Εφήμερη σχέση

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Η ιστορία της σχέσης μου με τη Χρυσάνθη θα μπορούσε να γίνει μυθιστόρημα αλλά μπορεί το ίδιο άνετα να χωρέσει και σε λίγες σελίδες. Εξάλλου, ακόμα και αν ήθελα να την κάνω μυθιστόρημα, το αποτέλεσμα θα ήταν τουλάχιστον βαρετό: δεν διαθέτω τις αρετές για να γράψω εκατοντάδες σελίδες χωρίς να χάσω την ουσία της υπόθεσης και χωρίς να παρασυρθώ σε ακατάσχετη λογοδιάρροια.

Με εξαίρεση κάποιες λεπτομέρειες που ίσως είναι μοναδικές, γενικά η σχέση μου με τη Χρυσάνθη ήταν μια τυπική, συνηθισμένη ιστορία, όμοια με εκατομμύρια άλλες: μια περίπτωση γάμου δυο ανθρώπων που, παρά τον αρχικό ενθουσιασμό τους και τους όρκους ισόβιας αγάπης, δεν μπορούσαν τελικά να συνυπάρξουν και να ανθίσουν ο ένας δίπλα στον άλλον καθώς έψαχναν τελείως διαφορετικά πράγματα.

Η Χρυσάνθη ήταν μια ελκυστική γυναίκα, ποθητή, με εύρωστο σώμα, ιδανικές καμπύλες, κοντά καστανά μαλλιά, προσωπάκι μάλλον μικρό σε σχέση με το σώμα της, χαριτωμένο σαν ξωτικό, βγαλμένο από τα παραμύθια που διάβαζε. Ακτινοβολούσε θηλυκότητα, ζωντάνια, καλή διάθεση και αγάπη για τη ζωή. Aυτά αγάπησα πάνω της  από την πρώτη μας συνάντηση. Γνωριστήκαμε στην παρουσίαση ενός βιβλίου. Ήμουν τριάντα έξι, εκείνη τριάντα δύο. Το διάβασμα και η αγάπη για τα βιβλία ήταν ένας πρόσθετος λόγος που με είχε κάνει να ελπίζω σε μια σχέση βαθιά και με διάρκεια. Της άρεσαν τα παραμύθια και τα ιστορικά μυθιστορήματα. Μια φορά το μήνα πήγαινε σε βιβλιοπωλεία για να αγοράσει ή να παραγγείλει βιβλία. Παρότι θεωρούσε «σκληρές» ή «ενοχλητικές» τις δικές μου αναγνωστικές προτιμήσεις, ξεφύλλιζε συχνά τα βιβλία που διάβαζα και δεν ήταν λίγες οι φορές που έμπαινε στον πειρασμό και διάβαζε αποσπάσματα.

Η μόνη καλή περίοδος ήταν οι μήνες πριν τον γάμο. Μάλλον η λέξη «καλή» δεν είναι αρκετή για να περιγράψει εκείνο το διάστημα. Η σχέση μας ήταν ιδανική σωματικά και πνευματικά. Κάναμε έρωτα σαν τρελοί, χωρίς αναστολές, χωρίς προκαταλήψεις, δοκιμάζοντας πηγές ηδονής που ακόμα και τώρα μου προκαλούν εξίσου νοσταλγία και ντροπή. Μετά τα ερωτικά μας παιχνίδια φτιάχναμε καφέ, το ρίχναμε στο διάβασμα και μιλούσαμε μέχρι που μας έπαιρνε ο ύπνος.

Εκείνους τους λίγους μήνες είχα ανακαλύψει μια εκδοχή του έρωτα που πίστευα ότι δεν μπορούσε να υπάρξει. Είχα πιστέψει πως είχα βρει τον άνθρωπό που μαζί του θα μπορούσα να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου. Το ίδιο πίστευε και η Χρυσάνθη, το ομολογούσε με ενθουσιασμό, με τρόπο που δεν άφηνε κανένα περιθώριο να υποθέσω προσποίηση ή ρηχότητα εκ μέρους της. Ακόμα και τώρα, κάθε φορά που σκέφτομαι τα περασμένα, πιστεύω ότι εκείνη η σύντομη αγάπη που νοιώσαμε, τόσο παθιασμένη και συγκινητική, δεν ήταν ψεύτικη: είχε υπάρξει, ήταν αληθινή, αποτέλεσμα μιας συγκυρίας, απλώς δεν είχε διάρκεια.

Έφταιγε ο γάμος για όσα ακολούθησαν; Θα μπορούσαμε να κρατήσουμε ανόθευτη τη σχέση μας αν δεν είχαμε παντρευτεί; Μήπως έφταιγε η οικογενειακή νοοτροπία με την οποία είχε μεγαλώσει; Μήπως την είχαν επηρεάσει οι αδελφές της που μπαινόβγαιναν στο σπίτι και όλες οι κουβέντες τους ήταν γύρω από δουλειές, περιουσίες, χρήματα και κοινωνικές συγκρίσεις; Ή μήπως έφταιγε η δική μου άρνηση να ακολουθήσω τις καθιερωμένες αξίες της εποχής; Δεν ξέρω αλλά σχεδόν μόλις παντρευτήκαμε άρχισαν οι διαφωνίες, στην αρχή ήπιες και λίγο αργότερα πιο σκληρές και δυσάρεστες. Ίσως ο γάμος, με όλες τις τυπικότητες και τους συμβιβασμούς που δημιουργεί, να έφερε στην επιφάνεια βαθύτερες αλήθειες και απωθημένα. Στην αρχή διαφωνούσαμε για τα ασήμαντα, μετά για τα σημαντικά. Είναι εντυπωσιακό το πόσο λανθασμένες απόψεις μπορεί να σχηματίσουν οι άνθρωποι στην αρχή μιας γνωριμίας.

Από τον πρώτο κιόλας καιρό του γάμου μας τα πνευματικά της ενδιαφέροντα χάθηκαν απότομα και φάνηκε ότι ήταν μάλλον κάτι προσωρινό ή κάτι λιγότερο δυνατό από τη βαθιά επιθυμία της να είναι και να φαίνεται μια παραδοσιακή γυναίκα, καταξιωμένη στα δικά της μάτια αλλά και στα μάτια των άλλων με τα συνηθισμένα οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια.

Ανάλογη με την ξαφνική πνευματική ανορεξία της ήταν και η αλλαγή στην ερωτική της διάθεση: το πάθος και ο ενθουσιασμός χάθηκαν και έδωσαν τη θέση τους σε προγραμματισμένες ερωτικές επαφές με μοναδικό στόχο να μείνει έγκυος – κάτι που δεν καταφέραμε με αποτέλεσμα, όσο περνούσε ο καιρός, να προστεθεί άλλη μια απογοήτευση στα φανερά ή ανομολόγητα συναισθήματά της.

Σταδιακά η Χρυσάνθη επικεντρώθηκε στον ρόλο της ως νοικοκυρά. Αποδείχτηκε ότι επιδίωκε το τέλειο και ότι στο κέντρο της καθημερινής αγωνίας της ήταν η προσήλωση στις υλικές απολαύσεις, μια σχεδόν αδιάκοπη καταναλωτική διέγερση, μια μανιώδης ενασχόληση με τις κοινωνικές συναναστροφές και η άψογη διευθέτηση των οικογενειακών υποθέσεων αγνοώντας τελείως τις προσπάθειες που έκανα να ανοίξω κουβέντα μαζί της για οποιοδήποτε άλλο θέμα – ακόμα και τις ώρες που όλα ήταν τακτοποιημένα και δεν υπήρχε κάποιος ορατός λόγος ανησυχίας εκείνη πάντα ανακάλυπτε εκκρεμότητες και μικροπράγματα που έπρεπε να γίνουν, από τον φωτισμό στο σαλόνι που παρά τις βελτιώσεις της φαινόταν μονίμως υποτονικός μέχρι μηδαμινές φθορές που έπρεπε να διορθωθούν άμεσα.

Δεν είχα πρόβλημα με αυτή τη νοοτροπία της. Απολάμβανα και θαύμαζα την αφοσίωσή της στην καλή λειτουργία του σπιτιού, στην τάξη και την καθαριότητα, στις κοινωνικές μας σχέσεις, αλλά όσο περνούσε ο καιρός ένοιωθα να υπάρχει μια διάθεση εκ μέρους της να προσεγγίσω εγώ τις δικές της αξίες και τελικά να υιοθετήσω τη δική της νοοτροπία. Είτε το ομολογούσε είτε όχι, η Χρυσάνθη απαιτούσε να βλέπω τα πράγματα με τον δικό της τρόπο, να προσαρμόσω ολόκληρο τον τρόπο σκέψης μου στα δικά της πιστεύω, να με προσηλυτίσει στη δική της ιδεολογία, εν τέλει να με κάνει να καταργήσω μέσα μου όσα θεωρούσα σημαντικά και πολύτιμα, κι αυτό, από κάποιο σημείο και μετά, ήταν ανυπόφορο: και μόνον η σκέψη ότι θα ζούσα μονίμως παγιδευμένος στους στόχους και τις προκαταλήψεις ενός άλλου με αναστάτωνε. Από τη δική μου μεριά δεν ήθελα να της επιβάλω τίποτα – μόνο μικρές αμοιβαίες υποχωρήσεις που χωρίς αυτές οι άνθρωποι, μέσα στις σχέσεις, χάνουν την επαφή με εκείνο το κομμάτι του εαυτού τους που δίνει νόημα και σκοπό στη ζωή τους.

Άρχισαν έτσι οι διαφωνίες και οι τσακωμοί. Η Χρυσάνθη επέμενε να μου λέει «αφού παντρεύτηκες και ήθελες οικογένεια…» – πάντα έτσι ξεκινούσε η σειρά των επιχειρημάτων της, και μάλιστα με ένα ύφος απόλυτης φυσικότητας προσπαθούσε να με πείσει για την ορθότητα του τρόπου που έβλεπε τη ζωή και την οικογένεια λες και ο γάμος έπρεπε να καταργήσει αυτόματα τις πνευματικές φιλοδοξίες, την ταυτότητα και γενικά όσα μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε καλλιεργήσει μέσα του ένας άνθρωπος. Υπήρχαν, μάλιστα, στιγμές που μπροστά στο βλέμμα της, όταν καθόμουν στο γραφείο μου για να διαβάσω, ένοιωθα ένοχος – μια παράξενη μορφή ενοχής που πήγαζε από την αίσθηση που μου δημιουργούσε η απαίτηση της Χρυσάνθης ότι το σωστό θα ήταν να είμαι συνεχώς προσηλωμένος στα πρακτικά και οικονομικά θέματα του σπιτιού, μια απαίτηση που με έφερνε αντιμέτωπο με το πιο βαθύ και αληθινό κομμάτι του εαυτού μου και με έκανε να αμφιβάλλω για τη σημασία και την αξία που είχε στη ζωή μου.

Όσο περνούσε ο καιρός γινόμουν όλο και πιο σίγουρος ότι βαθιά μέσα της έβρισκε απολύτως μάταιες και ασήμαντες τις πνευματικές μου ασχολίες και ότι δεν την απασχολούσε ποτέ κάτι βαθύτερο ακόμα και τις ώρες που μια σύντομη κουβεντούλα πέρα από τα συνηθισμένα ήταν εφικτή. Άλλωστε, όλο και πιο συχνά τελευταία, μου το δήλωνε καθαρά. «Με νευριάζουν όλες αυτές οι βλακείες που διαβάζεις!» ή «απορώ τι καλό βρίσκεις σε όλους αυτούς τους παλαβούς τους φιλοσόφους» – φράσεις που, σε συνδυασμό με τη ριζική ασυμφωνία μας στην οικονομική διαχείριση και την διάψευση των προσδοκιών της, μπορούσαν εύκολα να εξηγήσουν την αυξανόμενη έλλειψη επικοινωνίας, κάποια ανομολόγητη απέχθεια που νοιώθαμε ο ένας για τον άλλον και τις ολοένα και πιο συχνές συγκρούσεις μας.

Στην αρχή δυσκολεύτηκα να το αποδεχτώ αλλά σταδιακά, μέσα απ’ όλα τα καθημερινά γεγονότα, άρχισα να καταλαβαίνω ότι η συμπεριφορά της απέναντί μου καθοριζόταν απόλυτα από  τις οικονομικές μου επιδόσεις – δεν με έπαιρνε στα σοβαρά παρά μόνον όταν έβλεπε χειροπιαστές αποδείξεις και συνεισφορές στο ταμείο του σπιτιού και οι εκδηλώσεις τρυφερότητας και αποδοχής ήταν ανάλογες με τα οικονομικά μου επιτεύγματα.

Το τελικό μου συμπέρασμα ήταν ότι η Χρυσάνθη κατά βάθος είχε επενδύσει στην προοπτική ενός γάμου με ολοένα και καλύτερες οικονομικές συνθήκες και σε έναν σύζυγο που θα ήταν βράχος οικονομικής ασφάλειας και αδιατάρακτης ευημερίας – προφανώς γιατί με αυτό το πρότυπο είχε μεγαλώσει, με δυο γονείς δημόσιους υπαλλήλους που τις καλές εποχές ήταν μια εγγύηση άνετης και ασφαλούς διαβίωσης. Και η κατάρρευση των προσδοκιών της ισοδυναμούσε αυτόματα και χωρίς επιφυλάξεις με την ιδέα ότι τελικά είχε διαλέξει λάθος άνθρωπο για να κάνει οικογένεια. Αυτό που για μένα ήταν μια αξιοπρεπής επαγγελματική και οικονομική κατάσταση, στα δικά της μάτια ήταν μια αποτυχία. Κι αυτό τελικά επιβεβαιώθηκε με τρόπο απόλυτο αρχικά από την άρνησή της να συνεχίσουμε τις προσπάθειες να κάνουμε παιδί και στη συνέχεια από την οριστική της παραίτηση απ’ όλα τα συζυγικά “καθήκοντα”. Στο τέλος η αδιαφορία της ήταν τόσο επιδεικτική που ήταν σαν να μου φώναζε «δεν είναι δική μου δουλειά να σου μαγειρεύω ούτε φυσικά να νοιάζομαι για τις σεξουαλικές σου ανάγκες!» – δυο πράγματα για τα οποία σε όλη την διάρκεια του γάμου μας είχα υπάρξει αξιολύπητα ολιγαρκής και με σχεδόν ανύπαρκτες απαιτήσεις.

Από κάποιο σημείο και μετά είχα πια αρχίσει να εξοικειώνομαι με την ιδέα του χωρισμού και να στήνω αφηρημένα σενάρια για το μέλλον. Δεν μπορούσα να φανταστώ πώς θα ήταν η ζωή μου χωρίς την Χρυσάνθη αλλά ούτε μπορούσα να αφήσω τη γελοιότητα να γίνει συνήθεια ή ακόμα χειρότερα να μας οδηγήσει σε πιο βίαιες καταστάσεις. Μέσα σε ένα κλίμα καθημερινής έντασης, όλο και πιο συχνά έχανα τα ηθικά μου στηρίγματα. Δεν περνούσε μέρα χωρίς τσακωμό. Κατέληγα κάθε φορά να κλείνομαι στο μπάνιο για να ξαναβρώ τον αυτοέλεγχό μου. Μπροστά στον καθρέφτη μετρούσα τις ήττες μου. Είχα αρχίσει να χάνω την εσωτερική μου γαλήνη και να γίνομαι γελοίος – κι αυτό για μένα ήταν ήττα. Τα τελευταία δύο χρόνια η ζωή μας ήταν μια συλλογή από ατέλειωτες παραλλαγές διαφωνιών και παρεξηγήσεων: καθώς δεν υπήρχε πια διάθεση για αμοιβαία κατανόηση, τα επιχειρήματα έδωσαν τη θέση τους σε φωνές και παραληρήματα. (Διαβάζοντας αργότερα σημειώσεις από τα ημερολόγια μου ένοιωθα ντροπή για τις γελοίες παραστάσεις που είχα δώσει μπροστά σε μια γυναίκα που, παρά τις διαφορές που είχα μαζί της, δεν έπαυε να είναι η γυναίκα για την οποία είχα δώσει όρκο να τη σέβομαι και να τη φροντίζω).

Το τελευταίο κεφάλαιο του γάμου μας ξεκίνησε όταν λόγω πτώχευσης έχασα τη δουλειά μου – στέλεχος οικονομικής διεύθυνσης σε τεχνική εταιρία – και λίγο αργότερα της ανακοίνωσα ότι είχα βρει δουλειά ως εργάτης  – «προσωρινά» της είπα με έμφαση. Παρότι αρχικά είχε φανεί ικανοποιημένη, το βράδυ της ίδιας μέρας, και αφού προφανώς είχε επεξεργαστεί τι της είχα ανακοινώσει, μου πέταξε μια φράση που ήταν αποκαλυπτική για το πώς σκεφτόταν. «Καλύτερη δουλειά δεν μπορούσες να βρεις;».

Από εκείνο το βράδυ το πήρα απόφαση ότι ο χωρισμός ήταν θέμα ημερών. Δεν ένοιωθα πια την ανάγκη ούτε να της μιλήσω. Δεν με ενδιέφερε η γνώμη της, το αν με σεβόταν ή αν με μισούσε – δεν με ένοιαζε πια τίποτα που είχε σχέση μαζί της. Ήταν μια σκληρή επίγνωση που στο μυαλό μου ισοδυναμούσε με το τέλος μιας σχέσης που αν συνεχιζόταν θα έκανε κακό και στους δύο μας.

Η παράσταση ολοκληρώθηκε κάποιο βράδυ αναίμακτα, ήσυχα, με κάποια αξιοπρέπεια. Η μελοδραματική ομολογία της Χρυσάνθης δεν ήταν ικανή να προκαλέσει μεγάλες εντάσεις και αληθινά δράματα: «Είμαι δυστυχισμένη, δεν μπορώ άλλο με ένα πιάτο μακαρόνια, δεν θέλω να είμαι πια μαζί σου!».

Έβαλα τα γέλια με την αναφορά στα «μακαρόνια».  Ήταν μια υπερβολή, δεν είχαμε φτάσει ποτέ σε αυτό το σημείο, ζούσαμε με αξιοπρέπεια και σχετική άνεση, αλλά οι αγωνίες της Χρυσάνθης ήταν πολύ πιο βαθιές και πιο επείγουσες από όσο ήθελα να πιστεύω. Ενοχλήθηκε με το γέλιο μου. «Κοίτα το γαϊδούρι γελάει!». Περισσότερο όμως ενοχλήθηκε που της είπα ότι θα έφευγα από το σπίτι αμέσως, εκείνο το βράδυ. Ποιος ξέρει, ίσως να μην ήταν σίγουρη για την απόφασή της ή να περίμενε κάποια μεταμέλεια εκ μέρους μου. Άρχισε να λέει διάφορα, πέταξε μερικές βρισιές. «Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, δεν θα έκανα το λάθος να σε παντρευτώ!» ήταν η τελευταία της φράση.

Μόνο για μια στιγμή φούντωσε μέσα μου ο εγωισμός, ήθελα να απαντήσω, αλλά τι να πω. Τα είχαμε πει τόσες φορές. Εξηγήσεις που κατέληγαν σε παρεξηγήσεις. Εκείνη είχε το δόγμα της κι εγώ το δικό μου. Δεν μίλησα. Ήταν και η έκφραση της που ενίσχυε την ανάγκη για σιωπή, ένα ύφος θυμωμένο, ψυχρό, επιθετικό. Έμοιαζε να με μισεί, να υποφέρει ή να αμφιβάλλει, δεν ήμουν σίγουρος.  Ένοιωθα πως ακόμα και η παραμικρή κουβέντα θα έκανε τα πράγματα χειρότερα. Με πόνεσε η ξαφνική συνειδητοποίηση ότι δεν μπορούσα πια να συνομιλήσω με τη γυναίκα που πριν από μερικά χρόνια έκανα μαζί της όμορφες κουβέντες, γεμάτες ουσία και φιλοσοφική διάθεση. Βαθύτερα μέσα μου ένοιωθα να παφλάζει μια γενικότερη θλίψη για την ανθρώπινη κατάσταση, για τη δυσκολία της επικοινωνίας, για την απουσία νοήματος, για την πάντα ακρωτηριασμένη αγάπη, για την υποκρισία και τις οικονομικές προσδοκίες που ρημάζουν τις ανθρώπινες σχέσεις και μετατρέπουν την ιερή και σύντομη ύπαρξή μας σε ένα παιγνίδι υπολογισμών και συμφερόντων. Αμήχανες και πικρές, εκείνες οι στιγμές αξίωναν μόνο σιωπή, ευγνωμοσύνη για όσες καλές μέρες είχαμε ζήσει και αποδοχή του τέλους μιας σχέσης που είχε εκφυλιστεί εδώ και καιρό. Την κοίταξα τρυφερά. Το πρόσωπό της, το σώμα της, ήταν το ίδιο ποθητά όπως και στην αρχή της γνωριμίας μας, την περίοδο της ανέμελης χαράς, τότε που συνυπήρχαμε σε μια καθαρή και άδολη κατάσταση, τότε που όλες εκείνες οι μικρές υπέροχες στιγμές είχαν γεννήσει την αυταπάτη μιας ευτυχίας που θα μπορούσε να κρατήσει για πάντα. Μου φαινόταν παράλογο που η σχέση μας είχε φθαρεί τόσο γρήγορα. Ήταν γελοίες οι αιτίες του χωρισμού. Αλλά τι μπορούσα να κάνω. Δεν μπορούσα να γίνω κάποιος άλλος, ούτε και η Χρυσάνθη να αρνηθεί τις βαθύτερες επιθυμίες της. Ακόμα και αν βρίσκαμε τη θέληση για μια καινούρια αρχή, πολύ σύντομα θα καταλήγαμε και πάλι σε αδιέξοδο. Προσωπικά ένοιωθα τελείως απρόθυμος για νέες προσπάθειες και νέες απογοητεύσεις. Αυτό που κυριαρχούσε μέσα μου ήταν η κούραση και το αίσθημα της ματαιότητας που όσο περνούσε ο καιρός ρύθμιζε όλο και περισσότερο τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις μου. Χαμογέλασα πικρά, έσκυψα το κεφάλι και με τα μάτια κλειστά σκέφτηκα την κοινή ανθρώπινη μοίρα μας. Δυο εφήμερα πλάσματα ήμασταν, καταδικασμένα να παίζουν τον ρόλο τους με σοβαρότητα και πάθος παρά το γεγονός ότι η τελευταία πράξη του δράματος καθιστά ανώφελη κάθε σοβαρότητα και κάθε πάθος.

*

*