Τάφος, κέλυφος, κουτί, κελί, στόμα

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Βασίλης Ντόκος,
Ο σκοπός του αρχιτέκτονα,
Περισπωμένη 2023

Ο Βασίλης Ντόκος αρχιτεκτονεί ένα σπίτι, το πατρικό του σπίτι, ανασυνθέτοντας και αποδομώντας το συνεχώς, σε μια διαδοχή ποιημάτων που αποτελούν επάλληλες όψεις-επανεγγραφές ενός ψυχικού χώρου ο οποίος αναδιατάσσεται συνεχώς μέσα του, όπως συμβαίνει πάντα με τις οικογενειακές σχέσεις και δη τις τραυματικές. Δεν υπάρχουν, άλλωστε, άλλες. Για να αποδώσει αυτή τη ρευστή και πρωτεϊκή γεωγραφία του οίκου μετέρχεται ένα έξυπνο και απαιτητικό εύρημα. Αυτό της αναλογίας: το σπίτι-βροχή, το σπίτι-κύκλος, το σπίτι-δέρμα, το σπίτι-νόμος κ.ο.κ. Δημιουργείται έτσι ένα πυκνό πλέγμα συνεχών παραμορφώσεων που δομούν σταδιακά ένα σπίτι-σύμπαν ως μια μεγάλη μετωνυμία της στρεβλής οικογενειακής συνθήκης και των χασματικών σχέσεων των μελών της.

Τρεις είναι οι βασικές κατηγορίες αυτής της αναλογίας. Αρχικά, το σπίτι – πρόσωπο (όπως αποτυπώνεται στα ποιήματα «Το σπίτι – δάκρυ/ βλέμμα/ στόμα/ δέρμα/ αυτί»). Δεύτερον, το σπίτι – τελετή αρχέγονων νευμάτων και ανεπίδοτων αισθημάτων (στα ποιήματα «Το σπίτι – λύπη/ δάκρυ/ επιστροφή/ τύψη/ θλίψη/ νόστος/ νέμεση»). Τέλος, ένα σπίτι – σκληρή γεωμετρία των τετραγωνικών που εκμετρούν συνθλίβοντας τον βίο (στα ποιήματα «Το σπίτι – κύβος/ κύκλος/ σκάκι/ πρόσοψη/ κάτοψη/ βάθος/ λυόμενο/ κελί/ ακίνητο/ πίνακας/ όριο/ τάφος/ κουτί/ κέλυφος»). Η δεσπόζουσα αναλογία είναι η τρίτη, καθώς οι ακμές αυτών των σχημάτων-συμβόλων αποδίδουν με την αμετάβλητη στερεότητά τους τον εγκλωβισμό και τον εγκιβωτισμό των ενοίκων στις συντεταγμένες των άκαμπτων σχέσεων:

Δωμάτια ερμητικά·
η άρρητη διαρρύθμιση
λαβύρινθος του πατρικού
 
Κάπου ανάμεσα κουζίνας και λουτρού
ταΐσαμε το Μινώταυρο
μιας σκοτεινής αγάπης

Κυρίαρχο πρόσωπο ο πατέρας, το κέντρο του κύκλου, μόνο που αυτό το κέντρο δεν λειτουργεί ως το εστιακό σημείο, αλλά ως ο ανεξερεύνητος πυρήνας εκπόρευσης συμπιεσμένων ψυχικών πεδίων. Όσο προχωρά το βιβλίο, βέβαια, ο αρχικά κυρίαρχος «θαμπός παράφορος πατέρας» δίνει τη θέση του στην μητέρα, η σιωπηλή απόσταση της οποίας τραυματίζει εξίσου βαθιά.

Το σπίτι – κύκλος

Στο σπίτι-κύκλος
απ’ όποιο δωμάτιο ξεκινήσεις
στο ίδιο ξανά θα καταλήξεις
απ’ το σαλόνι στο σαλόνι
απ’ την κουζίνα στην κουζίνα
και μόνο στο κέντρο αυτού του κύκλου
είναι αδύνατον να πας
εκεί που ο πατέρας με διαβήτη
μοιρογνωμόνιο και μολύβι
μετράει τον κύκλο συνεχώς
αν είναι τελείως στρογγυλός
και κάτι πάντοτε του λείπει
που τον κρατάει εκεί στο κέντρο
δέντρο ν’ απλώνει τα κλαδιά
στης οικογένειας τη λύπη

Αυτό το σπίτι-σύμπαν καθορίζει την εννοιολόγηση του κόσμου που μπορούν να έχουν τα κατιόντα μέλη, μια σκοτεινή πολλαπλή παλίμψηστη οντότητα που χαρτογραφείται συνεχώς στο βιβλίο, ακριβώς επειδή η ουσία της είναι άπιαστη, πολύσημη και παρούσα και στον μετέπειτα βίο, όταν τα παιδιά έχουν απομακρυνθεί από το πατρικό χωρίς όμως να έχουν αποστεί αρκετά από το πάντα ενεργό πεδίο του δράματος που τελούνταν εντός. Όσο, επίσης, πυκνή είναι η γλωσσική ύφανση αυτού του χώρου, τόσο κενός και κούφιος αποδεικνύεται πως είναι, γι’ αυτό και ο ποιητής επανέρχεται να τον ορίσει εκ νέου, να διαπιστώσει το διαφεύγον περιεχόμενο που είναι η απούσα εστία. Δηλαδή η δυνατότητα των ανθρώπων να ζήσουν μαζί εδραίοι στην ύπαρξη. Μεγάλος πια ξέρει πως «τα πράγματα ταυτίζονται πάλι/ με τ’ όνομά τους […] Μόνο το σπίτι δε λέγεται πια/ Το για πάντα υποθηκευμένο σπίτι».

Γι’ αυτό και είναι κυρίαρχη η αίσθηση του ψευδαισθητικού, του αλλόκοτα γιγαντωμένου ή αυτονομημένου «σπιτιού», καθώς η δυναμική των σχέσεων είναι δέσμια ενός αυτόματου μηχανισμού που απλώς συμπαρασύρει τα πρόσωπα σε προδιαγεγραμμένες χειρονομίες. Και αφού υποστασιοποιεί την εξάρθρωση των σχέσεων, το σπίτι αποτελεί μια οικοδομή που δε θα γίνει ποτέ σπίτι, «είναι στα σπάργανα ακόμη» όσο τα πρόσωπα τελούν την παντομίμα της παρουσίας, ανίκανα να ολοκληρώσουν της «αγάπης το γιαπί». Και ως τέτοιο, δηλ. μη οριοθετημένος και κατοικημένος χώρος ψυχικής συνάφειας, γίνεται φάσμα, διογκωμένο κενό γι’ αυτό και ευεπίφορο σε πλείστες παραμορφώσεις: τάφος, κέλυφος, κουτί, κελί, στόμα. Κυρίως, ομφάλιος λώρος, ένας λώρος που γίνεται βρόχος αλλά και μίτος εξόδου και νήμα μιας πλοκής που κινεί η «μητέρα/ σκοτεινό προαίσθημα» και φίδι που δαγκώνει. Η επίπονη χαρτογράφηση του σπιτιού αποτελεί μια χειρονομία ανάκτησης του ελέγχου στο ανυπότακτο υλικό της μνήμης, αποκατάστασης της συνοχής του που παραμένει ασύντακτη, τεμαχισμένη. Γι’ αυτό και οι συχνές εικόνες μιας στερεομετρίας ανώφελης (ευθείες, κύκλοι, τρίγωνα που όλα εκβάλλουν στο μόνιμο σχήμα της έλλειψης) αλλά και του καθρέφτη ως απατηλής πύλης όπου η είσοδος και η έξοδος, το είδωλο και το πράγμα συγχέονται. Το σπίτι εντέλει γίνεται ένας χάρτης που δεν οδηγεί παρά μόνο στον εαυτό του, στην κλειστή του νομοτέλεια.

Μέσα από αυτό το δράμα δωματίου περνά ο νεοελληνικός βίος με τη σαρκοβόρα οικογένεια να υποθάλπει τη νεύρωση και την ενοχή. Εδώ ο συμβατικός γάμος, το προικώο διώροφο με τις αναμονές στα σίδερα της ταράτσας, η τιμωρητική αγάπη, η ιδιότυπη απουσία των προσώπων από τον εαυτό τους. Χαρακτηριστικά τα ακόλουθα διαδοχικά ποιήματα:

Το σπίτι – νόστος

Και ξαφνικά η μητέρα
πέρασε τον καθρέφτη
 
Πήγε γυμνή στο ραντεβού
με τον φαντάρο που αγαπούσε
το χίλια εννιακόσια πενήντα τέσσερα

Το σπίτι – προίκα

Νηνεμία ειδώλων
του καθρέφτη η άπνοια
 
Η Ιφιγένεια εν Αυλίδι
η θυσία για να φύγουν τα πλοία
 
Το θέμα επαναλαμβανόταν
σε κάθε σπίτι.

Ο Ντόκος απεικονίζει την παραδοσιακή ελληνική οικογένεια που και τώρα ακόμα νοσεί παρ’ όλο το λούστρο των εκδημοκρατισμένων σχέσεων, ασθένεια που αποδίδει εύγλωττα και ο ελληνικός weird wave κινηματογράφος. Με ανάλογες σουρεαλιστικές νύξεις αποτυπώνει και ο Ντόκος τη βία και την εξαρτητική καθήλωση των σχέσεων:

Το σπίτι – νέμεση

Ο πατέρας μου τα μεσημέρια που κάναμε
ανέβηκα στην πιπεριά
θόρυβο εγώ και η αδερφή μου
 να κόψω ένα πιπέρι
σηκωνόταν και μας χτυπούσε
κι η πιπεριά τσακίστηκε
με μια ζώνη παντελονιού
και μου ’κοψε το χέρι

Κι η μητέρα σαν κλέβαμε τα γλυκά
ανέβηκα στην πιπεριά
απ’ την κρυψώνα που τα φυλούσε
να κόψω ένα πιπέρι
τότε κι εκείνη μας χτυπούσε
κι η πιπεριά τσακίστηκε
με τα γυμνά άλυπα χέρια της
και μου ’κοψε το χέρι

Όμως ποιος να το φανταζόταν
ανέβηκα στην πιπεριά
πως κάποτε θ’ αναζητούσαμε
να κόψω ένα πιπέρι
εκείνα τα έωλα χτυπήματα
κι η πιπεριά τσακίστηκε
μέσα σ’ αν-άπειρα ποιήματα
και μου ’κοψε το χέρι

Αυτό που αναζητεί είναι η κάθαρση, η έξοδος από τη σφιχτή περίζωση των συμβατικών και ασύντακτων οικογενειακών σχημάτων αλλά, παράλληλα και εξίσου αντινομικά, και η πύκνωση της συνοχής τους, ώστε το σχήμα να αποτελέσει εντέλει σχέση. Τα δύο τελευταία ποιήματα δηλώνουν αυτή την πρόθεση. Εδώ σκοπός του αρχιτέκτονα-ποιητή είναι να «βγει μέσα από το σπίτι» αφήνοντας να ακουστεί «εκείνη η άναρθρη κραυγή/ που έχει κάθε σπίτι», «κι αν όχι κραυγή έστω ρυθμός», με την ποιητική πράξη να γίνεται «ομφάλιος λώρος» που δένει «σπίτι και ουρανό». Με την ποιητική πράξη να δίνει την άφεση όχι στο κακό που συντελέστηκε αλλά στον άνθρωπο που πρέπει να ζήσει φέροντας αυτό το παρελθόν.

Από το πιο γοητευτικά στοιχεία της συλλογής είναι η πλούσια και ευρηματική αναλογία με τις επάλληλες κυλιόμενες υποδηλώσεις της, οι οποίες ανοίγουν ένα καλειδοσκοπικό φάσμα, ένα ευρύ και συνεχές πρίσμα όπου διαθλώνται διαδοχικά οι ψυχικές διαθέσεις και οι σύνθετες οπτικές του χώρου που ανασκάπτεται. Πιο αρτιωμένα βρήκα τα ποιήματα που ο λόγος παραμένει σε απλές νοηματικές συνάψεις, καθώς αυτά παράγουν μια ομαλή συντακτική επιφάνεια όπου ρέει ο ρυθμός. Γιατί υπάρχουν και περιπτώσεις που στην προσπάθεια να συνυποδηλώσει πολλαπλά καταφεύγει σε λεκτικά παιχνίδια ομοηχίας και συνηχήσεων (όπως στο «Σπίτι-θλίψη») ή σε κάποιες μη ευκρινείς ή εξεζητημένες λεκτικές αναλογίες (π.χ. «μετρήσεις – τρήσεις», μέτρημα – τρίμμα») που αφαιρούν από το λόγο την φυσικότητα και δίνουν μια ανοίκεια ταχύτητα, μια υφή αιφνίδιας εμμετρότητας, στο ρυθμό, που κατά το πλείστον είναι πεζολογικός.

Σε κάθε συλλογή που δεν αποτελείται από αυτόνομες ποιητικές μονάδες αλλά επιχειρεί μια σύνθεση την οποία διέπει μια κατευθυντήρια ιδέα, ο βαθμός δυσκολίας είναι μεγαλύτερος, γιατί πρέπει η διήκουσα ιδέα να αποδειχτεί αρκετά συνεκτική και δραστική ώστε να κινήσει ενιαία το οικοδόμημα αλλά και το κάθε ποίημα ιδωμένο αυτόνομα να μπορεί να σταθεί αυτοτελώς. Πιστεύω ότι ο Ντόκος το κατορθώνει αυτό στη συλλογή, αποδίδοντας με ευφάνταστο λόγο και εσωτερική συνέπεια τη δυστοπία της «αγίας ελληνικής οικογένειας».

*

*

*