*
2025: Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Μύθοι και πραγματικότητες #7
γράφει ο Θάνος Γιαννούδης
Σειρά άρθρων που καλύπτουν όλη τη διάρκεια του «Αφιερωματικού έτους Μίκη Θεοδωράκη». Ερευνώνται οι διαφορετικές πτυχές της ζωής και του έργου του, οι ιδεολογικές του μεταστροφές, οι συνάφειές του με το μοντερνισμό, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες. Τι μένει εντέλει από το πολύπλευρο έργο του πλέον μείζονος Έλληνα δημιουργού του 20ού αιώνα εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του.
***
Κατά την ύστερη περίοδο της ζωής και του έργου του και κατά τη φάση της πάνδημης και διεθνούς του αναγνώρισης, ο Μίκης Θεοδωράκης υπήρξε υποψήφιος για το Νομπέλ Ειρήνης το 2000 για τη κοινωνική του δράση για τη Δημοκρατία ανά την υφήλιο μέσα στις δεκαετίες. Πέντε χρόνια αργότερα, η λήξη της θητείας του Κωστή Στεφανόπουλου στην Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας το 2005, είχε φέρει έντονα στο προσκήνιο το όνομα του συνθέτη για το ανώτατο πολιτειακό αξίωμα, ως μια προσωπικότητα κοινής αποδοχής που ήταν σε θέση να ενώσει έμπρακτα τον ελληνικό λαό πέρα από κόμματα και ιδεολογίες. Σήμερα, γνωρίζοντας καλά πως και οι δύο υποψηφιότητες (αν η δεύτερη υπήρξε όντως πέραν των αρχικών σκέψεων και των διαρροών) δεν ευδοκίμησαν, αξίζει τον κόπο να στήσουμε στο πλαίσιο της σταθερής φετινής μας στήλης ένα ακόμα ακαδημαϊκό σενάριο, εξετάζοντας τις πιθανές κατευθύνσεις μιας εναλλακτικής πραγματικότητας με τον Μίκη Θεοδωράκη νομπελίστα ή Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Σε τι μπορεί να είχαν αλλάξει η φωνή του, οι δημόσιες τοποθετήσεις του ή η πρόσληψη του έργου του σε μια τέτοια περίπτωση;
///
–> Αν ο Μίκης Θεοδωράκης είχε τιμηθεί με το βραβείο Νομπέλ, η κίνηση αυτή θα προσέδιδε ένα ακόμα μεγαλύτερο κύρος στην ήδη σπουδαία διεθνή του ακτινοβολία, δρώντας, ταυτόχρονα, υποστηρικτικά τόσο για τη διαφήμιση (και) του καλλιτεχνικού του έργου όσο και της ίδιας της Ελλάδας και του πολιτισμού της εν γένει. Συγχρόνως, ο συνθέτης θα ήταν ο μοναδικός Έλληνας καλλιτέχνης που θα βραβευόταν και με το βραβείο Νομπέλ και με το βραβείο Λένιν, γεγονός που δεν θα μπορούσε ντε φάκτο να επαναληφθεί ποτέ ξανά εξαιτίας των ιστορικών ανατροπών που μεσολάβησαν, ξεπερνώντας, έτσι, τις περιπτώσεις Σεφέρη, Ελύτη και Ρίτσου, αντίστοιχα και αποδεικνύοντας το καθολικό εκτόπισμά του mανεξαρτήτως πολιτικών ιδεολογιών και γεωπολιτικών μπλοκ δυνάμεων.
–> Αν ο Μίκης Θεοδωράκης είχε τιμηθεί με το βραβείο Νομπέλ, αναμφίβολα θα λάμβανε χώρα ένα τεράστιο και ανανεωμένο ερευνητικό ενδιαφέρον για εκείνον και το έργο του, πολλαπλάσιο από το αντίστοιχο που γεννήθηκε μετά τον θάνατό του και εφάμιλλο της έκρηξης των σεφερικών και ελυτικών σπουδών που ακολούθησε τις δύο ελληνικές βραβεύσεις. Μελέτες και συνέδρια, τόμοι και ημερίδες, άρθρα και ακαδημαϊκές έδρες θα αξιοποιούσαν το χρονικό timing ώστε να φωτίσουν ευρύτερα επιμέρους πτυχές της δημιουργικής του πορείας, με εκείνον, ωστόσο, ακόμα ζωντανό και δραστήριο. Ταυτόχρονα, θα τύγχαναν πιθανότατα μεγαλύτερης προσοχής ελάσσονα ή ύστερα έργα του, ιδίως της μεταπολιτευτικής περιόδου, καθώς και οι καινούριες του δημιουργίες που θα αποτελούσαν εκ νέου κομβικό γεγονός της εκάστοτε χρονιάς κυκλοφορίας τους, με πιθανή αντανάκλαση και στην ίδια τη μοίρα του έντεχνου και λαϊκού τραγουδιού που στην αλλαγή του αιώνα είχε προ πολλού απομακρυνθεί από το παράδειγμα Θεοδωράκη, κινούμενο προς άλλες κατευθύνσεις.
–> Αν ο Μίκης Θεοδωράκης είχε τιμηθεί με το βραβείο Νομπέλ, κάθε του επόμενη πολιτική κίνηση και δήλωση θα λάμβανε στο εξής αυξημένη βαρύτητα, μιας και θα επενδύονταν με το κύρος της βράβευσης και της διεθνούς ακτινοβολίας που εκείνη θα προσέδιδε. Η περίφημη δήλωση, για παράδειγμα, του Γιώργου Σεφέρη ενάντια στη δικτατορία των Συνταγματαρχών αποτέλεσε γεγονός θεμελιακό στον ελληνικό εικοστό αιώνα που μνημονεύεται μέχρι και σήμερα και ενέπνευσε εκατοντάδες Ελλήνων, ενώ ακόμα και η προσωπική φιλία του Οδυσσέα Ελύτη με άτομα του πολιτικού χώρου αποτέλεσε για εκείνα το έναυσμα ώστε να αξιοποιήσουν λίγη από τη λάμψη του και να αποκομίσουν εφήμερα εκλογικά κέρδη. Στην περίπτωση, τώρα, του Θεοδωράκη, οι κοινωνικές και πολιτικές του παρεμβάσεις στα χρόνια που ακολούθησαν για τα ελληνοτουρκικά, την κρίση χρέους και την εποχή των Μνημονίων, το Μακεδονικό και τη Συμφωνία των Πρεσπών, καθώς και η ίδρυση της πολιτικής κίνησης «Σπίθα» θα χρωματίζονταν σίγουρα πολύ εντονότερα και θα αποκτούσαν διεθνή εμβέλεια, διαμορφώνοντας, ενδεχομένως, διαφορετικά και την εγχώρια πολιτική ζωή και τις σχετικές με εκείνη εξελίξεις.
–> Αν ο Μίκης Θεοδωράκης είχε τιμηθεί με το βραβείο Νομπέλ, τότε ίσως να δινόταν μέσω εκείνου η ευκαιρία στο μέλλον για μια νέα δεξίωση και προβολή και άλλων Ελλήνων καλλιτεχνών, επιστημόνων ή αγωνιστών της Δημοκρατίας, αλλά εκ νέου και της Ειρήνης στο εξωτερικό (προσωπικότητες, λ.χ., όπως οι Γλέζος και Σάντας ήταν τότε ακόμα ζωντανοί). Δεδομένης της σταδιακής στροφής της Σουηδικής Ακαδημίας στις «ελάσσονες» και «περιφερειακές» χώρες πέραν του αγγλοσαξωνικού κόσμου, θα είχε δομηθεί ένα ισχυρό και κυρίως ενταγμένο στον 21ο αιώνα παράδειγμα που θα μπορούσε να δώσει την ευκαιρία και για άλλες ενδεχόμενες μελλοντικές ελληνικές επιτυχίες. Ενδεικτικό της πλήρους απουσίας του ελληνικού αφηγήματος από έναν θεσμό που έδωσε δύο βραβεύσεις στη χώρα μέσα σε είκοσι χρόνια, είναι το ότι μόλις ένα τέταρτο του αιώνα έπειτα από την υποψηφιότητα Θεοδωράκη και σχεδόν μισό αιώνα μετά τη βράβευση του Ελύτη «ακούστηκε» στιγμιαία το όνομα μιας Ελληνίδας πεζογράφου στα επικρατέστερα του έτους της για το βραβείο της Λογοτεχνίας, με την προσωρινή έκλαμψη των ημερών εκείνων να σβήνει ακαριαία άμα τη αποτυχία της.
///
–> Αν ο Μίκης Θεοδωράκης είχε εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας, τότε θα ήταν πολύ πιθανόν η ισχυρή και αυτόνομη προσωπικότητά του να οδηγούσε τον συγκεκριμένο και εν πολλοίς «διακοσμητικό» θεσμό στα όριά του. Ο συνθέτης και πολιτικός, άλλωστε, είχε αποδείξει περίτρανα πως δε δίσταζε στιγμή να συγκρουστεί έντονα με την εκάστοτε πολιτική ηγεσία, όσο «ψηλά» στην ιεραρχία και αν βρισκόταν η τελευταία. Σε μια υποθετική περίπτωση που αναλάμβανε το ανώτατο ελληνικό πολιτειακό αξίωμα, η διαφοροποίηση των θέσεών του σε κρίσιμα γεωπολιτικά ζητήματα των αρχών του 21ου αιώνα, όπως η στάση της χώρας έναντι του ΝΑΤΟ (με το παράδειγμα της μαχητικής αντίστασή του στους βομβαρδισμούς εναντίον της Γιουγκοσλαβίας να στέκει πολύ πρόσφατο), η μη διάθεση επίλυσης του Μακεδονικού ζητήματος στη γραμμή μιας σύνθετης ονομασίας erga omnes, αλλά και το κάλεσμά του για γεωπολιτική προσέγγιση με χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα, πιθανόν να δημιουργούσαν μια ισχυρή ανισορροπία με την επίσημη κυβερνητική γραμμή. Παράλληλα, η κρίση χρέους που μοιραία θα ενέπιπτε χρονικά στη θητεία του και η έναρξη της εποχής των Μνημονίων, όπου ο Θεοδωράκης πρωτοστάτησε μαχητικά (και σε πολύ προχωρημένη πια) ηλικία στους κοινωνικούς αγώνες, θα προκαλούσαν πολύ πιθανόν μια ιδιότυπη κρατική «διαρχία» και δύο αυτόνομα μεταξύ τους πολιτικά «κέντρα».
–> Αν ο Μίκης Θεοδωράκης είχε εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας, σαφέστατα η ήδη εδραιωμένη παγκόσμια φήμη και ακτινοβολία του θα έδιναν νέο διεθνές ενδιαφέρον στον θεσμό, προωθώντας και τις ελληνικές θέσεις σε χώρους και ακροατήρια που υπό συμβατικές συνθήκες δεν θα είχαν ποτέ τη δυνατότητα να φτάσουν και λειτουργώντας και ακόμα πιο προωθητικά για την ίδια την παγκόσμια καλλιτεχνική του ταυτότητα. Συγχρόνως, βέβαια, αρκετές αντιφατικές δηλώσεις που είχε κάνει σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα ανά το παρελθόν για χώρες, καθεστώτα και επιμέρους ηγεσίες, από τη Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια ως τη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ, θα επαναφέρονταν (αποσπασματικά ή εκτός του αρχικού πλαισίου τους) στον διεθνή δημόσιο διάλογο, καλώντας τον να επεξηγήσει, να αναθεωρήσει ή και να άρει τα λεγόμενά του, μιας και πλέον θα ήταν εκείνος η ανώτατη πολιτειακή αρχή της Ελλάδας και η κορύφωση της διπλωματικής της εξακτίνωσης.
–> Αν ο Μίκης Θεοδωράκης είχε εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας, σίγουρα θα έβρισκαν πάτημα για κριτική ορισμένοι από τους μεταπολιτευτικούς επικριτές του, οι οποίοι τον μέμφονταν για συμβιβασμό και ενσωμάτωση στο αστικό καθεστώς, φτάνοντας μέχρι και στο σημείο της ανοιχτής και δημόσιας στοχοποίησής του από νεο-τρομοκρατικές ομάδες. Μια τέτοια κίνηση θα παρείχε αναμφίβολα «νερό στον μύλο» των παραπάνω θεάσεων, ώστε να κάνουν λόγο για καπιταλιστική ενσωμάτωση του δημιουργού, τιμή και αναγνώριση από το ίδιο το σύστημα που κάποτε τον πολεμούσε και τον κυνηγούσε λυσσαλέα, καθώς και για δική του προσαρμογή ή υποταγή στο κατεστημένο, στον πυρήνα του οποίου πλέον θα βρισκόταν εκείνος. Από την άλλη, ίσως κάτι τέτοιο τού άνοιγε περισσότερες πόρτες σε μέσα και φορείς που επέλεξαν επί δεκαετίες να τον περιθωριοποιήσουν ή να τον αναγνώσουν αποσπασματικά (τουλάχιστον πολιτικά) λόγω των επικρίσεών του σε κομβικά ζητήματα που άπτονται της ελληνικής κοινωνικής κατάστασης, μιας και σε μια τέτοια περίπτωση θα πίστευαν πως η Προεδρία της Δημοκρατίας μοιραία θα τον αποριζοσπαστικοποιούσε και θα λείαινε τις οξείες γωνίες και τοποθετήσεις του.
–> Αν ο Μίκης Θεοδωράκης είχε εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας, τέλος, θα είχε παρουσιαστεί πολύ πιο έντονο και ανανεωμένο το ενδιαφέρον για το κατ’ εξοχήν καλλιτεχνικό του έργο, με τρόπο αντίστοιχο μ’ εκείνον που περιγράψαμε και παραπάνω. Μόνο που τώρα θα υπήρχε πολύ πιο μεγάλος κίνδυνος πολιτικών σκοπιμοτήτων που θα υπαγόρευαν μια τέτοια στάση, στο πλαίσιο της επιθυμίας ορισμένων μελετητών και ερευνητικών φορέων για την απόκτηση προνομιακών σχέσεων με την πολιτική εξουσία, όπως έχει συμβεί, εξάλλου, και στο παρελθόν με πολιτικούς που ασχολήθηκαν και με το καλλιτεχνικό πεδίο (φτάνοντας, μάλιστα, μέχρι και σε πρωθυπουργικές και υπουργικές θέσεις). Η τεράστια, ωστόσο, διαφορά εδώ θα ήταν το εκτόπισμα και η αυτονομία του έργου του Θεοδωράκη, το οποίο προφανώς και δεν έχει ανάγκη την οποιαδήποτε διαμεσολάβηση για να απασχολήσει και να επηρεάσει την επιστημονική έρευνα. Το πώς θα εξελισσόταν (και) ένα τέτοιο υποθετικό σενάριο προφανώς και δεν θα μας δοθεί η δυνατότητα να το μάθουμε ποτέ…
*
*
*
