*
(Επειδή φαίνεται να ανοίγει και πάλι η συζήτηση για το άρθρο 86 του Συντάγματος)
του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ
~.~
Στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, οι γραφές «παρανόμων»[1] και «νόμον μὴ ἐπιτήδειον θεῖναι» –ένδικα μέσα δημοσίου δικαίου, όπως θα λέγαμε σήμερα– είχαν μεγάλη σπουδαιότητα, καθώς αποτελούσαν προληπτικές και συγχρόνως κατασταλτικές εγγυήσεις τηρήσεως του πολιτεύματος και εκδικάζονταν από το δικαστήριο της Ηλιαίας. Αυτή που μας ενδιαφέρει σήμερα είναι η δεύτερη.
Η γραφή «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι»[2] ήταν ένδικο μέσο του δημοσίου δικαίου ασκούμενο εναντίον της θεσπίσεως ασύμφορου νόμου, δηλαδή νόμου που θα μπορούσε να βλάψει (ή είχε βλάψει) τα συμφέροντα της πόλεως. Η διαφορά της γραφής αυτής από την «γραφὴν παρανόμων» συνίστατο στο ότι αφορούσε μόνον νόμους, όχι ψηφίσματα.
Η προσωπική ευθύνη του εισηγητή και των αξιωματούχων που διηύθυναν τις εργασίες της Εκκλησίας ούτε ατονούσαν ούτε μετριαζόταν επειδή ο λαός είχε επιψηφίσει την πρόταση. Δεν διαρκούσε όμως και στο διηνεκές. Ένα χρόνο μετά την υποβολή της πρότασης (ή την ψήφισή της) έπαυε να υπάρχει.
Οι ποινές επί καταδίκης έφταναν έως τον θάνατο. Πάντως η γραφή «νόμον μὴ ἐπιτήδειον θεῖναι» έπρεπε, για να έχει ποινικές συνέπειες, να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την ψήφιση του νόμου. Η απειλή της μερικής ατιμίας πρέπει να λειτούργησε και να έκανε ορισμένους πιο προσεκτικούς στις εισηγήσεις τους.[3]
Η διαδικασία ξεκίνησε τον 4ο αιώνα. Ο Δημοσθένης ανάγει τη διαδικασία στον Σόλωνα και θεωρεί ότι μη επιτήδειοι ήταν οι νόμοι που οι επιταγές τους ή δεν ήταν απλές και κατανοητές ή δεν ήταν υλοποιήσιμες[4]. Ο Αισχίνης αφήνει να εννοήσουμε ότι έτσι χαρακτηρίζονται οι νόμοι που δεν ήταν λειτουργικοί[5]. «Φαίνεται πάντως ότι στις περιπτώσεις των γραφών για νόμο μη επιτήδειο, το ηλιαστικό δικαστήριο των θεσμοθετών όφειλε να εξετάσει όχι τόσο τη νομιμότητα, όσο τη σκοπιμότητα των νομοθετικών πρωτοβουλιών».[6]
Εκτός από την ατομική κύρωση της επιβολής ποινής, η συγκεκριμένη γραφή είχε και ακυρωτικό αποτέλεσμα ως προς το νόμο ή το ψήφισμα. Η αναστολή διαρκούσε, έως την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Εάν η απόφαση ήταν καταδικαστική για τον προτείνοντα, τότε ο νόμος ή το ψήφισμα ακυρωνόταν ή σταματούσε η περαιτέρω νομοθετική διαδικασία επί της προτάσεως. Η ποινή για τον ένοχο ήταν πρόστιμο και, σε περίπτωση υποτροπής για τρίτη φορά, στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων («ατιμία»).
Η «γραφή» αυτή θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως διφυές ένδικο βοήθημα, τόσο ποινικού όσο και διοικητικού (ακυρωτικού) χαρακτήρα[7].
Εικάζεται ότι καταδικαστικές αποφάσεις της Ηλιαίας σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω «γραφές» σπανιότατα μόνον εκδίδονταν. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι αποφάσεις απήλλασσαν τον κατηγορούμενο και επικύρωναν το θεσπισθέντα νόμο ή το ψήφισμα. Τούτο συνέβαινε προδήλως διότι το πολυμελέστατο δικαστήριο της Ηλιαίας αποτελούσαν τα ίδια τα μέλη της Εκκλησίας του Δήμου που είχαν ήδη ψήφισε το νόμο ή το ψήφισμα. Δύσκολα θα μπορούσαν, επομένως, οι ίδιοι πολίτες να αναιρούν δικαστικά αυτό που είχαν αποφασίσει νομοθετικά.
Οι γραφές «παρανόμων» δεν ήταν μόνο κατασταλτικές αλλά και προληπτικές εγγυήσεις τηρήσεως των πολιτικών και δικαιικών θεσμών της αθηναϊκής δημοκρατίας. Ο προληπτικός χαρακτήρας των γραφών αυτών συνίστατο στο ότι οι επαπειλούμενες βαριές ποινές λειτουργούσαν αποτρεπτικά για τη θέσπιση νέων νομοθετικών ρυθμίσεων που θα ήταν «δυνάμει» επικίνδυνες για τη λειτουργία του πολιτεύματος[8].
Όπως σημειώθηκε στα αμέσως παραπάνω, η συγκεκριμένη γραφή αποσκοπούσε στο να παράσχει προληπτικές εγγυήσεις τηρήσεως των πολιτικών και δικαιικών θεσμών και να ελέγξει την σκοπιμότητα των νομοθετικών πρωτοβουλιών. Θα μπορούσε να ισχύσει, κατ’ αναλογία και σύμφωνα με το σύγχρονο δικαιικό πλαίσιο, κάτι το παρεμφερές in senso lato, στη σημερινή νομοθετική λειτουργία της Βουλής των Ελλήνων;
Γνωρίζουμε ότι πολλά νομοθετήματα έχουν αποδειχτεί βλαπτικά εις βάρος του κοινωνικού συνόλου αλλά και του γενικά αναφερομένου εθνικού συμφέροντος. Ένα τέτοιο νομοθέτημα είναι το άρθρο 86 του Συντάγματος του 2001 και ο βασιζόμενος σε αυτό εκτελεστικός νόμος (N. 3126/2003) περί ευθύνης υπουργών. H ποινική ευθύνη των υπουργών αποτέλεσε μέλημα των ελληνικών Συνταγμάτων ήδη από το 1844, το οποίο στο άρθρο 83 προέβλεπε την έκδοση σχετικού νόμου. Ο πρώτος νόμος περί ευθύνης υπουργών ήταν ο ΦΠΣΤ΄ του 1876, όπως τροποποιήθηκε από τον N. XE΄ του 1873. Το νομοθετικό αυτό καθεστώς διατηρήθηκε σε ισχύ για έναν αιώνα μέχρι την έκδοση του ΝΔ 802/1971. Οι ρυθμίσεις του τελευταίου, οι οποίες πάντως επαναλαμβάνουν τις ως τότε ισχύουσες αρχές, διατηρήθηκαν σε ισχύ και από το Σύνταγμα του 1975 με ρητή μεταβατική διάταξη (άρθρο 115 παρ. 1) «ώσπου να εκδοθεί ο από το άρθρο 86 παρ. 1 προβλεπόμενος νόμος». Ο νόμος αυτός εκδόθηκε μόλις τον Ιούλιο του 1997 (N. 2509/1997) μετά τις πολιτικές και νομικές περιπέτειες του τόπου την επαύριον των σκανδάλων του 1989. Οι διατάξεις όμως εκείνες είχαν επικριθεί έντονα και έτσι κρίθηκε η ανάγκη τροποποιήσεώς τους. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο το σχετικό άρθρο 86 του Συντάγματος αναθεωρήθηκε το 2001.
«Όμως και η νέα αυτή διατύπωση δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας σύγχρονης δικαιοκρατικής κοινωνίας. Διότι θεσμοθετήθηκε μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία για την ποινική δίωξη των υπουργών, η οποία πολύ δύσκολα μπορεί να καταλήξει στην παραπομπή τους στο ακροατήριο. Συγκεκριμένα, χρειάζεται να αποφασίσει το Κοινοβούλιο δύο φορές, με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, ώστε να ασκηθεί ποινική δίωξη. Την πρώτη φορά, για να συσταθεί η ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και τη δεύτερη, όταν το πόρισμα της επιτροπής αυτής εισαχθεί στην Ολομέλεια, η οποία τελικά αποφασίζει για την άσκηση ή μη διώξεως. Αξίζει να σημειωθεί ότι με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού του βουλευτών, η Βουλή μπορεί να ανακαλέσει την απόφασή της ή να αναστείλει τη δίωξη, την προδικασία ή την κύρια διαδικασία, οποτεδήποτε, δηλαδή και αν ακόμη έχει περαιωθεί η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου και αναμένεται η έκδοση της αποφάσεώς του.
Το πλέον όμως σκανδαλώδες είναι το προτελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 86Σ, σύμφωνα με το οποίο “η Βουλή μπορεί να ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 αρμοδιότητά της (να συστήσει δηλαδή επιτροπή και να ασκήσει δίωξη) μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος”. Με τη διάταξη αυτή η ατιμωρησία καθίσταται σχεδόν βεβαία για τα αδικήματα που τελέστηκαν κατά την τελευταία σύνοδο της προηγούμενης βουλευτικής περιόδου εφόσον το ίδιο κόμμα κερδίσει τις εκλογές. H προθεσμία αυτή είναι προφανές ότι είναι ασφυκτική και οδηγεί στην εξάλειψη του αξιόποινου των πράξεων μέσα σε ελάχιστα χρόνια από την τέλεσή τους».[9]
Το Άρθρο 86 του Συντάγματος, αναθεωρήθηκε πάλι το 2019 αλλά πάλι, παρά τις βελτιώσεις που επήλθαν[10] εξακολουθεί η δίωξη ενός υπουργού να αποφασίζεται από την Βουλή!
Δεν νομίζω ότι υπάρχει διαφωνία μεταξύ των Ελλήνων πολιτών ότι το συγκεκριμένο άρθρο του Συντάγματος εμποδίζει τη Δικαιοσύνη να καταλογίσει τις ευθύνες σε πρόσωπα, κόμματα και λοιπούς φορείς για σειρά σκανδάλων που έχουν προκαλέσει ζημία στο Δημόσιο (νοουμένη με όλους τους δυνατούς τρόπους). Επίσης στερεί τη δυνατότητα στους Έλληνες πολίτες να γνωρίζουν και επομένως να αποφασίζουν δια της ψήφου των.
Το άρθρο, ως γνωστόν, υπερψηφίστηκε από την πλειοψηφία της Βουλής. Θαυμάσια… Όμως αυτό δεν θα πρέπει να αθωώνει τους εισηγητές του νομοθετήματος –αλλά και πλείστων άλλων– και η λήθη να σκεπάζει τη συμβολή τους στη ψήφιση ενός σημαντικού νόμου που προκάλεσε βλάβη. Αν ίσχυε μια ανάλογη ρύθμιση με αυτή του «νόμον μὴ ἐπιτήδειον θεῖναι», τα ζητήματα αυτά δεν θα οδηγούνταν στις ελληνικές καλένδες. Θα μπορούσαν να ανασυρθούν και αφού εξεταστούν να καταδεικνύεται στους πολίτες ότι η συγκεκριμένη συνταγματική- νομοθετική ρύθμιση που εισηγήθηκε ο τάδε βουλευτής ή υπουργός, προκάλεσε αυτά τα δεινά στον τόπο.[11]
Η μοναδική ποινή όλων όσοι εισηγήθηκαν τέτοια βλαπτικά νομοθετήματα θα είναι η ανάρτηση του ονόματός τους σε στήλες έξω από τη Βουλή και βεβαίως στο Διαδίκτυο. Η επανεκλογή τους στο Κοινοβούλιο νομίζω ότι θα ήταν τότε… αρκετά δύσκολη.
///
[1] Η «γραφή παρανόμων» ήταν ένδικο μέσο δημοσίου δικαίου ασκούμενο εναντίον όποιου πρότεινε νόμο ή ψήφισμα που ερχόταν σε αντίθεση με τους προϋφιστάμενους κανόνες ή που είχε θεσπισθεί κατά παράβαση της νομοθετικής διαδικασίας. Μόλις ο μηνυτής εξεδήλωνε την πρόθεση του, με δημόσιο όρκο («ὑπωμοσία»), να καταθέσει «γραφή παρανόμων», η συνέχιση της νομοθετικής διαδικασίας αναστελλόταν. Αναστελλόταν επίσης η ισχύς του νέου νόμου ή ψηφίσματος, εάν η νομοθετική διαδικασία επί της προτάσεως νόμου είχε ήδη ολοκληρωθεί.
[2] G. Glotz, Η ελληνική Πόλις, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1994, σ. 191. Επίσης Α. Biscardi, Αρχαίο Ελληνικό Δίκαιο, Aθήνα 1991, σ. 121, σημείωση 68.
[3] Αισχίνης, Κατά Κτησιφώντος, 195.
[4] Δημοσθένης, Κατά Τιμοκράτους, 212.
[5] Αισχίνης, Κατά Τιμάρχου, 34.
[6] Σ. Στεφανόπουλος, Ελλήνων Θέσμια, Α. Α. Λιβάνης, 2004, σ. 719 -720.
[7] « Οι γραφές «παρανόμων» και «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι», καθώς και ο οστρακισμός προστάτευαν τη λειτουργία του πολιτεύματος» (Α. Μάνεσης – Φ. Σπυρόπουλος, «Νομοθεσία και Προστασία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας», περ. Ιστορικά, τχ. 25, Ελευθεροτυπία, 6 Μαΐου 2000.
[8] Α. Μάνεσης – Φ. Σπυρόπουλος, ό.π.
[9] Ι. Βαρβιτσιώτης, «Η ποινική ευθύνη των υπουργών», Το Βήμα, Κυριακή 28 Μαΐου 2006. Έχει σημασία να σημειωθεί ότι ο Ι. Βαρβιτσιώτης ήταν ο ένας (ΝΔ) εκ των τεσσάρων βασικών εισηγητών των κομμάτων στην επιτροπή αναθεώρησης της Βουλής. Οι άλλοι τρεις ήταν οι Ευάγγελος Βενιζέλος (ΠΑΣΟΚ), Αντώνης Σκυλλάκος (ΚΚΕ) και Φώτης Κουβέλης (Συνασπισμός).
[10] Κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας: καταργήθηκε η διάταξη που προέβλεπε ότι η Βουλή μπορούσε να ασκήσει ποινική δίωξη κατά Υπουργού μόνο μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που ακολουθούσε την τέλεση της πράξης. Υπεροχή του Συντάγματος: Η συνταγματική αλλαγή θεωρείται άμεσης εφαρμογής, πράγμα που σημαίνει ότι η διάταξη του υφιστάμενου κοινού νόμου (Ν. 3126/2003) που όριζε την προθεσμία παραγραφής θεωρείται πλέον αντίθετη προς το αναθεωρημένο Σύνταγμα. Τρέχουσες εξελίξεις: Αν και η Συνταγματική αναθεώρηση του 2019 έθεσε το πλαίσιο, εκκρεμεί η εναρμόνιση του κοινού νόμου (Ν. 3126/2003) με τις νέες συνταγματικές διατάξεις. Σύμφωνα με πρόσφατες πληροφορίες, αναμένεται νομοσχέδιο από το Υπουργείο Δικαιοσύνης που θα περιέχει τροποποίηση του άρθρου για την προθεσμία παραγραφής, ώστε να ευθυγραμμιστεί πλήρως με το αναθεωρημένο Σύνταγμα.
[11] Είμαι σίγουρος ότι θα υπάρξουν πλήθος αντιρρήσεων ως προς το ότι η φιλοσοφία λειτουργίας του πολιτεύματος είναι εντελώς διαφορετική. Όμως αυτό είναι γνωστό και δεν απαγορεύει σε κανένα αν το θελήσει να εργασθεί προς την κατεύθυνση που αναφέραμε. Η πληθώρα των τεχνικών προβλημάτων που προκύπτουν για την εφαρμογή ενός τέτοιου πλαισίου επίσης μπορούν να λυθούν αν υπάρχει η απαιτούμενη βούληση…
*
*
*
