Καναρίνια, ἀγελάδες, μαθητές: ἐπιβάτες στὸ ἴδιο τρένο

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Πρὶν ἀπὸ χρόνια ἤμουν στὸ ἐκτροφεῖο τοῦ Παναγιώτη Μακρῆ, ἐκτροφέα καναρινιῶν χρώματος, τὰ ὁποῖα τὰ προετοίμαζε γιὰ τοὺς τοπικούς, ἐθνικοὺς καὶ πανευρωπαϊκοὺς ἢ παγκόσμιους μορφολογικοὺς διαγωνισμούς. Γιὰ περισσότερο ἀπὸ μιὰ δεκαετία συμμετεῖχα κι’ ἐγὼ σὲ ἀντίστοιχες ἐκθέσεις μὲ πτηνὰ δικῆς μου ἐκτροφῆς. Ἐξωγενεῖς συνθῆκες μὲ ὁδήγησαν μὲ πολλὴ λύπη νὰ σταματήσω τὸ κοπάδι μου, τὸ ὁποῖο σιγὰ-σιγὰ καὶ θὰ ξαναρχίσω νὰ φτιάχνω, αὐτὴ τὴ φορὰ πιὸ μεθοδικὰ καὶ σίγουρα πιὸ διαχειρίσιμα ἀπ’ ὅ,τι στὸ παρελθόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουν καὶ τόση σημασία. Αὐτὸ ποὺ μοῦ ἔκανε τότε ἐντύπωση ἦταν ὅτι ὁ Μακρῆς ἐπισκεπτόταν τὸ ἐκτροφεῖο κάθε δύο μὲ τρεῖς ἡμέρες γιὰ νὰ ταΐσει, νὰ καθαρίσει, νὰ ποτίσει, νὰ παρακολουθήσει τὴν πορεία τῆς ἀναπαραγωγῆς κ.ο.κ. Τὸν εἶχα, λοιπόν, ρωτήσει τότε, τί γίνεται στὸ ἐκτροφεῖο του ὅταν ἐκεῖνος λείπει. Πρακτικὰ ζητήματα ‒ ἄλλωστε, ἦταν ὁ μέντοράς μου: Ἀφήνει κάποιο παράθυρο ἀνοιχτό; Βάζει κάποιο θερμαντικὸ ἢ ψυκτικὸ σῶμα ἀνάλογα τὴν περίοδο; Παρακολουθεῖ μέσω κάποιας κάμερας τὸν χῶρο; Κι’ ἄλλα τέτοια παρόμοια. Ὁ «πτέραρχος» —ἀπόστρατος τῆς Πολεμικῆς Ἀεροπορίας, ἐξ οὗ καὶ τὸ παρατσούκλι— μοῦ ἐξηγοῦσε πάντοτε λεπτομερῶς τὸ τί καὶ τὸ πῶς, τὰ μυστικὰ τοῦ χόμπι μας, καὶ μεταξὺ ἄλλων μοῦ εἶχε πεῖ: «Καὶ φυσικὰ ὅλη μέρα παίζει μουσικὴ τὸ ραδιόφωνο. “Ντέρτι” ἢ “Μελωδία”. Πάντα λαϊκά».

Οἱ σύγχρονες κτηνοτροφικὲς μέθοδοι ἔχουν εἰσαγάγει τὴ μουσικὴ ὡς ἕνα μέσο «ἐξορθολογισμοῦ» τῆς μαζικῆς ἐκτροφῆς τῶν ζώων. Ἐπιπλέον, ἡ μουσικὴ βοηθᾶ στὴν αὐξημένη παραγωγὴ γάλακτος, στὴν παραγωγὴ μαλακότερου κρέατος, στὴ μείωση τῶν τοξινῶν ἕνεκα τοῦ ἄγχους ἐν ὄψει τῆς σφαγῆς, κι’ ἄλλα τέτοια ἀνθρωπιστικὰ μέν, ἐπιτατικὰ τῆς παραγωγῆς δὲ τεχνάσματα. Φυσικά, στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν μιλᾶμε γιὰ ἕνα ἁπλὸ μουσικὸ χαλὶ ἢ ἕναν λευκὸ θόρυβο, ἀλλὰ γιὰ σημαντικὰ ἢ ἀσήμαντα ἔργα τῆς κλασσικῆς μουσικῆς, μιᾶς καὶ οἱ τονικότητες, ἡ ἁρμονία κι’ ὅλα τὰ συμπαρομαρτοῦντα μοιάζουν στοὺς ἐπιστήμονες ὡς ἀποδοτικότερα γιὰ τοὺς στόχους τους. Βέβαια οἱ ἀγελάδες, τὰ αἰγοπρόβατα ἢ οἱ κότες δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἐκτιμήσουν τὸ πρελούδιο σὲ ντὸ δίεση ἐλάσσονα τοῦ Ραχμάνινωφ, ὡστόσο πέραν τῆς ὁμαλοποίησης τῆς πεπερασμένης τους βιοτῆς ἐντὸς τῆς μονάδας καὶ τῆς αὔξησης τοῦ κέρδους τοῦ παραγωγοῦ, ἐπιτελεῖται καὶ μιὰ ἄλλη λειτουργία, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ δημιουργία ἑνὸς θετικὰ σεσημασμένου φαντασιακοῦ ἐντὸς τοῦ ὁποίου οἱ Χόλστάιν ἀσπρόμαυρες ἀγελάδες τρῶνε γαλήνια τὸ μηχανικὰ ντανιασμένο τετραγωνισμένο τριφύλλι τους, ἐνῶ ἀπὸ πίσω δὲν ἀκούγονται τὰ ἐναγώνια μουγκανίσματά τους (μιὰ τρόπον τινὰ δυσφορία, ἕνας ἀναστεναγμὸς τοῦ κοπιῶντος ἐργατικοῦ δυναμικοῦ μέσα στὴν κρεατοφάμπρικα), ἀλλὰ τὰ κλειδοκύμβαλα, οἱ τρομπέτες, τὰ βιολιὰ καὶ τὰ φαγκότα τοῦ Μπράμς.

Μιὰ ἀπλὴ ἀναγωγὴ στὰ καθ’ ἡμᾶς ἀνθρώπινα εἶναι περισσότερο ἀπὸ εὔγλωττη. Σκεφτεῖτε μιὰ γραμμὴ παραγωγῆς σὲ ἕνα ἐργοστάσιο μὲ συντριπτικὰ γιὰ τὴν ἀκοὴ ντεσιμπέλ, τὶς βλαστήμιες, τὰ ἀναφωνητά, τὰ γέλια ἢ τὰ κλάματα τῶν ἐργαζομένων. Ἡ γκρίζα αὐτὴ ἐκδοχὴ φωτίζεται ἀμέσως ἀπὸ τὸν λαμπρότερο ἥλιο ἂν ἀπὸ πίσω σὰν χαλὶ καταπιεῖ τὰ πάντα ὁ Τσαϊκόφσκι. Εἰδικὰ δὲ ἂν ὁ διευθυντὴς παραγωγῆς δεῖ ἔστω κατά τι ἀνεβασμένη τὴν ἡμερήσια μπάζα, τότε ἀπευθείας ἀποκτᾶται τὸ ἄλλοθι τῆς ἔνδυσης τῆς μισθωτῆς δουλείας μὲ κλασσικισμὸ/ρομαντισμὸ ἢ μπελ-κάντο, «δημιουργῶντας φιλικότερες συνθῆκες ἐργασίας», ἔστω κι’ ἂν ὁ μετατοπισμένος μεσοσπονδύλιος δίσκος τοῦ ἐργάτη παραμένει ἴδιος. Κοινῶς, τί γελάδι, τί ἐργάτης, ὅλοι πᾶν πρὸς τὸ σφαγεῖο μὲ τρομπόνια κι’ ὄμποε…

Ἦταν τὸ 1977 ὅταν ὁ Jacques Attali κυκλοφόρησε στὴν Γαλλία ἀπὸ τὸ PUF τὸ Les Bruits : essai sur l’économie politique de la musique. Στὰ ἑλληνικὰ κυκλοφόρησε τὸ 1991 ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Κέδρος-Ράππα σὲ μετάφραση τῆς Ντενὶζ Ἀνδριτσάνου μὲ τίτλο Θόρυβοι: Δοκίμιο πολιτικῆς οἰκονομίας τῆς μουσικῆς. Τὸ βιβλίο αὐτὸ σήμερα μοιάζει ξεπερασμένο καθὼς δὲν φαίνεται νὰ κάνει τίποτα ἄλλο παρὰ νὰ παρουσιάζει τὴν τρέχουσα πραγματικότητα ὡς ἔχει. Ὡστόσο στὴν ἐποχή του ἦρθε νὰ ὑπογραμμίσει —μεταξὺ πολλῶν ἄλλων θεμάτων— κάτι πολὺ σημαντικό. Δηλαδή, ὅτι ἡ μουσικὴ ἔπαψε νὰ εἶναι μιὰ δημόσια ἐκπομπὴ μηνύματος τὴν ὁποία θὰ ἐπέλεγε κάποιος ἐπὶ τούτου νὰ πάει νὰ παρακολουθήσει καὶ ν’ ἀκούσει, ἀλλὰ προοδευτικὰ ἔγινε μία ἐν πολλοῖς μονήρης οἰκιακὴ διαδικασία μὲ τὴ μαζικοποίηση τῆς παραγωγῆς καὶ τῶν μέσων ἀναπαραγωγῆς της, κι’ ὕστερα ἁπλῶς μιὰ μαζική, ἀέναη, μὴ νοηματοδοτημένη καὶ τελικῶς ἀπαραίτητη ἐκπομπὴ ποὺ ἁπλῶς πλαισιώνει τὸν κόσμο, ἐντὸς ἢ ἐκτός ‒ ὅπως ἕνα “χαλί”. Μ’ ἄλλα λόγια ἡ μουσικὴ ἐτράπη σὲ ἕνα σάουντρακ τῆς καθημερινότητας ὅπου ἡ κατακόρυφη αὔξηση τῆς ἐκπομπῆς μηνυμάτων πολιορκεῖ τὸν δέκτη, τόσο πολὺ καὶ τόσο μαζική, ποὺ ὁ τελευταῖος ἔχει δύο ἐπιλογές: εἴτε νὰ βυθιστεῖ στὴν ἀπύθμενη σιγὴ ποὺ θὰ τὸν φέρει σὲ ἀναμέτρηση μὲ τὸν ἑαυτό του, ὁ ὁποῖος πλέον στερεῖται κέντρου καὶ ραχοκοκαλιᾶς, ἄρα εἶναι ἕρμαιο τῶν ἀσύνδετων περισπασμῶν, εἴτε νὰ παραδοθεῖ σὲ ἕναν κόσμο διαρκῶς ἠχητικὰ ἐπενδυμένο ὥστε ν’ ἀποφύγει τὸν μέχρι τρέλας καταιγισμὸ μηνυμάτων.

Κάπως ἔτσι, λοιπόν, ἡ μουσικὴ γίνεται ἕνας θόρυβος. Δὲν εἶναι πλέον ἕνα αἰσθητικὸ προϊὸν μὲ προθετικότητα, ἐπιτελεστικότητα, νόημα, ἀρχὴ-μέση-τέλος, ἀλλὰ ἕνα ἀκόμα παραφερνάλιουμ τῆς καθημερινότητας. Ἐκεῖ ἀκριβῶς ἔρχεται πλέον νὰ ἐπιτέλεσει νέους σκοπούς, πέραν τοῦ ἀρχικοῦ ποὺ εἶναι ἡ αἰσθητικὴ ἀπόλαυση. Ἐκεῖ ἔρχεται νὰ γίνει τὸ ἀνόητο χαλὶ συχνοτήτων ποὺ κάνει τὴν ἀγελάδα νὰ παραγάγει 200 ml περισσότερο γάλα ἀνὰ ἄρμεγμα. Ἐκεῖ ἔρχεται νὰ ὑποστηρίξει τὴν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀντισταθεῖ στοὺς περισπασμούς, καὶ γίνεται πλέον μιὰ ἠχητικὴ παρακεταμόλη (ἢ χλωροφόρμιο;) ποὺ συνοδεύει τὸ ἀτομικὸ φαντασιακὸ τοῦ καθενός μας μέσα στὴν πόλη, μέσα στὸ σπίτι, μέσα στὸ αὐτοκίνητο, στὸ τραῖνο ἢ ἀκόμα καὶ στὸ μπάνιο.

Ἀπ’ τὸ γραφεῖο μου ἀκούω τὴν Λεόντειο τῶν Πατησίων. Ὡς θύμα τῆς παραπάνω συνθήκης ἄργησα πολὺ νὰ καταλάβω ὅτι στὰ διαλείμματα τῶν παιδιῶν ἔπαιζε ἀπὸ τὰ μεγάφωνα κλασικὴ μουσική. Τὰ παιδιά, σὰν ἄλλες ἀγελαδίτσες, βόσκουν καὶ παίζουν στὸ προαύλιο, ὅλα βαφτισμένα ἀπὸ τὸν ἴδιο νονό (τὸν «μαλάκα»), ἐνῶ οἱ διδάσκοντες πίνουν καφέ, καπνίζουν, κοιμοῦνται, γράφουν μηνύματα στὸ μέσσεντζερ ἢ σκρολάρουν στὸ ἴνσταγκραμ, γαλήνιοι καὶ πεπεισμένοι γιὰ τὴν ὑποσυνείδητη ἐμφύτευση ὑψηλῆς καὶ φίνας καλλιέργειας στοὺς μαθητὲς/πελάτες τους. Τὸ σχολεῖο λειτουργεῖ ὡς ἕνα μακρὺ ἐκπαιδευτικὸ χέρι ἀκόμα καὶ στὸ διάλειμμα, προσπαθῶντας νὰ ἐθίσει τὰ παιδιὰ στὴν κλασικὴ μουσική, νὰ καταπραΰνει τὸ ἄγχος ἢ τὰ νεῦρα τους, νὰ δημιουργήσει ἕνα θετικὰ σεσημασμένο φαντασιακό, ἕνα εὐδαῖμον κάδρο μὲς στὸ ὁποῖο οἱ αὐριανοὶ πολίτες γαλουχοῦνται μὲ ὑψηλὰ νοήματα, ραφιναρισμένες ἀξίες καὶ ἐκλεκτὰ ἀκούσματα.

Παράλληλα μ’ ὅλα αὐτά, οἱ μαθητὲς κοιτοῦν τὸ κινητό τους, καπνίζουν κρυφά, ἀκοῦν στὰ ἀκουστικά τους τὴ μουσικὴ ποὺ τοὺς ἀρέσει καὶ σκέφτονται τοὺς βαθμούς, τὸ διαγώνισμα ἢ τὶς ἐρωτικές τους περιπέτειες. Κάπως ἔτσι εἶναι τελικὰ ὅλοι ἱκανοποιημένοι καὶ τὸ καραβάνι συνεχίζει τὴν πορεία του στὴν ἔρημο.

Τὸ διάλειμμα λήγει. Ἡ μουσικὴ σταματᾶ ἀπότομα. Ὁ ἐφημέριος αὐλάρχης πιάνει τὸ μικρόφωνο, κρυμμένος μέσα στὸ γραφεῖο τῶν καθηγητῶν, κι’ ἐνημερώνει τὰ τμήματα ν’ ἀνέβουν στὶς τάξεις τους, μὲ πλήρη παράταξη καὶ μὲ αὐστηρὴ σειρά. «Τὸ Α1, τὸ Α2, τὸ Α3 ἔχει γυμναστική, τὸ Α4 νὰ πάει στὸ Χημεῖο…». Πειθήνιοι οἱ μαθητὲς ἀκολουθοῦν τὰ κελεύσματα. Μπορεῖ νὰ μοιάζει ὑπερβολὴ ὅμως τὸ γράφω. Καλὰ λέει ὁ Τριαρίδης στὸν τίτλο του: «Ἐμεῖς θὰ ἀνεβάσουμε τοὺς ἀνθρώπους στὰ τρένα γιὰ τὸ ἐπερχόμενο Ἄουσβιτς». Ὅσο γιὰ τὰ ζῶα, ἡ σιωπηρὴ συνενοχή μας βοᾶ στοὺς αἱματολογικούς μας δεῖκτες.

*

*

*