*
Εἶμαι τό πουλί πού φτεροκοπᾶ στό παράθυρό σου τό πρωί,
καί ὁ πιό κοντινός σου φίλος, πού ποτέ δέ μπορεῖς νά γνωρίσεις,
λουλουδίζει ψηλά ἐκεῖνο τό φῶς γιά τούς τυφλούς.
Εἶμαι ὁ παγετώνας πού λαμποκοπᾶ πάνω ἀπ’ τά δάση, τόσο ἁπαλά,
καί βαριές φωνές ἀπό τόν πύργο τοῦ καθεδρικοῦ.
Ἡ σκέψη πού αἰφνίδια σoῦ ἐμφανίζεται στό μέσο τῆς μέρας
καί σέ κάνει νά νιώθεις τόσο ὑπέροχα εὐτυχισμένος.
Εἶμαι αὐτός πού ἀγαπᾶς γιά πολλά χρόνια.
Βαδίζω δίπλα σου ὅλη μέρα καί σέ κοιτάζω ἐπίμονα
καί βάζω τό στόμα μου πάνω στήν καρδιά σου
παρόλο πού δέν τό ἀντιλαμβάνεσαι.
Εἶμαι τό τρίτο σου χέρι, ἡ δεύτερη σου σκιά, ἡ λευκή,
πού δέ μπορεῖς νά δεχτεῖς,
κι αὐτή εἶναι ἀδύνατο νά σέ ξεχάσει ποτέ.
Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη
~.~
Σημείωση τῆς μεταφράστριας
«Ὁ ἑαυτός μου τὸ ξέρει, ὄχι ἐγώ! Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ ἑαυτός μου!
Ὁ ἑαυτός μου εἶναι μέσα μου, δὲν εἶμαι εγώ!»
Μαριλίκα, ἐτῶν ὀκτὼ
Ἀκολουθώντας τὴν ἀγγλικὴ ἐκδοχὴ τοῦ ποιήματος ἀπὸ τὰ νορβηγικά (τοῦ Robert Bly), καθὼς τὸ ἐπεξεργαζόμουν μετὰ ἀπὸ καιρό πάλι, ἔτυχε νὰ διαβάσω τὸν λόγο τῆς Μαριλίκας Κ. καὶ σκέφθηκα ἤ μᾶλλον αἰσθάνθηκα πὼς ὁ Νορβηγὸς ποιητὴς καὶ ἡ ὀκτάχρονη ὁμολογοῦν περί τοῦ αὐτοῦ !
Ὁ Ρὸλφ Γιάκομπσεν (1907–1994) καταλέγεται στοὺς πιὸ διακεκριμένους ποιητὲς τῆς Σκανδιναβίας. ‘Υπῆρξε ὁ εἰσαγωγέας τοῦ ποιητικοῦ μοντερνισμοῦ στὴν Νορβηγία.
///
*
*
*
