*
Μετάφραση-Σημειώσεις
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ
~.~
1. Μουσαίος, Ηρώ και Λέανδρος
(5ος-6ος αι.), στ. 203-218
[ Ο μονόλογος του Λέανδρου ]
«Κόρη, για την αγάπη σου τα κύματα θα σκίσω
κι ας είναι η θάλασσα δεινή κι εχθρός μου το νερό της.
Κινώντας για την κλίνη σου το ρεύμα δεν θα τρέμω
και διόλου δεν θα φοβηθώ το πέλαγος που ουρλιάζει.
Μα κάθε νύχτα που περνά για τον υγρό εραστή σου
τον άγριο τον Ελλήσποντο θα διαπερνά με θάρρος.
Την Άβυδο, την πόλη μου, μακριά πολύ δεν κτίσαν.
Ένα λυχνάρι μοναχά στον πύργο σου εκεί πάνω
στη νύχτα ας φέγγει τη βαθιά. Κι όταν θα το κοιτάζω
καράβι θα ’μαι του Έρωτα κι ο λύχνος σου ένα αστέρι·
εκείνον θα ’χω για οδηγό, τον Βοώτη δεν θα βλέπω
κι ο τολμηρός Ωρίωνας βοηθός μου δεν θα γίνει
κι ούτε την άβροχη τροχιά θ’ ακολουθώ της Άρκτου,
σαν έρχομαι από απέναντι προς το γλυκό λιμάνι.
Μόνο, καλή μου, πρόσεχε τους δυνατούς ανέμους
μήπως τυχόν τον σβήσουνε και χάσω την ψυχή μου,
τον λύχνο τον λαμπρό ταγό που ορίζει τη ζωή μου».
[Σημείωση: Στο ποίημα του Μουσαίου, δύο νέα παιδιά, η Ηρώ και ο Λέανδρος, βιώνουν τον κεραυνοβόλο έρωτα. Υπάρχει όμως το πρόβλημα της απόστασης, καθώς τις πόλεις τους τις χωρίζει ο Ελλήσποντος. Το σχέδιο που συλλαμβάνει ο Λέανδρος, και τελικά εφαρμόζουν οι ερωτευμένοι, είναι παράτολμο: Το αγόρι κολυμπά κάθε βράδυ από την πόλη του σ’ εκείνη της αγαπημένης του, ενώ αυτή φροντίζει το φως του λυχναριού της να του δείχνει τον δρόμο. Η άφιξη της βαρυχειμωνιάς οδηγεί στο τραγικό τέλος, με τον χαμό του ζευγαριού. Ακόμα κι έτσι, ο θάνατος βρίσκει τα σώματα των δύο νέων το ένα δίπλα στο άλλο. Ο τελευταίος στίχος του ποιήματος σχολιάζει: «Και στην τελευταία αυτή συμφορά κατάφεραν ν’ απολαύσουν ο ένας τον άλλο».]
~.~
2. Παύλος Σιλεντιάριος, Παλατινή Ανθολογία
Βιβλίο 5, αρ. 300 (6ος αι.)
Ο ψωνισμένος και θρασύς και συνοφρυωμένος
στα χέρια γίνεται άθυρμα της ήσυχης κοπέλας.
Έλεγε θα την πλήγωνε με τη μικρή απιστία
κι όμως αλλιώς τού γύρισε και βρέθηκε από κάτω.
Και τώρα την εκλιπαρεί και κλαίει σαν γυναικούλα,
αλλά η ματιά της στάζει οργή που σε άντρα μόνο αρμόζει.
Κορίτσι λιονταρόθυμο, φουντώνεις κι έχεις δίκιο,
μα σβήσ’ την έπαρση και δες· κοντά είναι η Τιμωρία.
[Σημείωση: Παλατινή Ανθολογία ονομάζεται η περίφημη συλλογή αρχαίων και βυζαντινών επιγραμμάτων, που έλαβε τη βασική μορφή της στα χρόνια του μέσου Βυζαντίου (γύρω στον 10ο αι.). Η θεματική των ποιημάτων ποικίλλει. Το πέμπτο βιβλίο περιέχει τα ερωτικά, όπου, για τη βυζαντινή περίοδο, δεσπόζει η παραγωγή του λεγόμενου «Κύκλου», μίας ομάδας λογίων που έγραψαν στα χρόνια του Ιουστινιανού. Η κινητήριος δύναμη της λογοτεχνικής αυτής συντροφιάς ήταν ο Αγαθίας, ο οποίος υπήρξε και στενός φίλος του Παύλου Σιλεντιάριου.]
~.~
3. Ιωάννης Γεωμέτρης
Ιαμβικό ποίημα υπ. αρ. 210 (10ος αι.)
Αλίμονό μου, δες· τα πύρινα και πάλι
ο φλογιστής τοξότης των καρδιών μού στέλνει
βέλη. Κι αν πω πικρά, σαν μέλι με γλυκαίνουν·
φριχτά τα βέλη κι όμως ποθητά. Ματώνω,
πληγώνομαι, τρελαίνομαι, μα δεν τα βγάζω·
το ξίφος μπήγω πιο βαθιά για να πεθάνω.
Ναι, φλόγα, σε ποθώ, τραυμάτισέ με κι άλλο!
Τι συμφορά· την κάψα ποιο νερό θα σβήσει;
Και ποιος το κοφτερό θα μου αφαιρέσει βέλος;
Το ζωτικό νερό, Χριστέ μου, που προσφέρεις
κι ο λόγος ο δικός σου· μόνο αυτά μπορούνε.
Στείλε γοργά τα φάρμακα να με λυτρώσεις.
[Σημείωση: Το συγκεκριμένο ποίημα έχει μεταφραστεί και από τον Γιώργο Βαρθαλίτη, στο βιβλίο: Ιωάννη Γεωμέτρη, Ο τρομερός τον νου μου ο Έρωτας τυφλώνει, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2012, σ. 44-45. Επειδή ο μεταφραστής στηρίζεται σε παλαιότερη έκδοση, υπάρχει μία μικρή διαφορά στη στίξη που αλλάζει ελαφρώς το νόημα των στίχων 8-9. Επίσης έχει μεταφραστεί από τη Μαρία Τωμαδάκη στη διατριβή της για τα ιαμβικά ποιήματα του Γεωμέτρη (Θεσσαλονίκη 2014, σ. 185).]
///
Τα πρωτότυπα
1. Μουσαίος, Ἡρὼ καὶ Λέανδρος, στ. 203-218 (έκδ. Orsini, 1968, σ. 10)
«Παρθένε, σὸν δι’ ἔρωτα καὶ ἄγριον οἶδμα περήσω,
εἰ περιπαφλάζοιτο καὶ ἄπλοον ἔσσεται ὕδωρ·
οὐ τρομέω βαρὺ χεῦμα, τεὴν μετανεύμενος εὐνήν,
οὐ βρόμον ἠχήεντα περιπτώσσοιμι θαλάσσης.
Ἀλλ’ αἰεὶ κατὰ νύκτα φορεύμενος ὑγρὸς ἀκοίτης,
νήξομαι Ἑλλήσποντον ἀγάρροον· οὐχ ἕκαθεν γὰρ
ἀντία σεῖο πόληος ἔχω πτολίεθρον Ἀβύδου.
Μοῦνον ἐμοί τινα λύχνον ἀπ’ ἠλιβάτου σεο πύργου
ἐκ περάτης ἀνάφαινε κατὰ κνέφας· ὄφρα νοήσας
ἔσσομαι ὁλκὰς Ἔρωτος, ἔχων σέθεν ἀστέρα λύχνον
καί μιν ὀπιπεύων, οὐκ ὀψὲ δύοντα Βοώτην,
οὐ θρασὺν Ὠρίωνα καὶ ἄβροχον ὁλκὸν Ἁμάξης,
πατρίδος ἀντιπόροιο ποτὶ γλυκὺν ὅρμον ἱκοίμην.
Ἀλλά, φίλη, πεφύλαξο βαρυπνείοντας ἀήτας,
μή μιν ἀποσβέσσωσι, καὶ αὐτίκα θυμὸν ὀλέσσω,
λύχνον, ἐμοῦ βιότοιο φαεσφόρον ἡγεμονῆα».
~.~
2. Παύλος Σιλεντιάριος (έκδ. Viansino, 1963, σ. 91-92)
Ὁ θρασὺς ὑψαύχην τε καὶ ὀφρύας εἰς ἓν ἀγείρων
κεῖται παρθενικῆς παίγνιον ἀδρανέος·
ὁ πρὶν ὑπερβασίῃ δοκέων τὴν παῖδα χαλέπτειν,
αὐτὸς ὑποδμηθεὶς ἐλπίδος ἐκτὸς ἔβη.
Καὶ ῥ’ ὁ μὲν ἱκεσίοισι πεσὼν θηλύνεται οἴκτοις·
ἡ δὲ κατ’ ὀφθαλμῶν ἄρσενα μῆνιν ἔχει.
Παρθένε θυμολέαινα, καὶ εἰ χόλον ἔνδικον αἶθες,
σβέσσον ἀγηνορίην, ἐγγὺς ἴδες Νέμεσιν.
~.~
3. Ιωάννης Γεωμέτρης (έκδ. Tomadaki, 2023, σ. 105-6)
Οἴμοι, καθ’ ἡμῶν καὶ πάλιν τὰ πυρφόρα
πέμπει φλογίζων καρδιῶν ὁ τοξότης
βέλη τὰ πικρὰ καὶ μέλιτος ἡδίω,
βέλη τὰ δεινὰ καὶ ποθεινά· τῇ νόσῳ
ἕστηκα βληθείς, ἐξερύσαι δ’ οὐ θέλω·
ὠθῶ καθ’ αὑτοῦ τὸ ξίφος, θανεῖν θέλω·
ποθῶ φλέγεσθαι, τραυματίζεσθαι πλέον.
ὢ δεινὰ δεινῶν, ποῖον ὕδωρ τὴν φλόγα
σβέσει; τὸ πικρὸν ποῖος ἑλκύσει βέλος;
ὕδωρ τὸ σὸν ζῶν, Χριστέ μου, καὶ σὸς λόγος.
χρῆσαι, λυτρωτά, συντόμως τοῖς φαρμάκοις.
///
*
*
