«…για να σηκώσει το άπειρο»: Αντώνης Μαγκανάρης-Δεκαβάλλες (1920-2009)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Τα χρόνια που σε σήκωσα γλαύκο μαράζι
με κάβους και νησιά σε χόχλο ψίθυρο
και μ’ ένα πέλαγο θησαυρισμένο
στην πυρή σταγόνα
καθώς συλλογιέται μεσοχείμωνα
στην άκρη του ματιού
και λογαριάζει πλώρες
που ξόδεψαν τις αναστάσεις.

Είναι βέβαιο ότι στη λογοτεχνική παράδοση του νησιού της Σίφνου φωτοβολούν αρκετές μορφές της ποίησης, όπως ο Ιωάννης Γρυπάρης, ο Αριστομένης Προβελέγγιος, ο Νίκος Σταφυλοπάτης, ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος “Ραμπαγάς” και άλλοι πολλοί. Μέσα σε αυτήν την ποιητική αλληλουχία προβάλλει και ο Αντώνης Μαγκανάρης-Δεκαβάλλες, ο ξενιτεμένος μα μόνιμα νοσταλγός του νησιού.

Με την ευχή που απόθεσε στο λίκνο μου
ξένος ζυγώνω από τη νύκτα των τόπων των καιρών.
Με τι μάτια να σηκώσω αυτό το φως;
Ποιο σχήμα μου να βάλω να καθήσει στο πεζούλι;
Ποια καρδιά μου να πιάσει το μαντήλι
να σύρει το συρτό; Νῦν ἀπολύοις.

*

*

Γεννήθηκε τον Γενάρη του 1920 στην Αλεξάνδρεια από γονείς Σιφνιούς. Τελειώνοντας τις εγκύκλιες ελληνικές σπουδές του στην Αίγυπτο, σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και ύστερα από τα τέσσερα χρόνια του πολέμου, όταν υπηρέτησε στο ελληνικό Ναυτικό με τις συμμαχικές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή, άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Αθήνα και εργάστηκε ως υπάλληλος των Αμερικανικών Οικονομικών Αποστολών, όντας παράλληλα βιβλιοκριτικός του Βρετανικού Συμβουλίου, μεταφραστής και διασκευαστής έργων του αγγλικού δραματολογίου για το ραδιόφωνο.

Τόπο δεν έχει ο γυρισμός.
Σε μια στιγμή γυρίζεις μόνο
που σοζύγιασε τη δίψα σου,
σημάδεψε με φως απλό και αγέρωχο
τις ρώγες των ματιών
τις ρώγες των δακτύλων
με μιαν άσπιλη δαγκαματιά.

Ο Δεκαβάλλες εμφανίστηκε στα γράμματα το 1940 με ποιήματα στην εφημερίδα Ταχυδρόμος και Ημέρα Αλεξάνδρειας, και τύπωσε την πρώτη του συλλογή με τον παράξενο τίτλο Νιμούλε Γοντοκόρο —ονόματα δύο χωριών του Νείλου— το 1949, ενώ έναν χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε ένας δεύτερος ποιητικός τόμος με τον τίτλο Ακίς, τίτλος που προήλθε από την παλιότερη ονομασία της Σίφνου.

Στις οκτώ το βράδυ επάξια ταπεινός επήγα
με την κίνηση αρμονική και λίγη
χυμένη στο πρότυπο του φόβου
μ’ ένα τοπίο κατάνυξης στα βλέφαρα
όλα περίσκεπτα ως μου τάδειξεν
ο τελευταίος καθρέφτης:
στην πόρπη φίλημα πουλιών
φτιασιδωμένο με απιστία·
λίγο άρωμα νάρκισσου στο
βολβό του αυτιού μου· επήγα
στις οκτώ το βράδυ
μ’ ένα δεκάδι φύλλα ποτισμένα με αμαρτία
στην τρομερή συνάντηση της κρίσεως
μα βρήκα το Θεό να λείπει
σ’ έναν από τους μήνες μέλιτός του.

*

*

Η έκδοση το 1953 της μετάφρασης με εισαγωγικά δοκίμια των Τεσσάρων Κουαρτέτων του Έλιοτ —που κρίθηκε από νεοελληνιστές κριτικούς ισάξια της μετάφρασης της Έρημης Χώρας από τον Σεφέρη—, τον αξίωσε υποτροφίας για μεταπτυχιακές φιλολογικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Northwestern στην πολιτεία Ιλινόι των ΗΠΑ και έξι χρόνια μετά στην αναγόρευσή του σε διδάκτορα Φιλοσοφίας· έτσι έγινε η αρχή της νέας του σταδιοδρομίας ως καθηγητής της Συγκριτικής Φιλολογίας και Νεώτερης Ποίησης. Υπήρξε επίσης για χρόνια εκδότης του περιοδικού The Charioteer και ιδρυτικό μέλος της Modern Greek Studies Association.

Να μη φρικιάζει η θάλασσα,
μη μελανιάζει ρέφουλα και σαγανιές,
σπείρε της μάτια, καρτεριά σ’ ένα παράθυρο
που λαχταρά και περιμένει.
Τάξε στον ύπνο ένα γλυκό
του κουταλιού νεράντζι
να κρατεί τη νιότη ακένωτη
Τάξε στον ύπνο ν’ αφροκόβει
πλήθος τα όνειρα. Δώσε τη μέρα
υμέναιο, με ξυπνητικά.
 
Και μια θυρίδα να σταθεί κι η Παναγιά
και να μελώνει με τα μάτια της
τις δέκα πίκρες

Αν και ο ποιητής μεταναστεύει για οριστική επαγγελματική εγκατάσταση στην Αμερική, κάθε δύο χρόνια με συνέπεια διασχίζει τον Ατλαντικό για να περάσει το καλοκαίρι στον αγαπημένο του τόπο και ίσως γι’ αυτό ο τίτλος της τρίτης του συλλογής το 1970 —είκοσι χρόνια μετά τη δεύτερη—, δεν είναι τυχαίος, ονομάζοντάς την Ωκεανίδες.

Χωρίς δικό μου κάλεσμα, δίχως να σε μετρώ
μέσα στις μνήμες που πληγώνουν με το φως,
θησαυρισμένη σε μιαν ύφαλην ρωγμή του σκοταδιού,
μια σου αδελφή στιγμή σε βρήκε, και
με το φιλί από φως σε φίλησε ν’ ανέβεις
αναπάντεχα μες απ’ το βάθος των ματιών;
 
Μνήμη δεν έμοιαζες. Ανάσταση σε δεύτερη ζωή σου
ανείπωτη, ακριβή, γλυκάστρεψες να ξαναφέρεις
την αχτίδα που κατέβη ένα πρωί
και διάβασε το μύθο επάνω στο θρανίο,
την αχτίδα που συλλάβισε τη μερεμένη Μέδουσα
γραφτή στο πράσινο τρεμούλιασμα μιας φυλλωσιάς,
τον παφλασμό της θάλασσας από το σπήλιο,
τον τρωμένο δράκοντα μες στη σταλαγματιά της βρύσης,
απ’ το σχολικόν αυλόγυρο.
Είχε χαρίσει και το κάλεσμα της Ανδρομέδας
στη λαλιά της καρδερίνας, το χρυσάφι της αγκάλης της
στο ζεστό φως πάνω στο χέρι.
Κι έναν Περσέα σάρκωσε μέσα στη δίψα των ματιών
να ζυγιαστεί με μουσικές φτερούγες
στη γλαυκή απλωσιά.

Κάτι κάποτε διακόπτει τη νύκτα.
Τα καρούλια πρώτα επάνω στο σκοτάδι
σφυρίζουν σαν τον ίλιγγο. Φτερά
ο ήχος των πραγμάτων που δεν έχει λόγια.
Ύστερα, μες από την πύλη
που βρέθηκε ανοικτή εξ απροόπτου
εμφανίζεται το εκκύκλημα, κυλάει
και φέρνει απτά τα βαθύτατα
σώματα του χρόνου ωραία τυλιγμένα
για να πουν την άφατη ανάσταση.

Το 1976 κυκλοφορεί το βιβλίο Αρμοί ‒ Καράβια ‒ Λύτρα, το οποίο σαν να προαναγγέλλεται σπερματικά στο προηγούμενο βιβλίο, μ’ ένα ποίημα που ’χει τον τίτλο «Γραφή»:

Φινακολίδι επάνω στον αρμό της σκέψης
Ιλαρό πράσινο ξάφνιασμα
επάνω στον αρμό της εμπατής
Άρμενο
λαχτάρα επάνω στον αρμό της θάλασσας
Θύμηση μετρημένη
επάνω στον αρμό της χαραυγής
Το γραφίδι της αγάπης
να χαράζει τον αρμό του γαλανού
Κι ένα πετράδι θλίψη
ζυγιασμένο επάνω στον αρμό του τίποτα.
Όλα γράφουν.

Η Ελένη Βακαλό γράφει τον Απρίλη του 1977: «Σπάνια έχω διαβάσει τελευταία ποιήματα με τέτοια αγάπη για τη γλώσσα. Και με το νόημα που την τοποθετεί σε όλη τη λειτουργία της σα ζωή, μνήμη, αποθησαύρισμα, ύπαρξη, που διαφυλάττει και γίνεται πολύτιμη και με το ονομάτισμά της την ανασταίνει και την πλουτίζει με ό,τι μπορεί να σημαίνει για αυτόν… Μάθημα λειτουργίας της ποίησης θα μπορούσε να γίνει η χρήση της γλώσσας στα ποιήματά του…»

Με του προσώπου τους το ύστατο,
με τη στιγμή τους όπου ντύθηκε το χώμα,
ένας-ένας τους ξεκόβουν και μηνούν
πως έφυγαν και λιγοστεύουν το νησί.
Να μη χαθώ στη χάση τους, το σπλάχνο μου
ανοίγω, τους φωνάζω «ελάτε» κι έρχονται.
— Άνοιξέ μας τη στοργή να μπούμε,
στρώσε μας το φυλλοκάρδι σου
λίκνο να κατακλιθούμε,
θήλασέ μας τ’ όνειρό σου.
Δίκη σου όλη μας η πίκρα
και δικό σου και το πρόσωπό μας
να του νίψεις το σκοτάδι
με θησαυρισμένο φως. Το πέρα μας
εσύ, τη φλέβα σου άνοιξε να πιούμε.
Τη φωνή μας, με τα χείλη σου
ταξίδεψε την πέτρα απ’ τη στιγμή.
Και το νησί δε χάθηκε.
Εσύ είσαι το νησί.

Για το ταλέντο του στη γραφή είχαν εκφραστεί ουκ ολίγοι ομότεχνοί του. Ο Παπαδίτσας αναφέρει ότι τα ποιήματα αυτά «πρέπει να αντιμετωπιστούν σαν υπόδειγμα τεχνικής και οσμής», ο Νίκος Καρούζος μένει εντυπωσιασμένος από τον λυρισμό, την ουσία και την αξία της γλώσσας και διαπιστώνει την ύπαρξη μιας «προσωπικής και ώριμης φωνής», ο σπουδαίος Αλέξανδρος Μπάρας στέκεται στη διατήρηση και τη χρήση της χυμώδους δημοτικής, ο Μηνάς Δημάκης μιλάει για «εξαίρετη ποιότητα και έξοχη εκφραστική», ο Θέμελης συμπάσχει σημειώνοντας την φράση «μου φαίνεται σαν μια ποίηση της ποίησης», ενώ ο Τάκης Παπατσώνης σε προσωπική του σημείωση, του δηλώνει: «εγκαινιάσατε την ποίηση με την τελειότητα, την καθαρή, τη διάφανη έκφραση, χωρίς να υστερεί σε συγχρονισμένη αίσθηση»· λίγο πολύ όλοι στέκονται από καρδιάς γενναιόδωροι απέναντι στον ξενιτεμένο ποιητή και του γράφουν με τα καλύτερα αισθήματα.

Αγαπητέ μου Αντώνη Δεκαβάλλε,

Σε θαυμάζω, σε διαβάζω και σε ξαναδιαβάζω γιατί πιστεύω πως κάνεις ποίηση δική σου, προσωπική. Χορταίνω με κάθε σου ποίημα και δεν το χορταίνω, γιατί το ξαναμελετώ. Ο λυρισμός βαθύς σαν ωκεανός. Οι μεταφορές, η διπλή σου δράση καμωμένη από κουπιά, από στεριά και θάλασσα και θαλασσινούς βράχους με μαγεύουν τόσο, που κρατώ το βιβλίο σου διαρκώς πάνω στο τραπέζι να το έχω γιορταστικό συμπόσιο του νου και φυλαχτό μου. Δεν με πειράζουν οι άγνωστες λέξεις με τις οποίες μπολιάζεις τη γλώσσα μας…

Δικός σας, Σαράντος Παυλέας.

Ο Αντώνης Δεκαβάλλες αποσύρθηκε το 1992 από το πανεπιστήμιο Fairleigh Dickinson της Νέας Υόρκης ύστερα από 31 χρόνια καθηγεσίας και τιμήθηκε με μεγάλο εορτασμό καθώς και με την έκδοση τόμου ευρείας επιλογής ποιημάτων του σε αγγλική μετάφραση με εισαγωγή και σχόλια του Κίμωνα Φράϊερ. Την ίδια χρονιά εκδίδει τη συλλογή Αν μας πληγώσει ο ήλιος, (εκδ. Διάττων). Πέθανε στην Αμερική το 2008 και σύμφωνα με επιθυμία του η σορός του μεταφέρθηκε και ετάφη στη Σίφνο.

Το λευκό σπιτικό της Παναγιάς,
διπλή πανωστριά και διπλή λάτρα,
το ασήμι, το μπακίρι κι η ιστορημένη μνήμη,
νοικοκερεμένα, παστρικά, κάτω απ’ το Δέλτα το ακατάληπτο.
Με σύνοικο τον Άι-Νικόλα και τα θάματά του,
και στου τέμπλου τ’ ανοιχτά τα δυο πλεούμενα
ταξίματα μετέωρα να ταξιδεύει ο νους,
να ταξιδεύει η Παναγιά την πίκρα της.
 
Στους κάτω κοιτώνες, σκεπασμένοι με το μάρμαρο
και το δικέφαλο αετό, οι πρόγονοι καθεύδουν.
Τ’ όνειρο τους το βήμα μου σηκώνει να μετρήσω
τα όσα λυπήθηκε ο ασβέστης κι ο καιρός,
το προικιό της Δέσποινας εδώ γραμμένο
με γαλάζιο, πράσινο, γκρίζο, μαβί,
μαύρο, καφετί, μικρές χρωματιστές πνοές,
τα Θεοτόκια, τους Οίκους, πάνω στα τοξωτά,
τις άντυγες, από την Πύλη ίσαμε τον πισωνάρθηκα,
κι απ’ τα Εισόδια ίσαμε τις Πανάχραντες Πρεσβείες,
όλα γραμμένα από το χέρι του προγόνου.
 
Πάνω στο μεσάρι βρήκα και το μαυροντυμένο σχήμα,
σταυρωμένο με σοφία, φυλακή, και καταδίκη
για τη φωνή, την καρδιά, τα επίγεια μέλη.
Δίπλα, το Σατανά με το μαστίγιο, τα σερπετά, τα όρνια,
και τον Παμφάγον Άδη πράσινο θεριό
με στόμα του σκυλόψαρου και γλώσσα πύρινη
για της πορνείας τον έρωτα, και το ρητό
«Στενή και τεθλιμμένη η οδός
η απάγουσα εις την ζωήν».
Στην άλλην όψη βρήκα και τις ηλικίες δεμένες στον Τροχό,
και πάλι το Χάροντα δρεπανηφόρο, και με το «Βαβαί, βαβαί, ω θάνατε,
τις δύναται φυγειν σε».
Από την αυλή κοιτάζω γύρω. Το πρωί ανεξάντλητο,
κατάπληκτο απ’ τον ήλιο, πρωτογραμμένο κι ασυλλόγιστο,
με το νωχελικό μουλάρι επάνω στο γιοφύρι,
τους κύβους των σπιτιών αξόδευτες ανάσες, τα γουρνιά,
στον ξεροπόταμο, να νείρονται το χάδι των παλιών δαχτύλων
κι έρωτα παλιού τον ψίθυρο. Πιο πέρα τα στοχαστικά μαγκάνια
ξεφυλλίζουν μέσα στα περβόλια τις σελίδες του νερού,
κανοναρχούνε το τροπάρι της ημέρας.
Του θανάτου τίποτε. Από δω σύναξε ο πρόγονος
το σκοτεινό του ξόδι.

Κι ως ξόδι στον ποιητή αυτόν που ο ωκεανός που τον χώριζε από την πατρίδα έγινε μνήμη, στόχαση, ωραία ελληνικά και αγάπη, σ’ αυτόν που έγραψε πως «θέλει ένα μικρόν αιώνα να γενεί πηλός η λέξη μες στα δάχτυλα, να μετρήσει το μέγεθος και να σηκώσει το βάρος των πραγμάτων», κι ίσως άδικο δεν έχει, αφήνω τις τελευταίες αράδες από το γράμμα που του είχε αποστείλει ο καθηγητής Κώστας Στεργιόπουλος το 1977 —με αφορμή την ανάγνωση των Αρμών:

«Και μη στεναχωριέσαι για την άδικη αποσιώπηση της δουλειάς σου. Εκεί που βρίσκεσαι, γράφεις την ατομική σου περίπτωση. Καθένας έχει τη μοίρα του στην ποίηση κι η μοίρα αυτή αντλεί συνήθως την ιδιοτυπία της και την υπόστασή της από τη μοίρα μας στη ζωή. Έτσι έμελλε, φαίνεται, να σχηματίσεις το πρόσωπό σου στην περιοχή της ποίησης. Κάποτε θα σου αναγνωριστεί. Φτάνει να υπάρχουν τα βιβλία σου».

Για να θυμηθεί το δέντρο τα κλαδιά του και τα φύλλα του
Να ταιριαστεί μια καρένα σ’ ένα κύμα προσμονής
Μια πλώρη να γράψει το χνάρι της πάνω στη μοίρα
Ο γλάρος να ματίσει το μικρόψαρο στη ρήχη του καιρού
Ένα πανί λατίνι να διπλώσει το φιλί του ανέμου
Ένα φυτό να πιει γουλιά γουλιά τον ήλιο
Ένας ίσκιος να πλάσει το σώμα του το αντήλιο
Να δαψιλέψει η σφύρα μήνυμα στου αυτιού το αμόνι
Να ξεσηκώσει το μάτι χνάρι την εικόνα
Να συλλάβει μια μήτρα την πιο πέρα σάρκα σου
και η πιο μικρή στιγμή περίσσια.

Μα θέλει έναν μικρόν αιώνα να γενεί πηλός η λέξη
μες στα δάχτυλα
να μετρήσει το μέγεθος και να σηκώσει
το βάρος των πραγμάτων
και η φλόγα έναν μικρόν αιώνα να σμιλέψει
το ανιστόρητο.

__________________

Πηγές-Αναφορές

Αντώνης Δεκαβάλλες, «Έρωτας ζωής»: Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης, (επιμ.-ανθ.: Σπύρος Κοκκίνης), Αθήνα, Εκδ. Ι. Δ. Κολλάρου & Σιας Α.Ε., 2000.
Αντώνης Δεκαβάλλες, «Εφιάλτης», Τραμ 6 (Σεπτέμβρης 1977).
Αντώνης Δεκαβάλλες, Αρμοί, Καράβια, Λύτρα, Εκδόσεις των φίλων, 1980.
Αντώνης Δεκαβάλλες, Χρόνος κρίσεως/Νιμούλε Γοντοκόρο, Αθήνα 1949.
Άρης Δικταίος, «[Για τη συλλογή Νιμούλε Γοντοκόρο]», Ο αιώνας μας 2 (Φεβρουάριος 1949).
Αντώνης Ιω. Πρόκος, Ο Αντώνης Μαγγανάρης Δεκαβάλλες και η ποίησή του, Αθήνα, Έκδοση του Σιφνιακού Πνευματικού Ιδρύματος «Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος», 1994.

*

*

*