Rainer Maria Rilke, Αρχαϊκός Απόλλων και άλλα ποιήματα

*

«Η προσευχή είναι η λάμψη που εκπέμπει το είναι μας σαν αναφλέγεται αιφνίδια, είναι ένας δρόμος ατέρμονος κι άσκοπος, η βάναυση συνοδός των ελπίδων μας που διασχίζουν αέναα το σύμπαν χωρίς προορισμό.»

Επιστολή στη Adelmina Romanelli, 5 Ιανουαρίου 1910

(Σαν σήμερα, 4.12.1875, γεννήθηκε στην Πράγα της Βοημίας ο Ρενέ Καρλ Γιόχαν Βίλχελμ Γιόζεφ Μαρία Ρίλκε.)

~.~

ΑΡΧΑΪΚΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝ

Σαν τις φορές που απ’ τα κλαδιά η αυγή προβάλλει
τ’ άφυλλα ακόμη, μα είν’ η άνοιξη ήδη εδώ:
έτσι κι εκείνου το μαρμάρινο κεφάλι
όλης της ποίησης το φως το αστραφτερό

πώς να εμποδίσει πριν σχεδόν μας θανατώσει;
Γιατί σκιά δεν έχει στη ματιά καμιά,
δάφνες ακόμη δεν τον έχουν στεφανώσει,
κι από τα φρύδια του πολύ κατοπινά

ένας μακρόμισχος ροδώνας θ’ ανατείλει
απ’ όπου πέταλα και φύλλα θα μαδούν
ένα ένα πάνω στα τρεμάμενά του χείλη

που ώς τώρα ανέγγιχτα και λαμπερά σιωπούν
κι άλλο δεν πίνουν παρά το χαμόγελό του,
λες και τραγούδια εμφυσούν στον θείο λαιμό του.

///

ΘΡΗΝΟΣ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ

Κείνη η συνήθεια μου τα χρόνια
τότε που ήμασταν παιδιά,
να μένω μόνη, ήταν γλυκιά·
οι άλλοι ζούσαν στη διχόνοια,
καθένας και σε μια μεριά,
τα πάντα τά ’χαν χωρισμένα,
τον νου, τον δρόμο, τη ματιά.

Εγώ όμως πίστευα σε ένα,
να δίνει η ζωή δεν παύει,
ζει μέσα μας ό,τι αναπαύει.
Το μέγιστο δεν είναι εντός μας;
Την παρηγόρια ο εαυτός μας
πάντοτε δεν αναζητεί
κάνοντας ό,τι το παιδί;

Μα τώρα νιώθω αποδιωγμένη,
βάρος μού είναι η μοναξιά μου
κι έχω από κείνην συνθλιβεί.
Σε μια κορφή σκαρφαλωμένη
διψάει τώρα η καρδιά μου
ή να πετάξει ή να χαθεί.

///

ΕΡΩΤΙΚΟ

Πώς την ψυχή μου να εμποδίσω εγώ
ν’ αγγίξει τη δική σου; Πώς μπορεί
σε κάτι άλλο να δοθεί έξω από σένα;
Αχ, να γινόταν στα κρυφά
να τη φυλάξω εγώ
σε μέρη σιωπηλά, μέρη χαμένα,
που δεν τα φτάνει της αβύσσου σου η κλαγγή.

Μα ό,τι μας άγγιξε ποτέ εμάς τους δυο,
τώρα στην ίδια δοξαριά μάς έχει ενώσει,
δύο χορδές εμείς κεντάμε μια φωνή.
Σ’ όργανο ποιο μάς έχουνε τεντώσει;
Το χέρι μάς κρατά ποιου βιολιστή;
Γλυκό τραγούδι εσύ.

///

Η ΗΡΙΝΝΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΑΠΦΩ

Ω ρίπτρια αγέρωχη, μεγάλη εσύ:
Σαν δόρυ μες σε σκεύη οικιακά
ήμουν θαμμένη. Μ’ εξακόντισε μακριά
η ηχώ η δική σου. Πού είμαι πια, ποιος ξέρει.
Πίσω δεν γίνεται κανένας να με φέρει.

Κάθε αδελφή μου εμένα σκέφτεται και υφαίνει,
το σπίτι βήματα οικεία αντηχεί.
Μόνον εγώ είμαι πέρα πια κι αλλού δοσμένη
και αναριγώ σαν ικεσία θερμή·
λάμπει η ωραία Θεά στεφανωμένη
μ’ όλους τους μύθους της και τη ζωή μου ζει.

///

Η ΣΑΠΦΩ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΗΡΙΝΝΑ

Με ρίγος κι έξαψη θα σε σκεπάσω,
θα σε τραντάξω όπως τρυγητής το κλήμα.
Σαν θάνατος θα σε διαπεράσω
κι αντίπερα θα σ’ οδηγήσω όπως μνήμα
σ’ όλα τα πράγματα: στο Παν θα σ’ ανεβάσω.

///

Η ΣΑΠΦΩ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΛΚΑΙΟ

Απόσπασμα

Και τι θα ’χες λοιπόν να μου πεις,
τι σε νοιάζει η ψυχή μου εσένα
που είσαι δω και κοιτάς καταγής
κι όλο λόγια μού λες μασημένα.

Μα άκου με, άντρα, στη δόξα οδηγεί
μόνο ο λόγος ο ευθύς. Σκέφτομαι ότι
θα μαράζωνε πλάι σας κι αυτή
η γλυκιά κοριτσίστικη νιότη

κι όλη η γνώση που μέσα μας ζούσε
και παρθένα ο Θεός την κρατούσε.
Πώς στη νύχτα σαν άνθος μηλιάς
όλη η Λέσβος, βοριάς και νοτιάς,
απ’ τα στήθη μας μοσχοβολούσε,

ω μα ναι, κι απ’ τα στήθη μου αυτά
που κοιτώντας πια αλλού κάνεις πέρα…
Φύγε κι άσε με, θά ’ρθει η μέρα
που για τούτο τραγούδι θα πω:
γιατί ζουν όλα παντοτινά.

Κι ένας έχει αυτόν τον Θεό
στο κορμί του να τον κυβερνά
– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –

Μετάφραση Κ. Κουτσουρέλης

*
*
*