Η παραγωγή του μηδενός

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Η παραγωγή του μηδενός

Άλλοτε ο άνθρωπος αντλούσε από την επιφάνεια της γης τα τρόφιμα και από τα βάθη της όλες τις μακροπρόθεσμα αναγκαίες για την επιβίωσή του πρώτες ύλες. Σήμερα όμως αυτές οι παραδοσιακά ένυλες αξίες απειλούνται από την μηδενιστική παραφροσύνη και η φωτογραφία ενός αχανούς Data Center εξορύξεως Bitcoin στο Rockdale του Τέξας που έκανε αστραπιαία τον γύρο του κόσμου θέτει ξανά το ερώτημα: τι ακριβώς παράγουν αυτές οι ατελείωτες σειρές ηλεκτρονικών διακομιστών και με τι κόστος λειτουργούν; Και η απάντηση είναι απλή: Καταναλώνουν τεράστια ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας –αρκετή για μία πόλη ενός εκατομμυρίου κατοίκων– και δεν παράγουν τίποτε απολύτως πέραν ενός κρυπτονομίσματος που η αξία του εξαρτάται αποκλειστικά από την πίστη όσων το χρησιμοποιούν. Τέτοιες αξίες όμως εξαϋλώνονται με ταχύτητα ανάλογη της βεβιασμένης παραγωγής τους. Τα κρυπτονομίσματα λοιπόν γράφουν την τελευταία πράξη ενός δράματος τους πρωταγωνιστές του οποίου γνωρίζουμε από καιρό. Η λυσσαλέα χρηματοοικονομική μόχλευση στην οποία διαπρέπουν οι τραπεζίτες, στηρίζεται σε ήδη εξαντλημένα νομισματικά αποθέματα. Τα (υπερ)δομημένα ομόλογα και τα σαθρής βάσεως χρηματιστηριακά παράγωγα, κρέμονται από μία κλωστή. Η κυκλοφορία τους τροφοδοτείται από ένα ιλιγγιώδες φαντασιακό παραλήρημα, τη μέθη μίας χημικής έκστασης που όσο κρατάει είναι μεθυστική αλλά όταν η έξαψή της περνάει αφήνει τον άνθρωπο σε βαθύ σύγκρυο, σκοτάδι και υπαρξιακή απόγνωση.

///

Η αβάσταχτη βαρύτητα του Είναι

Στις αρχές του μηνός, μόλις έμαθα τον θάνατο του Μπέλα Ταρ, κατέβασα αμέσως ως ένδειξη πένθους μία ανάρτηση που είχα κάνει πριν από λίγα λεπτά. Θυμήθηκα ότι κάποτε –πάνε αρκετά χρόνια– ο Σπύρος Βραχωρίτης με κάλεσε στο Τριανόν για να δούμε Το άλογο του Τορίνο. Οι άλλοι θεατές ήταν μόνο τρεις, ο Γιάννης Καλιόρης, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος και ο Στέφανος Ροζάνης – όλοι γνωστοί μεταξύ μας. Μετά την προβολή καθήσαμε για λίγο στο φουαγιέ και ήπιαμε μερικά ποτά σιωπηλοί, χωρίς κανένα απολύτως σχόλιο, σαν ήρωες του Γκοντάρ που έχουν πολυλογήσει τόσο ώστε δεν έχουν –ή δεν χρειάζεται πιά– τίποτε να πουν. Φεύγοντας μόνο κάποιος πέταξε: Γι’ αυτό λοιπόν τρελάθηκε ο Νίτσε.

///

Ακατάσχετο υβρεολόγιο

Πολλοί θεατές βρίσκουν υπερβολικό το ακατάσχετο υβρεολόγιο στις ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη μα η αλήθεια είναι πως τα πρότυπα των ηρώων του, τουλάχιστον όσα αντλούνται από τον ημίκοσμο της διπλανής πόρτας, έτσι μιλάνε. Είναι οι περιορισμένου βεληνεκούς συνοικιακοί λουμπενίκοι και οι επιτήδειοι της αρπαχτής, στυγνοί τοκογλύφοι και στεγνοί τζογαδόροι της βιοπάλης που ακουμπάνε τις τελευταίες τους ελπίδες στο πιο βρώμικο χαρτί. Η γλώσσα τους επομένως αντανακλά την κακομοιριά τους: ένας διαρκής αναμηρυκασμός από κούφιες απειλές και βαρύγδουπες υποσχέσεις, λεξιλόγιο φτηνής πιάτσας και τυποποιημένες βλαστήμιες με τη σκαιότητα ιταμών τελεσιγράφων. Παραφράζοντας τον Μαρξ, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι βρισιές είναι το τελευταίο καταφύγιο των ξεπεσμένων, το όπιο των απόκληρων και των χαντακωμένων.

Πάνω απ’ τους εκτελεστικούς βραχίονες των συμμοριών, στον αφρό της κακουργηματικής πλημμυρίδας, υπάρχει βέβαια ο θεσμικά πιστοποιημένος υπόκοσμος, το διευθυντικό σκέλος της νόμιμης λωποδυσίας, που διαθέτει τονικότητες κυμαινόμενες από τη γηπεδική αργκό ως τη βελούδινη απειλή. Οι τραπεζίτες και οι χρηματιστές, οι διευθυντές πολυεθνικών εταιρειών και οι πολιτικοί τους υπηρέτες, έχουν άλλο ύφος στις κοσμικές δεξιώσεις και στα φανταχτερά σαλόνια και άλλο στις παράγκες των ύποπτων συναλλαγών και στα λαθρεμπορικά αλώνια. Αυτά τα επιφανή τρωκτικά έχουν τον χαρακτήρα χαμαιλέοντα και το ήθος κοσμοαλήτη σαλτιμπάγκου. Ως εγκληματίες του λευκού κολάρου δεν είναι φυσικά λιγότερο χυδαίοι από τα τσιράκια τους, μα κρύβονται παριστάνοντας τους φιλόμουσους ή τους συλλέκτες έργων τέχνης. Μοχθούν σκάβοντας το χώμα με τα μπαστούνια του γκολφ, τρώγοντας στην Αθηναϊκή Λέσχη ή συχνάζοντας στις ιπποδρομίες του Άσκοτ, μα τα καταγωγικά τους ίχνη –του μαυραγορίτη, του δοσίλογου, του πουλημένου λεχρίτη– τους ακολουθούν πιστά. Πίσω τους διακρίνεται η σκιά του πορτιέρη σε μοδάτο καταγώγιο της Βούλας που έγινε οικοδεσπότης σε βίλα της Γλυφάδας και το μούτρο του μαχαιροβγάλτη που φόρεσε ράσα. Με το λεκτικό τους ιδίωμα –κακότεχνα συμπιληματικό όσο και οι καταβολές τους– ελπίζω να ασχοληθεί κάποτε ο Οικονομίδης, δείχνοντας και την άλλη όψη του ίδιου ταπεινόγλωσσου νομίσματος.

///

Η χειρότερη δούλη

Πληροφορούμαι ότι κυκλοφορεί στην πιάτσα μία υπερφυών δυνάμεων υπηρετική οντότητα που δεν αρπάζει τιμαλφή αλλά τον άτυχο που θα την προσλάβει χωρίς σαφείς περιοριστικούς όρους. Ήδη βέβαια ο Χάρολντ Πίντερ στον Υπηρέτη περιγράφει την δόλια υφαρπαγή των εξουσιών ενός ευκατάστατου αστού από τον οικονόμο του, μέσω της αλληλουχίας μικρών εκχωρήσεων του ενός και μακρών βλέψεων του άλλου. Διότι η αρμοδιότητα της συνδυαστικής επιλογής γραβάτας και μανικετόκουμπων είναι ασφαλώς ακίνδυνη αλλά η σταδιακή της επέκταση από την κάβα ως το σαλόνι και την κρεβατοκάμαρα καθίσταται, βαθμηδόν και αθόρυβα, προβληματική. Η πνευματική νωθρότητα του κυρίου υποθάλπει τις αξιώσεις του υπηρέτη και ο έλεγχος φαινομενικά ασήμαντων τεχνικών λεπτομερειών αποθρασύνει τον καταχραστή των λειτουργικών τους συνεπειών – οπότε, με την μοιραιότητα μίας απαρατήρητα βραδείας κατολισθήσεως, οι όροι της κυριαρχίας δεν αργούν να αντιστραφούν.

Φυσικά έχουμε ξαναδεί το έργο. Στην πιο κοινότοπη εκδοχή του ο γηραιός κύριος γίνεται θύμα στα χέρια κάποιας πολυπράγμονος γραμματέως, η παρουσία της οποίας γίνεται κάθε μέρα και πιο απαραίτητη. Σύντομα εγκαθίσταται μόνιμα δίπλα στο αφεντικό και επηρεάζει τις αποφάσεις του σε καθοριστικό βαθμό. Η κυριαρχία της εδραιώνεται με την επιλογή του υπηρετικού προσωπικού και την απομάκρυνση όσων ενοχλητικών αντιλαμβάνονται τις ακόρεστες φιλοδοξίες της. Η εκκαθάριση στο εσωτερικό του σπιτιού διασφαλίζει και τον έλεγχο κάθε εξωτερικής αμφισβήτησης. Η επικοινωνία του αφεντικού με τον κόσμο είναι πλέον αποκλειστική της αρμοδιότητα και το ανάχωμα απέναντι στους ανεπιθύμητους μετατρέπεται σε τείχος εγκλεισμού. Τα γράμματα και τα τηλεφωνήματα κοσκινίζονται επιμελώς, τα ηλεκτρονικά μηνύματα έρχονται πρώτα στον δικό της υπολογιστή και οι επισκέπτες αποθαρρύνονται: ο κύριος δεν μπορεί να δεχθεί κανέναν, είναι πολύ απασχολημένος — με την διανοητική του αυτοκτονία προφανώς…

Όταν λοιπόν χτυπήσει την ηλεκτρονική σας θύρα, με την πρωταπριλιάτικη υπόσχεση ότι θα σας απαλλάξει από κάθε σκοτούρα, κάποια κυρία ονόματι April Innocentia, σκεφτείτε με τι όρους θα την προσλάβετε: είναι η καλύτερη υπηρέτρια μα μπορεί να γίνει η χειρότερη δούλη.

*

*

*