*
της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ
Γιάννης Πάσχος, Ο Χριστός παρακαλάει το σώμα του
να κατέβει απ’ τον σταυρό, Αθήνα, Περισπωμένη, 2024
///
Προλογικοί χοροί διαλόγων [1]
— Το παρατράβηξες
Μια γυναίκα σε περιμένει στο σπίτι να σε πλύνει
Κατέβα επιτέλους νυχτώνει
Δεν αξίζει να πεθάνεις στον σταυρό
Φόβοι ανθρώπων σε οδηγούν.
Με ξέχασες και χώρια αποφασίζεις;
— Ο πόνος που ζω ξεπερνά κάθε μαρτύριο
που θα μπορούσε καρδιά να σκεφτεί
ή θα ήξερε γλώσσα να πει,
χωρίς παρηγοριά ούτε αντίδοτο,
όσο διαρκεί όλο αυτό τόσο πληγώνει:
δεν υπάρχει χειρότερο κακό.
— Αλίμονο, αλίμονο, άθλιο κορμί,
κάνεις ό,τι σου αρέσει,
ό,τι θέλεις με τις ψεύτικες επιθυμίες σου,
και δεν σε νοιάζει τι απομένει.
— Τώρα, θέλω να πεθάνω.
Φύγε αν θέλεις! Φύγε, διάλεξε άλλο σώμα!
Φοβερό του θανάτου το ποδοβολητό.
Μην με αφήνεις μόνο μου.
Σε ικετεύω μη με αφήνεις
— Επίδειξη θανάτου κάνεις!
— Ξίδι; Νερό ζήτησα.
— Κι εγώ σου ζήτησα να κατέβεις.
λάθος σώμα διάλεξα για συντροφιά;
— Εμένα απογοητεύεις! Φοβάσαι τον θάνατο!
Αμετανόητος μου τάζεις και υπόσχεσαι,
φοβάσαι έναν ηρωικό θάνατο που θα μαθευτεί παντού.
Ξέρω γιατί τα κάνεις όλα αυτά!
Εμένα αναγνωρίζουν όλοι.
Χωρίς αμαρτία στιγμή δεν μπορεί ο άνθρωπος να διαρκέσει.
Έκανα άσχημα το καθήκον μου,
μου παραπονέθηκες σαν να ήμουν
ματαιόσχολο και χαζό.
Δεν θα λήξει όμως αυτό όπως επιθυμείς.
Μια άλλη φωνή: Κι οι άνθρωποι
σαν τα ψάρια του μικρού λιμανιού
που έχουν μεγάλα μάτια και δεν βλέπουν τίποτα.
Αλλά ο εθισμός μου αποκαλύφθηκε:
απ’ όσα ονειρευόμαστε τίποτα δεν συμβαίνει.
Η ζωή δεν είναι παρά αβέβαιη κληρονομιά
κανείς δεν ξέρει πώς να βγει
απ’ το κακό αυτό στρατί:
στον κόσμο αυτόν ανάπαυση δεν έχει.
Αργά το παίρνουμε χαμπάρι,
στο ξεψύχισμα.
Πρέπει να περάσετε
σ’ άλλον χορό.
Ό,τι φτιάχνει ο ένας
το χαλάει ο άλλος.
///
Κατά τη διάρκεια του Πάσχα, μετά το βραβευμένο και πολυδιαβασμένο τελευταίο βιβλίο του Το χρονικό ενός δυσλεκτικού, ο Γιάννης Πάσχος κυκλοφορεί την ποιητική σύνθεση Ο Χριστός παρακαλάει το σώμα του να κατέβει απ’ τον σταυρό, ποίημα που αναμετράται ποικιλοτρόπως με την ακλόνητη μυθολογία της σταύρωσης, θέτοντας διαλογικά ζητήματα ζωής και θανάτου, διλήμματα οδύνης και απανωτές εκδοχές, αλλά και προσλήψεις οι οποίες προκαλούν τους αναγνώστες και αναγνώστριες να τις αποκωδικοποιήσουν.
Στο εξώφυλλο παρουσιάζεται ένα μέρος του χεριού και της καρφωμένης παλάμης του Χριστού στον σταυρό από τον πίνακα «Η σταύρωση» του Ματίας Γκρύνεβαλντ. Ο δηλωτικός τίτλος του βιβλίου αναμετράται εξαρχής με τις ηγεμονικές εικόνες που εντάσσονται στο μαρτυρολόγιο του Χριστού την ημέρα της σταύρωσης, καθώς και το ίδιο το γεγονός της. Αν στον χριστιανισμό μια από τις ταυτότητές του είναι το τρίπτυχο «πατήρ, υιός και άγιο πνεύμα», στο βιβλίο η ολότητα αυτή διακόπτεται και με βάση τον τίτλο, ενώ αναμένεται να παρακολουθήσουμε τον διάλογο σώματος και Χριστού, καθώς ο δεύτερος παρακαλεί το σώμα του να κατέβει από τον σταυρό.
Το κείμενο του Πάσχου επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις, ανάλογα με τις σκευές πρόσληψης του κάθε αναγνώστη/αναγνώστριας αλλά και τις ιδεολογικές του τοποθετήσεις. Πάντως, αν κάποιος προσδοκούσε έναν κριτικό θεολογικό στοχασμό που να καταλήγει σε διδακτικά συμπεράσματα για τη νίκη της ζωής επί του θανάτου ή για τη μεσσιανική υπόσχεση που φέρνει στους ανθρώπους η σταύρωση του Χριστού, δεν νομίζω ότι θα τον βρει στο ποίημα του Πάσχου. Τα διλήμματα διατυπώνονται διαρκώς και διατηρούν την αινιγματική τους φύση. Ο ποιητής κατασκευάζει μια τιτάνια σύγκρουση που σε πολλά σημεία μού θύμισε τον Προμηθέα Δεσμώτη και την προσπάθεια του Ωκεανού να του αλλάξει γνώμη και να τον πείσει να εγκαταλείψει την άκαμπτη στάση του, ζητώντας συγχώρεση από τον Δία. Η σύγκρουση αυτή ανάμεσα στον Χριστό και το σώμα του καταγράφει μια διαρκή προσπάθεια μεταξύ τους να μετατοπίσουν τον άλλον, να πείσουν για την αντικειμενικότητα των θέσεων και των επιλογών τους και τελικά να κερδίσουν αυτό που θέλουν: την επανένωσή τους. Το σώμα καλεί τον Χριστό να ενωθεί μαζί του στον Σταυρό και να πεθάνουν αποδεχόμενοι την προβλεπόμενη μοίρα της μεγάλης αφήγησης του θεού ο οποίος, θυσιάζοντας τον γιο του σώζει την ανθρωπότητα και εγκαθιδρύει τη διαχρονικότητα της θρησκείας και των οπαδών της. Ο Χριστός αντίθετα αποποιείται την παραπάνω προσέγγιση, επιθυμεί την αλλαγή αυτού του σχεδίου, συντασσόμενος με τη ζωή, προτάσσοντας κάθε βιωμένο συμβάν του πραγματικού ως μόνης αλήθειας. Αυτά αναγνωρίζονται σε ένα πρώτο επίπεδο, το οποίο όμως δεν είναι οριστικό, και καθώς εξελίσσεται με ορμή, τεχνάσματα, παραφορά και συναισθηματική έξαρση ο μεταξύ τους αγώνας, δημιουργείται ένα παλίμψηστο αντιθέσεων και συνθέσεων με διαρκείς μετατοπίσεις, στις οποίες οι αναγνώστες/στριες καλούνται να πάρουν θέση, γεγονός καθόλου εύκολο.
Σε αυτές τις συνομιλίες αδυσώπητου πάθους και οδύνης, σώμα και Χριστός αντιπαραβάλλονται, συγκρούονται και μετασχηματίζονται, παράγοντας ατέρμονες σχάσεις που δημιουργούνται με τη θραύση και την αντίστιξη πολλών δίπολων. Αν εξαρχής τίθεται η διάσταση ύλης-πνεύματος, όπου το σώμα βρίσκεται μόνο του στον σταυρό, επιθυμώντας τον θάνατό του και μακριά από το πνεύμα του Χριστού, στο κείμενο πολλά άλλα ζεύγη είναι επίσης παρόντα: ζωή/θάνάτος, θεωρία/πράξη, ανεξέλεγκτη επιθυμία/έλεγχος, θεϊκό/ανθρώπινο, χαρά/λύπη, αποδοχή/άρνηση. Είναι όλες αυτές οι αντιστίξεις που συνυφαίνονται μεταξύ τους, οι οποίες λειτουργούν διλημματικά και τροφοδοτούν η μία την άλλη. Τα διλήμματα ζωής/θανάτου και η σχέση ύλης/πνεύματος λειτουργούν αλληλοσυμπληρωματικά: το ένα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο. Στη ρητορική τους λογοδοσία σώμα και Χριστός δημιουργούν μέσα από τις αντιθέσεις και νέες συνθέσεις που προκύπτουν ως προς τις κατασκευές της ζωής και των εκδοχών εαυτού. Στο κείμενο εκτυλίσσονται επίσης πολλαπλές υποκειμενικότητες, ενώ τα διλήμματα έχουν διαφορετικό περιεχόμενο που επίσης αλλάζει διαρκώς. Είναι διλήμματα προσωπικά, φιλοσοφικά, θεολογικά, πολιτικά και η αναζήτηση μιας σταθερής τοποθέτησης ως προς την πρόταξη μιας και μοναδικής αλήθειας δεν είναι τελικά εφικτή κι ας παραμένει η διάκριση ζωής και θανάτου ή η αντίστοιχη επιθυμία για θάνατο ή ζωή. Ακόμα και οι ηθικοδιδακτικές προτροπές του σώματος ή του Χριστού, προκειμένου να πείσουν ο ένας τον άλλον εμπεριέχουν ανατροπές και σκαμπανεβάσματα. Η επιθυμία για την ένωση είναι παράλληλα επιλογή ζωής ή θανάτου και μέχρι τελικής πτώσεως ούτε το σώμα ούτε ο Χριστός υποχωρούν. Ο θάνατος του σώματος στον σταυρό ακόμα και χωρίς τον Χριστό δηλώνει την παντοδυναμία του θανάτου αλλά ταυτοχρόνως την παγίωση ενός μεσσιανικού οράματος για τους πιστούς με την εγκαθίδρυση της θεολογίας. Όπως και στο μεσαιωνικό κείμενο του Μεγάλου Μακάβριου Χορού, όλοι θα χορέψουν του θανάτου τον χορό, παρόλο που η επιθυμία για ζωή παραμένει ακέραια. Η διαφορά όμως εδώ είναι ότι αυτό που κυριαρχεί στο κλασικό μεσαιωνικό κείμενο είναι η ισχυρή ηθική διδακτική προτροπή ελέγχου και συμμόρφωσης των πιστών στη ζωή και την πίεση να υιοθετήσουν πρακτικές εγκράτειας στη ζωή τους με βάση τα προτάγματα της χριστιανικής θρησκείας. Αντίθετα στον Πάσχο η έμφαση μετατοπίζεται στην οδύνη, στη βαρβαρότητα του θανάτου και στην επιθυμία για μια ισορροπία θεωρίας και πράξης, επιθυμίας και πραγματικότητας η οποία όμως ξεφεύγει διαρκώς, ακριβώς όπως και το απρόβλεπτο στοιχείο στη ζωή. Με τέτοιους τρόπους η διαρκής συγκρουσιακή αντιπαράθεση σώματος και Χριστού δημιουργεί μια σπαρακτική υλική θρηνωδία. Σώμα και Χριστός οδύρονται γιατί επιθυμούν την επανένωση, γνωρίζοντας όμως ότι κανείς δεν θα υποχωρήσει. Κατά κάποιον τρόπο διατηρούν και οι δύο ένα καθεστώς τυφλότητας με ιδεολογικές και συναισθηματικές παρωπίδες. «Σαν τα ψάρια του μικρού λιμανιού/που έχουν μεγάλα μάτια και δεν βλέπουν τίποτα»[2], «ό,τι φτιάχνει ο ένας/το χαλάει ο άλλος»[3]. Γνωρίζουν μάλλον επίσης ότι δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτος συμβιβασμός ή ενότητα, καθώς όλα είναι πολύ πιο σύνθετα από ότι τα παρουσιάζουν. Η ίδια η ζωή άλλωστε δεν μπορεί να περιοριστεί σε απόλυτες αντιθετικές κατηγορίες.
Στους διαλόγους τους εκτυλίσσεται κατά τη γνώμη μου η ανθρωπιά της ύλης που συγκροτεί ένα διαφορετικό μαρτύριο: αυτό της έωλης επιθυμίας και των εναλλαγών χαράς-λύπης. Ο αυστηρός εννοιολογικός διαχωρισμός πνεύματος-ύλης δεν υφίσταται, με αποτέλεσμα τα πάθη να επιστρέφουν σε μια ανθρώπινη βάση χωρίς δογματική θεολογία. Οι συγκρούσεις δεν έχουν τέλος και διαρκούν μέχρι την έλευση του θανάτου. Έτσι οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες συγκρούονται με ηθικά, κοινωνικά και πολιτικά πλαίσια ρύθμισης του βίου, θυμίζοντας ψυχαναλυτικά την αντιπαλότητα του «εκείνου» με το «υπερεγώ». Καθώς συμμερίζομαι όμως τη σταθερή άρνηση του Πάσχου σε όλο το έργο του να συμβιβαστεί με κλειστά ερμηνευτικά σχήματα ανάγνωσης, αναδεικνύοντας τη συνθετότητα της ζωής, των σχέσεων και των διαφορετικών εκδοχών εαυτού, θα έλεγα πως στο νέο του ποιητικό βιβλίο διατηρείται για άλλη μια φορά η έννοια του ανοίκειου στην ευρύτερη χρήση της και όχι όπως καθιερώθηκε στην ψυχαναλυτική θεωρία. Στην προσωπική μου οικειοποίηση ο ποιητικός διάλογος λειτουργεί παράλληλα και ως πρόκληση κινητοποίησης και εναντίωσης απέναντι σε κραταιές μυθολογίες (θρησκεία, αγάπη, ιδανική ζωή, εξιδανίκευση, ισορροπία). Ίσως ακόμα στο κείμενο του Πάσχου κάπου να ελλοχεύει και μια μακρινή ειρωνική διάθεση/άρνηση ως προς κάθε τύπου γραμμική αφήγηση. Στις ταυτοτικές συγκρούσεις τους σώμα και Χριστός περνούν από συνεχόμενες αλλαγές συναισθηματικών καταστάσεων, κλονίζοντας κάθε παγιοποίηση σταθερών ψυχολογικών χαρακτηριστικών και σε διαλογικές συνθήκες παρπξυσμού, όπου η αγάπη εναλλάσσεται με το μίσος. Το ανοίκειο εγκαθιδρύεται με διαφορετικούς τρόπους. Αρχικά ο Πάσχος καταφέρνει να αντιστρέψει την ηγεμονική σημασιολογία του σταυρωμένου Χριστού, θέτοντας επιδεικτικά τον χωρισμό του Χριστού από το σώμα του. Επιπλέον οι ικεσίες και των δύο, είτε για την αποδοχή της προβλεπόμενης αναγκαιότητας του θανάτου στον σταυρό για χάρη της πίστης των ανθρώπων και της ιστορικής συγκρότησης του χριστιανισμού, είτε η έκκληση να ακυρωθεί αυτός και να μη θυσιαστεί η ζωή τους, συντελούν στη δημιουργία μιας παραφοράς που σε πολλά σημεία αγγίζει την ερωτική τρέλα. Είναι σαν δύο εραστές που μην μπορώντας πλέον να είναι μαζί, παράλληλα αρνούνται να είναι και χώρια. Αυτή η ερωτική συνήχηση του θρήνου, του θυμού και των διαφορετικών επικλήσεων εγκιβωτίζει παιχνίδια εξουσίας ανάμεσά τους που ενδέχεται να οδηγήσουν στον αμοιβαίο αφανισμό. Στο ανυποχώρητο προφίλ τους είναι λες και η κάθε πλευρά, παρόλο που υποφέρει και επιθυμεί τον άλλον παράλληλα, τον απειλεί με την εκβιαστικά: «Δεν θα λήξει όμως αυτό όπως επιθυμείς»[4]. Και δεν λήγει.
Στη συνέχεια το ανοίκειο διογκώνεται με την επίτευξη μιας αιρετικής αντιστροφής. Αν το σώμα συνδέεται με την υλικότητα και ο Χριστός με το πνεύμα στο βιβλίο ακόμα και αυτό ως έναν βαθμό αναιρείται. Είναι το σώμα που παρότι διατηρεί την υλικότητά του, υποφέροντας στον σταυρό, συγχρόνως αρνείται την πρόταση του Χριστού να κατέβει από τον σταυρό προκειμένου να συνεχίσουν τη ζωή. Η πρόσκληση του Χριστού αν γινόταν αποδεκτή, θα ήταν αποχώρηση από τη χριστιανική αφήγηση. Κι αν το σώμα κατέβαινε τελικά από τον σταυρό, ζώντας ενωμένο με τον Χριστό, τη ζωή, η χριστιανική θρησκεία και πίστη θα κατέρρεε. Έτσι το σώμα επιλέγει τον θάνατο και τον αφανισμό, προκειμένου να διασφαλιστεί το χριστιανικό δόγμα και η πνευματική θεολογική πίστη. Αντίθετα ο Χριστός στερημένος από το σώμα του, αν και πνεύμα, συντάσσεται με την υλικότητα της ζωής και την αποποίηση του θανάτου. Σε αυτές τις ανατροπές βέβαια ο Χριστός ως πνεύμα είναι αυτός που παρακολουθεί τις οδύνες και τον πόνο του σώματος που επιθυμεί τον γρήγορο θάνατο για να επιτελέσει το καθήκον του και να απαλλαχθεί από τα βάσανα της σταύρωσης. Ο ίδιος δεν βιώνει τον υλικό πόνο. Τάσσεται υπέρ της ζωής και όχι της θυσίας, απαιτώντας από το σώμα να τον ακολουθήσει και βάζοντάς το -στα όρια του σαδισμού- σε διαρκή πειρασμό.
Στο σημείο αυτό καταγράφεται άλλη μια ανοικείωση. Στους διαλόγους τους ο Χριστός εξαντλεί κάθε τρόπο πειθούς, προσφέροντας στο σώμα ξίδι αντί για νερό. Αντιστρέφοντας με αυτόν τον τρόπο ο Πάσχος μια από τις πιο κλασικές απεικονίσεις του βασανιστηρίου της σταύρωσης, τροποποιεί την εικόνα του πνεύματος του Χριστού ως καθαγιασμένης οντότητας. Για να πείσει το σώμα να αποποιηθεί τον πρόωρο θάνατο και τα βασανιστήρια ο Χριστός αποκτά «δαιμονικά» χαρακτηριστικά και θυμίζει αυτό που η Κοσσέρη περιέγραψε ως μόνη απάντηση σε κάθε τύπου μεταφυσική ή θεολογία: τη «δαιμονικότητα» της υλικότητας και του καθημερινού ως τη μόνη απάντηση.
Στη μακάβρια χορογραφία που ξεδιπλώνεται ανάμεσα στο σώμα και τον Χριστό η διαπίστωση πως είναι «φοβερό του θανάτου το ποδοβολητό»[5] επιτείνεται και λειτουργεί, όπως πάντα, σε αντίθεση με τη ζωή σε κάθε συμβάν της. Κι αν στον Μέγα Ιεροεξεταστή του Ντοστογιέφσκι και στον μονόλογό του ο Χριστός, αφού τον ακούσει, τον φιλάει και αποχωρεί, στο ποίημα ο ρόλος του Μεγάλου Ιεροεξεταστή εναλλάσσεται ανάμεσα στο σώμα και τον Χριστό. Φαίνεται όμως πως ο θάνατος καταλήγει να είναι τελικά ο Μέγας Ιεροεξεταστής, προσφέροντας την τελική λύση. Ολοκληρώνοντας και επιστρέφοντας στην αρχική τοποθέτησή μου ότι το έργο του Πάσχου επιδέχεται πολλές και διαφορετικές αναγνωστικές προσλήψεις, ας κλείσω με ένα απόσπασμα από το ποίημα του Θεόδωρου Ντόρρου «Στο δρόμο αρχίζουν όλα», προσθέτοντας σε όσα αναφέρθηκαν τη ζεύξη ονείρου, σώματος, και την επιθυμία διατήρησης μιας υλικής περιπλάνησης, αναγνωστικής και ποιητικής στην οποία τα γεγονότα της ζωής συμβαίνουν πάντα εκεί έξω.
Τ’ αγαπημένο σώμα σου σε καρτερεί
Και σε μικραίνει τόσο,
Σε χώνει ακαίριο μέσα του,
Και βρίσκεις έτσι ποια θα σε σώσει συντροφιά…
Ακόμα μέσα στ’ όνειρο.
Στο δρόμο αρχίζουν όλα.
Ανάμεσα στους περιπατητές. [6]
///
[1] Η σύνθεση αυτή περιέχει ένα κολάζ στίχων από το βιβλίο του Γιάννη Πάσχου και από τον Μεγάλο μακάβριο χορό (La Grande Danse Macabre: Ο μεγάλος μακάβριος χορός, [μτφρ.-επιμ.: Αναστασία Δεληγιάννη, Oblik editions, 2024]) Οι στίχοι με πλάγια στοιχεία είναι δική μου προσθήκη.
[2] La Grande Danse Macabre: Ο μεγάλος μακάβριος χορός, ό.π., σ. 101.
[3] Ο.π., σ. 47.
[4] Ο.π., σ. 149.
[5] Από το βιβλίο του Πάσχου, σ. 9.
[6] «Στο δρόμο αρχίζουν όλα», ποίημα που βρίσκεται στη συλλογή της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου «… δεν άνθησαν ματαίως. Ανθολογία υπερρεαλισμού», Αθήνα, Νεφέλη, 1980, σ. 197-199.
*
**
