ψυχιατρική

Άλασνταιρ Μακιντάιρ: οι μάνατζερ, οι ψυχοθεραπευτές και η ριζική ηθική «τομή» του Διαφωτισμού

*

του ΜΥΡΩΝΟΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Alasdair Macintyre, Μετά την αρετή
Μετάφραση Δημήτρης Δημακόπουλος,
Νίκος Μανωλόπουλος, Μιχάλης Πάγκαλος
Εκδόσεις Άρτος Ζωής, Αθήνα 2021
Έξω απ’ τες αίθουσες, χλωμές και κακοεντυμένες
με φορεσιές ενός παλιού καιρού,
οι Αρετές γυρίζουν και με πίκρα ακούνε
την εορτή που κάμνουνε οι εταίρες μεθυσμένες.
Κ. Π. Καβάφης, «Στο σπίτι της Ψυχής»

Στην εποχή μας, γίνεται πολύς λόγος για «ηθική». Παρότι όμως αυτή παραμένει θέμα συζήτησης, συχνά η ίδια η λέξη απουσιάζει, καθώς σε πολλούς φέρνει στο μυαλό εικόνες από παλιότερες εποχές πουριτανισμού και υπερβολικής αυστηρότητας των ηθών, με αποτέλεσμα το περιεχόμενο της έννοιας να «μεταγγίζεται» μέσα από τις διόδους της επιστημονικής πληροφόρησης. Αυτό συμβαίνει περισσότερο στις επιστήμες του management και της ψυχολογίας/ψυχοθεραπείας, το λεξιλόγιο των οποίων εκλαϊκεύεται (ίσως και με παρανοήσεις) και πραγματοποιεί τη συνέχιση της ηθικής με άλλα μέσα: μιλάμε π.χ. για «στοχοθεσία», «διαρκή εξέλιξη»  και «προσαρμογή», όπως επίσης και για «αναζήτηση εαυτού», «δουλειά με τον εαυτό μας», «εσωτερικό ψάξιμο» και άλλα ηχηρά παρόμοια, όπως θα έλεγε και ο ποιητής. Πάντως, στις καθημερινές μας συζητήσεις, στον ακαδημαϊκό χώρο αλλά και στην απόδοση της δικαιοσύνης, ο λόγος περί ηθικής κατέχει κύρια σημασία. Όταν όμως προσπαθήσει κανείς να προσδιορίσει τι είναι «ηθικό» και τι όχι, τα πράγματα μάλλον δυσκολεύουν απότομα. Παρατηρώντας τον περί ηθικής λόγο σε μια σύγχρονη κοινωνία, το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεται κανείς είναι ότι υπάρχει ένας γενικός πλουραλισμός, ο οποίος στηρίζεται στο γεγονός της πληθώρας των διαθέσιμων απόψεων, οι οποίες όμως τείνουν να συγκρούονται μεταξύ τους δίχως σταματημό ακόμη για τα πιο στοιχειώδη ζητήματα, καθώς η καθεμιά εκκινεί από θεμελιωδώς διαφορετικά θεμέλια. Σύμφωνα με τον Σκώτο φιλόσοφο και ακαδημαϊκό Άλασνταιρ Μακιντάιρ (1929), η κουλτούρα της σύγχρονης Δύσης, όσον αφορά την ηθική, θα μπορούσε να συνοψιστεί περιεκτικά σε μία μονάχα λέξη: συγκινησιοκρατία. Ο σύγχρονος ηθικός λόγος χαρακτηρίζεται από τρία βασικά γνωρίσματα: δογματισμό, ορθολογικότητα και πλουραλισμό. Αυτή η ιδέα αναλύεται διεξοδικά στο κορυφαίο έργο του, το Μετά την αρετή (After virtue, 1981), ανάγνωσμα ογκώδες και απαιτητικό, καθώς εκεί ο Μακιντάιρ συνδυάζει δεδομένα από διαφορετικά γνωστικούς κλάδους (ηθική/πολιτική φιλοσοφία, επιστημολογία, φιλολογία, ιστορία, κοινωνιολογία και ψυχολογία), προσεγγίζοντας περιμετρικά το πρόβλημα που επιθυμεί να αναδείξει, πεπεισμένος πως μόνο με μια τέτοια συνδυαστική εξέταση μπορούν να αναδειχθούν οι βαθύτερες συνάφειες πίσω από τις σταδιακές ανεπίγνωστες ιστορικές μεταβολές. Τι σημαίνει όμως συγκινησιοκρατία; Ας πάρουμε ως παράδειγμα τις αμβλώσεις. Στον δημόσιο διάλογο σχετικά με αυτές, βλέπουμε την ηθική αξία της αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος να αντιπαρατίθεται με το στοιχειώδες ηθικό αξίωμα του «χρυσού κανόνα» (δηλ. το να μην κάνουμε στους άλλους οτιδήποτε δε θα θέλαμε να μας κάνουν), ενώ και τα δύο συγκρούονται με την άποψη που αναγνωρίζει το έμβρυο ως ανθρώπινο πρόσωπο, οπότε θεωρεί φόνο την άμβλωση και την απαγορεύει. Καθένα από αυτά τα ιδανικά έχει τους θιασώτες του. Το ίδιο συμβαίνει και στους φιλοσόφους: ο Μακιντάιρ παρουσιάζει τις αλληλοσυγκρουόμενες πολιτικές φιλοσοφίες των Τζον Ρωλς και Ρόμπερτ Νόζικ, υποστηρίζοντας πως αμφότερες είναι λογικά συνεκτικές, ωστόσο είναι ασύμμετρες και αδύνατο να συμβιβαστούν, διότι ξεκινούν από διαφορετικά θεμελιώδη ιδανικά. (περισσότερα…)

Η ψυχίατρος Κιούμπλερ-Ρος, οι ετοιμοθάνατοι και τα «πέντε στάδια του πένθους»

*

του ΜΥΡΩΝΟΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Η πρόσφατη και ακόμη παρούσα πανδημία μετέβαλε σοβαρά την καθημερινή μας ζωή, κλονίζοντας τις έως τότε ακλόνητες βεβαιότητές μας, δίνοντας την ευκαιρία συζητήσεων για τον θάνατο και την απειλή του σε εμάς. Δεν ήταν όμως πάντοτε έτσι. Κατά την ψυχροπολεμική εποχή, όπου η Αμερική εμφανιζόταν με υπερηφάνεια ως μια “κοινωνία της χαράς” και η οποιαδήποτε αναφορά στον θάνατο ήταν γενικά κρυμμένη στη σιωπή, σαν να αποτελεί αυτό το γεγονός ένα είδος ταμπού. Το περίφημο βιβλίο Πλησιάζοντας τον θάνατο (On death and dying [1969], εκδόθηκε στα ελληνικά για πρώτη φορά μόλις το 2019*, από τις εκδόσεις Ίκαρος), της Ελβετίδας ψυχιάτρου και ψυχαναλύτριας Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ-Ρος (1926-2004), προϊόν δυόμισι ετών έρευνας και προσωπικών συνεντεύξεων με παραπάνω από διακόσιους νοσοκομειακούς ασθενείς, υπήρξε ορόσημο στη διάλυση αυτού του ταμπού, καθώς ανέδειξε την έως τότε αδιάφορη, αν όχι απάνθρωπη, αντιμετώπιση των ανίατα ασθενών στα νοσοκομεία του δυτικού κόσμου, δίνοντας στους τελευταίους τη δυνατότητα να μιλήσουν στην κοινωνία οι ίδιοι για την κατάστασή τους. Οι συνεντεύξεις της, στις οποίες συμμετείχαν (αν και αρχικά με μεγάλη δυσπιστία) γιατροί, ιερείς, καθώς και πλήθος φοιτητών πανεπιστημίου, έμοιαζαν με συνεδρία ομαδικής ψυχοθεραπείας. Ο ασθενής έκανε διάλογο με τους συμμετέχοντες και ηχογραφούνταν, με στόχο να βοηθηθούν και άλλοι. Η Κιούμπλερ-Ρος ήταν λοιπόν η πρώτη που επεδίωξε την επικοινωνία με τους ανίατα ασθενείς και αναδείχθηκε ως πρωτοπόρος στον νέο ερευνητικό κλάδο της θανατολογίας, καθώς και στα άσυλα ανιάτων. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που το περιοδικό Time τη συμπεριέλαβε στους 100 μεγαλύτερους διανοητές του εικοστού αιώνα. (περισσότερα…)