Η ατμομηχανή κουράστηκε

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

1.

Η ατμομηχανή της Ευρώπης δεν τρέχει πια. Η γερμανική οικονομία εισήλθε σε ύφεση το 2023 με πτώση 0,3% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, επιβαρυμένη από την κρίση στον βιομηχανικό τομέα που υποφέρει από το ενεργειακό κόστος και τις εξαγωγικές δυσκολίες. Σύμφωνα με στοιχεία του στατιστικού ινστιτούτου Destatis, αυτή η αναμενόμενη μείωση του ΑΕΠ της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης, ακολουθεί μεγέθυνση 1,8% το 2022. Αν και τα στοιχεία είναι ελαφρώς καλύτερα από τις προβλέψεις της κυβέρνησης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που είχαν προβλέψει συρρίκνωση της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης με 0,4% και 0,5%, η Γερμανία τα πήγε πολύ χειρότερα από τον μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το 2023 συνολικά, ο πληθωρισμός αυξήθηκε κατά 5,9% στη Γερμανία, μετά από 6,9% το 2022, ο υψηλότερος από την πετρελαϊκή κρίση του 1973. Η κατανάλωση των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 0,8%. Πλήγηκε και ο μεταποιητικός κλάδος, ο οποίος αντιπροσωπεύει σχεδόν το 85% του κλάδου (πλην των κατασκευών) που κατέγραψε πτώση -0,4%.

Το 2023, η συνολική οικονομική μεγέθυνση στη Γερμανία υποχώρησε σε ένα πλαίσιο που συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από πολλαπλές κρίσεις. Παρά την πρόσφατη πτώση, οι τιμές παρέμειναν υψηλές σε όλα τα στάδια της οικονομικής διαδικασίας και επιβράδυναν τη μεγέθυνση. Την επίδρασή τους είχαν και οι δυσμενείς συνθήκες χρηματοδότησης λόγω της αύξησης των επιτοκίων και της εξασθένησης της εγχώριας και εξωτερικής ζήτησης. Όλο και περισσότερες επιχειρήσεις χρεοκοπούν (Galeria Karstadt Kaufhof, Signa, Bree κτλ.).

Η απώλεια φθηνού φυσικού αερίου από τη Ρωσία έπαιξε σημαντικό ρόλο στις κακές οικονομικές επιδόσεις της Γερμανίας, αλλά ακόμη και οι αποφάσεις που ελήφθησαν στα χρόνια της άνθησης αμφισβητούνται τώρα. Μέχρι πρόσφατα, η Γερμανία είχε συγκεντρώσει τη μία οικονομική επιτυχία μετά την άλλη, κυριαρχώντας στις παγκόσμιες αγορές για προϊόντα υψηλής ποιότητας, όπως πολυτελή αυτοκίνητα και βιομηχανικά μηχανήματα, πουλώντας τόσα πολλά στον υπόλοιπο κόσμο που η μισή οικονομία της βασιζόταν στις εξαγωγές[1].

Η απασχόληση ήταν υψηλή και τα κρατικά ταμεία ήταν υγιή, ενώ άλλες ευρωπαϊκές χώρες πνίγονταν στα χρέη και γράφονταν βιβλία για όσα μπορούσαν να μάθουν από τη Γερμανία[2]. Τώρα πλέον όχι. Τώρα η Γερμανία είναι η μεγαλύτερη ανεπτυγμένη οικονομία με τις χειρότερες επιδόσεις στον κόσμο.

Αυτό ακολουθεί την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την απώλεια του φθηνού φυσικού αερίου της Μόσχας – ένα άνευ προηγουμένου σοκ για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες της Γερμανίας, τη μακροχρόνια βιομηχανική δύναμη της Ευρώπης.[3] Η ξαφνική πτώση της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης έχει εξαπολύσει ένα κύμα κριτικής, δυσαρέσκειας και συζητήσεων για την πορεία προς τα εμπρός. Το θέμα της ενεργειακής πολιτικής που πρέπει να ακολουθήσει η Γερμανία είναι το κρισιμότερο Ένα δεύτερο πλήγμα ήρθε καθώς ο βασικός εμπορικός εταίρος της Κίνας επιβραδύνθηκε μετά από αρκετές δεκαετίες ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης.

Αυτά τα εξωτερικά σοκ έχουν αποκαλύψει ρωγμές στα θεμέλια της Γερμανίας, που αγνοήθηκαν κατά τα χρόνια της επιτυχίας. Μεταξύ των κρίσιμων ζητημάτων είναι η καθυστέρηση στη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας[4], εντός της κυβέρνησης και των επιχειρήσεων, και η μακρά διαδικασία έγκρισης για έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τα οποία χρειάζονται πολύ.

Άλλες προφανείς εκτιμήσεις: Οι πόροι που είχε στη διάθεσή της η κυβέρνηση οφείλονταν εν μέρει στις καθυστερήσεις στις επενδύσεις σε δρόμους, σιδηροδρομικές μεταφορές και iντερνετ υψηλής ταχύτητας[5]. Η απόφαση του 2011 να κλείσουν οι εναπομείναντες πυρηνικοί σταθμοί της Γερμανίας έχει τεθεί σε αμφισβήτηση από ανησυχίες για τις υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας αλλά και τη χαμηλή διαθεσιμότητα. Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σοβαρή έλλειψη ειδικευμένων εργαζομένων, με τον αριθμό των κενών θέσεων εργασίας να αγγίζει το υψηλό ρεκόρ, περίπου δύο εκατομμύρια.

2.

Το 2023 συνολικά, η παραγωγή στη βιομηχανία ήταν 1,5% χαμηλότερη σε εποχικά προσαρμοσμένους όρους σε σχέση με το προηγούμενο έτος, με τη βιομηχανική παραγωγή να μειώνεται κατά 0,7%, την παραγωγή στην παραγωγή ενέργειας μειωμένη κατά 15,0% και την παραγωγή στις κατασκευές 0,8%. Συνολικά, η παραγωγή παρέμεινε σχετικά σταθερή μέχρι τον Μάιο του 2023. Ωστόσο, με εξαίρεση μια περίοδο στασιμότητας τον Αύγουστο του 2023, στη συνέχεια μειώθηκε σταθερά από μήνα σε μήνα τους επόμενους μήνες, μετά από προσαρμογή για εποχιακές διακυμάνσεις.

Στη βιομηχανία, η παραγωγή σε βιομηχανικούς κλάδους έντασης ενέργειας παρουσίασε ιδιαίτερη πτώση το 2023 (-10,2% σε σχέση με το προηγούμενο έτος). Από αυτούς, ο μεγαλύτερος κλάδος είναι η χημική βιομηχανία, όπου η παραγωγή το 2023 μειώθηκε κατά 10,6% σε σύγκριση με το 2022. Η παραγωγή σε αυτόν τον τομέα είχε ήδη σημειώσει απότομη πτώση το 2022 ως αποτέλεσμα της εκτίναξης των τιμών της ενέργειας. Στη διάρκεια του 2023, η παραγωγή έτεινε στη συνέχεια να σταθεροποιηθεί σε χαμηλό επίπεδο μέχρι την αξιοσημείωτη μείωση τον Δεκέμβριο. Τελικά, η παραγωγή στη χημική βιομηχανία το 2023 έπεσε στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1995. Στην κατασκευή άλλων μη μεταλλικών ορυκτών προϊόντων, επίσης κλάδο έντασης ενέργειας, η παραγωγή το 2023 ήταν 14,1% χαμηλότερη από το προηγούμενο έτος. Εδώ, η πτώση της παραγωγής που παρατηρήθηκε το 2022 συνεχίστηκε. Ανάλογη εξέλιξη παρατηρήθηκε και στην κατασκευή βασικών μετάλλων, όπου η παραγωγή το 2023 μειώθηκε κατά 3,5% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

Η μείωση της παραγωγής ενέργειας είχε επίσης σημαντική επίπτωση στο συνολικό αποτέλεσμα για την παραγωγή στη βιομηχανία το 2023. Περιστασιακά έπεσε σε πολύ χαμηλό επίπεδο, ιδιαίτερα γύρω στα μέσα του 2023, γεγονός που πιθανότατα οφειλόταν εν μέρει στη χαμηλή ζήτηση ενέργειας στη βιομηχανία και ευνοϊκές ευκαιρίες εισαγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Στη Γερμανία, σημειώθηκε ιδιαίτερη πτώση στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με βάση τον άνθρακα. Στην πτώση συνέβαλε επίσης το κλείσιμο των τελευταίων πυρηνικών σταθμών στα μέσα Απριλίου 2023. Αντίθετα, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από αιολική ενέργεια παρουσίασε θετική τάση απόδοσης και έφτασε στην υψηλότερη τιμή που είχε ποτέ το 2023.

Η γερμανική οικονομία πληρώνει την κρίση στον βιομηχανικό τομέα, ο οποίος αντιπροσωπεύει περίπου το 20% του ΑΕΠ που παράγεται στη χώρα. Η συμμετοχή του βιομηχανικού τομέα ως ποσοστό της προστιθέμενης αξίας έχει μειωθεί. Η συνολική βιομηχανική παραγωγή παραμένει περίπου κατά 10%, κάτω από το προπανδημικό επίπεδο. Η κατάσταση αυτή καθορίστηκε από τη συρρίκνωση της εγχώριας ζήτησης, λόγω του καλπάζοντος πληθωρισμού, και την επιβράδυνση των εξαγωγών, ιδίως στην Κίνα(τέταρτη χώρα προορισμού των γερμανικών εξαγωγών 106,2 δισ. ευρώ) και τις Ηνωμένες Πολιτείες (πρώτη χώρα προορισμού των γερμανικών εξαγωγών με 156,2 δισ. ευρώ).

Η εξέλιξη της παραγωγής των μεγάλων βιομηχανικών τομέων στην γερμανική οικονομία ήταν αρκετά ομοιόμορφη από το 2015 μέχρι την έναρξη της πανδημίας του κορονοϊού. Από τότε, η κρίση της πανδημίας του κορονοϊού, το σοκ στις τιμές της ενέργειας και διάσπαση της εφοδιαστικής αλυσίδας έχουν οδηγήσει την εξέλιξη των βιομηχανικών τομέων σε σημαντικές διαφοροποιήσεις. Συγκεκριμένα[6].

Μεταξύ των βιομηχανικών τομέων που εξετάζονται, μόνο ο τομέας της ηλεκτρικής μηχανoλογίας έχει κατάφερε να αυξήσει την παραγωγή του σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από την πανδημία του κορονοϊού. Συγκεκριμένα στον τομέα αυτό η παραγωγή αυξήθηκε κατά 18% (2015- 2023). Σε όλους τους άλλους τομείς, η παραγωγή είναι αυτή τη στιγμή (σημαντικά) κάτω από το ιστορικό υψηλά του 2017/18. Για παράδειγμα ο τομέας της χημικής βιομηχανίας, σημείωσε πτώση 20% την περίοδο (2019-2023).

Από την πανδημία του κορονοϊού, η αστάθεια στην αυτοκινητοβιομηχανία υπήρξε ήταν μακράν η πιο έντονη. Στην αρχή της κρίσης του κορονοϊού, η βιομηχανία μείωσε για λίγο την παραγωγή πολύ πιο απότομα από άλλες τομείς λόγω των περιορισμών που σχετίζονται με την πανδημία και εν αναμονή της πτώσης ζήτηση. Η επακόλουθη ανάκαμψη παρεμποδίστηκε και εξακολουθεί να παρεμποδίζεται από την έλλειψη εισροών κυρίως ημιαγωγών αλλά και από άλλες διαταραχές των αλυσίδων εφοδιασμού. Επιπλέον, η παγκόσμια ζήτηση αυτοκινήτων παρέμεινε υποτονική όλη την περίοδο. Ως αποτέλεσμα, ήταν 5,3 εκατομμύρια λιγότερα αυτοκίνητα που παρήχθη σωρευτικά στη Γερμανία από το 2020 έως το 2022 σε σχέση με την περίοδο 2017 – 2019 (-34,6%).Εκτός από διάφορους ειδικούς παράγοντες, η μετατροπή του τομέα προς την ηλεκτροκίνηση είναι πιθανό να οδηγήσει τον κλάδο σε καθαρές απώλειες προστιθέμενης αξίας στη Γερμανία.

Μια πρόσφατη μελέτη του γερμανικού ινστιτούτου Ifo δείχνει ότι οι γερμανικές εταιρείες βρίσκονται σε πολύ καλή θέση όσον αφορά την ικανότητα καινοτομίας και επίπεδα προσόντων των εργαζομένων. Ανεξάρτητα από την τάση προς την ηλεκτροκίνηση, πιθανότατα θα είναι πιο δύσκολο να κατασκευάζεται ο ίδιος αριθμός αυτοκινήτων μελλοντικά στην Γερμανία για λόγους κόστους. Επομένως, φαίνεται ότι είναι απίθανο τα επίπεδα παραγωγής να επιστρέψουν στα προηγούμενα επίπεδα.

Η χημική βιομηχανία έχει πληγεί ιδιαίτερα λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και της επακόλουθης ανόδου των τιμών της ενέργειας, ως αποτέλεσμα της διακοπής των εισροών ρωσικού φυσικού αερίου στη Γερμανία. Στη παρούσα συγκυρία η παραγωγή του συγκεκριμένου κλάδου βρίσκεται 23,6% κάτω από την κορύφωση στο τέλος του 2017 αλλά το σημαντικότερο είναι ότι αναμένεται μεγάλο μέρος αυτής της μείωσης να έχει δομικό χαρακτήρα, δηλαδή η χαμένη παραγωγή να μην επιστρέφει στη Γερμανία (πχ επενδύσεις της BASF στην Κίνα). Άλλοι κλάδοι εντάσεως ενέργειας όπως τα υλικά κτιριακών κατασκευών και οι βιομηχανίες χαρτιού, έχουν επίσης υποστεί σημαντικές μειώσεις της παραγωγής τα τελευταία τρίμηνα.[7] Βεβαίως η παρατηρούμενη μείωση στην περίπτωση της βιομηχανίας δομικών υλικών μπορεί να εξηγηθεί από την πρόσφατη αδύναμη μεγέθυνση του κατασκευαστικού τομέα.

Η παραγωγή σε βιομηχανικούς κλάδους έντασης ενέργειας παρουσίασε ιδιαίτερη πτώση το 2023 (-10,2% σε σχέση με το προηγούμενο έτος). Από αυτούς, ο μεγαλύτερος κλάδος είναι η χημική βιομηχανία, όπου η παραγωγή το 2023 μειώθηκε κατά 10,6% σε σύγκριση με το 2022. Η παραγωγή σε αυτόν τον τομέα είχε ήδη σημειώσει απότομη πτώση το 2022 ως αποτέλεσμα της εκτίναξης των τιμών της ενέργειας. Στη διάρκεια του 2023, η παραγωγή έτεινε στη συνέχεια να σταθεροποιηθεί σε χαμηλό επίπεδο μέχρι την αξιοσημείωτη μείωση τον Δεκέμβριο. Τελικά, η παραγωγή στη χημική βιομηχανία το 2023 έπεσε στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1995.

Στη βιομηχανία μετάλλων, οι διακυμάνσεις στην εγχώρια παραγωγή υπήρξαν συγκριτικά μικρές από το 2015. Ωστόσο, η πιο αδύναμη οικονομική μεγέθυνση και οι υψηλότερες τιμές ενέργειας έχουν προκαλέσει πτωτική τάση στην παραγωγή από τις αρχές του 2021. Στον κλάδο των μετάλλων το μεγαλύτερο πρόβλημα παρουσιάζει η παραγωγή μετάλλων και λιγότερο η κατασκευή μεταλλικών προϊόντων. Η παράγωγή μετάλλων δέχεται διαρθρωτικές πιέσεις από τις υψηλές τιμές της ενέργειας. Το πιο πιθανό αποτέλεσμα είναι η παραγωγή να συνεχίσει να μειώνεται, δεδομένης της απόφασης για χρησιμοποίηση πράσινης ενέργειας στην παραγωγή μετάλλων.

3.

Ταυτόχρονα όμως, τα έργα καθαρής ενέργειας επιβραδύνονται από την εκτεταμένη γραφειοκρατία. Μια γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας 10 δισεκατομμυρίων ευρώ που φέρνει την αιολική ενέργεια από το βορρά στη βιομηχανία στο νότο έχει αντιμετωπίσει καθυστερήσεις λόγω της πολιτικής αντίστασης στους αντιαισθητικούς πύργους μέσω των οποίων λειτουργεί. Η υπογειοποίηση της γραμμής σημαίνει ολοκλήρωση το 2028 αντί για το 2022, όπως είχε προγραμματισθεί.

Εν τω μεταξύ, εταιρείες έντασης ενέργειας προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το σοκ τιμών. Ο Σολτς ζήτησε η ενεργειακή μετάβαση να λάβει τα χαρακτηριστικά του επείγοντος. Η κυβέρνηση προχώρησε στην εγκατάσταση τεσσάρων πλωτών τερματικών σταθμών φυσικού αερίου σε λίγους μήνες για να αντικαταστήσει το ρωσικό φυσικό αέριο, σε σύντομο διάστημα. Το υγροποιημένο φυσικό αέριο που φτάνει στους τερματικούς σταθμούς με πλοία από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Κατάρ και άλλες χώρες είναι πιο ακριβό από τις ρωσικές προμήθειες μέσω αγωγού. Ωστόσο, οι διαφωνίες μεταξύ των μελών του κυβερνώντος συνασπισμού σχετικά με το ανώτατο όριο στις τιμές της ενέργειας και έναν νόμο που εμποδίζει την κατασκευή νέων καμίνων αερίου έχουν εξοργίσει τους επιχειρηματίες.

Αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι ότι η γερμανική ηγεσία έχει προκαλέσει, σε μεγάλο βαθμό, αυτή την κρίση μόνη της. Πρώτα ανέβηκε στο αντιρωσικό κάρο, με τρομακτικό θόρυβο, και αποσυνδέθηκε από την κύρια πηγή προμήθειας χαμηλού κόστους ενέργειας –βασικού παράγοντα της γερμανικής μεγέθυνσης– και στη συνέχεια επιδείνωσε την κρίση με δύο από τις αγαπημένες εμμονές του γερμανικού κατεστημένου, τις πράσινες πολιτικές και τη λιτότητα. Η πρόταση για κατάργηση των επιδοτήσεων καυσίμων είναι ένα τέλειο παράδειγμα. Προέκυψε από μια δικαστική απόφαση που κήρυξε αντισυνταγματική την προσπάθεια της κυβέρνησης να παρακάμψει τους δικούς της δημοσιονομικούς κανόνες διαθέτοντας 60 δισεκατομμύρια ευρώ, που αρχικά προορίζονταν για τη βοήθεια Covid, σε μέτρα για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Ως εκ τούτου, η απόφαση για περικοπή των επιδοτήσεων παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως ο μόνος τρόπος για την επίτευξη των δημοσιονομικών και κλιματικών στόχων. Το μήνυμα ήταν αυτό που έχουμε συνηθίσει: “es gibt keine Alternative”, δεν υπάρχει εναλλακτική.

Αλλά φυσικά και οι δύο στόχοι είναι αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων, όχι νόμων της φύσης. Οι απλοί Γερμανοί δεν είναι όλες τις φορές διατεθειμένοι να αποδεχτούν την πολιτική που διαμεσολαβείται από αυτά τα ψεύτικα επιχειρήματα, που χρησιμοποιούνται πολύ συχνά για να απομονώσουν τις αντιδημοφιλείς πολιτικές από την πολιτική αμφισβήτηση.

Πολλαπλασιάζονται επίσης οι φωνές που αμφισβητούν το λεγόμενο «φρένο χρέους» της Γερμανίας, έναν νόμο που εισήχθη στο σύνταγμά της το 2009 για τον περιορισμό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Είναι ολοένα και πιο σαφές ότι αυτοί οι αυτο-επιβεβλημένοι κανόνες λιτότητας εμποδίζουν την κυβέρνηση να πραγματοποιήσει ουσιαστικές επενδύσεις σε δημόσιες υποδομές, από τα σχολεία και τη δημόσια διοίκηση έως τους σιδηροδρόμους και τα ενεργειακά δίκτυα, καθώς και, παραδόξως, εμποδίζουν τις επενδύσεις που είναι απαραίτητες για την επίτευξη των στόχων μείωσης των εκπομπών ρύπων που έχει θέση η ίδια η κυβέρνηση.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται απλώς για οικονομική κρίση για τη Γερμανία, αλλά και για υπαρξιακή κρίση με την εξής έννοια: η αυτοαντίληψη της Γερμανίας ως οικονομικής και γεωπολιτικής δύναμης είναι αναπόσπαστο μέρος της εθνικής της ταυτότητας και βασίστηκε στην πεποίθηση ότι η οικονομική επιτυχία της Γερμανίας ήταν ένα είδος προφανούς πεπρωμένου και η βάση για την γεωπολιτική ανάδυσή της. Οι οικονομικές εξελίξεις διαψεύδουν αυτή την αντίληψη. Η γεωπολιτική απίσχναση της χώρας –σε αντίθεση με τις ονειρώξεις διαφόρων Γερμανών διανοουμένων και πολιτικών, την περίοδο 2012-2015, περί δημιουργίας μιας Νέας και Ισχυρής Γερμανίας στον πλανητικό καταμερισμό ισχύος[8]– την έχει οδηγήσει να αποτελεί σήμερα, υπό τον Olaf Scholz και την Annalena Charlotte Alma Baerbock, τον πρώτο υποτελή στις ΗΠΑ, και έχει γκρεμίσει παταγωδώς αυτή την πεποίθηση.

~.~

[1] Η αξία των γερμανικών εξαγωγών ανήλθε το 2022 1,594 τρισ. ευρώ, οι εισαγωγές σε 1,505  τρισ. ευρώ και το ισοζύγιο σε +88,6 δισ. ευρώ αισθητά μειωμένο από το 2021: 175,3 δισ. ευρώ. Το ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές ανέρχεται σε 4,121 τρισ. ευρώ το 2023.
[2] Κώστας Μελάς, Wolfgang Schäuble, ο απόλυτος εκφραστής του γερμανικού εθνικισμού, Anatropi Νews, 26.01.2024.
[3] Davide Bruseghin, Germania: tra crisi industriale e transizione energetica, Geopolitica.info, 24.11.2023.
[4] Κ. Μελάς, Η Ευρωπαϊκή βιομηχανία υποφέρει από την «γερμανική ασθένεια», kostasmelas.gr, 29.09.2017.
[5] Κ. Μελάς, Η εμμονή στη λιτότητα γυρίζει μπούμερανγκ στη Γερμανία, slpress, 21.01.2024.
[6] Deutsche Bank, German industry: Structural change underway, 19.10.2023.
[7] Η Drewsen Spezialpapiere, η οποία κατασκευάζει χαρτιά διαβατηρίων, γραμματόσημα και χάρτινα καλαμάκια, αγόρασε τρεις ανεμογεννήτριες κοντά στο εργοστάσιό της στη βόρεια Γερμανία για να καλύψει περίπου το ένα τέταρτο των εξωτερικών αναγκών σε ηλεκτρική ενέργεια, εγκαταλείποντας το φυσικό αέριο. Η εταιρεία κατασκευής ειδικών γυαλιών Schott AG πειραματίζεται με την αντικατάσταση αερίου με υδρογόνο χωρίς εκπομπές στο εργοστάσιό της όπου παράγει γυαλί σε δεξαμενές που φτάνουν τους 1.700 βαθμούς Κελσίου. Λειτούργησε, αλλά μόνο σε μικρή κλίμακα, με υδρογόνο που παρέχεται από φορτηγά. Θα απαιτούσε τεράστιες ποσότητες υδρογόνου που παράγονται με ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές και θα παραδίδονται μέσω αγωγών, οι οποίοι δεν υπάρχουν ακόμη.
[8] Κ. Μελάς, «Η γερμανική εξωτερική πολιτική», ανέκδοτη εργασία, 2017.

*

*