*
του ΘΑΝΟΥ ΚΑΨΑΛΗ
~.~
Δημήτριος Μουζάκης
Συστηματική βιομυθολογία
Εκδόσεις ΑΩ, 2024
Όταν πριν από δύο ή τρία χρόνια, ο συγγραφέας Δημήτρης Μουζάκης είχε θέσει υπ’ όψιν μου ένα προσχέδιο του βιβλίου του, διαβάζοντας τότε τον τίτλο του, είχα υποθέσει ότι πρόκειται για βιβλίο επιστημονικό. Το επίθετο «συστηματική», και το πρώτο συνθετικό του ουσιαστικού, η λέξη «βίος», εκεί οδηγούσαν. Τώρα που το βιβλίο έχει τυπωθεί, και φυσικά το έχω διαβάσει, λογικά θα έπρεπε να έχω καταλήξει στο είδος στο οποίο κατατάσσεται.
Αμ δε! Το βιβλίο είναι αρκούντως ποιητικό –με την αυθαιρεσία, τις εικόνες, τον ρυθμό και τον συμβολισμό της γραφής του– ώστε να χαρακτηριστεί αμιγώς επιστημονικό. Από την άλλη όμως, το ίδιο βιβλίο είναι και αρκούντως επιστημονικό –με τις τεκμηριωμένες πληροφορίες που παρέχει– ώστε να χαρακτηριστεί λογοτεχνικό. Και για να γίνουν τα πράγματα ακόμη πιο μπερδεμένα, η περιγραφική ακρίβειά του σε ό,τι αφορά τη δομή και τη συμπεριφορά των 34 βιολογικών οργανισμών στους οποίους αναφέρεται, θα ωθούσαν ενδεχομένως έναν αναγνώστη να θεωρήσει ότι πρόκειται για βιβλίο, ακραιφνώς, φυσικής ιστορίας. Από την άλλη, η παράλληλη ερμηνεία τους –το πώς δηλαδή προέκυψε αυτή η δομή και συμπεριφορά– θα τον παρότρυναν να το χαρακτηρίσει ως βιβλίο φυσικής φιλοσοφίας…
Αν συνεχίσω το ίδιο τροπάρι, να απαριθμώ δηλαδή τις δυσκολίες μου ως προς την ειδολογική ταξινόμηση της Συστηματικής βιομυθολογίας, θα ενέδρευε ο κίνδυνος να την αδικήσω. Να δημιουργηθεί δηλαδή η εντύπωση ότι πρόκειται για βιβλίο δύστροπο, δύσβατο και ερμητικό. Αντιθέτως, διαβεβαιώνω ότι είναι ένα βιβλίο γοητευτικό που όπως όλα τα ενδιαφέροντα βιβλία παρακινεί τον αναγνώστη να επιβραδύνει την ανάγνωσή του, ώστε να παρατείνει την απόλαυσή του πριν το ολοκληρώσει.
Ότι ο Μουζάκης κατόρθωσε να προσδώσει ενδιαφέρον και χάρη σε ιστορίες που μιλούν για το πιο κοινότοπο φαινόμενο του πλανήτη, είναι κάτι που θέλει τέχνη. Θα έλεγα μάλιστα ότι όπως είναι δύσκολο να αραδιάζει κανείς τα διαφορετικά τάξα της συστηματικής κατάταξης των οργανισμών χωρίς να αποκομίζει ο ακροατής την εντύπωση ότι ο ομιλητής διαβάζει τηλεφωνικό κατάλογο, το ίδιο δύσκολο είναι να κινητοποιήσει ο συγγραφέας το ενδιαφέρον του αναγνώστη, όταν του περιγράφει λεπτομέρειες της φυσιολογίας ή της συμπεριφοράς των οργανισμών αυτών.
Θυμίζω επίσης ότι αυτό που αποκάλεσα «το πιο κοινότοπο φαινόμενο του πλανήτη» –η ζωή δηλαδή– δεν εμπεριέχει μόνον τη ενστικτώδη έγνοια για την ικανοποίηση των φυσικών αναγκών, όπως η εύρεση τροφής, ταιριού ή ενδιαιτήματος. Περιέχει και τον θάνατο, τον οποίο ο συγγραφέας μάς υπενθυμίζει σε κάθε σχεδόν σελίδα του βιβλίου.
Βεβαίως, ένα βιβλίο έχει τόσους διαφορετικούς τρόπους πρόσληψης του, όσους και διαφορετικούς αναγνώστες του. Έχοντας λοιπόν επίγνωση του γεγονότος αυτού, θα προσπαθήσω να εξηγήσω, πώς ο Μουζάκης καταφέρνει με πράγματα αποτρόπαια – όπως ο θάνατος της αρσενικής αράχνης στην αγκαλιά της αγαπημένης της – ή πράγματα αηδιαστικά – όπως τα ούρα και τα περιττώματα των ιπποποτάμων – να κινήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και να τον συναρπάσει.
Η σκηνή κάθε μικροαφηγήματος είναι το φυσικό περιβάλλον των οργανισμών που είναι και οι ήρωές του. Οι ήρωες αυτοί μιλούν τη λαλιά μας και στους διαλόγους τους μιλούν για τις σχέσεις που αναπτύσσουν μεταξύ τους και με τον περίγυρό τους. Οι συνομιλίες αυτές αποκαλύπτουν στον αναγνώστη τις δυσκολίες τους να συνυπάρξουν, την αγωνία τους να επιβιώσουν και να αναπαραχθούν και τα στρατηγήματα που υιοθετούν για να τα καταφέρουν. Όμως παράλληλα, του αποκαλύπτουν ότι τα στρατηγήματα τους αυτά δεν είναι επιλογές τις οποίες θα μπορούσαν να απορρίψουν. Χωρίς αυτά δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν. Κι ύστερα, κανείς δεν τους ρώτησε αν τα εγκρίνουν. Αναπτύχθηκαν χιλιετίες και εκατονταετίες πολλές προτού εκείνοι γεννηθούν και τα φέρουν ως αναπόσταστο μέρος της υπόστασης του είδους τους.
Και το πιο ενδιαφέρον απ’ όλα; Ο Μουζάκης δίνει ανθρώπινη φωνή στα πλάσματα της φαντασίας του, όχι για να διδάξει με τον αλληγορικό τρόπο του Αισώπου. Αντίθετα από τους μύθους του Αισώπου, οι μύθοι του είναι ελλειπτικοί· το τέλος τους –το επιμύθιό τους δηλαδή– δεν προσφέρεται έτοιμο στο πιάτο του αναγνώστη. Του ζητεί να το γράψει ο ίδιος.
Όσο για εκείνους που αναρωτιούνται ποιο είναι το νόημα ενός ανθρωπομορφισμού που στο τέλος αφήνει με άδεια χέρια, χωρίς δηλαδή προφανές ηθικό δίδαγμα, τον αναγνώστη, έχω να πω το εξής. Ο ανθρωπομορφισμός του συγγραφέα είναι ένα παμπόνηρο τέχνασμα μέσω του οποίου αμφισβητεί ένα από τα ταμπού που έχουν ταλαιπωρήσει την έρευνα και τη διδασκαλία της επιστήμης, την οποία υπηρετεί. Ότι δηλαδή αποτελεί επιστημολογικό, επιστημονικό και εκπαιδευτικό έγκλημα καθοσιώσεως να ερμηνεύεις την ανθρώπινη συμπεριφορά λαμβάνοντας υπόψη τον πυρήνα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται, δηλαδή τη βιολογική υπόστασή μας ως έμβιου είδους.
Στα αφηγήματά του ο Μουζάκης μιλά βεβαίως για ζώα. Επειδή όμως τα ζώα μιλούν με ανθρώπινη φωνή, ο αναγνώστης που διαβάζει τις εξηγήσεις που δίνει το ένα στο άλλο για τη συμπεριφορά του, μπαίνει στη θέση τους και ωθείται να αναρωτηθεί για εκείνο το τμήμα της ατομικής και δημόσιας συμπεριφοράς μας που προκύπτει αναντίρρητα από τη βιολογία και μάλιστα τη βιολογία της εξέλιξης.
*
*
*
