Ἡ παρουσία τοῦ Ζάκ Ντερριντά καί ἡ ἀπουσία τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη

*

τοῦ ΤΕΤΟΥ ΣΟΥΡΔΟΥ

~.~ 

Εἰσαγωγή

Ντερριντά καί Κονδύλης. Καί οἱ δύο ὑποβάλλουν σέ αὐστηρό ἔλεγχο τό κοσμοθεωρητικό σχέδιο, μοναδικό στό εἶδος του, πού τεχνούργησε ὁ ἄνθρωπος καί χάρις στό ὁποῖο διαρρύθμισε τήν ἀχανῆ ποικιλία τῶν ἀνθρώπινων ἐκδηλώσεων ὑπάγοντάς τες καθησυχαστικά σέ λίγες παραδεγμένες ἀρχές. Ὁ ἕνας, ὡς οἰονεί μεταφυσικός, ὀπισθοχωρεῖ μέχρι τή διαφωρά, ὁ ἄλλος, ἀφανής καί σκιώδης, διακοσμητικό (;) πρόσωπο σέ ὅλες τίς κεφαλαιώδεις σκηνοθετημένες σημασίες, σχεδόν ἀνώνυμος, εἰσόρμησε στόν διευθετημένο μας κόσμο διασπείροντας ἀνηλεῶς τίς κακές εἰδήσεις του. Πιάνουν τά δυό ἄκρα. Τό εὕρημα τοῦ ἑνός εἶναι γιά τόν ἄλλον ὁριστικός ἀποχαιρετισμός. Ὡστόσο καί οἱ δύο, ὁ ἕνας πρός στιγμήν καί ὁ ἄλλος μόνιμα, συμφώνησαν χωρίς νά φιλιώσουν σέ κάτι: τοῦτος ὁ κόσμος πού ζοῦμε, δέν φυλάσσεται… «Τίποτα δέν συνέβη πρίν ἀπό τό δευτερεῦον». Ἡ ἐν λόγῳ ντερρινταϊκή βραχυλογία θίγει τό οὐσιῶδες μέρος τῆς ὑποθέσεως. Δέν προηγήθηκε καμιά πληρότητα παρουσίας πρίν ἀπό τήν ἔλλειψη. Τό παρόν δέν εἶναι ποτέ πλήρως παρόν, γι’ αὐτό καί εἶναι πάντοτε ἀναγκαία ἡ ἐπανιδιοποίηση ἐκείνου πού ἡ παρουσία στέρησε. Καμιά παρουσία, ἀληθῶς καί πρωτοτύπως, δέν προηγήθηκε∙ καμιά ἐξοχότητα δέν προπορεύτηκε∙ «πάντα ὅμως τήν ὀνειρεύτηκαν καί πάντα τήν ἀναδιπλασίασαν», τήν παρήγαγαν ἐξαλείφοντας τή διαφορά. Ἄν τωόντι κάτι συνέβη πρίν τό δευτερεῦον, τότε θά μποροῦσε κανείς –λ.χ. ὁ Σάφτσμπουρυ ἤ o Χάτσεσον– νά ὑποστηρίξει τήν ἔφεση τῆς ψυχῆς πρός τήν καλοσύνη. Νά δεῖ τόν κόσμο μέ ἄλλα μάτια. Καί ἀντίστροφα: νά θεμελιώσει ἀδιεκδίκητα καί ὁμόφωνα τήν ἠθική ἀξιολόγηση στήν προσαγωγή τοῦ ζῶντος κόσμου σέ αὐτό πού ὄντως τοῦ συνέβη. Στόν Θεό, στή Φύση, στήν Τάξη, στήν Ἰδέα, στό Λόγο ἤ στήν Ἱστορία.

Οἱ πληρεξούσιοι τοῦ πρωτεύοντος κόσμου στομφάζουν ἀδιάκοπα, ἐπειδή πρέπει νά ἀσφαλίσουν τίς κινήσεις τοῦ δευτερεύοντος κόσμου. Νά κλειδώσουν τό ἀπρονόητο σέ οὐρανοκατέβατες πολιτεῖες. Ἄς πάρουμε στήν τύχη τήν «Τάξη»: Ἡ πίστη στήν ἔφεση τοῦ ἀνθρώπου πρός τό καλό προϋποθέτει τήν ὕπαρξη μιᾶς προνοιακῆς τάξης. Ἕνα καλοῆθες σκοπούμενο διοργανώνει λάθρα τόν κόσμο κατασταίνοντας τόν ἄνθρωπο ὑπηρέτη του. Ὁ Ντερριντά, ἀπολύοντας ἕνα δευτερεῦον χωρίς πρωτεῦον, θραύει the great chain of Being. Δέν συνάπτει τή σωτηρία μέ κανένα ἀξίωμα ἤ ὑπούργημα. Ὡστόσο, ὡς γνήσιος μεταφυσικός, ἐλαύνεται ἀπό θεμελιωτικές ἐπί τῆς πορείας τοῦ κόσμου φιλοδοξίες: τό δευτερεῦον, λυτό, χωρίς πρωτότυπο, ἐρημικό θνητό στόν κόσμο, δέν θά τό ἀφήσει ἐν τέλει ἔρμο καί ἀπόξενο – ἂν καί αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἀκριβῶς εἶναι. Ἐν ἀντιθέσει μέ τόν Κονδύλη θά διαφύγει τή σύλληψη, καθώς θά τοῦ ἐπιφυλάξει θερμή ἐντός τῆς φιλοσοφίας ὑποδοχή καί θά τό κατευοδώσει μέ ἕνα σωρό σπάνιας καλοσύνης λέξεις, σχεδιασμένες στό φιλοσοφικό ἐργαστήριο, παντελῶς ἀδέσμευτες ἀπό τό βάρος τῶν κοινωνικῶν φαινομένων καί χωρίς καμιά ἐμπειρική ἰσχύ. Καταλήγει νά γίνει ἕνας σωτηριώδης καί ὠφέλιμος φιλόσοφος.

Θεωρητικά, Κονδύλης καί Ντερριντά θά μποροῦσαν νά εἶχαν συναντηθεῖ γιά μιά στιγμή, ἄν ἀποκόπταμε ἀπό τό ἔργο τοῦ Ντερριντά τά γεροντικά μεσσιανικά κείμενα (ποιός θά ἔκανε, ὅμως, κάτι τέτοιο;) καθώς καί αὐτές τίς προστάτιδες ἀπό τό κονδυλικό κακό «ἀρχι-έννοιες» (ἀρχι-ίχνος, ἀρχι-βία κτλ.), ἄν, δηλαδή, τόν στενεύαμε στό μισό κείμενο τοῦ 1967 – annus mirabilis μιᾶς ὁρισμένης, μεγαλώνυμης, γαλλικῆς διανόησης, ἡ ἐναντιωματική πρόθεση τῆς ὁποίας ἄσκησε σέ ὅσους ἐνασμενίζονταν σέ νεαρή ἡλικία τόν ἀρνητισμό ἀπαράμιλλη γοητεία. Μιά τέτοια θεωρητική στιγμή παρώθησε ἐν μέρει τίς σελίδες πού ἀκολουθοῦν.

Τό κείμενο γράφτηκε τὸν χειμῶνα του 2007-08 μονομιᾶς μέσα στό ἐργοστάσιο. Στούς κενούς χρόνους, κρυφά. Σκοπός εἶναι νά παχύνει τό μάτι βλέποντας μιά λευκή ἐπιφάνεια νά γιομίζει μέ στοιβαγμένες φράσεις. Στούς ἄγραφους τόπους τῶν ἐπαγγελματικῶν ἀναφορῶν στρώνω φράσεις· σάν νά ὑποβάλλω τήν ὑποψηφιότητά μου γιά ἀλλοῦ.

Ἡ πίεση πού ἀσκεῖται ἀπό τήν ἀλλοδαπή νά ἐμφανίσουμε ποσοστό κέρδους 8% (operating profit) εἶναι ἀνυπόφορη καί ἀπειλητική. Εἶναι Ἰούνιος καί τό cumulative operating profit εἶναι 5,4%. Ἡ ἀπόσταση πού πρέπει νά διανυθεῖ εἶναι τεράστια. Ἡ τρίμηνη ἀπεργία τοῦ σωματείου στήν ἀρχή τοῦ ἔτους ἐπιδείνωσε ὅλους τούς δεῖκτες. Ἡ νέα διοίκηση δέν ὑποχώρησε σέ πολλά. Τρεῖς μῆνες οἱ ἀπεργοί ἀπλήρωτοι. Ἕνα μέρος ἀπό τήν προηγούμενη Δ/νση τοῦ ἐργοστασίου ἀπολύθηκε καί ἡ ὑπόλοιπη παραιτήθηκε. Ἐκδιώχθηκε ἐπίσης τό μισό τμῆμα πωλήσεων. Προσλάβαμε καινούργιο τεχνικό διευθυντή. Μορφωμένο, πεπειραμένο, μέ αὐξημένες ἁρμοδιότητες κτλ. Τόν γνώρισα, εὐγενικός ἄνθρωπος, πενηντάρης, μέ τό ἄσπρο του πουκάμισο, νά δουλεύει καί νά σχεδιάζει τήν πρόσληψη νέων συνεργατῶν.

Δυστυχῶς, τό αὐτοκινητικό δυστύχημα πού τοῦ συνέβη τήν πρώτη ἑβδομάδα ἀπό τό καινούργιο ξεκίνημα τῆς ζωῆς του, τόν κατέστησε ἅπαξ διά παντός ἀνάπηρο· καθ’ ὅλη τήν ἡμέρα ἀκούνητο. Οἱ μηχανές τώρα δουλεύουν στό φούλ. Τά σταθερά ἔξοδα πρέπει νά μερισθοῦν σέ ὅσο τό δυνατόν μεγαλύτερο ὄγκο παραγωγῆς ὥστε νά μειωθεῖ τό κόστος ἀνά μονάδα προϊόντος. Αὐξάνουμε καί τίς τιμές πώλησης. Τά γραφεῖα της Δ/νσης παραγωγῆς, ὅπου βρίσκομαι τώρα, εἶναι ὑπερυψωμένα. Χάρη στό παλιομοδίτικο layout τοῦ ἐργοστασίου μπορῶ καί περιβλέπω καί τίς τρεῖς σέ λειτουργία μηχανές. Ἡ κάθε μιά, ἴσαμε μιά ἐξαώροφη πολυκατοικία ξαπλωμένη. Πάνω της, ἀλλά καί μέσα της, δουλεύουν οἱ ἐργάτες. Τό κόστος τῶν συγκεκριμένων ἐργατῶν καταχωρίζεται ὡς direct labor. Ἀντιπροσωπεύει, γιά τή συγκεκριμένη ἐντάσεως κεφαλαίου ἐγκατάσταση, τό 7% τοῦ συνολικοῦ βιομηχανικοῦ κόστους παραγωγῆς. Ἡ τέταρτη μηχανή, σβηστή καί ξεκοιλιασμένη. Ἀνατινάχθηκε πρίν λίγα χρόνια τό τύμπανο (στήν πραγματικότητα ἀπογειώθηκε κανονικά, σάν πύραυλος, ἀνοίγοντας τρῦπα στήν ὀροφή) παίρνοντας μαζί του ἕναν ἤ δύο ἐργάτες. Τά γραφεῖα τρέμουν ἀπό τή λειτουργία τῶν μηχανῶν. Ἕνας μόνιμος σεισμός, πού τόν συνηθίζει κανείς. Ἥλιος δέν μπαίνει. Μέσα στό ἐργοστάσιο ἐνίοτε ψιχαλίζει, καθώς μέρος τῆς κατεργαζόμενης πρώτης ὕλης μεταβάλλεται σέ ὑγρασία πού ἀνεβαίνει ψηλά καί γίνεται στάλες. Οἱ σειρῆνες ἠχοῦν. Ἕνας παλμικός σουβλερός ἦχος ἠχεῖ παντοῦ. Σημαίνει κάποια βλάβη στίς μηχανές. Τρεῖς βάρδιες τήν ἡμέρα, ἑπτά ἡμέρες τήν ἑβδομάδα, 335 ἡμέρες τό χρόνο.

Παρευρέθηκα μέ τό μέρος τῆς διοίκησης, ἄν κρίνω ἀπό τή θέση στήν ἀδελφότητα τῶν προσοντούχων στήν ὁποία παρακάθισα, στή συνάντηση τοῦ σωματείου μέ τή Δ/νση γιά τά ἀκόλουθα ζητήματα: αὔξηση στούς μισθούς, χρονοεπίδομα, προσαύξηση νυχτερινῆς βάρδιας, κουπόνια Πάσχα καί Χριστουγέννων, πρίμ παραγωγικότητας, μέτρα ὑγιεινῆς καί ἀσφάλειας, βελτίωση ἀσφαλιστηρίου προγράμματος ὑγείας, ἐπάνδρωση ἰατρείων κτλ. Τά ἐπιχειρήματά τους ἀκλόνητα, μονομερῆ, ριζωμένα στίς ζωές τους καί στούς μισθούς τους. Ἡ διοίκηση, ἀντίθετα, ἔχει καί σκέψεις (ἰσχυρές, εἶναι ἀλήθεια), ἀδιαίρετους δηλαδή λογισμούς γιά τό ὅλον τοῦ συγκροτήματος· φροντίδα γιά τήν πορεία καί τήν ἐπιβίωση· γιά τό μέλλον καί γιά τά κέρδη.

Σέ ὁρισμένους τά ἔφερε ἡ μοῖρα, ἡ δειλία καί ἡ ἀδυναμία, ἡ γεροσύνη καί ἡ ἀντοχή, δέν ξέρω, νά γίνουν ἐργάτες καί ἐργαζόμενοι μέσα ἐδῶ. Καί τό ἐργοστάσιο εἶναι πάντα ἐντός του· δέν ἔχει ἔξω. Τόν καθαρισμό τοῦ ἐργοστασίου τόν δώσαμε outsourcing, πού λένε. Οἱ γυναῖκες πού ἔρχονται νά σφουγγαρίσουν, νά ξεσκονίσουν, νά σκουπίσουν καί νά ξεσκατώσουν ἀμοίβονται μέ 350 εὐρώ τό μῆνα. Ἡ σύμβασή τους εἶναι γιά τρίωρη ἐργασία πού γίνεται εὔκολα πεντάωρη. Σέ αὐτά τά 350 εὐρώ ὁ ἐργοδότης, ὅπως μοῦ ἐξήγησε ἡ κυρία Σούλα πού τή ρώτησα, περιλαμβάνει καί ὅλα τά ἐπιδόματα (Πάσχα, Χριστούγεννα). Ἡ κυρία Σούλα, ὅμως, ἔφυγε ἀπό τή «MgkFrsh», ὅπως λέγεται ἀγγλιστί, διότι τά χρήματα δέν καταβάλλονται κάθε πρώτη τοῦ μηνός, ἀλλά εἶναι ἀναγκασμένη νά δίνει συνέχεια στόν κόπο της πηγαίνοντας νά τά γυρέψει ἀπό τούς ἐργοδότες. Αὐτό τήν κούρασε. Ὅσο γιά τά ἔνσημα, αὐτά θά τά κερδίσει, «ὡς συνήθως συμβαίνει» μοῦ εἶπε, ὕστερα ἀπό ἐξώδικα καί ἀπειλές μετά τήν ἀποχώρηση. Στή θέση τῆς κυρίας Σούλας ἐμφανίστηκε μιά ἄσχημη δυστυχής γριά, μπίτι ἄπαχη, μέ μαύρη μοντέρνα ριγωτή φόρμα γυμναστικῆς, γύρω στά 65 καί κυρτωμένη σάν μαϊμοῦ. Ἕνας ἐργάτης τήν ἔβρισε χυδαῖα. Ἄφησε ἄπλυτο, αὐτός εἶναι ὁ λόγος, τόν ἀπόπατο. Ἦρθε στό γραφεῖο μου κλαίγοντας. Κανείς ἄλλος δέν τῆς παραστάθηκε. Τό σωματεῖο μας, κομουνιστικῶν φρονημάτων, ὑπερασπίστηκε τόν ἀνενέργητο ἐργάτη του. Τήν ἑπομένη ἔπεσε νεκρός, καταπλακώθηκε, νεαρός Ρῶσος ἐργάτης σέ παρακείμενη βιοτεχνία. Οἱ ἀναρχικοί ἦρθαν, μέ καθυστέρηση πολλῶν ἡμερῶν εἶναι ἀλήθεια, γιά νά γράψουν τά συνθήματά τους στούς τοίχους.

Τά γράφω αὐτά χωρίς νά ἀποβλέπω σέ ὁρισμένο σκοπό, μήπως λ.χ. καί ξεχάσω νά στοιχίσω πίσω ἀπό τίς τεχνικές ὀνοματοθεσίες «τό συγκεκριμένο ἀνθρώπινο πρόσωπο καί ἁπτό ἀνθρώπινο βάσανο» (Μαρκίδης). Ἁπλῶς εἶναι κοντά δεκαπέντε χρόνια πού βρίσκομαι μέσα στά ἐργοστάσια. Κάθε κουτάκι, ἄν φέρουμε μέ τό νοῦ μας ἕνα organization chart, σχετίζεται μέ ἄλλα κουτάκια, κι ὅλα μαζί συνανήκουν σ’ ἕνα πιό εὐρύχωρο κουτάκι, τό ὁποῖο μέ τή σειρά του σχετίζεται μέ ἄλλα παράλληλα κουτάκια κτλ. Πολλά στελέχη ἐπιχειρήσεων πού ταξιδεύουν ἀνά τόν κόσμο εἶναι ἱπτάμενοι προϊστάμενοι κουτιῶν πού πᾶνε νά συναντήσουν ἄλλα κουτάκια. Τό ἐργοστάσιο, ἀλήθεια, εἶναι ὁλόκληρη ἱστορία· ὑπῆρξε ἀπό τά μεγάλα σχολεῖα τοῦ σύγχρονου κόσμου. Περνᾶς τό πρωί, σκοτάδι ἀκόμα, τήν πύλη καί μπαίνεις μέσα. Σκοτάδι ἀκόμα καί θά σ’ ἄρεσε νά βγαίνεις. Σ’ ὅλους ἀρέσει νά βγαίνουν ἀπό τό ἐργοστάσιο, νά κορνάρουν στούς φύλακες πού ξεχνιοῦνται καί δέν ὑψώνουν ἀμέσως τήν μπάρα. Νά πατᾶς γκάζι καί νά ἀφήνεις πίσω σου τή βαριά καί ὁριστική ἐγκατάσταση. Τά ἐργοστάσια εἶναι γιά νά τά βλέπεις ἀπό μακριά, νά τά προσπερνᾶς, νά βγαίνεις ἀπό μέσα τους καί νά φεύγεις. Τά ἐργοστάσια εἶναι γιά νά καίγονται κι ἐσύ νά βγαίνεις ἀπό μέσα τους. Τούς βλέπεις νά βγαίνουν χαρούμενοι, βιαστικοί, καψαλισμένοι καί καπνισμένοι ἕνας-ἕνας ἔξω. Οἱ ἀποτυχημένοι μετανάστες ἀπό τή Γερμανία, οἱ ἐπίλεκτοι καί τό κακό συναπάντημα, οἱ προηγμένοι εἰς πολιτισμόν γόνοι καλῶν οἰκογενειῶν. Ἡ παλιά σκηπτουχία καί τά νέα πρόσωπα. Τά ὄμορφα κορίτσια καί οἱ ἄθλιες ξεδοντιάρες γριές μέ τά κολάν. Οἱ ἀνήμεροι περαστικοί ροκάδες. Οἱ ἠλίθιοι, οἱ ἔξυπνοι καί οἱ καθυστερημένοι μέ τά μεγάλα αὐτιά. Οἱ σκληροκόκαλοι καί τά καλομαθημένα παιδιά μικροαστῶν. Οἱ ἐργάτες, συμβασιοῦχοι ἤ μή, σακατεμένοι ἤ ξεκούραστοι. Διοικητές, ὑπηρέτες, ἰθύνοντες νόες, κόμηδες καί ὑποκόμηδες. Ρουφιάνοι καί ἐξωμότες, ζημιάρηδες καί ζηλιάρηδες, πρωτύτεροι καί ὑστερότεροι. Γυρεψούληδες, διακονιάρηδες, δυνάστες καί καταπιεστές. Ἐργάτες καί ἐργοδηγοί, ἐργοδηγοί καί τμηματάρχες, τμηματάρχες καί διευθυντές, διευθυντές καί προκαθήμενοι τῆς ἀλλοδαπῆς. Ὅλοι φεύγουν γιά τίς καλοκαιρινές διακοπές. Κάποιες μηχανές νά δουλεύουν ἀκόμα. Ἔρχονται οἱ φορτηγατζῆδες μέ τά μισοκατεβασμένα μπλουτζίν νά πάρουν τήν τελευταία παρτίδα.

Ἀπό τό ἐργοστάσιο βγαίνεις ὅπως ἀπό τό Σύστημα τοῦ Χέγκελ: βάζοντας φωτιά. Ἄν θέλει νά δεῖ κανείς τόν παλαιό ξεχασμένο κόσμο τῆς ἐργασίας ἄς μπεῖ, δέν χρειάζεται νά κουβαλάει μαζί του τόν δεύτερο τόμο τοῦ Κεφαλαίου, σέ ἀπαυτές τίς χημικές καί ἄλλες μικροφάμπρικες, τούς φασονιέρηδες τῶν μεγάλων βιομηχανιῶν. Ποῦ εἶναι κρυμμένες αὐτές; Στόν Ταῦρο, στόν Ἀσπρόπυργο. Πῶς γίνεται μιά ἐπιμετάλλωση; Ἡ Siemens μέ ἔστελνε, πᾶνε δέκα χρόνια, νά ἀπογράψω τά ἐπινικελωμένα προϊόντα της. Ὁ χῶρος, εἰς τό ἔπακρον ὁρατός καί αἰσθητός, εἶναι ἄφραστος καί ἐντελῶς ἀνόμοιος πρός τήν εὐδόκιμη σταδιοδρομία τῶν τραπεζικῶν ἤ ἄλλου εἴδους στελεχῶν: σέ αὐτούς ἡ ὁμιλία ρέει στίλβουσα. Μέ τό πρῶτο μπάσιμο στό χῶρο, μέ τό πού σκᾶς μύτη στό βρεγμένο καί ἀλλοιωμένο ἀπό τά χημικά χῶρο, καί βλέποντας τίς σιλουέτες τῶν ἡμίγυμνων χειρομάχων γύρω, δοκιμάζεις ὀδυνηρή ἔκπληξη, ἄν δέν ἀπολιθώνεσαι γιά ἕνα διάστημα. Φτάνει ἡ ἁπλῆ εἴσοδος γιά νά χαμπαρίσεις ἀμέσως τήν ὑπεροχή σου στήν ἔξοδο. Μπορεῖς, μετά ἀπό λίγο, νά καθίσεις ἔξω, σέ μιά καρεκλίτσα πού θά σοῦ προσφέρουν, καί μέ ἀληθινό πόνο ψυχῆς νά ἀπολαύσεις τή σκατένια φύση τριγύρω μέ ἕνα φραπέ στό χέρι περιμένοντας τή λίστα μέ τά προϊόντα. Θυμᾶμαι πώς ἐκεῖ καθόμουν καί περίμενα. Δέν διενέργησα, βεβαίως, κανέναν ἔλεγχο, ὡς ὄφειλα.

Ἀπό τυπικῆς ἀπόψεως, ἡ διακριτική παρουσία μου στήν ἐπιχείρηση δέν συναριθμεῖται μέ τήν πολυπληθέστερη τάξη τῶν ἐξουσιαζόμενων. Οὔτε ὅμως μέ τόν ἡγέτη ἤ τούς ἡγέτες, αὐτούς πού ἀσκοῦν ρητά τή διατακτική ἐξουσία καί τούς ὁποίους ὁ Βέμπερ ὀνομάζει «κυρίους». Μᾶλλον, ἡ θέση μας, ἐμένα καί τῶν ὁμοίων μου, προσομοιάζει σέ ἐκεῖνο πού ὁ Βέμπερ ὀνομάζει εὔστοχα «μηχανισμό» (Apparat) καί ὁ ὁποῖος τίθεται στή διάθεση τοῦ κυρίου.[1] Ἀποτελοῦμε, κοντολογίς, τούς ὑπαλλήλους μιᾶς γραφειοκρατικῆς γνώσης πού τίθεται στήν ὑπηρεσία τῆς συγκεκριμένης κάθε φορά ἐξουσίας. Μιᾶς γνώσης πού διατίθεται, χορηγεῖται, ὡς μιά πολύτιμη εἰδημοσύνη τρέποντας τούς φορεῖς της σέ βαθέως γνῶστες τῶν πραγμάτων (γιά τούς ἄλλους). Ἡ ἐξουσία καί ἡ γνώση (της) προσλαμβάνουν τό χαρακτηριστικό ἀπόρρητης κατατόπισης. Σύνολη ἡ γραφειοκρατία πρόσκτησης τεχνικῶν γνώσεων συντελεῖται μέ ἐκφραστική δύναμη ἐν στενῷ κύκλῳ, προσποιούμενη φυσικῶς πρός τά ἔξω τήν ἐμπιστευτική ὀρθοβουλία. Αὐτό ἀκριβῶς ἐκμεταλλεύομαι γιά νά γράψω ἐν ὥρᾳ δουλειᾶς. Ἄν ὁ μηχανισμός δέν ἦταν σέ κάποιο βαθμό ἀπόρρητος, δέν θά μποροῦσα νά παραβαίνω τίς ἀρχές του. Ὅσοι θά μέ δοῦν αὐτή τή στιγμή στό γραφεῖο μου νά πληκτρολογῶ, θά πιστεύουν πώς λειτουργῶ τό μηχανισμό!

Δίπλα μου εἶναι ὁ Διευθυντής Παραγωγῆς, ἤτοι ὁ Χέγκελ. Ἐργάζεται, ὅπως πάντα, στό ὑπερυψωμένο δωμάτιο, στό περίφημο φρασίδιο «γιά μᾶς». Εἶναι καί τό μόνο γραφεῖο πού κοσμεῖται ἀπό μιά πλούσια καί ἐνημερωμένη βιβλιοθήκη. Ὄχι παίζουμε! Ἡ κοσμοβριθής Διεύθυνση Παραγωγῆς εἶναι βρώμικη καί ρυπαρή, κατάφορτη μέ πράγματα καί σχέδια, ἐνίοτε ψυχοβλαβής. Συχνά πυκνά ξεσποῦν βίαια μεταξύ των ἐναντιολόγων ἐπεισόδια. Οἱ πάντες διάκεινται ἐχθρικῶς. Ἡ συνδιαλλαγή καί ἡ εἰρήνευση εἶναι συμβολαιογραφικές, κι ὄχι βέβαια φυσικές, πράξεις! Ὁ Χέγκελ, γενικά, πνίγεται στή δουλειά. Ἡ ἀρνητικότητα, στήν ὑπηρεσία τῶν δυό προϊστορικῶν τεράτων, τοῦ κόπου καί τοῦ μόχθου, ὡς τάνυσμα τῶν δυνάμεων καί ἀνάλωση τῶν προσπαθειῶν, πειθαναγκάζει τόν κόσμο νά παραγάγει τό προϊόν τῆς ἐργασίας του. Ὁ Χέγκελ ἐργοδοτεί τόν κόσμο. Τόν στρώνει στή δουλειά. Περιφρουρεῖ τόν φρόνιμο χρόνο τῆς νομιμότητας· ἐμπιστεύεται τόν ἐξελικτικό χρόνο τῆς ἀσφαλοῦς προαναγγελίας τοῦ μέλλοντος, ὅπου τίποτα πού νά μήν τό ἔχουμε σκεφτεῖ δέν συμβαίνει· προασπίζεται τόν χρόνο τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία θέλει ἀπό τώρα νά ἀθροίσει στό παρόν καί τό μέλλον (της). Πιστός συνοδός τῆς πομπῆς τοῦ ἀντικειμενικοῦ χρόνου. Τό σύστημα τοῦ Χέγκελ μοῦ θυμίζει ἐργοστάσιο ἤ βιομηχανία πού παράγει ὡς τελικό προϊόν Θεό.[2] Ὁ ἴδιος ὁ Χέγκελ, ὡς διευθυντής παραγωγῆς, ξέρει μέ κάθε λεπτομέρεια ὅλες τίς φάσεις παραγωγῆς καί τίς ἐκθέτει μέ θαυμαστή σκοτείνεια. Οἱ διαλεκτικές τριάδες, ὅπως κινοῦνται ἡ μία μέσα στήν ἄλλη παράγοντας νέα προϊόντα ἀπό ἄλλα ἐνδιάμεσα, θυμίζουν αὐτό πού ὀνομάζουμε στή βιομηχανία BOM (Bill of Materials) ἤ Κατασκευαστικό Δένδρο ἤ Συνταγή Προϊόντος ἤ Τεχνικές Προδιαγραφές. Τίς Τεχνικές Προδιαγραφές τῶν προϊόντων, ἀνάλογα μέ τήν ὀργανωτική δομή τοῦ ἐργοστάσιου, μπορεῖ νά τίς φτιάχνει τό R&D ἤ ἡ Τεχνική Δ/νση ἤ καί ἡ Δ/νση Παραγωγῆς. Καί ἀνάλογα μέ τήν πολυπλοκότητα τοῦ προϊόντος, ξεκινοῦν ἀπό μισή σελίδα καί μπορεῖ νά φτάσουν τίς εἴκοσι σελίδες γιά ἕνα μόνο προϊόν. Στό ἐργοστάσιο τῆς Siemens τά BOMs ἔφθαναν καί τίς εἴκοσι σελίδες γιά ἕνα παραγόμενο προϊόν. Διακριτικά σημάδια χωρίζουν τά προϊόντα σέ εἰσαγόμενα (ἀγοραζόμενα) καί παραγόμενα. Ἔτσι, γιά νά παράγω τό ἕτοιμο προϊόν Α χρειάζομαι (σέ περιεκτικότητες πού προσδιορίζονται μέχρι κεραίας) τό Α1 πού εἶναι ἀγοραζόμενο, τό Α2 πού εἶναι παραγόμενο καί πάει λέγοντας. Τό Α2 μέ τή σειρά του, ὡς ἡμιέτοιμο προϊόν, παράγεται κι αὐτό ἀπό τό Β1, τό Β2 καί οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ἔτσι σχηματίζεται ἕνα τεράστιο δένδρο τῶν εἴκοσι σελίδων. Ἐκτός ἀπό τήν περιεκτικότητα σέ ὑλικά πού σημειώνεται σέ κάθε φάση παραγωγῆς (δηλαδή γιά νά παράγω τό Β1 χρειάζομαι λ.χ. 5 τεμάχια ἀπό τό Γ3) καί ἡ ὁποία θά μοῦ προσδιορίσει ἀργότερα τό κόστος ἀνάλωσης ὑλικῶν, γιά κάθε φάση παραγωγῆς σημειώνονται, ἐπίσης, καί οἱ χρόνοι παραγωγῆς στά λεγόμενα φασεολόγια (routings) –σέ ἐργατοῶρες ἤ μηχανοχρόνους– ἀπαραίτητοι γιά τό μερισμό τῶν ἐξόδων παραγωγῆς στά προϊόντα.

Καταλαβαίνει κανείς τή σημασία ὅλων αὐτῶν στήν κοστολόγηση, στό Budget, στό MRP κτλ. Ὅπως ἐπίσης, ἀντιλαμβάνεται κανείς πώς στό καινούργιο προϊόν (ἄρνηση τοῦ προηγούμενου) ἔχει ἐνσωματωθεῖ (διατηρηθεῖ) τό ἀνηρεμένο. Ἦταν, δυστυχῶς, ἐντὸς τῶν ἁρμοδιοτήτων μου ἡ κατάρτιση καί ἡ εἰσαγωγή τῶν BOMs στό λειτουργικό σύστημα (SAP) τῆς ἑταιρείας. Παράλληλα, ὅμως, εἶχα φτιάξει καί τό BOM της Φαινομενολογίας μέχρι τό κεφάλαιο γιά τό νόμο τῆς καρδιᾶς! Μιά ἰδέα ἑνός πρωτόγονου BOM μπορεῖ κανείς νά πάρει βλέποντας τό σχεδιάγραμμα πού ἔχει φτιάξει ὁ Τζαβάρας (καί δέν εἶναι ὁ μόνος) γιά τή Λογική τοῦ Χέγκελ. Εἶναι σίγουρο, ἄν συμφιλιώναμε τόν Spengler μέ τόν Χέγκελ, πώς θά μποροῦσε κανείς νά σημειώσει καί τούς χρόνους! Τίς ἀπαραίτητες ἐργατοῶρες: πόσο διήρκεσε ἡ ὁλοκλήρωση τῆς κάθε τριάδας μέσῳ τῆς ἱστορικῆς της περιοδολόγησης! Τί σοῦ εἶναι ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων! Ξεδιάντροπα οὐσιαστική καί γόνιμη. Ἐπίσης, ὅπως στόν Χέγκελ ἔχουμε συχνά reworks, λ.χ. τό ὑλικό τῆς αἰσθητήριας ἀντίληψης θά δουλευτεῖ ξανά ἀπό τό Λόγο κτλ., ἔτσι καί στό ἐργοστάσιο ἡ παραγωγή δέν εἶναι ἁπλῆ γραμμική. Αὐτό ἐκφράζεται καί στό BOM.

Θυμᾶμαι τήν κούραση τῆς πρώτης ἀνυποψίαστης ἀνάγνωσης τῆς Φαινομενολογίας: αὐτό πού κάθε στιγμή διαβάζεις, μόνο στήν ἑπόμενη σελίδα θά διευκρινισθεῖ. Δέν ἤξερα νά σταματῶ τήν παραγωγή καί νά ἀναπνέω ἐλεύθερα μέσα στίς βλάβες (διακοπές) τοῦ Συστήματος. Μόνο ἔτσι διαβάζεται ἡ Φαινομενολογία. Ἐγκύπτει κανείς στά κεφάλαιά της ὅπως τό Ἀπόλυτο «διακρίνει τίς βαθμίδες του καί ἐνδιατρίβει σέ κάθε μία ἀπό αὐτές». Ἡ Φαινομενολογία, ὅπως τή διαβάζει κανείς ἀπό τήν ἀρχή πρός τό τέλος, εἶναι ἕνα ἀτελεύτητο ἀνάποδο BOM. Ἄν τή διαβάσει κανείς ἀπό τό τέλος πρός τήν ἀρχή εἶναι τό κανονικό BOM, ὅπως ἐκδίδεται ἀπό τά τμήματα τεχνικοῦ προγραμματισμοῦ τῶν ἐργοστασίων καί παραδίδεται στά τμήματα παραγωγῆς. Ἔχουμε πάντως μιά τεράστια συγκέντρωση πρώτων ὑλῶν γιά ἕνα τελικό προϊόν (Ἀπόλυτο, Θεός) τοῦ ὁποίου ἡ χρήση δέν εἶναι καί τόσο χειροπιαστή. Πρᾶγμα ἀπαράδεκτο γιά βιομηχανία. Πάντως, ἡ γερμανικῆς τεχνολογίας μηχανή παραγωγῆς ἀποτελεῖ ἐγγύηση. Εἶναι μάρκα Aufhebung.[3] Ὅλους τούς διευθυντές παραγωγῆς, ἄν καί φροντίζουν νά καθαρογράφουν τή σκέψη τους, τούς θεωρῶ κατά βάθος ἑγελιανούς. Στό ἐργοστάσιο δέν μπορεῖς νά μπεῖς. Κι ἄν μπεῖς, δέν μπορεῖς νά βγεῖς. Καί δέν βγαίνεις, παρά μόνο ὅταν εἶναι πιά ἀργά. Μιλάω καί γιά τό ἐργοστάσιο τοῦ κόσμου. Ὁ Χέγκελ εἶναι ὁ διευθυντής του. Ὁ πρῶτος οὐσιαστικά. Ὁ Χέγκελ κυρίως ἐργάζεται. Προπάντων ἐπεξεργάζεται. Τόν κόσμο. Τίποτα δέν εἶναι πιό ἐνοχλητικό στή διαδικασία παραγωγῆς τοῦ προϊόντος καί τοῦ κόσμου ἀπό τήν ἀναπάντεχη διακοπή της. Ὁ διευθυντής ἐπιζητά μόνο τό προγραμματισμένο διάλειμμα. Ἡ Aufhebung πρέπει νά δουλεύει ἀκατάπαυστα. Ὁ βαθμός χρησιμοποίησής της γιά τήν παραγωγή τοῦ κόσμου-προϊόντος (machine utilization) στό ἑγελιανό σύστημα εἶναι 1. Δηλαδή ὁ λόγος τῶν προγραμματισμένων ὡρῶν ἐργασίας (scheduled hours) πρός τόν διαθέσιμο χρόνο (total available hours) εἶναι 1. Ὁ διαθέσιμος χρόνος ὁρίζεται ὡς: 24 hours per day for the number of days. Ὁ προγραμματισμένος χρόνος εἶναι ὁ διαθέσιμος χρόνος less the following: unexpected or uncontrollable events that precludes the entire world from operating. These events are limited to acts of God (…).[4] Αὐτά τά events εἶναι ἡ χαρά μας. Ἄν καί ἐργαζόμαστε πυρετωδῶς γιά τήν ἀπόσβεσή τους, τά περιμένουμε νά μᾶς διακόψουν…Να μᾶς πετάξουν ἔξω ἀπό ἐδῶ…Ο χρόνος τοῦ Χέγκελ εἶναι ὁ χρόνος τῆς διαλεκτικῆς: «’Ὁ,τι ἀκριβῶς μᾶς ἐπιτρέπει νά συναγάγουμε σέ ἑνότητα (δια-λέγεσθαι) τό continuum τῶν ἀρνητικῶν στιγμῶν».[5] Εἶναι ὁ χρόνος τῶν σύγχρονων μεγαλουπόλεων καί τῶν ἐργοστασίων. Ἕνας χρόνος νεκρός καί γι’ αὐτό σύνολος ἀπό τόν ἐπόπτη του. Δέν ὑπάρχει καιρός, ὅπως δέν ὑπάρχει, ἐδῶ μέσα ἀλλά καί στόν Χέγκελ, «ἐμπειρία τοῦ σταματημένου χρόνου».[6]

Ποιούς θά καλέσουμε ἐδῶ γιά ὁμιλητές; Ἡ ἀποδόμηση, ὡς γνωστόν, εἶναι γέννημα τοῦ πανεπιστημίου. Ἐκεῖ τήν λαλοῦν ἐκεῖ καί τήν ἀκοῦν. Ψυχώνει τό θεσμό, ἀλλά ἴσαμε ἐκεῖ. Ἔξω του, ὅπως καί κάθε ἄλλη φιλοσοφία, ἀγαθεύει ἀδιάθετη. Κι ἄν ὁ Κονδύλης μιλοῦσε, ὡς ὁμιλητής, τότε θά ἀντιστρατευόταν τό περιεχόμενο τῆς ὁμιλίας του, θά κατέδιδε τήν ξεθεωτική ἀλήθεια τοῦ γραπτοῦ του. Ἡ εἴδηση πού κομίζει δέν προσθέτει κάτι οὔτε ἀθροίζεται κάπου. Αὐτή εἶναι ἡ εἴδησή του. Τί θά μποροῦσε ἄραγε νά ἀναγγείλει ἀπό τό βῆμα τοῦ ἀνακοινωθέντος λόγου; Ἀλλά βιάζομαι λέγοντας αὐτές τίς φράσεις, πού εἶναι ἀκόμα ἀκατάληπτες. Ὁ Ντερριντά καί ὁ Κονδύλης εἶναι ὁ ἄλλος καί ὁ ἴδιος. Ἄν ὁ Ντερριντά κατατρέχει ὅπου γῆς τήν κυριαρχία μέ τό ἄλλο της, ὁ Κονδύλης τρέπει κάθε ἄλλο σέ ἴδιο τῆς κυριαρχίας. Ποιό εἶναι τό κοσμοθεωρητικό σχέδιο πού εἰσηγεῖται ὁ μεταφυσικός ἄνθρωπος; Ἐν παντί τόπῳ, ὅπως λέει ὁ Βλαστός[7] γιά τόν Πλάτωνα, ἔχουμε τό ἴδιο ἀναλυτικό σχῆμα: ἀπό τή μιά τό ἀρχέτυπο, ἡ ὑπερβατική ἀρχή, τό στάσιμο παράδειγμα, αἰώνιο καί ἀτρεμές, κι ἀπό τήν ἄλλη τό ἔγχρονο καί ἐγκόσμιο ὀν, ἡ σωματική πραγματικότητα. Τά διάσπαρτα συμβεβηκότα διατάσσονται καταλλήλως, συναπαρτίζοντας ὁλοκληρία νοήματος· προσλαμβάνουν, τουτέστιν, μορφή κανονικότητας καί ἡ ἀτάσθαλος φύσις τους ἐξημερώνεται ἀπό μιά δαπάνη ἑρμηνείας. Τά διεστώτα μέρη δέν εἶναι ποτέ ἰσότιμα. Τό ἕνα ὑπάρχει ὡς τό πεδίο ὅπου ἀσκεῖται ἡ κυριαρχία τοῦ ἄλλου. Ἡ σπουδαιολογία ἀνήκει ἐξ ἀντικειμένου στήν οὐσία (τῶν πραγμάτων): ἕνα κομμάτι ἀνώλεθρης πραγματικότητας εἶναι πραγματικότητα πραγματικότερη, «οὐσία ὄντως οὖσα». Ἡ ἀπλήγωτη πραγματικότητα εἶναι πηγή ἀκαταμάχητων ἀληθειῶν καί, ἀλλόκοσμη καθώς εἶναι, ἐγγυᾶται τήν τάξη τοῦ ἴδιου του κόσμου. Δέν ἔχει σημασία πού στό πλαίσιο τοῦ Ὀρθοῦ Λόγου ἡ οὐσία παύει νά εἶναι ὀντολογικῶς ἀλλόκοσμη. Ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ἀόρατη.

Αὐτό πού ἔχει σημασία, ἀνεξάρτητα ἄν τό Εἶδος εἶναι ante res ἤ in rebus, εἶναι ἡ ἑνότητα μέσα στήν πολλότητα. Ὑπάρχουν τά μεγάλα μεταφυσικά συστήματα τά ὁποῖα ἀξιολογοῦν τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου καί ὑπαγορεύουν, ρητά ἤ ἄρρητα, τή συμμόρφωση πρός ὁρισμένες ἀρχές. Ἀφ’ ᾖς στιγμῆς ὑπάρχει κάτι ἀνώτερο, πρός τό ὁποῖο ὅλα τά ὑπόλοιπα εἶναι στραμμένα, τότε ὅλες οἱ μεγάλες μεταφυσικές κατασκευές εἶναι δυαρχίες. Ἡ πρώτη ἀρχή ἀντιπροσωπεύει τήν ἀλήθεια, τή γνησιότητα, τό ὑπερκείμενο, τό ἐπάνω, τό ὑπερβατικό, τήν οὐσία, τό βάθος, τό ἐπέκεινα, τήν πέραν τῆς ἐμπειρίας ζείδωρη ἀρχή, οὐσιαστικά τό αἰώνιο, τήν ἀσάλευτη ἐσωτερική ζωή, τό ἐκτός χρόνου, τήν ἱδρυτική πράξη. Ὁποιαδήποτε ἀπόφανση γιά τήν ἐπικράτεια αὐτή εἶναι αὐτόματα ἀπόφανση γιά τό πᾶν – ὁ μεγάλος συνοψισμός. Τό «εἶναι» εἶναι ὁ μεγάλος συνοψισμός. Καθόσον ὅλα ὅσα εἶναι, εἶναι. Ἡ ὕπαρξη μιᾶς τέτοιας συγκεντρωτικῆς λέξης ἐπιτρέπει τήν ἐρώτηση τῆς θεμελίωσης: τί τό ὀν; Ἡ θεμελίωση τίθεται πάντα σέ σχέση μέ τό εἶναι κι ὄχι μέ κάποιο ἀπόσπασμά του. Αὐτή ἡ θεμελίωση εἶχε συνήθως οὐράνιο ἤ ἐνάρετο προσανατολισμό. Μιά τελεολογία τῆς ἀνακούφισης ἤ πλήρωσης. Αὐτή, ἐν ὀλίγοις, εἶναι ἡ περιγραφή τῆς μεταφυσικῆς παρουσίας (Ντερριντά) / δυαρχίας (Κονδύλης). Δέν ἔχω τήν πρόθεση νά σκιαγραφήσω, ἐξάλλου ἔχουν λεχθεῖ πολλά καί ὑπάρχει ταυτογνωμία, τίς διαφορές περιεχομένου πού ὑπάρχουν μεταξύ τῆς παραδοσιακῆς θεϊστικής μεταφυσικῆς καί τῆς νεώτερης ἀθεϊστικῆς κοσμοεικόνας· οὔτε νά καταδείξω τήν κοινή τους ἐννοιολογική δομή. Τό ἔχει κάνει ὁ Κονδύλης. Οὔτε ἐπίσης προτίθεμαι αὐτή τήν στιγμή νά διερωτηθῶ γιά τήν κατάρρευση, στίς παροῦσες συνθῆκες, τοῦ Προγράμματος τῆς Νεωτερικότητας καί γιά τό ἐάν τελεῖται ἐν ἀναμονῇ ἕνα καινούργιο μακρόβιο σχέδιο, ἱκανό νά ἀναθερμάνει τίς ματαιωμένες ἐλπίδες.

Ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντήρησης, ἐπιδίωξη καί διεύρυνση τῆς ἰσχύος, παρουσία τοῦ ἐχθροῦ, πόλεμος, θεμελιώδης κοινωνική ἀμφισημία καί κοινωνική πειθάρχηση· αὐτές οἱ λέξεις, κι ἄλλες, σχηματίζουν τή συναστρία μέ τήν ὁποία προσανατολίζεται ὁ Κονδύλης. Θά ἦταν ἐσφαλμένο νά θεωρηθεῖ πώς ἀνήκουν στόν ἄνθρωπο ὡς ζωολογικό εἶδος, ὡς ἀποκλειστικά δρῶσα ὑλική δύναμη. Ἔχει ἐπισημανθεῖ, κι ὄχι μόνο ἀπό τόν Κονδύλη, ἡ διαφορά μεταξύ τῶν ἐνστίκτων πού παύουν μέ τήν ἱκανοποίησή τους (τυλωμένο ζῶο) καί τῶν ψυχορμήτων, συνεχῶς διατελούμενων μέσα στήν ἀστοχία τους. Συνεχίζουν νά καταφθάνουν, σοβοῦν. Ἄς φέρουμε στό νοῦ τήν ἀπογευματινή εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου στίς πλατεῖες: ἀκόμα καί ὅταν εἶναι παραγεμισμένος, πεπληρωμένος μέχρι στεφάνης, ἐξακολουθεῖ νά ἀπασχολεῖ τό πνεῦμα του καί νά κινεῖ ἀκίνητος τούς ὀφθαλμούς του. Τά πράγματα εἶναι, δηλαδή, πολύ χειρότερα: τό ἔργο τῶν ἐνστίκτων δέν διακόπτεται μέ τό «πνεῦμα», ἀλλά συνεχίζεται μαζί του διπλασιασμένο. Ὡς ἐάν τό «πνεῦμα» νά ἦταν ἡ ζωολογική εἰδίκευση τοῦ ἀνθρώπου. Τό θέμα τοῦ Κονδύλη εἶναι ἡ κοινωνικότητα καί οἱ προϋποθέσεις της, τά ἐνεργήματα τῶν δρώντων προσώπων πού δέν εἶναι δυνατόν νά νοηθοῦν ἐκτός κοινωνικότητας, τό ἀνθρώπινο πράττειν πού δέν ἐκδηλώνεται παρά ὡς ἁρπακτική ἀποβλεπτικότητα μέσα στήν κοινωνικότητα, καί ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἰσχύος πού ἀποτελεῖ τό βασικότερο κριτήριο συνομάδωσης τῶν ἀνθρώπων σέ κοινωνία. Τί εἶναι κοινωνία; Ὁ Κονδύλης φέρνει ἐνώπιον τῆς ratio τό ἀνθρώπινο πράττειν. Καί ρωτᾶ: Οἱ πράξεις ταλαιπωροῦν συστηματικά ὅλες τίς ἐπιταγές, τά ὄνειρα καί τίς κανονιστικές ἀρχές πού εἰσηγήθηκε ἡ μεταφυσική τῆς παρουσίας. Ἔχετε κάποια ἐξήγηση γι’ αὐτή τήν κακοπάθεια; Πῶς ἐξέρχεστε ἀπό τήν κραυγάζουσα ἀντίφαση ἀνάμεσα στήν κανονιστική θεωρία καί τό ἀνθρώπινο πράττειν; Καί τούς δύο μποροῦμε νά τούς θεωρήσουμε ἐκπροσώπους τοῦ Διαφωτισμοῦ. Ὁ ἕνας ἀποδεικνύει ὅτι αὐτό πού εἰσηγήθηκαν ὡς τό κατ’ ἐξοχήν σωτήριο γεγονός ποτέ δέν συνέβη. Ἁπλῶς ἐπιθύμησαν νά συμβεῖ καί πίστεψαν ὅτι συνέβη. Μόνο πού κάνει, ὡς οἰονεί μεταφυσικός, ἕνα βῆμα πιό πίσω, ἀνασύροντας μιά καταγωγή πού δέν εἶναι καταγωγή. Ὁ Κονδύλης, ὡς σπάνια καί ἀπροσδόκητη περίπτωση ἀνεξάρτητου λόγιου, ἀποκαλύπτει, σ’ ὅλο τό εὗρος τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων, πώς τό Δέον προσωπιδοφορεί. Ὁ ἕνας ἐκκινεῖ ἀπό τήν ἀπόφαση (Κονδύλης), ὁ ἄλλος (Ντερριντά) ἐπιστρέφει πίσω της (undecidables). Καί οἱ δύο, μέ τόν διαφορετικό τους τρόπο, ἀναστάτωσαν αὐτούς πού ὁ Ρόρτυ ὀνομάζει public thinkers, αὐτούς δηλαδή πού ἐργάζονται πυρετωδῶς νά μειώσουν τήν ποσότητα σκληρότητας μέσα στόν κόσμο.

Χειμῶνας 2007-2008

///

[1] Max Weber, Οἰκονομία καὶ Κοινωνία, μτφρ. Θ. Γκούρας, Σαββάλας, 2008, τόμ. 5,  Κοινωνιολογία τῆς ἐξουσίας, σ. 21.
[2] Ἡ χρησιμοποίηση ἐργοστασιακῆς ὁρολογίας ἀπὸ τὸν Χέγκελ (παραγωγή, παραγωγικὴ διαδικασία, παραγωγικὴ δραστηριότητα, ἀνάπτυξη, αὐτοπαραγωγὴ κτλ.) εἶναι συχνὴ σὲ κάθε ἔργο του, ἀπὸ τὴ Φαινομενολογία μέχρι τὴ Φιλοσοφία Δικαίου. Ἂς δεῖ κάποιος πόσο ὡραῖα σφιχτοδένεται τὸ κείμενο τῶν παραγράφων 549-550 της Φαινομενολογίας ἢ ἡ παράγραφος 31 τῆς Φιλοσοφίας τοῦ Δικαίου.
[3] Ὁ Ἀντόρνο ἔχει ἐπισημάνει τὴ σχέση τοῦ Χέγκελ μὲ τὴν παραγωγή: «[…] Ἡ ἴδια ἡ λατρεία τῆς κατασκευῆς, τῆς παραγωγῆς, δὲν εἶναι ἁπλῆ ἰδεολογία τοῦ ἐξουσιαστῆ τῆς φύσης καὶ ἀπεριόριστα αὐτόνομου ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴν κατασταλάζει τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ παγκόσμια ἀνταλλακτικὴ σχέση, κατὰ τὴν ὁποία καθετὶ ποὺ ὑπάρχει δὲν ἀποτελεῖ παρὰ ἕνα «εἶναι δι’ ἕτερον», ὑπόκειται στὴν ἐξουσία ἐκείνων ποὺ ἔχουν στὴ διάθεσή τους τὴν κοινωνικὴ παραγωγή. Τούτη ἡ ἐξουσία ἀποτελεῖ ἀντικείμενο φιλοσοφικῆς λατρείας. Ἀκριβῶς τὸ «εἶναι δι’ ἕτερον», ὁ ἐπίσημος νομικὸς λόγος γιὰ τὴν ὕπαρξη ὅλων τῶν ἐμπορευμάτων, συνυποδηλώνεται ἁπλῶς στὴν παραγωγή. Ὅμως ὁ κόσμος, στὸν ὁποῖον τίποτε δὲν ὑπάρχει ἁπλῶς γιὰ τὸν ἑαυτό του, εἶναι ταυτόχρονα ὁ κόσμος τῆς ἀχαλίνωτης παραγωγικῆς διαδικασίας, ποὺ λησμονεῖ τὸν ἀνθρώπινο προορισμό του. Αὐτὴ ἡ λησμονοῦσα ἑαυτὴν παραγωγή, αὐτὴ ἡ ἀκόρεστη καὶ καταστροφικὴ ἐπεκτατικὴ Ἀρχὴ τῆς ἀνταλλακτικῆς κοινωνίας καθρεφτίζεται στὴ μεταφυσικὴ τοῦ Χέγκελ. Περιγράφει, ὄχι μὲ ἱστορικὴ ἐνόραση, ἀλλὰ οὐσιαστικά, πῶς εἶναι πραγματικὰ ὁ κόσμος […] Ἡ ἀστικὴ κοινωνία εἶναι μιὰ ἀνταγωνιστικὴ ὁλότητα. Κρατιέται στὴ ζωὴ μόνο καὶ μόνο μέσα ἀπὸ τοὺς ἀνταγωνισμούς της καὶ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ τοὺς ἐξομαλύνει. Τοῦτο διατυπώνεται ἀπερίφραστα σ’ ἐκεῖνο τὸ ἔργο τοῦ Χέγκελ, τὸ ὁποῖο, λόγῳ τῶν παλινορθωτικῶν του τάσεων καὶ τοῦ ἀπολογητικοῦ του, ὡς πρὸς τὸ ἤδη ὑφιστάμενο, χαρακτῆρα, καθὼς καὶ λόγῳ τῆς λατρείας του γιὰ τὸ κράτος, εἶναι το περισσότερο διασυρμένο» (Theodor W. Adorno, Τρεῖς μελέτες γιὰ τὸν Χέγκελ, ὅ.π., σ. 46-47).
[4] Πρόκειται γιὰ ἀπόσπασμα ἐργοστασιακοῦ φρασεολογίου σχετικὰ μὲ τὴ μέτρηση τῆς ἀποδοτικότητας. Ὁ τσαπατσούλης star τῆς σύγχρονης διανόησης Ζίζεκ θὰ ἐκφράσει τὶς ἀντιρρήσεις του: «Ἡ χυδαία ἰδέα περὶ διαλεκτικῆς ἀνάπτυξης ὡς συνεχοῦς διαδοχῆς μεταβολῶν, μέσῳ τῆς ὁποίας πεθαίνει τὸ παλαιὸ καὶ γεννιέται τὸ νέο, ὅπου τὰ πάντα ἀποκτοῦν νόημα στὴν ἀκατάπαυστη κίνησή τους…ουδεμία σχέση ἔχει μὲ τὴν ἑγελιανὴ διαλεκτικὴ» (Slavoj Zizek, Τὸ ὑψηλὸ ἀντικείμενο τῆς ἰδεολογίας, μτφρ. Β. Ἰακώβου, Scripta, Ἀθήνα 2006, σ. 238). Ἐναργὴς εἶναι καὶ ἡ συνεπαγωγή του Κονδύλη γιὰ τὸν Χέγκελ, ὅπου ἀξιολογεῖ, καὶ σωστά, τὴ φιλοσοφία του ὡς μιὰ ἀποθέωση τῆς ἰσχύος (βλ. Π. Κονδύλης, Ἡ ἡδονή, ἡ ἰσχύς, ἡ οὐτοπία, Στιγμή, Ἀθήνα 1992, σ. 79-81). Δὲν τὴν ἔχω μπροστά μου τὴ Φαινομενολογία, ἀλλὰ μπορῶ νὰ θυμηθῶ, σκόρπιες λέξεις ἀπὸ τὶς παραγράφους γιὰ τὴ δυστυχισμένη συνείδηση: Ὅ,τι ἔχει παρουσία καὶ κινεῖται ἐδῶ, στὸ ἐργοστάσιο, εἶναι ἡ αἰσθανόμενη ψυχὴ μὲ τὴ μουσική της νόηση, ποὺ προσπαθεῖ νὰ αὐτολησμονηθεῖ στὸ ἐνέργημά της, στὴν ἐργασία καὶ στὴν ἀπόλαυση, καὶ ποὺ κάθε πρωὶ τὶς ξαναπιάνει ὡς μηδαμινὲς δραστηριότητες. Αὐτὲς τὶς δραστηριότητες ὁ διευθυντὴς παραγωγῆς προσπαθεῖ νὰ τὶς τρέψει ὅλες σὲ οὐσιαστικές. Ἡ ἀνένδοτη προσπάθεια ὅλων μᾶς εἶναι νὰ προβαίνουμε ἀσταμάτητα καὶ ἐπιδέξια σὲ σύντονες ἐνέργειες ἀποτροπῆς τῆς ὁποιασδήποτε ἀνώφελης πλοκῆς ἐντὸς τοῦ ἐργοστασίου. Δηλαδή: valuable operating time=100%. Ἐργαζόμαστε ὑπὲρ τῶν value-added activities ἐνῷ, ἐν ὥρᾳ καὶ ἐν καιρῷ ἐργασίας, ζοῦμε καὶ ἀπαντώμαστε (ὥστε νὰ ἐργαστοῦμε καὶ τὴν ἐπαύριον) μόνο στὶς wasteful activities.
[5] G. Agamben, Χρόνος καὶ Ἱστορία, μτφρ. Δ. Ἀρμάος, Ἴνδικτος 2003, σ. 28.
[6] Αὐτ. σ. 33.
[7] Gregory Vlastos, Πλατωνικές μελέτες, μτφρ. Ι. Αρζόγλου, ΜΙΕΤ, 1994, σ. 68.

*

*

*