάμο τους και σε ένα δυστύχημα πεθαίνει η Σύλβια χωρίς να αποκτήσουν παιδιά.

«…Πέρυσι μια τέτοια μέρα, επισκεφτήκαμε μ’ ένα κοινό μας φίλο το εργαστήρι του στην ήσυχη κωμόπολη Bethpage του μεγάλου νησιού Long Island. Είχαμε περάσει πρώτα από το σπίτι του στο Queens για να πάρουμε μαζί μας τον καλλιτέχνη. Μας περίμενε στην βαριά, αμπαρωμένη πόρτα με τη χαρά μικρού παιδιού ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.

“Ρήμαξε το σπίτι μου από τότε που πέθανε η γυναίκα μου η Σύλβια», μας είπε. Η γυναίκα του, Εβραία, είχε πεθάνει πριν λίγο καιρό από συμφόρηση στην πρώτη της ωριμότητα. Ο φίλος μας πήρε βαριά τον θάνατό της. Η καλόγνωμη Σύλβια του ’χε σταθεί τρυφερή συντροφιά στη μοναχική ζωή του και ψυχρό στήριγμα στον καλλιτεχνικό του αγώνα. Το βράδυ του θανάτου της, ο καλλιτέχνης τηλεφώνησε στον φίλο μας και με τρεμάμενη φωνή του ανάγγειλε τον χαμό της συντρόφου του. Στο τέλος τον  ρώτησε με πόνο “τι κάνει η γοργόνα μου;”. Έτσι έλεγε το θαλάσσιο πρόσωπο της νεράιδας που του είχε χαρίσει προ καιρού, φοβόταν μήπως έχανε έτσι ξαφνικά κι αυτήν».

Στις 14 Ιανουαρίου του 1959, το κοινοτικό συμβούλιο Θάσου αποφασίζει ομόφωνα να τιμήσει τον γλύπτη που διαπρέπει την εποχή εκείνη στην Αμερική. Εκδίδει ψήφισμα και ονομάζει τη νησίδα απέναντι από την ακτή της Μακριάμμου σε «νησίδα Πολύγνωτου Βαγή».

«Γυρίζοντας από το ταξίδι του στην Ελλάδα, το καλοκαίρι του 1963, ο αλησμόνητος φίλος μου μιλούσε με λατρεία, με πάθος για τον τόπο του, για τους καλόκαρδους συμπατριώτες του, για τις πέτρες της Θάσου που τόσο αργά τις συνάντησε. Σκεφτόταν σύντομα να γυρίσει. Ήθελε μόνο να φροντίσει το έργο του, ήθελε τα παιδιά του να ζήσουν κάτω από τον ελληνικό ήλιο. Γράφει στην διαθήκη του : “Στον λαό και την κυβέρνηση της Ελλάδος για να τα στεγάσουν σε μουσείο ή σε πινακοθήκη, που θα κτιστεί κατά προτίμηση στη Θάσο”».

Δύο χρόνια μετά, στις 15 Μαρτίου του 1965, πεθαίνει στο νοσοκομείο των Απομάχων της Νέας Υόρκης. Η σορός του μεταφέρεται ακτοπλοϊκώς στον Πειραιά και στη συνέχεια σιδηροδρομικώς στην Δράμα, και με εντολή της Κυβέρνησης αποδίδονται τιμές. Το ίδιο γίνεται και στην Καβάλα όπου η σορός του τίθεται σε λαϊκό προσκύνημα στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου, ενώ μία ημέρα αργότερα η γη της Θάσου σκεπάζει τη σορό του μεγάλου γλύπτη.

*

*

Στο μουσείο εκτίθενται 98 έργα γλυπτικής και 15 ζωγραφικοί πίνακες της περιόδου 1920-1960. Τα έργα της πρώτης δημιουργικής περιόδου του Βαγή (1919-1930) είναι εμπνευσμένα από την αρχαία ελληνική μυθολογία και ιστορία. Τα υλικά που χρησιμοποίησε είναι ο γύψος, ο χαλκός και το μάρμαρο. Τα έργα της δεύτερης περιόδου (1932 κ.ε.) χαρακτηρίζονται από αφαιρετικότητα και χυτεύονται σε χαλκό, σε τσιμέντο ή λαξεύονται σε πέτρα, μάρμαρο, ξύλο και γρανίτη. Το 1922 διακρίθηκε για πρώτη φορά με το έργο “ο παππούς μου”.

*

*

Στην Ελλάδα, εκτός από την συλλογή που έχει στην κατοχή του ο Δήμος Καβάλας, υπάρχουν ορισμένα αντιπροσωπευτικά έργα του στην Εθνική Πινακοθήκη που προέρχονται από το ίδιο κληροδότημα και έργα του στην Ποταμιά Θάσου.

«Κύριος σκοπός της επίσκεψής μας στο εργαστήρι και στο σπίτι του, ήταν να μετρήσουμε και να καταγράψουμε τα έργα του, όσα απόμειναν στην κατοχή του. Ίσαμε 65. Τα περισσότερα πρότυπα και μερικά αντίγραφα. Μας είχε προσκαλέσει ο καλλιτέχνης γιατί επιθυμούσε να προσφέρει στην γενέτειρά του την Ελλάδα. Μερικά θα ξεδιάλεγε ο κοινός μας φίλος που εκπροσωπούσε Έλληνα εφοπλιστή, θαυμαστή του Βαγή, ο οποίος τα ήθελε να στολίσει τον κήπο του στο Montreux της Ελβετίας. Νομίζω ο καλλιτέχνης τα έδωσε με τον όρο να επιστραφούν στην Ελλάδα μετά τον θάνατο του φιλότεχνου εφοπλιστή. Τον ίδιο καιρό, —που ο μεγάλος γλύπτης, ένιωθε το νήμα της ζωής στα τελευταία κλώσματα, προσπαθούσε ν’ αφήσει το υπόλοιπο έργο του σε άξια χέρια—, ασκούσαν συστηματική και δελεαστική επιρροή πάνω του, πανίσχυροι οικονομικοί και καλλιτεχνικοί κύκλοι της Νέας Υόρκης, ξεχωριστά Εβραίοι. Όμως ο γερο-Πολύγνωτος, αθεράπευτα Ρωμιός, έκλεισε τ’ αυτιά στις ξένες σειρήνες».

Μορφές ανθρώπων και ζώων, ολόσωμα, προτομές. «Τα πλάσματά του», γράφει η κριτικός Edith Burchardt, «βρίσκονται στην εξοχή, αναπαύονται στο σφαιρικό περίβλημα της ύλης τους». Η θυγατέρα του Αμαζόνα λαξευμένη σε σκληρή πέτρα. Πιο κάτω, το μπρούτζινο άγαλμα που η κινητική του χάρη ξαναζωντάνευε τον δισκοβόλο του Μύρωνα, ο δικός του αθλητής. Πλάι το κεφάλι του λιονταριού. Λίγο παράμερα ο λαβωμένος ετοιμοθάνατος πολεμιστής, εκείνος της παιδικής αυλής, σιωπηλός μα εύγλωττος, παραμελημένος τότε απ’ τις φτυστές μπουκιές, μα αγέραστος. Και μπροστά αυτός, στα σκορπισμένα έργα της ζωής του, στα κοιμισμένα του παιδιά, με το ’να πόδι στην αφάνεια ενός σκοτεινού υπογείου της Αμερικής και τ’ άλλο στο αχτιδοβόλο φως του νησιού. Κάποτε υπήρξα ιερόσυλη.


ΠΗΓΕΣ
Χριστογιάννης, Γιώργος Ι., «Πολύγνωτος Βαγής, ο Θάσιος», Θρακικά Χρονικά 6, 23-24 (καλοκαίρι-φθινόπωρο 1966), σσ. 165-170.
Πολύγνωτος Βαγής – Ο απόδημος δημιουργός, Θάσος, Υπουργείο Εξωτερικών, 1981.
*

*
*