Χαρτογραφήσεις εντός κι εκτός πρακτικών

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Ο προσανατολισμός μας, και κατ’ επέκταση ο σχηματισμός μιας ταυτότητας στη διάρκεια του χρόνου, περνά μέσα από αναθεωρήσεις. Είτε ριζικές, όπως ένα χτύπημα της μοίρας, μία εκστατική εμπειρία, ή ένα συμβάν προδοσίας, είτε συχνά αδιόρατες που σιγά σιγά σμιλεύουν μία αίσθηση του κόσμου για το τι αξίζει και τι όχι. Προκειμένου να διερευνηθούν περαιτέρω οι συνθήκες των αδιόρατων αναθεώρησεων, θα γίνει αρχικά η διάκριση ανάμεσα στον προσανατολισμό εντός πρακτικών και στον προσανατολισμό εκτός πρακτικών. Εντός πρακτικών υπάρχει μια ανταλλακτική σχέση: δίνονται και λαμβάνονται αγαθά και τεχνήματα που κυκλοφορούν στον κοινωνικό σχηματισμό, εμπλέκοντας επαγγέλματα, θεσμούς και πρακτικές. Φυσικά, ο προσανατολισμός μας χαρακτηρίζεται από διαθέσεις, στάσεις και πράξεις που ξεπερνούν τις μεμονωμένες πρακτικές και αφορούν μία συνολική πορεία πλεύσεως. Αφορούν τον τρόπο ζωής του υποκειμένου. Ο προσανατολισμός εκτός πρακτικών βρίσκεται έξω από το προαναφερθέν δούναι και λαβείν και σχετίζεται με τη συνάντηση προσώπου με πρόσωπο∙ στις έλξεις ή απώσεις που αναπτύσσονται σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον: κοινωνικό, πολιτισμικό, εργασιακό, φιλικό, οικογενειακό, ερωτικό.

Ο προσανατολισμός εκτός πρακτικών είναι υπερσύνολο του προσανατολισμού εντός πρακτικών, δηλαδή τον περιέχει, αφού, ακόμη και όταν λειτουργεί κάποιος ως επαγγελματίας ή εντός θεσμών, εξακολουθεί να είναι το ίδιο πρόσωπο, να φέρει την ίδια ψυχοσύνθεση. Η διάκριση εντός κι εκτός πρακτικών δεν εισάγει κάποια διχοτόμηση των δύο τρόπων, αφού το ίδιο πρόσωπο είναι που δραστηριοποιείται είτε εντός θεσμών και επαγγελμάτων είτε εκτός αυτών. Ένα ναυάγιο στον εντός πρακτικών προσανατολισμό δεν αφήνει ανεπηρέαστο τον εκτός πρακτικών προσανατολισμό, και αντιστρόφως. Απλώς, μέσω της διάκρισης αυτής επιδιώκεται η ευκρίνεια στα διαφορετικά χαρακτηριστικά και τρόπους αναθεώρησης, ανάλογα με την έμφαση σε εκείνο που προέχει, είτε εντός είτε εκτός πρακτικών.

Μήπως η διάκριση εντός κι εκτός πρακτικών είναι εν πολλοίς η διάκριση ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό; Όχι, γιατί ο προσανατολισμός εντός πρακτικών, δηλαδή ο προσανατολισμός μέσα από πρακτικές και θεσμούς, δεν αφορά μόνο τη δημόσια σφαίρα. Ο προσανατολισμός εντός πρακτικών θέτει στο επίκεντρο την ανταλλακτική σχέση αγαθών, το να δίνονται και να λαμβάνονται προϊόντα και υπηρεσίες μέσα από θεσμούς κι επαγγέλματα, στα οποία κάποιοι λειτουργούν ως δότες και κάποιοι ως αποδέκτες. Επιπλέον, η δημόσια σφαίρα δεν εξαντλείται εντός των πρακτικών, αφού εισέρχεται και στον προσανατολισμό εκτός πρακτικών, εκεί που πρόσωπο αντικρίζει πρόσωπο. Στον προσανατολισμό εκτός πρακτικών βρίσκεται όχι μόνο μία προσωπική ιδιαιτερότητα αλλά και το διαπροσωπικό στοιχείο, το οποίο φτάνει μέχρι την ιδιότητα του πολίτη, δηλαδή μέχρι το πώς ο καθένας αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σε μία κοινωνία ανθρώπων και σε ποιες αξίες δίνει προτεραιότητα, κάτι που αντανακλάται τόσο σε ορισμένες πράξεις του όσο και κατά την ψήφο του όταν καλείται να αποφασίσει την εκπροσώπησή του. Στις πιο πάνω περιπτώσεις δεν υπάρχει μία ανταλλακτική σχέση, δηλαδή ένα αγαθό, ένα προϊόν ή μία υπηρεσία που ανταλλάσσεται μεταξύ ανθρώπων.

Αίτημα πληρότητας

Ένα πρόσωπο προσανατολίζεται είτε μέσω ευρύτερων αιτημάτων είτε μέσω μεμονωμένων πρακτικών. Κατ’ αναλογία με τον προσανατολισμό εκτός κι εντός πρακτικών, διακρίνουμε αντίστοιχα τις ευρύτερες και τις επιμέρους αξίες. Οι επιμέρους αξίες προσδιορίζονται στο πλαίσιο μιας πρακτικής, ενώ οι ευρύτερες αφορούν τον τρόπο ζωής μας, χωρίς να περιορίζονται από την επιμέρους πρακτική στην οποία δραστηριοποιείται το εκάστοτε πρόσωπο. Η διάκριση ανάμεσα σε επιμέρους και ευρύτερες αξίες δεν δίνει προτεραιότητα στη μία ή την άλλη κατηγορία, ούτε υποδηλώνει ότι υπάρχουν στεγανά όρια μεταξύ τους. Επιμέρους και ευρύτερες αξίες αλληλοδιαμορφώνονται, τροφοδοτώντας οι μεν τις δε· αλληλοεξαρτώνται αν και κρατούν την αυτονομία τους, χαράζοντας εντέλει έναν προσανατολισμό – φτιάχνοντας έναν τρόπο ζωής, μία ταυτότητα. Για παράδειγμα, σε ένα επάγγελμα υπάρχουν οι αξίες της διορατικότητας, της αφοσίωσης, της δεξιότητας, ενώ κατά τη συναναστροφή με άλλα πρόσωπα η φροντίδα και ο σεβασμός.

Μέσα και από τους δύο τρόπους, εντός κι εκτός πρακτικών, μέσω ευρύτερων ή επιμέρους αξιών, αναδύεται το αίτημα της πληρότητας. Η πληρότητα ενός προσώπου συντελείται τόσο εντός όσο κι εκτός πρακτικών, τόσο μέσα από αγαθά που το πρόσωπο λαμβάνει από ή δίνει σε θεσμούς και πρακτικές (στις οποίες λειτουργεί είτε ως δέκτης είτε ως δότης, κυρίως διά του επαγγέλματός του) όσο και μέσα από τις συναντήσεις και τις συνυπάρξεις με άλλα πρόσωπα, περνώντας συχνά μέσα από προδοσία και πίστη. Οπότε ένα πρόσωπο, ανάλογα και με το τι αντιλαμβάνεται ως συγκροτητικό της ταυτότητάς του, είτε δίνει προτεραιότητα στις επιμέρους αξίες της πρακτικής στην οποία δραστηριοποιείται (όπως, για παράδειγμα, φανερώνονται σε επιδεξιότητα, αφοσίωση, δημιουργικότητα) ή στις ευρύτερες αξίες (όπως, για παράδειγμα, φανερώνονται στον σεβασμό προς άλλα πρόσωπα ή τόπους), είτε προσπαθεί να ενστερνιστεί εξίσου τόσο επιμέρους όσο και ευρύτερες αξίες, είτε αδιαφορεί πλήρως και για τις δύο.

Κατ’ επέκταση, έχοντας ως φάρο τις επιμέρους και τις ευρύτερες αξίες, ένα πρόσωπο αναζητά την πληρότητά του: α) κυρίως εντός πρακτικών, συχνά εκδηλώνοντας τη δημιουργικότητά του ή τη θέλησή του για δύναμη και αυτονομία, ενώ διαψεύδονται οι προσδοκίες του εκτός πρακτικών, κατά τη συναναστροφή του με άλλα πρόσωπα, β) κυρίως εκτός πρακτικών, βρίσκοντας γαλήνη στα πρόσωπα γύρω του, αλλά δοκιμάζοντας διαψεύσεις σε πλαίσιο θεσμών, πρακτικών κι επαγγελμάτων στα οποία αναμιγνύεται, γ) τόσο εντός όσο κι εκτός πρακτικών, επιδιώκοντας μια εναρμόνιση, δ)ούτε εντός ούτε εκτός πρακτικών, περιερχόμενος σε παρατεταμένη δυσφορία, ή αφημένος σε μία απόλυτη ανεμελιά ή αδιαφορία.

Πολιτική δράση και πρακτικές

Η διάκριση του προσανατολισμού εντός κι εκτός πρακτικών επιτρέπει να γίνουν ορατές οι διαφορετικές προτεραιότητες όσον αφορά την εκδήλωση έμφυτων ροπών ή τον ενστερνισμό συγκεκριμένων αξιών. Πράγματι, οι πρακτικές συνιστούν τόπους αξιογένεσης στον κοινωνικό σχηματισμό. Το αγαθό που μέσα τους σχηματίζεται περιέχει κάτι από τις αξίες μιας πολιτείας. Για παράδειγμα, σε πρακτικές και θεσμούς δημοσίου συμφέροντος, εκεί όπου σχηματίζονται αγαθά για τους πολίτες, αντανακλώνται πολιτικές αξίες όπως δικαιοσύνη, ισότητα, αλληλεγγύη, δημοκρατία, ελευθερία.

Οι αξίες αυτές επηρεάζουν, για παράδειγμα, το τι παιδεία θα λάβει κάποιο πρόσωπο μέσα από έναν θεσμό εκπαίδευσης ή τι περίθαλψη θα του παράσχει ένας θεσμός υγείας, θέτοντας τις βάσεις είτε για την άνθιση είτε για τον μαρασμό του. Κάποια προϊόντα ή υπηρεσίες έχουν μία ιδιαίτερη βαρύτητα για έναν άνθρωπο και για τις συνθήκες πληρότητάς του όντας ζωτικά, όπως η υγεία, η παιδεία, η ασφάλεια, η ακριβοδικία που διεκδικείται σε μία αίθουσα δικαστηρίου. Γι’ αυτό ακριβώς, γίνεται λόγος όχι απλώς για προϊόντα ή υπηρεσίες αλλά για αγαθά.

Συνολικά τείνουμε να αξιολογούμε θετικά μία κοινωνία της οποίας οι θεσμοί λειτουργούν ικανοποιητικά. Εκεί πηγαίνουν πολίτες άλλων χωρών θεωρώντας ότι έχουν περισσότερες πιθανότητες πληρότητας, όσον αφορά τις παροχές από θεσμούς αλλά και τις ευκαιρίες για να λειτουργήσουν ως δότες μέσω του επαγγέλματός τους – τι επίπεδο εκπαίδευσης και περίθαλψης μπορούν να λάβουν, τι ασφάλεια, ισοτιμία και δικαιοσύνη παρέχεται, τι ευκαιρίες εισόδου στην αγορά εργασίας υπάρχουν, με ποιους όρους μπορεί κανείς να ασκήσει ένα επάγγελμα και αν εξελιχθεί σε αυτό, κατά τρόπο που ίσως για αυτόν αποτελέσει ένα άγγελμα.

Κοινωνίες και πολιτικά συστήματα καταρρέουν, ή παραπαίουν, όταν αποτυγχάνουν οι θεσμοί και οι πρακτικές τους να δημιουργήσουν και να διανείμουν αγαθά σε ένα αποδεκτό επίπεδο. Η κατάρρευση του νεοελληνικού κράτους της μεταπολίτευσης, έχοντας φτάσει στα πρόθυρα της χρεωκοπίας, οφείλεται εν πολλοίς και στην ανεπάρκεια θεσμών και πρακτικών: πώς διοικείται ένας δημόσιος οργανισμός, μία δημόσια επιχείρηση ή ένα υπουργείο, τι νομοθετεί η βουλή, τι επιπέδου εκπαίδευση προσφέρεται στους νέους, πόσο αποτελεσματική είναι η απονομή δικαιοσύνης από το δικαστικό σύστημα.

Υπό μία έννοια, ο προσανατολισμός εντός πρακτικών, ιδίως δημοσίου συμφέροντος, συνδέεται άμεσα με την πολιτική δράση, καθώς μία κυβέρνηση κρίνεται από το έργο της σε πλήθος θεσμών και πρακτικών με δημόσιο χαρακτήρα, οι οποίες συναρθρώνουν τον κοινωνικό σχηματισμό. Ένα πολιτικό πρόγραμμα επιμερίζει τις κατευθυντήριες γραμμές σε λογής λογής τομείς, και κατ’ αναλογία, μία κυβέρνηση δομείται σε υπουργεία και καθένα έχει ως αρμοδιότητα τη ρύθμιση θεσμών και πρακτικών στον αντίστοιχο τομέα. Παράλληλα, κάθε υπουργείο εποπτεύει μία σειρά φορέων της κεντρικής κυβέρνησης, με τους οποίους ο πολίτης έρχεται σε επαφή στην καθημερινότητά του: νοσοκομεία, σχολεία, δικαστήρια, πυροσβεστικό σώμα, αστυνομία, ασφαλιστικά ταμεία, δημόσιες επιχειρήσεις και πλήθος οργανισμών θέτουν σε κυκλοφορία αγαθά εντός του κοινωνικού σχηματισμού.

Φυσικά, ένα πολιτικό πρόγραμμα διαφοροποιείται και ως προς τις ευρύτερες νομοθετικές προτάσεις που διατρέχουν πλήθος θεσμών και πρακτικών: τι υποστηρίζει για συγκεκριμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις, πώς αντιλαμβάνεται την ισοτιμία των πολιτών, ποια αναδιανεμητική πολιτική εφαρμόζει, αν και πώς καλλιεργεί το αίσθημα της κοινότητας και του συνανήκειν, μέχρι πού φθάνει το δημοκρατικό άνοιγμα της πολιτείας. Εντούτοις, η στάση και η δράση εντός πρακτικών, ειδικά όταν εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, σχετίζονται άμεσα με την πολιτική στάση και δράση, ούσες αναπόσπαστο κομμάτι της διακυβέρνησης ενός κράτους. Στις πρακτικές δοκιμάζονται κυβερνήσεις και κεντρικές πολιτικές αξίες· αν και κατά πόσο οδηγούν τις πρακτικές σε ανθοφορία και με τι επίπεδο προσφερόμενων αγαθών. Η δε διαβίωση των πολιτών σε πλήθος πρακτικών εντέλει σμιλεύει αδιόρατα τον προσανατολισμό τους, μέσα από καθημερινές, συχνά ανεπαίσθητες, αναθεωρήσεις.

///

φιλοσοφικό ημερολόγιο #6

*

*