*
Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
~.~
Ο Πετράρχης (1304-1374) έτρεφε από την πρώιμη νεότητά του την επιθυμία να καταξιωθεί, και μάλιστα μέσω ενός επισήμου τελετουργικού στέψης, ως δεσπόζουσα μορφή των γραμμάτων. Την επιθυμία του ερέθισε η αναπάντεχη αναβίωση του εθίμου της απόδοσης δημοσίων τιμών σε επιφανείς ποιητές στις αρχές του 14ου αιώνα. Τούτη η αναβίωση βασίστηκε σε μια μάλλον ισχνή κατανόηση των διασωθεισών μαρτυριών για τους ποιητικούς αγώνες που τελούνταν κατά τη διάρκεια των Καπιτωλίων. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το ενδιαφέρον που προκάλεσε σε όλη την Ιταλία, το καθοριστικό έναυσμα δόθηκε με τη βράβευση του ποιητή Αλμπερτίνο Μουσάτο από τις πανεπιστημιακές και διοικητικές αρχές της Πάδοβας, το 1315. Είναι γνωστό πόσο πολύκροτη κατέστη λίγο αργότερα η ματαίωση της επιθυμίας του Δάντη να λάβει αντίστοιχη τιμή από την πόλη της Φλωρεντίας. Για τον νεαρό Πετράρχη δε, έναν πρόσθετο ενθουσιασμό στην προοπτική να στεφθεί με το δάφνινο στεφάνι, γεννούσε η ομοηχία του ποθητού τροπαίου (Laurea) με το αειθρύλητο αντικείμενο του έρωτά του, τη Laura.
Ο Πετράρχης κινήθηκε πετυχημένα ώστε να του προταθεί, το 1340, η απόδοση δημόσιας καταξίωσης. Τούτο αποτελεί από μόνο του ένα παράδοξο, αφού ο ίδιος ήταν τότε μόλις 35 ετών, και δεν είχε ακόμα δημοσιεύσει ούτε ένα έργο από αυτά που θα καθιστούσαν, πράγματι, το όνομά του αθάνατο. Την πρόσκληση την κατέστησε μάλλον εφικτή η αρχαιογνωσία του, και η ιδιότητά του ως πολλά υποσχόμενου ποιητή. Ο ίδιος αναφέρει ότι προσκλήσεις για στέψη έλαβε τόσο από την πόλη του Παρισιού, όσο και από τη Ρωμαϊκή Σύγκλητο. Με προφανή τη συμβολική διάσταση, προτίμησε η στέψη να γίνει, για πρώτη φορά μετά από αιώνες, στην πόλη της Ρώμης, στην κορυφή του Καπιτωλίνου Λόφου. Κίνητρό του δεν ήταν μόνον η φιλοδοξία, μα και η γνήσια επιθυμία του να αποκατασταθεί η δημόσια αποστολή και το πανεθνικό κύρος της ποιητικής τέχνης, αντλώντας ορμή από την αρχαία δόξα. Της απόδοσης της τιμής (μαζί με τον τίτλο του Magister και την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη) προηγήθηκε μια δοκιμασία ακρόασης από τον ίδιο τον βασιλιά Ροβέρτο του Ανζού, στη Νάπολη, και, φυσικά, η υποστήριξη της ομιλίας.
Η Ομιλία της Στέψης εκφωνήθηκε από τον Πετράρχη στις 8 Απριλίου του 1341. Παρέμεινε για πάνω από 500 χρόνια στην αφάνεια, αφού η πρώτη της έκδοση έγινε το 1874. Ακολουθεί –και ταυτόχρονα υπερβαίνει– το πρότυπο της σχολαστικής θεολογικής ομιλίας (sermo modernus), σύμφωνα με το οποίο ο ομιλητής, αφού αντλήσει την έμπνευσή του (το «θέμα», την «ύλη» του) από ένα χωρίο της Γραφής, προχωρεί στη διαίρεση και την ανάπτυξή του. Έναυσμα, όμως, του Πετράρχη είναι ένας στίχος από τα Γεωργικά του Βιργιλίου και κύρια πηγή έμπνευσής του είναι η ομιλία του Κικέρωνα Υπέρ του ποιητή Αρχία. Η ομιλία χωρίζεται σε τρία μέρη. Αρχικά ο Πετράρχης αναπτύσσει τη δυσκολία του να είναι κανείς «επαγγελματίας» ποιητής. Ακολουθεί η ανάλυση του έργου και της αποστολής της ποίησης. Τέλος, συζητά το νόημα της επιβράβευσης της ποιητικής τέχνης, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στους συμβολισμούς της δάφνης.
Η ομιλία αποτελεί ένα πρώιμο μανιφέστο του ανθρωπισμού, με την ποίηση και τη ρητορική να αναδεικνύονται ως τα κατεξοχήν οχήματα επικοινωνίας του παρόντος με το ένδοξο παρελθόν.
~.~
ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ
Η Ομιλία της Στέψης
Ι.
(1) «Μα σ’ έρημα απόκορφα του Παρνασσού
Πόθος γλυκός με παρορμά…»[1]
Σήμερα, άνδρες λαμπροί κι αξιοσέβαστοι, πρέπει να σας απευθυνθώ ποιητικά. Και γι’ αυτόν τον λόγο, το έναυσμά μου το άντλησα, φυσικά, από κείμενο ποιητικό. (2) Επιπλέον, και για τον ίδιο ακριβώς λόγο, αφήνοντας προς το παρόν κατά μέρος εκείνες τις λεπτομερέστατες διαιρέσεις που είθισται να χρησιμοποιούνται στους θεολογικούς λόγους, θα μιλήσω όσο πιο περιεκτικά γίνεται. Πρώτα, βέβαια, παρακαλώ να μου δοθεί η θεϊκή εύνοια, την οποία δεν θα μπορούσα να λάβω εάν, παρά την επιθυμία μου να είμαι σύντομος, παρέλειπα να απευθύνω χαιρετισμό στην ένδοξη Παρθένο. [(3) Χαίρε Μαρία κ.λ.π.]
ΙΙ.
(1) «Μα σ’ έρημα απόκορφα του Παρνασσού
Πόθος γλυκός με παρορμά…»
Τα λόγια αυτά γράφτηκαν από τον επιφανέστερο και μέγιστο των ποιητών, στο τρίτο βιβλίο των Γεωργικών. Το πρώτο μέρος της φράσης αναδεικνύει τη δυσκολία του στόχου, και το δεύτερο συνδέει τη δυσκολία αυτή με τη σπουδή ενός φλεγόμενου πνεύματος. (2) Το πρώτο μέρος μιλά για τα «έρημα απόκορφα του Παρνασσού», κι εδώ πρέπει να σημειώσουμε τη δύναμη των λέξεων «έρημος», «απόκορφο» και «Παρνασσός». (3) Το δεύτερο περιλαμβάνει τα λόγια «πόθος γλυκός με παρορμά». Εδώ πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα τη δύναμη του «πόθου», του πόθου που είναι «γλυκός» και που έχει τη δύναμη να «παρορμά». (4) Κι είναι, πράγματι, απολύτως εύλογη αυτή η σύνδεση, αφού το ένα εξαρτάται από το άλλο: όποιος πασχίζει ν’ ανεβεί στα έρημα απόκορφα του Παρνασσού, είναι αναγκαίο να ποθεί αυτό για το οποίο πασχίζει. Και αναμφίβολα, εκείνος που ποθεί την ανάβαση, είναι πιο έτοιμος να την πετύχει με τη σπουδή που εμπνέει του πνεύματος ο πόθος, αφού η σπουδή, αν δεν συνδέεται με σημαντικό πνευματικό πόθο και ευχαρίστηση, δεν είναι δυνατόν να παραγάγει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Τούτο μπορεί να συναχθεί και από εκείνη την περιπατητική θεωρία την οποία πραγματεύεται κομψά ο Κικέρων στο τέταρτο βιβλίο των Τουσκουλανών[2], και τεκμαίρεται, επίσης, από τον ίδιο τον ορισμό της σπουδής ως «συνεχούς και ζωηρής ενασχόλησης με ένα αντικείμενο που προκαλεί μεγάλη ευχαρίστηση, όπως η φιλοσοφία και η ποίηση»[3] και οι υπόλοιπες τέχνες, ορισμό τον οποίο παρουσιάζει ο Κικέρων στο πρώτο βιβλίο του Περί Ευρέσεως. (5) Για να μιλήσω λοιπόν σύντομα -όπως σας υποσχέθηκα και όπως αρμόζει στην ιδιότητά μου- εξηγώ αρχικά ότι η δυσκολία του έργου που έχω αναλάβει, έγκειται σε τρία σημεία: στην ίδια τη φύση του πράγματος· στη δυσμενή και πάντα σκληρή απέναντί μου τύχη· καθώς και στην τάση που επικρατεί στις μέρες μας να αντιμετωπίζεται η σπουδή για τέτοια πράγματα με αποστροφή. Θα αφιερώσω λίγα λόγια στο καθένα. (6) Πόσο μεγάλη είναι η φυσική δυσκολία του σκοπού μου, φαίνεται, θαρρώ, από τούτο: ενώ στις άλλες τέχνες μπορεί κανείς να φτάσει στον στόχο του με κόπο και σπουδή, στην τέχνη της ποίησης τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά, αφού τίποτα δεν επιτυγχάνεται χωρίς μια εσωτερική και θεϊκώς εμφυσούμενη ορμή που κυριεύει το πνεύμα του ποιητή. (7) Μην λογαριάζετε εμένα, μα δώστε βάση στον Κικέρωνα ο οποίος, στον λόγο του υπέρ του Αύλου Λικινίου Αρχία, μιλώντας για τους ποιητές, λέει τα παρακάτω: «Όπως μας έχουν διδάξει οι ελλογιμότεροι και πολυμαθέστεροι άνδρες, η καλλιέργεια όλων των άλλων τεχνών βασίζεται στο ταλέντο, τη διδασκαλία και την ειδημοσύνη· ο ποιητής όμως αντλεί τη δύναμή του από τη φύση, συνεπαίρνεται από την ορμή του πνεύματος και μοιάζει να καταλαμβάνεται από μια θεία πνοή. Δίκαια, λοιπόν, ο σπουδαίος μας Έννιος αποκαλεί τους ποιητές ‘ιερούς’, αφού μας επιδαψιλεύουν χαρίσματα και υπηρεσίες που έρχονται από τους θεούς»[4]. Αυτά λέει ο Κικέρων. (8) Αναφερόμενος δε στους ‘ελλογιμότερους’ άνδρες, πιστεύω ότι είχε κατά νου τον Μάρκο Βάρρωνα, με διαφορά τον πολυμαθέστερο όλων των Ρωμαίων[5], ο οποίος πιστεύεται ότι εξέφρασε αυτήν ακριβώς την πεποίθηση στο πρώτο βιβλίο του έργου Περί ποιητών[6]. (9) Λαμβάνοντας υπόψη αυτήν τη δυσκολία, λέει ο Σατιρικός:
«Έργο μεγάλου νου, κι όχι που σύγχυση παθαίνει
κουβέρτα να ψωνίσει, είν’ ν’ ανακλάς τα άρματα,
τ’ άλογα, τους θεούς, και την παράκρουση του Τύρνου»[7].
(10) Την ίδια δυσκολία εξετάζοντας ο Λουκανός, στο ένατο βιβλίο αναφωνεί:
«Μέγιστο και ιερό των ποιητών το έργο!»[8]
(11) Δεν έχω, λοιπόν, εξηγήσει πια επαρκώς, μα και τεκμηριώσει με τις κατάλληλες μαρτυρίες, τη φυσική δυσκολία του σκοπού μου; Τούτη είναι τόσο μεγάλη, κι ωστόσο, ο ανθρώπινος μόχθος δεν μπορεί να της αντισταθεί. Διότι, όπως γράφει ο ποιητής, σε κάθε άλλη δραστηριότητα, κατά κανόνα
«ο κόπος νικά τα πάντα ασταμάτητος»[9],
(12) Στην ποίηση, όμως, η αντίθετη στάση είναι που κινητοποιεί τους πάντες· ακόμα και εκείνους που ξεθεώνονται μάταια και άκαρπα μέχρι τα βάθη της ζωής τους παράγοντας στίχους που είναι τελείως της πλάκας, όπως κάνουν κάποιοι σχολαστικοί δάσκαλοι. Αυτά ως προς το πρώτο σημείο.
ΙΙΙ.
(1) Για το δεύτερο σημείο, το πώς, δηλαδή, η τύχη στάθηκε πάντοτε αμείλικτη και σκληρή απέναντί μου, σε πόσα βάσανα με έριξε ήδη από νεαρή ηλικία, και πόσες προσβολές της υπέφερα, το ξέρει φυσικά ο Ύψιστος, μα το ξέρουν και εκείνοι με τους οποίους συναναστράφηκα πιο προσωπικά. (2) Ωστόσο, θα αποφύγω να μιλήσω γι’ αυτά τα πράγματα, αφού δεν θα ’θελα να σκιάσω με λόγια θλιβερά μια χαρμόσυνη ημέρα. (3) Πόσο πολύ ανατρέπει την ενασχόληση με την ποίηση η τύχη η τραχιά, είναι κάτι που το καταλαβαίνει καλά όποιος το έχει βιώσει. Λαμβάνοντας αυτό υπόψη, ο Σατιρικός -μιλώντας, μάλιστα, όχι για κοινούς ποιητές μα για τον ίδιο τους τον γενάρχη, τον Βιργίλιο- τόλμησε να γράψει:
«Αν στερούνταν ο Μάρρων στέγη ανεκτή και νέο
υπηρέτη, της Μανίας τα ερπετά θα πέφτανε
απ’ τα μαλλιά του, σάλπιγγα καμιά δεν θα ηχούσε»[10].
Και, στο ίδιο βιβλίο:
«Μα ο εξαίρετος αοιδός —κείνος με αίμα άλλο,
κείνος που δεν ποθεί κάτι κοινό να εξυφάνει,
κείνος που απ’ τα έτοιμα δεν πλάθει την ωδή του,
που να φωτίσω δεν μπορώ, μα σ’ όραμα τον φέρνω—
έχει το πνεύμα ατάραχο από ανησυχίες
μεγάθυμος, και λαχταρά τα δάση, και ξεδιψά
απ’ των Μουσών του τις πηγές. Η φτώχεια η μεγάλη,
δεν τραγουδά στο άντρο το Πιερικό, ούτε τον θύρσο
αδράχνει, και τ’ αγαθά της λείπουνε που συνεχώς
χρειάζεται το σώμα»[11].
Αρκετά και για το δεύτερο σημείο.
ΙV.
(1) Για το τρίτο δεν θα πω τίποτα περισσότερο απ’ όσα όλοι διαβάζουμε και ξέρουμε. (2) Υπήρχαν κάποτε καιροί, υπήρξε μια εποχή που ήταν πολύ πιο ευνοϊκή για τους ποιητές. Οι τιμές που τους αποδίδονταν ήταν οι μέγιστες. (3) Τούτο συνέβη πρώτα στην Ελλάδα, κι ύστερα στην Ιταλία, ιδίως κατά τη διάρκεια της εξουσίας του αυτοκράτορα Αυγούστου, στα χρόνια του οποίου άνθισαν εξαίρετοι ποιητές: ο Βιργίλιος, ο Βάρος[12], ο Οβίδιος, ο Οράτιος, και πολλοί άλλοι. Αναφερόμενος σε εκείνη την εποχή, ο Σατιρικός έλεγε:
«Τότε το ταλέντο έβρισκε ανταμοιβή, και σύμφορο
έβλεπαν πολλοί, Δεκέμβρη χωρίς κρασί να βγάλεις»[13].
(4) Σήμερα όμως, όπως βλέπετε, όλα έχουν αλλάξει. (5) Το πράγμα είναι προφανές και δεν χρειάζεται απόδειξη, και δίκαια μπορεί να υπενθυμιστεί αυτό που ήδη τότε, απελπισμένος από την τροπή των πραγμάτων, παρατηρούσε ο ίδιος ο Σατιρικός:
«Σπάσε, μαύρε, τη γραφίδα, σβήσε κι όλες τις μάχες
που σε ξαγρύπνησαν, εσένα που συνθέτεις στίχους
υψηλούς στην ταπεινή τη σάλα, μπας και κερδίσεις
τον κισσό ή μια προτομή της κακιάς ώρας! Καμιά
ελπίδα. Οι κροίσοι -οι τσιφούτηδες- έμαθαν πια
τους ποιητές να επαινούν, σαν να ’τανε παγώνια.
Και πέταξε ο καιρός που δάμαζες τη θάλασσα,
και κράδαινες κράνος και αξίνα. Η βαρεμάρα
εισχώρησε πια στο πνεύμα, και το γήρας, εύγλωττο
μα κι ενδεές, μισεί τον εαυτό του και τη Μούσα»[14].
Και αυτά για το τρίτο σημείο.
V.
(1) Αυτές είναι, λοιπόν, οι τρεις δυσκολίες: οι δύο πρώτες εκφράζουν πόσο απότομες είναι οι κορφές του Παρνασσού στις οποίες θέλω να ανεβώ· η τρίτη αποτυπώνει την ερημιά τους. (2) Θα πει, τώρα, κάποιος: «–Μα τι είναι αυτά, φίλε μου; (3) Πώς κι αποφάσισες να αναβιώσεις ένα έθιμο που περιχαρακώνεται από φυσικές δυσκολίες και έχει προ πολλού περιπέσει σε αφάνεια, ενώ ταυτόχρονα κι η Τύχη στέκει ανάδρομη και εχθρική; (4) Από πού άραγε αντλείς τόση αυτοπεποίθηση κι έχεις βαλθεί να διακοσμήσεις το Ρωμαϊκό Καπιτώλιο με νέες και ανέθιστες δάφνες; (5) Δεν βλέπεις πόσο δύσκολο εγχείρημα έχεις αναλάβει: να ανεβείς στα έρημα απόκορφα του Παρνασσού και στο απρόσιτο άλσος των Μουσών»; (6) Τα βλέπω, φίλτατοί μου άρχοντες, τα βλέπω όλα αυτά, Ρωμαίοι πολίτες…
«Μα σ’ έρημα απόκορφα του Παρνασσού
Πόθος γλυκός με παρορμά…»
όπως είπα στην αρχή. Ο πόθος αυτός είναι τόσο ισχυρός μέσα μου, που με ωθεί να ξεπερνώ όλες τις δυσκολίες του εγχειρήματος, ή, τουλάχιστον, έτσι μου φαίνεται. (7) Από εδώ ακριβώς πηγάζει το δεύτερο μέρος του θέματος που παρέθεσα στην αρχή, από το ότι, δηλαδή, ύστερα από τον μόχθο που απαιτείται για να ανεβεί κανείς στα έρημα απόκορφα του Παρνασσού, ακολουθεί αμέσως η μνεία του ποιητικού αιτίου: ότι «πόθος γλυκός με παρορμά». Και ως προς αυτό, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, όπως η δυσκολία ξεπηδά, θαρρείς, από τρεις ρίζες, έτσι και αυτό το πάθος του πνεύματος, που αναδεικνύεται νικητήριο επί των αντιξοοτήτων, ξεπηδά επίσης από τρεις ρίζες: η πρώτη είναι η τιμή της πολιτείας, η δεύτερη είναι η θέλξη της ατομικής δόξας και η τρίτη η αφύπνιση της πνευματικής φιλεργίας τρίτων.
VI.
(1) Πρώτα, λοιπόν, μου προκαλεί οδύνη να αναλογίζομαι ότι κάποτε, σε αυτήν εδώ την πόλη της Ρώμης, την «πρωτεύουσα όλου του κόσμου»[15] -όπως την αποκαλεί ο Κικέρων-, σε αυτό ακριβώς το Ρωμαϊκό Καπιτώλιο όπου τώρα βρισκόμαστε, σε τόσους και τόσο μεγάλους ποιητές, που ανήλθαν στον κολοφώνα της τέχνης, απονεμήθηκε το δάφνινο στεφάνι· ενώ τώρα, το έθιμο εκείνο δεν διακόπηκε απλώς, αλλά εγκαταλείφθηκε, και όχι μόνο εγκαταλείφθηκε, αλλά μετατράπηκε σε μια παραδοξότητα, και έχει πια παυθεί για πάνω από χίλια διακόσια έτη αφού, μετά τον επιφανή ποιητή Στάτιο, που άκμασε στους καιρούς του αυτοκράτορα Δομιτιανού, δεν διαβάζουμε για κανέναν που να του αποδόθηκε τέτοια τιμή[16]. (2) Συγκινούμαι, λοιπόν, στην ιδέα ότι, σε τούτη τη Ρωμαϊκή πολιτεία, που από καιρό απογερνά, μπορεί να αναβιώσω, Θεού θέλοντος, το πανέμορφο έθιμο που ίσχυε κατά τη θάλλουσα νιότη της. Και δεν θα ήθελα να παραλείψω εδώ να αναφέρω, όχι από κούφια έπαρση, μα χάριν αληθείας, ότι, πριν από πολύ λίγο χρόνο -και, μάλιστα, ταυτόχρονα- οι πόλεις της Ρώμης και του Παρισιού είχαν γυρέψει και υπερθεμάτιζαν να μου αποδώσουν αυτήν ακριβώς την τιμή. Στη Ρώμη είχα λάβει σχετική πρόκληση από τα τότε μέλη της Συγκλήτου, καθώς και από κάποιους Ρωμαίους άρχοντες, ορισμένους εκ των οποίων αναγνωρίζω στη σημερινή συγκέντρωση. Στο δε Παρίσι, με είχε προσεγγίσει ένας εξαίρετος άνδρας, ο Ροβέρτος, καγκελάριος του πανεπιστημίου του Παρισιού, καθώς και πολλοί άλλοι εξέχοντες εκπρόσωποι του πανεπιστημίου και της πόλης. Λογαριάζοντας τη φήμη του πανεπιστημίου, αμφιταλαντευόμουν για κάποιο διάστημα, στο τέλος, όμως, αποφάσισα να έρθω καλύτερα εδώ -για ποιον άλλο λόγο, βέβαια, παρά επειδή, όπως λέει ο Βιργίλιος:
«Νίκησε η αγάπη για την πατρίδα»[17];
Κι ούτε θα αρνηθώ ότι με επηρέασε πολύ σε αυτή την απόφαση η στοργή και ο σεβασμός προς τους αρχαίους και μεγαλοφυείς ποιητές που άνθισαν σε αυτήν την πόλη, εδώ έζησαν, κι εδώ, τέλος, θάφτηκαν. Όπως γράφει πολύ ωραία ο Κικέρων στο δεύτερο βιβλίο του Περί Νόμων: «Νομίζω ότι έχεις πολύ δίκιο που προτιμάς να έρχεσαι εδώ και να αγαπάς αυτόν τον τόπο». Και συνεχίζει: «Διότι μας συγκινούν -κατά τρόπο που δεν μπορώ να εξηγήσω- οι τόποι εκείνοι που συγκεντρώνουν τις αναμνήσεις των προσώπων τα οποία αγαπάμε και θαυμάζουμε. Ακόμη και στη λατρεμένη μας Αθήνα, δεν είναι τόσο τα μεγαλοπρεπή κτίρια και τα εξαίσια έργα της αρχαίας τέχνης που με ευχαριστούν, όσο η ανάμνηση των σπουδαίων ανδρών της —το πού ζούσε ο καθένας, πού καθόταν, πού διεξήγε τις συζητήσεις του. Και αγαπώ, μάλιστα, να θωρώ ευλαβικά τους τάφους τους»[18]. Αυτά λέει ο Κικέρων. (3) Παραδέχομαι κι εγώ, λοιπόν, ότι αυτός δεν στάθηκε ασήμαντος λόγος στο να προτιμήσω τη Ρώμη. (4) Κι εξάλλου, όποιος κι αν είναι ο λόγος, πιστεύω ότι η έλευσή μου θα συντείνει αρκετά στη δόξα τόσο της ίδιας της πόλης όσο και ολόκληρης της Ιταλίας, έστω και μόνον λόγω της πρωτοτυπίας της περίστασης. Αυτά ως προς το πρώτο σημείο.
VII.
(1) Για το δεύτερο, τη θέλξη, δηλαδή, της προσωπικής μου δόξας, πολλά και διάφορα θα μπορούσαν να ειπωθούν· εντούτοις, χάριν της υποσχεθείσας συντομίας, θα τα παραλείψω. (2) Αρκεί να πω μόνον τούτο: η επιθυμία για δόξα είναι έμφυτη όχι μόνον στους κοινούς ανθρώπους, μα ακόμα περισσότερο στους σοφούς και ξεχωριστούς άνδρες. Όπως και να το κάνουμε, ενώ δεν είναι λίγοι οι φιλόσοφοι που υποστηρίζουν ότι η δόξα πρέπει να περιφρονείται, κανείς, ή έστω ελάχιστοι φιλόσοφοι μπορούν να βρεθούν που την περιφρονούν πραγματικά. Αυτό είναι κάτι που εκφράζεται χαρακτηριστικά από το γεγονός ότι, «στην αρχή των βιβλίων τους που πραγματεύονται την περιφρόνηση της δόξας, έγραψαν τα ονόματά τους», όπως λέει ο Κικέρων στο πρώτο βιβλίο των Τουσκουλανών[19].
(3) Ο ίδιος ο Κικέρων, μιλώντας ενώπιον του Ιουλίου Καίσαρα σε αυτήν ακριβώς την αίθουσα[20], λέει μεταξύ άλλων: «Δεν θα μπορούσες ασφαλώς να αρνηθείς, όσο σοφός κι αν είσαι, ότι λαχταράς υπέρμετρα τη δόξα»[21]. (4) Να πω κι άλλα; (5) Απολύτως αληθές είναι κι αυτό που, σε διαφορετικό σημείο, λέει πάλι ο Κικέρων: «Μετά βίας θα μπορούσε να βρεθεί κάποιος που υπέμεινε δοκιμασίες και αντιμετώπισε κινδύνους, και δεν επιθυμεί σαν ανταμοιβή για όσα πέτυχε τη δόξα»[22]. (6) Εδώ ταιριάζουν και τα παρακάτω λόγια του Οβιδίου:
«Διεγείρει ο ακροατής τον ζήλο, κι αυξάνει με τον
έπαινο η αρετή, κι είν’ ισχυρό το κέντρισμα
της δόξας»[23].
(7) Και για να συνδέσω το δεύτερο σημείο με το πρώτο, θα παραθέσω και τα υπόλοιπα λόγια από τον στίχο του Βιργιλίου που αξιοποίησα προηγουμένως:
«Νικά η αγάπη της πατρίδας κι ο πόθος ο σφοδρός για την τιμή»[24].
Αυτά ως προς το δεύτερο σημείο.
VIII.
(1) Για το τρίτο, για την αφύπνιση της πνευματικής φιλεργίας τρίτων, θα ήθελα να πω μόνον το εξής: αν και υπάρχουν κάποιοι που θεωρούν ντροπιαστικό να ακολουθούν τα ίχνη άλλων, είναι πολύ περισσότεροι εκείνοι οι οποίοι διστάζουν να βαδίσουν σε δύσκολο μονοπάτι δίχως φερέγγυο οδηγό. Ιδίως στην Ιταλία, έχω γνωρίσει πολλούς καλλιεργημένους και ταλαντούχους άνδρες που έχουν αφοσιωθεί στις ποιητικές σπουδές, άνδρες των οποίων η ψυχή διψά για αυτά τα πράγματα, κι όμως μένουν στάσιμοι· θες από συστολή, θες από νωθρότητα, θες από έλλειψη αυτοπεποίθησης, ή -όπως μάλλον υποψιάζομαι- από ταπεινότητα και μετριοφροσύνη, πάντως δεν τολμούν να βαδίσουν σ’ αυτό το μονοπάτι. (2) Εγώ, λοιπόν, ίσως παράτολμα, μα, νομίζω, χωρίς πρόθεση αξιόμεμπτη, όσο οι υπόλοιποι παραμένουν συγκρατημένοι, δεν δείλιασα να αναδειχθώ οδηγός σε αυτό το καταπονητικό και -οπωσδήποτε- επικίνδυνο μονοπάτι, ώστε πολλοί, μετά από εμένα, να το ακολουθήσουν. Και αυτά ως προς το τρίτο σημείο.
IX.
(1) Έτσι, λοιπόν, η τριπλή εκείνη δυσκολία υποχώρησε μπρος στην αντίθετή της. Δεν αρνούμαι ότι, σε αυτήν την πάλη, με βοήθησε πολύ η εγρήγορση πνεύματος που μου χαρίστηκε από ψηλά, από τον χορηγό όλων των αγαθών· κι εννοώ, φυσικά, τον Θεό, ο οποίος, όπως λέει ο Πέρσιος, θα μπορούσε να αποκληθεί:
«της τέχνης ο διδάσκαλος και δωρητής ταλέντου»[25].
(2) Αφού, λοιπόν, μέσα από αντιξοότητες, και με τη βοήθεια του Θεού, έφθασα τελικά εκεί που λαχταρούσα, είναι λογικό να ελπίζω σε κάποια επιβράβευση των κόπων μου. Εντούτοις, νομίζω ότι είναι θεμιτό, πριν ολοκληρώσω την ομιλία μου, να περιλάβω λίγα λόγια για την ιδιότητα του ποιητή, καθώς και για τη φύση της ανταμοιβής που επιζητώ. (3) Για το πρώτο, δυο λόγια αρκούν. (4) Πρέπει να γνωρίζετε, λαμπρότατοι άνδρες, ότι το έργο και η αποστολή του ποιητή δεν είναι αυτά που πολλοί, ή σχεδόν όλοι, νομίζουν· γιατί, όπως κομψά λέει ο Λακτάντιος, στο πρώτο βιβλίο των Διδασκαλιών: «Δεν γνωρίζουν ποιο είναι το όριο της ποιητικής αδείας, σε ποιο, δηλαδή, βαθμό δικαιούται κανείς να επινοεί πράγματα, αφού το έργο του ποιητή έγκειται στο να αποδίδει και να μεταπλάθει με λεπταισθησία πράγματα που έχουν συμβεί, σε κάτι διαφορετικό -παρεμφατικά απεικονισμένο. Όμως, το να γράφεις πράγματα τα οποία επινοείς εσύ εξ ολοκλήρου, δείχνει ότι είσαι περισσότερο ένας ανόητος και ένας ψεύτης, παρά ποιητής»[26]. Αυτά λέει ο Λακτάντιος. (5) Κι ο Μακρόβιος, στο δεύτερο υπόμνημά του για το έκτο βιβλίο του Περί πολιτείας, αναφέρει το εξής: «Θεωρούν ότι ο Όμηρος, η πηγή και προέλευση όλων των επινοήσεων για τους θεούς, υπό το πέπλο της ποιητικής μυθοπλασίας, παρέδωσε αλήθειες που αντιλαμβάνονται οι σοφοί. Όταν λόγου χάρη γράφει ότι ο Δίας, μαζί με τους άλλους θεούς -δηλαδή τα άστρα- κατέβηκε στον Ωκεανό γιατί οι Αιθίοπες τον είχαν καλέσει σε φαγοπότι[27], πιστεύουν ότι, με αυτή τη μυθολογική απεικόνιση, ο Όμηρος εννοούσε αλληγορικά ότι η υγρασία αποτελεί τροφή για τα ουράνια σώματα[28]. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο θεωρεί τους Αιθίοπες επικεφαλής των ουράνιου φαγοποτιού[29], επειδή, πλάι στις όχθες του ωκεανού κατοικούν μόνον οι Αιθίοπες, οι οποίοι, εξαιτίας του συμπλησιάσματος του ηλίου, υφίστανται το καψάλισμα της όψης τους και το χρώμα τους γίνεται μαύρο»[30]. Αυτά αναφέρει ο Μακρόβιος. (6) Θα απαιτούσε πολύ χρόνο να διεξέλθω αυτό το ζήτημα αναλυτικά. (7) Aν υπήρχε αρκετός χρόνος, και δεν φοβόμουν να προκαλέσω δυσφορία στα αυτιά σας[31], θα μπορούσα εύκολα να σας αποδείξω ότι οι ποιητές, κάτω από το πέπλο της μυθοπλασίας, εξέθεσαν αλήθειες φυσικές, ηθικές ή ιστορικές. Έτσι, θα καθίστατο σαφές αυτό που συνηθίζω να λέω: ανάμεσα στο έργο του ποιητή και το έργο του ιστορικού ή του φιλοσόφου, είτε ηθικού είτε φυσικού, υπάρχει τόση διαφορά όση υπάρχει ανάμεσα σε έναν συννεφιασμένο και έναν αίθριο ουρανό, αφού και στις δύο περιπτώσεις, η λαμπρότητα του αντικειμένου είναι μεν η ίδια, αλλά αλλάζει ανάλογα με την αντίληψη των παρατηρητών. (8) Έτσι όμως εκδηλώνεται η γλυκύτητα της ποίησης: όσο πιο κοπιαστικά αναζητάς την αλήθεια της, τόσο περισσότερο γλυκαίνεσαι όταν τη βρίσκεις. Χωρίς να μιλώ τόσο για μένα, ελπίζω τούτο να επαρκεί για την κατανόηση της αποστολής ενός ποιητή. Όσο και αν με ευχαριστεί να δοκιμάζομαι στην ποίηση, δεν θα ήθελα να δίνω την εικόνα ενός ποιητή που δεν είναι τίποτε παραπάνω από ποιητής.
X.
(1) Απομένει τώρα να μιλήσω για την επιβράβευση, στην οποία, παρόλο που μπορεί να μην μου οφείλεται, σε κάθε περίπτωση προσβλέπω και ελπίζω. Η επιβράβευση έχει, δίχως αμφιβολία, πολλές όψεις. (2) Συμπαρομαρτεί, πρώτα-πρώτα, τη θέλξη της προσωπικής δόξας. Αυτό, όμως, είναι κάτι για το οποίο έχω ήδη μιλήσει αρκετά. (3) Εξασφαλίζει, επίσης, την αθανασία του ονόματος, και αυτό με τρόπο διττό, αφού δεν αφορά μόνον το όνομα του βραβευόμενου, μα και το όνομα εκείνων στους οποίους αποδίδει τιμή ο ποιητής. (4) Για το πρώτο μιλάει με περισσή αυτοπεποίθηση ο Οβίδιος στο τέλος των Μεταμορφώσεων:
«Και τώρα έχει πια συντελεστεί τούτο το έργο μου· οργή του Δία,
ξίφος, φωτιά και χρόνος φθαρτικός δε θα μπορέσει να το αφανίσει»[32].
Και ισχύουν εξίσου όσα γράφει μέχρι τον τελευταίο στίχο. (5) Για το ίδιο θέμα, ο Στάτιος, στο τέλος της Θηβαΐδας, γράφει:
«Θηβαΐδα, που για σε δώδεκα χρόνια ξαγρυπνώ,
θ’ αντέξεις στον χρόνο; Θα σε διαβάζουν όταν ο
κύρης σου δεν θα υπάρχει πια;»[33]
και όσα ακολουθούν μέχρι το τέλος του έργου. (6) Για το δεύτερο μιλάει ο Βιργίλιος στο ένατο βιβλίο:
«Μακάριοι κι οι δυο σας! Μερτικό στη δύναμη αν έχουν τούτοι οι στίχοι,
ποτέ για σας δε θα’ ρθει ο καιρός που λησμονιά θα σβήσει τ’ όνομά σας
όσο του Αινεία γόνοι και βλαστοί στο στεριωμένο βράχο θα εδρεύουν
του Καπιτωλίου κι εξουσιαστής του κόσμου θα’ ναι άρχοντας Ρωμαίος»[34].
(7) Και για το ίδιο γράφει ο Στάτιος στη Θηβαΐδα:
«Κι εσείς θα επιζήσετε στη μνήμη, ευλογητοί,
τι κι αν η λύρα μου, η πιο φτωχική, σας τραγουδά»[35].
(8) Και για τα δύο ταυτόχρονα μιλάει στο ένατο βιβλίο ο Λουκανός:
«Εμένα και σένα θα διαβάζουνε οι κατοπινοί·
τα Φαρσάλια θα ζουν, δεν τα απειλεί ο ζόφος»[36].
(9) Και, πράγματι, υπάρχουν πολλοί άνδρες που όσο ζούσαν ήταν ένδοξοι και θα άξιζε να τους θυμόμαστε για τα γραπτά τους ή για τα πολεμικά τους κατορθώματα, και το όνομα των οποίων, με το πέρασμα του χρόνου, περιήλθε σε λήθη, μόνον και μόνον επειδή τούτοι δεν γνώριζαν πώς να εκμυστηρευθούν όσα είχαν στον νου τους στην ασφαλή και σταθερή γραφίδα ενός πιο λόγιου ανθρώπου. (10)[37] Γιατί, όπως λέει ο Κικέρων στο πρώτο των Τουσκουλανών: «Είναι πιθανό ένας συγγραφέας να έχει ορθές ιδέες και όμως να μην είναι ικανός να τις αποδώσει με εκλεπτυσμένο ύφος […]. Το να αποτυγχάνει, δε, να γοητεύσει τον αναγνώστη προσφέροντάς του κάποια ικανοποίηση, μαρτυρεί άνθρωπο που κάνει ανεπίτρεπτη κατάχρηση του ελεύθερου χρόνου του και της γραφίδας του»[38]· αυτά για το ποιοι είναι πραγματικά λόγιοι. (11) Άνδρες δε ισχυροί και ικανοί στη μάχη, παρόλο που το όνομά τους άξιζε να μείνει αθάνατο, περιήλθαν στη λήθη επειδή δεν είχαν την τύχη να αποτελέσουν αντικείμενο ενός κατάλληλου συγγραφέα. (12) Γι’ αυτό, μαζί με τα σώματά τους, θάφτηκε και η φήμη τους, όπως πολύ κομψά το θέτει ο Οράτιος στις Ωδές: «Γενναίοι πολλοί πριν απ’ τον Αγαμέμνονα εζήσαν, μα όλους τους πνίγει άκλαυτους το σκότος». Κι ακολουθεί η αιτία:
«Γιατί στερήθηκαν τον βάρδο τον ιερό»[39].
(13) Τούτο το διείδαν ορισμένοι επιφανείς άνδρες. Αυτοί είχαν στο πλάι τους ποιητές και τους παρείχαν μεγάλες τιμές, φροντίζοντας να υπάρχει κάποιος ικανός να διαιωνίσει τον έπαινό τους στους μεταγενέστερους. (14) Τούτο το αναλύει διεξοδικά ο Κικέρων στην αγόρευσή του υπέρ του Αύλου Λικινίου Αρχία, για την οποία κάναμε λόγο προηγουμένως. (15) Ούτε υπάρχει κάτι το παράδοξο στο γεγονός ότι οι επιφανείς πολεμικοί ηγέτες αγαπούν τους επιφανείς ποιητές αφού, όπως θέτει ως αρχή ο Κλαυδιανός:
«Χαίρεται η ανδρεία, μάρτυρες να ’χει τις Μούσες·
έργα άξια ωδής, η ίδια η ωδή ποθεί»[40].
(16) Σε ό,τι δε αφορά τη δόξα που κερδίζει κανείς στη γη, αληθεύει αυτό που λέει ο Οράτιος:
«Λίγο διαφέρει η άγνωστη ανδρεία, απ’ τη θαμμένη
αθαρρεσιά»[41].
(17) Και, βέβαια, τούτο εξηγεί και το απόφθεγμα του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα, ο οποίος, όταν επισκέφθηκε τον τάφο του Αχιλλέα, λέγεται ότι είπε αναστενάζοντας: «Τυχερέ νέε, που βρήκες τέτοιο διαλαλητή της ανδρείας σου!»[42], εννοώντας τον Όμηρο, τον κορυφαίο των ποιητών, ο οποίος ασφαλώς εδραίωσε τη δόξα του Αχιλλέα με την εξαίρετη ποίησή του. Αυτά μέχρι εδώ. (18) Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι με τους οποίους επιβραβεύονται οι ποιητές, τους οποίους εδώ θα παραλείψω προς το παρόν, προκειμένου να επικεντρωθώ στις δάφνες.
XI.
(1) Η δάφνη λοιπόν, που απονέμεται τόσο στους αυτοκράτορες όσο και στους ποιητές, είναι στεφάνι πλεγμένο από δαφνόφυλλα -αν και το στεφάνι που δινόταν στους ποιητές φτιαχνόταν από μυρτιά, μερικές φορές από κισσό και μερικές φορές συνίστατο σε ένα απλό διάδημα. Τούτη την ποικιλία, εγώ ο ίδιος τη συνόψισα, σε κάποια επιστολή, στους παρακάτω στίχους:
«Τώρα όμως σωπαίνουνε, δάφνη, μυρτιά, κισσός,
και το ιερό διάδημα που πρέπει στους κροτάφους»[43].
(2) Για να μην μακρηγορήσω, όμως, αφήνοντας κατά μέρος τα άλλα φυτά, πρέπει να εξετάσω συνοπτικά τις ιδιότητες της δάφνης. (3) Πρώτα-πρώτα αυτό το δέντρο είναι ευωδιαστό. Αυτό το ομολογεί η ίδια μας η αίσθηση, μα κι ο Βιργίλιος, στο έκτο της Αινειάδας:
«…σε σύδεντρο βαθύ, μυριστικό από τη δάφνη»[44].
Και στα Βουκολικά, στη δεύτερη Εκλογή, λέει:
«Κι εσάς θα κόψω, δάφνες, με τις πλαϊνές σας τις μυρτιές,
γιατί πλεχτά αναδίδετε, γλυκιά ανθοπνοή»[45].
(4) Τούτο μπορούμε να το εκλάβουμε ως την ευωδιά της καλής φήμης, την οποία τόσο αναζητούν οι αυτοκράτορες και οι ποιητές. (5) Κι αν όντως αποτελούμε μια σύνθεση ψυχής και σώματος, αντίστοιχοι είναι και οι τρόποι με τους οποίους επιζητούμε τη δόξα. Βέβαια, όσο βρισκόμαστε σ’ αυτήν τη ζωή, το ένα χρειάζεται τη βοήθεια του άλλου, όμως κανείς δεν αμφιβάλλει ότι στα κατορθώματα του σώματος αγωνίζονται για τη δόξα οι αυτοκράτορες, ενώ στην ψυχή στρέφονται για τη δόξα οι ποιητές. (6) Αφού, λοιπόν, από διαφορετικούς μεν δρόμους, μα προς τον ίδιο σκοπό αποβλέπουν αυτοκράτορες και ποιητές, ήταν απολύτως ταιριαστό να θεσπιστεί κοινό βραβείο για τους δύο: η ευωδία ενός δέντρου ευωδιαστού, που συμβολίζει την καλή φήμη και τη δόξα. (7) Επιπλέον, αυτό το δέντρο είναι σκιερό και προσφέρει απάγκιο σ’ όσους εργάζονται σκληρά. Γι’ αυτό και ο Οράτιος, στην τεσσαρακοστή τέταρτη Ωδή γράφει:
«Η δάφνη η πυκνόφυλλη θα αποκρούσει
τα πύρινα χτυπήματα [του ήλιου]»[46].
Και στην τεσσαρακοστή έκτη:
«Το σώμα το ταλαίπωρο από μακρά εκστρατεία
απόθεσε κάτω απ’ τη δάφνη μου…»[47].
(8) Κι αυτή η ιδιότητα της δάφνης συνδέεται εύστοχα με τους αυτοκράτορες και τους ποιητές, αφού προσφέρει ανάπαυση στους μεν μετά από τους κόπους του πολέμου, στους δε προσφέρει ανάπαυση μετά από τους κόπους της ποιητικής σπουδής. (9) Λένε, μάλιστα, ότι το φύλλο αυτού του δέντρου, καθώς είναι εκ φύσεως αμάραντο, προστατεύει κι από τη φθορά τα βιβλία ή άλλα πράγματα στα οποία αποκουμπιέται. Κι αυτό ταιριάζει ιδιαιτέρως στους ποιητές, των οποίων τα έργα προστατεύουν αναμφίβολα απ’ τη φθορά τόσο τη δική τους φήμη, όσο και τη φήμη άλλων. (10) Είναι, επιπλέον, δέντρο ιερό, φοβερό και σεβάσμιο, γι’ αυτό και ο Βιργίλιος γράφει στο έβδομο της Αινειάδας:
Σε άδυτο βαθύ, καταμεσής στο ανάκτορο εφύτρωνε μια δάφνη·
το φύλλωμά της ήταν ιερό κι η σέβαση τη φύλαξε για χρόνια»[48].
Πλάι της είθιστο να στήνουν βωμούς, σύμφωνα με όσα λέει ο ποιητής στο δεύτερο βιβλίο:
«Καταμεσής του οίκου, ανοιχτός στο φως του αιθέρα μέγας ορθωνόταν
ένας βωμός και δάφνη παλαιική παράπλευρα επάνω του γερμένη
κρατούσε τους εφέστιους θεούς με σκιερό αγκάλιασμα…»[49].
Και θεωρούνταν ταιριαστή με ιερά τελετουργικά, γι’ αυτό και στο τρίτο βιβλίο της Αινειάδας αναφέρεται:
«[…] του Φοίβου ιερέας,
με στέμμα από δάφνη ιερή κι ανάδημα στην κεφαλή του»[50]
Ο δε Λουκανός, στο έκτο βιβλίο γράφει:
«Γι’ αυτό και δάφνες Θεσσαλικές στα Πύθια πηγαίνουν»[51]·
(11) Χρησίμευε δε στη διακόσμηση όχι μόνο των ναών, αλλά και του ίδιου του Καπιτωλίου. Ο Λουκανός στο πρώτο βιβλίο γράφει:
«[…] το Καπιτώλιο ζητά τις ιερές τις δάφνες»[52].
(12) Δεν θα με φτάσει η μέρα αν αναφέρω όλα τα σχετικά χωρία. Βέβαια, πέρα κι από όλα αυτά, θα μπορούσα να υποστηρίξω το γεγονός ότι η δάφνη ταιριάζει τόσο στους αυτοκράτορες όσο και στους ποιητές, επικαλούμενος χίλιες δυο αυθεντίες, οι οποίες αποδίδουν την ιδιότητα του ‘ιερού’ και στους δύο. Με συγκρατεί μόνον αυτό που λέει ο Κικέρων: «δεν είναι αναγκαίες οι μαρτυρίες για ζητήματα που είναι βέβαια»[53]. (13)[54] Για το δέντρο όμως αυτό, αναφέρονται τρία ακόμα χαρακτηριστικά που πρέπει να τονιστούν: πρώτον ότι, όταν επιθέτουν δάφνη σε κάποιον που κοιμάται, τούτη κάνει τα όνειρά του αληθινά. Αυτό την καθιστά ιδιαιτέρως κατάλληλη για τους ποιητές οι οποίοι, καθώς λένε, το’ χουν συνήθειο να ονειρεύονται στον Παρνασσό. Γι’ αυτό λέει ο Πέρσιος
«[…] δεν έχω ονειρευτεί στον δίκορφο τον Παρνασσό»[55]
και τα υπόλοιπα. Τούτο λέγεται αλληγορικά, για να δηλώσει ότι, στα γραπτά των ποιητών, που μοιάζουν για κείνους που δεν τα κατανοούν με ονειροφαντασίες, υπάρχει μια κρυμμένη αλήθεια. Γι’ αυτό και λέγεται ότι αν ακουμπήσουμε στο κεφάλι των ποιητών δάφνη, τούτη κάνει τα όνειρά τους αληθινά. (14) Τούτο μπορεί να ιδωθεί και από άλλη σκοπιά: στον βαθμό που υπόσχεται πρόγνωση του μέλλοντος, η δάφνη φαίνεται να προσιδιάζει πολύ ταιριαστά στον Απόλλωνα, τον θεό της μαντικής, εξ ου και τον παρουσιάζουν να ερωτεύεται τη Δάφνη. Θα το εξηγήσω λίγο πιο κάτω αυτό. (15) Αφού, λοιπόν, ο Απόλλων θεωρούνταν θεός των ποιητών, δεν ήταν καθόλου παράξενο να στεφανώνονται οι άξιοι ποιητές με τα φύλλα εκείνου του θεού στη βοήθεια του οποίου πίστευαν ότι βασίζονται, και τον οποίο αποκαλούσαν ‘θεό του ταλέντου’. (16) Η δεύτερη[56] από τις τρεις ιδιότητες είναι η αιώνια ανθοφορία αυτού του δέντρου, για την οποία σωστά έχει γραφτεί:
«Δεν φθείρει δάφνη η χειμωνιά, και η φωτιά χρυσάφι»[57].
(17) Η δάφνη, γι’ αυτό ταιριάζει εξίσου και στους δύο, στους αυτοκράτορες, δηλαδή, και στους ποιητές, διότι προσφέρει αθανασία. Αυτό το χαρακτηριστικό κατέστησε τη δάφνη λατρευτή στον Φοίβο, και ταυτόχρονα συνδέθηκε μαζί του στη λατρεία. Και γι’ αυτό αναφέρεται στα Βουκολικά:
«Της Κύπριδας η όμορφη μυρτιά, του Φοίβου η δάφνη»,
ενώ στο έβδομο της Αινειάδας ο ίδιος ποιητής γράφει ότι τη δάφνη:
«Την είχε βρει ο Λατίνος τον καιρό που στέριωνε της πόλης του το κάστρο
Κι όλοι ανιστορούσαν πως αυτός την είπε ιερό του Φοίβου δέντρο»[58].
(18) Κι αυτό ήταν το έναυσμα για τη δημιουργία του μύθου ότι ο Φοίβος ερωτεύτηκε τη Δάφνη. Διότι ‘δάφνη’ στα ελληνικά —όπως βεβαιώνει κι ο Ουγoύτιος[59]— είναι το δέντρο που αποκαλούμε στα λατινικά ‘laurus’. Τον μύθο αυτό μπορεί να τον διαβάσει κανείς αναλυτικότατα στο πρώτο βιβλίο των Μεταμορφώσεων[60]. Η δε μυθοπλασία έχει κι εδώ κάποια λογική εξήγηση. Αν και, πράγματι, κάθε δέντρο είναι αγαπητό στον ήλιο, αφού από αυτόν πηγάζει όλη η βλάστηση και η ζωή του, εκείνο όμως που αποκαλείται πιο ταιριαστά ‘λατρευτό’, είναι αυτό το οποίο έχει περικοσμηθεί με φύλλωμα αειθαλές. Κι η αθανασία του φυλλώματος, η οποία συμβολίζει την αθανασία της φήμης στην οποία οι άνθρωποι αποβλέπουν είτε με έργα πολεμικά, είτε με έργα του πνεύματος, θα μπορούσε να ήταν η αιτία γιατί με φύλλα δάφνης προτιμούσαν να στεφανώνονται τόσο οι αυτοκράτορες, όσο και οι ποιητές. (19) Η τρίτη και τελευταία σημαντική ιδιότητα της δάφνης είναι ότι, κατά την κοινή ομολογία όλων όσων έγραψαν φυσικές πραγματείες, τούτο το δέντρο δεν κεραυνώνεται[61] -τι μέγα και εξέχον προνόμιο! Kαι, για να συνεχίσω όπως ξεκίνησα, τούτος πρέπει να ήταν ο λόγος που το δέντρο αυτό […][62]. Πλήττει άραγε πιο βίαιο κεραυνοβόλημα τους ανθρώπους από την αιωνιότητα του χρόνου, που αναλώνει τα πάντα, και τα έργα, κι όλες τις υποθέσεις των θνητών, μα και τη φήμη; (20) Δίκαια, λοιπόν, με τα φύλλα του δέντρου που αψηφά τον κεραυνό στεφανώνονται εκείνοι των οποίων η δόξα αψηφά αυτό ακριβώς που όλα τα άλλα καταβάλλει: το πέρασμα του χρόνου. (21) Ακούσατε, πια, το σκεπτικό που ανέπτυξα, χωρίς ιδιαίτερη προμελέτη -ωσάν εκ του προχείρου. (22) Ότι τούτο ισχύει, πάντως, ότι, δηλαδή, και οι αυτοκράτορες και οι ποιητές στεφανώνονται με φύλλα δάφνης, θα μπορούσε να αποδειχθεί με αναρίθμητες μαρτυρίες, υπάρχουν δε αρκετές τόσο για τους μεν, όσο και τους δε. Για τους αυτοκράτορες μιλάει ο Οράτιος στην τεσσαρακοστή Ωδή:
«Κι η δάφνη του’ δωσε αιώνιες τιμές
Στον θρίαμβο τον Δαλματικό»[63].
(23) Για τους ποιητές γράφει ο Στάτιος στη Θηβαΐδα:
«Θα’ λθει καιρός που ισχυρή, δαφνοστεφανωμένη
έμπνευση τα έργα σου θα άδει»[64].
(24) Και για τους δύο μαζί μιλάει και πάλι ο Στάτιος στην Αχιλληΐδα:
«Σε σένα δίδυμες δάφνες θάλλουν σ’ αντιμαχία·
του ποιητή και του ηγέτη…»[65].
(25) Κι ας θεωρηθούν αυτά αρκετά για τη δάφνη την αυτοκρατορική, και τη δάφνη την ποιητική.
XII.
(1) Πολλά, βέβαια, θα μπορούσαν να ειπωθούν ακόμα για τις πηγές της ποίησης, για τις κατηγορίες και την ποικιλία των ποιητών, καθώς και για άλλα σχετικά και εξαιρετικά ενδιαφέροντα θέματα. Εντούτοις, όσο πιο απερίσπαστη βλέπω την προσοχή σας, τόσο πιο επιμελώς πρέπει να προσέξω μήπως τη διαταράξω με φλυαροκοπία, ή να προσβάλω με κάποιον τρόπο τα υπομονετικότατα αυτιά σας. Ολοκληρώνω, λοιπόν, λέγοντας το εξής. (2) Το αν θα μου δοθούν τα δύο πρώτα είδη επιβράβευσης, το ξέρει ο Θεός κι η τύχη μου. Θα το μάθετε κι εσείς, άρχοντες και φίλοι μου, θα το μάθουν κι αυτοί που θα γεννηθούν μετά από εσάς, οι οποίοι και ελπίζω να εκφέρουν μια στέρεη και δίκαιη κρίση για εμένα. Εξάλλου, όπως λέει ο Κικέρων, «τούτοι θα κρίνουν χωρίς φιλία ή συμφέρον, χωρίς εχθρότητα ή φθόνο»[66]. (3) Την τρίτη επιβράβευση, όμως, το δαφνοστεφάνωμα το ποιητικό, ό,τι και να γίνει με τις άλλες δύο, ταπεινά ζητώ να το λάβω από τα χέρια σου, λαμπρότατε Συγκλητικέ[67]. Ως προς αυτό έχει εκφραστεί ήδη παράκληση από τον περίλαμπρο βασιλιά της Σικελίας[68], χάρις στην υψηλότατη και βαθύτατη κρίση του οποίου αξιώθηκα, αν και ανάξιος, αυτήν την τιμή, και στον οποίο, εξάλλου, σύμφωνα με ένα πανάρχαιο έθιμο του ρωμαϊκού λαού, έχει ανατεθεί αυτή η δικαιοδοσία.
Η μετάφραση ακολουθεί την πρώτη –και πιο αξιόπιστη– κριτική έκδοση του Godi (1970, 13-27)
///
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Βιργίλιος, Γεωργικά, 3. 291-292.
[2] Ιδ. Κικέρων, Tusc. Disp., 4, 3, 6 κ.ε.
[3] Κικέρων, De inventione, 1, 25, 36.
[4] Κικέρων, Pro Archia, 8, 18-19.
[5] Πρβλ. τη φανταστική επιστολή του Πετράρχη στον Βάρρωνα (Ep. Fam, 24, 6).
[6] Τη σύνδεση μεταξύ vates και vis mentis αποδίδει στον Βάρρωνα ο Ισίδωρος της Σεβίλλης (ιδ. Orig., 8, 7, 3).
[7] Γιουβενάλης, Sat., 7. 66-68. Πρβλ. Αινειάδα, 7. 445-466.
[8] Λουκανός, De bello civili, 9. 980.
[9] Βιργίλιος, Γεωργικά, 1. 145-146.
[10] Γιουβενάλης, 7. 69-71. Πρβλ. Αινειάδα, 7. 341 κ.ε. Εδώ η Ερινύα συμβολίζει όχι μόνον τη θεϊκή μανία/έμπνευση που χαρίζει στο έπος την ορμή του, μα, συνεκδοχικά, και τον ίδιο τον ποιητή. Ιδ. S. Clément-Tarantino, ‘Caderent omnes a crinibus hydri. The Problems of the Irrational in the Juno and Allecto Episode in Aeneid 7’, εις P. Hardie (επιμ.), Augustan Poetry and the Irrational, Οξφόρδη, 2016, 263-264.
[11] Γιουβενάλης, 7. 53-62.
[12] Ο Πετράρχης εννοεί τον Λεύκιο Βάριο Ρούφο, το όνομα του οποίου, όπως εξηγεί ο Wilkins (Studies…, σ. 303, σημ. 9) αναφερόταν ως ‘Varus’ σε ορισμένα χειρόγραφα.
[13] Ο Δεκέμβρης ήταν ο μήνας κατά τον οποίο εορτάζονταν τα Saturnalia.
[14] Γιουβενάλης, 7. 27-35.
[15] Κικέρων, Catil. 4, 6, 11.
[16] Είναι άγνωστο από πού αντλεί αυτήν την πεποίθηση ο Πετράρχης.
[17] Αινειάδα, 6. 823.
[18] Κικέρων, De legibus, 2, 2, 4.
[19] Κικέρων, Disp. Tusc., 1, 15, 34-35.
[20] Ο Quezada-Alameda (σ. 102, σημ. 62) επισημαίνει εδώ την ιστορική ανακρίβεια.
[21] Κικέρων, Pro Marcello, 8, 25.
[22] Κικέρων, De officiis, 1, 19, 65.
[23] Οβίδιος, Ex Ponto, 4, 2. 35-36.
[24] Αινειάδα, 6. 823.
[25] Πέρσιος, Sat., Πρόλογος, 10.
[26] Λακτάντιος, Div. Inst., 1, 11, 24-25.
[27] Πρβλ. Ιλιάδα, Α. 423-425.
[28] Πρβλ. Μακρόβιος, Saturnalia, 1, 23. 1-9.
[29] Πρβλ. Ιλιάδα, Ψ. 205-207.
[30] Μακρόβιος, In somnium Scipionis, 2, 10, 11.
[31] Πρβλ. Οράτιος, Epist., 2, 1. 214-216.
[32] Μεταμορφώσεις, 15. 871-872. Μτφρ Θ. Παπαγγελή.
[33] Θηβαΐδα, 12. 810-812.
[34] Αινειάδα, 9. 446-449. Μτφρ. Θ. Παπαγγελή.
[35] Θηβαΐδα, 10. 445-446. Σαφής η έμμεση αναφορά στον Βιργίλιο και το ένατο βιβλίο της Αινειάδας.
[36] Λουκανός, 9. 985-986.
[37] Στην έκδοση του Godi (1970, σ. 22) υπάρχει σε αυτό το σημείο μια lacuna στην αρίθμηση.
[38] Disp. Tusc., 1, 3, 6.
[39] Οράτιος, Ωδές, 4, 9. 25-28.
[40] Κλαυδιανός, De cons. Stil., 3, praef. 5-6.
[41] Οράτιος, Ωδές, 4, 9. 29-30.
[42] Κικέρων, Pro Archia, 10, 24. Πρβλ. Αρριανός, Αλεξ. Ανάβ. 1, 12, 1.
[43] Ιδ. Responsio Francisci Florentini ad Reinaldum, εις ‘La prima corrispondenza poetica fra Rinaldo da Villafranca e Francesco Petrarca, ritrovata e pubblicata da M. Feo’, Quaderni petrarcheschi, 4, 1987, σ. 21.
[44] Αινειάδα, 6. 658. Μτφρ. Θ. Παπαγγελή.
[45] Εκλογές, 2. 54-55.
[46] Οράτιος, Ωδές, 2, 15. 9-10.
[47] Ό.π., 2, 7. 18-19.
[48] Αινειάδα, 7. 59-60. Μτφρ. Θ. Παπαγγελή.
[49] Ό.π. 2. 512-514. Μτφρ. Θ. Παπαγγελή.
[50] Ό.π., 3. 80-81. Μτφρ. Θ. Παπαγγελή.
[51] Λουκανός, 6. 409.
[52] Ό.π., 1. 287.
[53] Κικέρων, De officiis, 2, 5, 16.
[54] Άλλη μια lacuna στην αρίθμηση του Godi.
[55] Πέρσιος, Sat. Prol. 2.
[56] Παραβλέπω το ultima μαζί με τον Quezada-Alameda (σ. 120, σημ. 139).
[57] Χιλδεβέρτος του Λαβαρντέν, Vita Mariae Aegyptiacae, I, 1. (=PL, 171, 1321).
[58] Αινειάδα, 7. 61-62. Μτφρ. Θ. Παπαγγελή.
[59] Ουγούτιος της Πίζας, γραμματικός του 12ου αιώνα, συντάκτης του ετυμολογικού οδηγού Derivationes, όπου βρίσκεται και το λήμμα που μνημονεύει ο Πετράρχης.
[60] Ιδ. Μεταμορφώσεις, 1. 452-567.
[61] Πρβλ. Πλίνιος, Nat. Hist., 2, 56, 146. / Σουητώνιος, Tiberius, 69, 1.
[62] Το χειρόγραφο στο οποίο στηρίζεται η κριτική έκδοση είναι φθαρμένο σε αυτό το σημείο του κειμένου. Ιδ. Wilkins, Studies…, σ. 312.
[63] Ωδές, 2, 1. 15-16.
[64] Θηβαΐδα, 1. 32-33. Οι σωστοί στίχοι είναι: «tempus erit, cum Pierio tua fortior oestro / facta canam».
[65] Στάτιος, Αχιλληΐδα, 1. 15-16.
[66] Κικέρων, Pro Marcello, 9, 29-30.
[67] Εδώ απευθύνεται προσωπικά στον Orso dell’ Anguillara.
[68] Ο Ροβέρτος του Ανζού.
///
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Feo, M. ‘Petrarca prima della laurea. Una corrispondenza ritrovata’, Quaderni petrarcheschi, 4, 1987, 35-62.
— ‘Le “due redazioni” della Collatio laureationis’, Quaderni petrarcheschi, 7, 1990, 186-203.
Godi, C. ‘La Collatio laureationis del Petrarca’, Italia Medioevale e Umanistica, 13, 1970, 1-27.
— ‘La Collatio laureationis del Petrarca nelle due redazioni’, Studi petrarcheschi, 5, 1988, 1-58.
Looney, D. ‘The Beginnings of Humanistic Oratory. Petrarch’s Coronation Oration (Collatio Laureationis)’, εις V. Kirkham – A. Maggi (επιμ.), Petrarch. A Critical Guide to the Complete Works, Σικάγο, 2009, 131-150.
Lummus, D. G. The City of Poetry: Imagining the Civic Role of the Poet in Fourteenth-Century Italy, Κέιμπριτζ, 2020.
Quezada Alameda, J. L. La ‘Collatio Laureationis’ de Francesco Petrarca. Traducción y Commentario, Μεξικό, 2015.
Suerbaum, W. ‘Poeta laureatus et triumphans. Die Dichterkrönung Petrarcas und sein Ennius-Bild’, Poetica, 5, 1972, 293-328.
Wilkins, E.H. The Making of the ‘Canzoniere’ and other Petrarchan Studies, Ρώμη, 1951.
— ‘Petrarch’s Coronation Oration’, στου ιδίου, Studies in the Life and Works of Petrarch, Κέιμπριτζ (Μασσαχουσέτη), 1955, 300-313.
McLaughlin, M. L. ‘Humanist concepts of renaissance and middle ages in the tre- and quattrocento’, Renaissance Studies, 2, 1988, 131-142.
*
*
*
