Χ. Μ. Εντσενσμπέργκερ

Κώστας Κουτσουρέλης: Μια ομολογία ενοχής

GUILTY

 

Όπως με τους αριστερούς φίλους όλη την περσινή χρονιά, όπως με τους ευρωπαϊστές και φιλελεύθερους φίλους ενίοτε, ή τους ομοτέχνους άλλοτε για ποικίλες αφορμές, μου συμβαίνει συχνά, πολύ συχνά ομολογουμένως τον τελευταίο καιρό, να στενοχωρώ φίλους και συνομιλητές με όλα αυτά που γράφω περί προσφυγιάς και περί μετανάστευσης. Αρκετές φορές, όταν όλα τα άλλα εμπράγματα επιχειρήματα παροπλιστούν –αν και πρέπει να ομολογήσω ότι τέτοια σπανίως μου αντιτάσσονται–, αυτό που μένει στην ατμόσφαιρα να επικρέμαται εναντίον μου είναι η μομφή, κάτι μεταξύ παραπόνου και καταγγελίας: ότι μου λείπει η συμπόνια, ότι δεν έχω καρδιά, ότι αυτό που απουσιάζει από τα λεγόμενά μου είναι ο ανθρωπισμός.

Ένα τέτοιο κατηγορητήριο δεν μου φαίνεται κακή αφετηρία. Ας ξεκινήσω λοιπόν με μια ομολογία ενοχής, κι ας ονοματίσω εδώ το ακατονόμαστο: δεν είμαι ανθρωπιστής. Ο ανθρωπισμός στα μάτια μου είναι ένα ιδεολόγημα. Μια αυταπάτη. Πατάει πάνω στην πλανερή παραδοχή ότι ο άνθρωπος είναι φύσει αγαθός και ότι αρκεί να τον απαλλάξεις από τα έξω του βάρη που τον κάνουν «κακό» (τις μολυσμένες ιδέες και λέξεις, τις φρικτές ύπερθεν εξουσίες) για να ανασάνει. Επιπλέον, ο ανθρωπισμός, ως ανθρωποκεντρισμός αυτή τη φορά, κρύβει μέσα του μια βαθιά έπαρση, είναι το αλαζονικό πιστεύω ενός βιολογικού είδους που επειδή ανέπτυξε αυτοσυνειδησία νομίζει ότι είναι ανώτερο απ’ όλα τα άλλα, και ότι γι’ αυτό και μόνο, η φύση, ο πλανήτης, το σύμπαν ολόκληρο, με επικεφαλής του τον Μεγαλοδύναμο, οφείλει να τον υπηρετεί. Μόνο μια τέτοια αλαζονεία εξηγεί το γεγονός ότι τούτο το βίαιο, βάναυσο βιολογικό είδος, το πιο απάνθρωπο που έχει περπατήσει πάνω στη γη, έχει βαφτίσει τα υψηλότερα, τα ευγενέστερα ιδεώδη που μπορεί να διανοηθεί, με το όνομά του: «ανθρωπιά».

Τις δύο αυτές πλάνες, την αυταπάτη και την έπαρση, τις συναντώ αδελφωμένες στο μεταναστευτικό. Στην αγιογράφηση του μετανάστη λ.χ. βλέπω την επείγουσα ανάγκη του ανθρωπιστή να βρει έναν υποδειγματικό τύπο ανθρώπου για να πιστέψει. Ένα πρότυπο όσο το δυνατόν αμόλυντο, απαλλαγμένο από την καιροσκοπία, την πονηρία και την ιδιοτέλεια την οποία –τόσο ορθά– εντοπίζει στον άμεσό του περίγυρο. Ο πρόσφυγας και ο μετανάστης σήμερα είναι ο πτωχός τω πνεύματι του Ιησού, ο ευγενής άγριος του Τάκιτου και του Ρουσσώ, ο αλυσοδεμένος προλετάριος του Μαρξ, ο εν γένει πάσχων άνθρωπος. Απέναντι στη λογοκριτική ορμή αυτής της πεποίθησης, όποιος επιμένει όχι στην πρώτη όψη των πραγμάτων και στις ρητορικές δηλώσεις των πρωταγωνιστών της (στην προαίρεση και στα λόγια μας μπορούμε να είμαστε όλοι αγαθοί) αλλά στην αμείλικτη δυναμική της ανθρώπινης κατάστασης και της ιστορίας (πρόσφυγες -οι Γότθοι- γκρέμισαν την -ευεργέτιδά τους- Ρώμη· πρόσφυγες -οι Εβραίοι- ξεσπίτωσαν τους Παλαιστίνιους· μετανάστες οικονομικοί στις ΗΠΑ, την Αυστραλία και αλλού ευθύνονται για την γενοκτονία των αυτοχθόνων πληθυσμών), είναι λογικό να αντιμετωπίζεται ώς απολογητής, αυτοθέλητος κήρυκας του απάνθρωπου. Το συνήθειο να τα βάζουμε με τον αγγελιαφόρο όταν το μήνυμά του μας οχλεί είναι πανάρχαιο. Ο Ληρ αποκτά επίγνωση της αφροσύνης του όταν είναι αργά. Κανείς δεν αγαπά τους μάντεις κακών. Κανείς δεν συμπαθεί την Κασσάνδρα. Ας είναι ωστόσο, so be it. Γένοιτο.

Ότι η αγαθότητα (όπως και η μοχθηρότητα) δεν είναι φύσει αλλά θέσει ιδιότητα, παραπροϊόν της ίδιας πάντοτε επικαθοριστικής μας ορμής, της αυτοσυντήρησης, ο ανθρωπιστής δεν μπορεί να το παραδεχτεί. Τι ανθρωπιστής θα ήταν τότε; Όμως όλα στον βίο μας είναι ιδιοτελή, όλα υπηρετούν πρωτίστως τις δικές μας ανάγκες. Ενίοτε, όταν οι εξωτερικές συνθήκες βοηθούν, και όταν η ισορροπία αυτών των δικών μας αναγκών με τις ανάγκες του εκάστοτε άλλου είναι η σωστή (η ενσυναίσθηση εδώ βοηθάει), παίρνει σάρκα και οστά εκείνη η υπερπολύτιμη αρμονία που ονομάζουμε δικαιοσύνη. Όμως για λίγο. Κι αυτό δεν αναιρεί σε τίποτα την ανεκκρίζωτη ιδιοτέλεια της αρχικής μας πράξης.

Τώρα, η συμπόνια ως στρατηγική επιβίωσης διηθημένη μέσα από το φίλτρο της συγγένειας πρώτα, και εξακτινωμένη αργότερα σε όλο το κοινωνικό σώμα, μέχρι το νοερό, αφηρημένο επίπεδο της ανθρωπότητας και της ίδιας της ζωής, είναι ασφαλώς κατάσταση φυσική. Μόνο όμως στο μέτρο που δεν θίγει την αυτοσυντήρηση· όταν ναρκοθετεί τα βιοτικά και κοινωνικά θεμέλια, τότε ισοδυναμεί με αυτοχειριασμό. Ο οίκτος για να πιάσει τόπο πρέπει να λογοδοτεί στην πραγματικότητα. Πρέπει να τον αντέχει πρώτα απ’ όλα αυτός που τον προσφέρει. Ειδάλλως, είναι γέννημα όχι της καλής καρδιάς αλλά της πλάνης, ή, ακόμη χειρότερα, της πιο βαθειάς αλαζονείας: γέννημα της ανάγκης μας να φανούμε ηθικώς ανώτεροι όχι στον άλλο μόνον, ώστε να μας θαυμάσει και να μας ευγνωμονεί, αλλά κυρίως (και εδώ έγκειται η υπουλότητά του) στα ίδια τα μάτια μας. Οι χριστιανοί ασκητές εδώ έχουν να μας διδάξουν πολλά, την πιο φρικτή του μορφή την παίρνει ο δαίμων όταν φοράει τη μάσκα της αυταρέσκειας. Και ο Στέφαν Τσβάιχ στον Επικίνδυνο οίκτο μάς έχει δώσει το συγκλονιστικό του πορτραίτο.

Θα ρωτήσει κανείς: Και μένουμε απαθείς εμπρός στον πόνο που αντικρίζουμε; Δεν δρούμε, δεν αντιδρούμε εμπρός στο κακό; Η απάντηση είναι ναι, αντιτασσόμαστε στο Κακό: δεν του ανοίγουμε διάπλατα την πόρτα. Ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, δεκαετίες πρωτύτερα, περιέγραψε με μοναδική ψυχολογική ακρίβεια τη βαθιά δυσθυμία που αθέλητα καταλαμβάνει τον άνθρωπο, κάθε άνθρωπο, εμπρός στον Ξένο. Το σκηνικό είναι εκείνο του κουπέ σ’ ένα τραίνο εν κινήσει. Ο μόνος ώς τότε επιβάτης αντιδρά με ενστικτώδη ενόχληση όταν την ηρεμία, την άνεση της μόνωσής του, έρχεται να χαλάσει ένας νεοφερμένος. Χρειάζεται να περάσει λίγος χρόνος, κάποια λεπτά, ώσπου να συνηθίσει την παρουσία του και να συμβιβαστεί πια ψυχικά μαζί της, αναγνωρίζοντας στον συνεπιβάτη του ότι έχει κάθε δικαίωμα να βρίσκεται εκεί. Μέχρι τον επόμενο σταθμό, οπότε ένας τρίτος κι ένας τέταρτος επιβάτης έρχονται να πάρουν θέση στα διπλανά τους καθίσματα. Τότε, σημειώνει ο Εντσενσμπέργκερ, την αρχική εκείνη ενόχληση του ενός την βλέπεις πια να διευρύνεται, δεν είναι μόνο εκείνος, αλλά και ο δεύτερος επιβάτης που την συμμερίζεται, κι από κοινού πια κι οι δυο, μέσα σε μια αναπάντεχη άδηλη αλληλεγγύη την στρέφουν προς τους νέους «εισβολείς».

Με αυτήν την εικόνα ο Εντσενσμπέργκερ περιέγραφε αλληγορικά την κοινωνική κατάσταση στην Ευρώπη των μεταπολεμικών μεταναστευτικών ρευμάτων και των ήδη τότε διαφαινόμενων αντιδράσεων. Περιέγραφε έναν πανίσχυρο ψυχικό αυτοματισμό δηλαδή σε μια ανώδυνή του εκδήλωση, ώστε να εννοήσουμε τη δυναμική και τις ακραίες του συνέπειες – που μόλις σήμερα αρχίζουμε κάπως να τις υποψιαζόμαστε. Ο Παναγιώτης Κονδύλης το ίδιο αυτό αίσθημα, παροξυμένο πλέον ώς την ύπατή του αναβαθμίδα, το συνόψισε σε δύο αράδες. Τα φασίζοντα και ακροδεξιά αντιμεταναστευτικά ρεύματα που αυτή τη στιγμή μας απειλούν στην Ευρώπη, γράφει, δεν τα τρέφει τόσο μια ιδεολογία ή ένα νοσηρό ιδεώδες ρατσιστικής υφής αλλά κάτι βαθύτερο, στοιχειακό, η «επιθετικότητα του ζώου όταν ένα άλλο ζώο εισδύει στη φωλιά του». Όταν παραγνωρίζουμε τον ποσοτικό παράγοντα στα θέματα της μετανάστευσης, χάνουμε την επαφή με την πραγματικότητα. Κι άλλοι σημαντικοί συγγραφείς, λ.χ. ο Καστοριάδης, έχουν εγκαίρως επισημάνει την ακρισία μιας μεταναστευτικής πολιτικής που φαντάζεται ότι αρκεί να παραχωρήσει στον μουσουλμάνο επήλυδα ιθαγένεια και πολιτικά δικαιώματα για να τον κάνει να προσχωρήσει εθελουσίως στον δυτικό τρόπο ζωής.

Υπάρχει στα νομικά μια κρίσιμη έννοια, εκ των ων ουκ άνευ. Και ισχύει εξίσου για την πολιτική: impossibilium nulla est obligatio – δεν μπορούμε να αξιώνουμε από κάποιον τα αδύνατα. Πολλώ δε μάλλον: δεν γίνεται να απαιτούμε από κάποιον να βλάψει ανήκεστα τον ίδιο τον εαυτό του. Κι όμως αυτό ακριβώς πράττει εξήντα σχεδόν χρόνια τώρα η Ευρώπη, αξιώνει από τον εαυτό της, και από τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που την κατοικούν, το αδύνατο. Εξήντα χρόνια διαρκών αποτυχιών, που γέννησαν γκέττο, εκκόλαψαν τρομοκρατικές οργανώσεις και φανατικούς ζηλωτές, γιγάντωσαν την εγκληματικότητα και την ανομία και ανέστησαν από τις στάχτες του το φίδι του φασισμού και της πολιτικής ακρότητας. Τα γεγονότα του περασμένου έτους εικονογραφούν αρκετά πιστά την κατάστασή μας.

Σήμερα έχουμε φτάσει στο απόγειο της παραδοξότητας. Σ’ ένα σημείο όπου ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε δεν είναι ίσως ούτε η ακροδεξιά ούτε η ισλαμιστική βία, ούτε οι κοινωνικές συγκρούσεις ούτε οι εκατέρωθεν ρατσισμοί που τις συνοδεύουν. Αλλά αυτός ο αστόχαστος ιδεαλισμός, αυτός ο άκριτος ανθρωπισμός που επιμένει να τους δίνει τροφή, αποθαρρύνοντας κάθε συζήτηση επί της ουσίας, κάθε απόπειρα να δούμε το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις – άρα και κάθε δυνατότητά μας να το αντιμετωπίσουμε.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που τον δρόμο προς την κόλαση τον στρώνουν οι καλές προθέσεις – ετερογονία των σκοπών ονομάζουν το φαινόμενο οι φιλόσοφοι. Ωστόσο τι ωφελεί να το επισημαίνεις; Όποιος δεν καταλαβαίνει τον πόνο, δεν έχει καρδιά, σου απαντούν. Να το παραδεχθώ. Τι γίνεται όμως μ’ αυτόν που δεν έχει μυαλό;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Advertisements

Χ. Μ. Εντσενσμπέργκερ: Η πολιτική είναι η τέχνη του ανέφικτου

politi

ΣΤΑ­ΓΟ­ΝΑ ΣΤΟΝ Ω­ΚΕ­Α­ΝΟ

τοῦ ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

Ἐ­πει­δὴ τὰ ἀρχαῖα ἑλ­λη­νι­κά μου εἶ­ναι σκου­ρι­α­σμέ­να, χρει­ά­στη­κε νὰ συμ­βου­λευ­τῶ λε­ξι­κό. Φαί­νε­ται ὅ­τι «πρόβλημα» στὴν ἀρχὴ δὲν σήμαινε κά­τι ποὺ ἐξετάζουμε ἢ ἔ­στω ἀναζητοῦμε, ἀλ­λὰ μιὰ δο­κι­μα­σί­α ριγ­μέ­νη, τρό­πον τι­νά, μπρο­στὰ στὰ πό­δια μας· ἡ λέ­ξη προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ ρῆ­μα βάλ­λω ποὺ ση­μαί­νει ρί­χνω.

Ὅ­μως αὐ­τὸ εἶ­ναι ἡ μι­σὴ ἀ­λή­θει­α. Για­τὶ γιὰ κά­θε ἄν­θρω­πο ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ λυ­θοῦν τὰ προ­βλή­μα­τα ἀ­πὸ μό­να τους, ποὺ τὰ θέτει κατὰ μέρος καὶ τὰ ἀ­φή­νει ἀνεξέταστα, ὑ­πάρ­χουν του­λά­χι­στον μιὰ ντου­ζί­να ἄλ­λοι οἱ ὁ­ποῖ­οι τὰ ἐπι­ζη­τοῦν, καὶ μά­λι­στα τό­σο πι­ὸ ἔν­το­να, ὅ­σο πι­ὸ δύ­σκο­λα εἶ­ναι. Καὶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πε­δι­κλώ­νον­ται, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πει­σμα­τώ­νουν γιὰ νὰ βροῦν τὴ λύ­ση. Ὁ κίν­δυ­νος τοῦ ἐθισμοῦ ποὺ καραδοκεῖ ἐδῶ, συ­χνὰ ὑ­πο­τι­μᾶ­ται, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὸ ἐ­ὰν πρό­κει­ται γιὰ παι­χνί­δι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ ἢ γιὰ τὸ ζή­τη­μα τοῦ αἰ­ώ­να.

Κα­λὸ θὰ ἦ­ταν νὰ κά­νου­με τὴ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα σὲ ἐ­πι­λύ­σι­μα καὶ σὲ ἀ­νε­πί­λυ­τα προ­βλή­μα­τα. Δυ­στυ­χῶς, πι­ὸ εὔ­κο­λα τὸ λέ­με πα­ρὰ τὸ κά­νου­με. Δι­ό­τι ὑ­πάρ­χουν ἁ­πλὲς ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως δο­κι­μα­σί­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες κα­τὰ κύ­ρι­ο λό­γο ἐ­πι­δέ­χον­ται λύ­ση, ὅ­μως τὸ κό­στος ποὺ ἀ­παι­τεῖ­ται γιὰ τὴν ἐ­πί­λυ­σή τους εἶ­ναι τό­σο ἀ­στρο­νο­μι­κὸ ποὺ εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νὰ τὰ πα­ρα­τή­σει κα­νείς. Ἕ­να τέ­τοιο πρό­βλη­μα ἀν­τι­με­τω­πί­ζει ὁ ἐμ­πο­ρι­κὸς ἀν­τι­πρό­σω­πος ποὺ πρέ­πει νὰ ἐ­πι­σκε­φτεῖ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­ριθ­μὸ πε­λα­τῶν. Ση­μει­ώ­νει λοι­πὸν τὸν τό­πο δι­α­μο­νῆς τους πά­νω στὸ χάρ­τη του. Καὶ τώ­ρα σκέ­φτε­ται ποιός εἶ­ναι ὁ συν­το­μό­τε­ρος τρόπος γιὰ νὰ ὑ­πο­βά­λει τὰ σέ­βη του σὲ κά­θε πε­λά­τη. Καὶ τρα­βά­ει τὰ μαλ­λιά του μό­λις δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν πι­θα­νῶν δι­α­δρο­μῶν αὐ­ξά­νε­ται ὑπέρμετρα κάθε φορά ποὺ ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν προ­ο­ρι­σμῶν του αὐξάνει. Ἦδη μὲ εἴ­κο­σι μόνο πε­λά­τες θὰ εἶ­χε νὰ ἀποφασίσει ἀ­νά­με­σα σὲ τρι­σε­κα­τομ­μύ­ρι­α δυνατὲς έπιλογές. Ἂν ἤ­θε­λε νὰ τὶς δο­κι­μά­σει ὅ­λες, ὄ­χι μό­νο θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πα­ρα­τή­σει τὸ ἐ­πάγ­γελ­μά του, ἀλ­λὰ καὶ νὰ ζή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα χρό­νι­α ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη Γῆ.

Πρα­κτι­κὴ λύ­ση δὲν ὑ­πάρ­χει γιὰ τὸ πρό­βλη­μα τοῦ πε­ρι­ο­δεύ­ον­τος ἐμ­πό­ρου. Σὲ τέτοιες περιπτώσεις, πρέ­πει νὰ ἀρ­κε­στοῦ­με σὲ λύ­σεις κα­τὰ προ­σέγ­γι­ση. Ἐπ’ αὐτοῦ, οἱ μα­θη­μα­τι­κοὶ ἔ­χουν ἐ­πι­νο­ή­σει μιὰ σει­ρὰ τε­χνά­σμα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α μὲ τὴν πά­ρο­δο τοῦ χρό­νου γί­νον­ται ὁ­λο­έ­να καὶ πι­ὸ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­να. Ἔ­τσι πλη­σι­ά­ζουν ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸν στό­χο τους, ἀλ­λὰ ποτὲ δὲν τὸν πε­τυ­χαί­νουν ἀ­πό­λυ­τα. Πα­ρό­μοι­ες δυ­σκο­λί­ες ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν καὶ οἱ φυ­σι­κοί, ἀρ­χῆς γε­νο­μέ­νης ἀ­πὸ τὶς δίνες στὴ μπα­νιέ­ρα τοῦ σπι­τιοῦ μας. Κα­μι­ὰ μα­θη­μα­τι­κὴ ἐ­ξί­σω­ση δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὶς πε­ρι­γρά­ψει ἐ­πα­κρι­βῶς. Λί­γες στα­γό­νες βρο­χῆς στὴν κα­το­πτρι­κὴ ἐ­πι­φά­νει­α τῆς θά­λασ­σας ρυ­τι­δώ­νουν τὸ νε­ρὸ μὲ μιὰ δυ­να­μι­κὴ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­δυ­να­τοῦ­με νὰ ὑ­πο­λο­γί­σου­με. Τοῦ κοι­νοῦ ἀν­θρώ­πι­νου νοῦ, οὕ­τως ἢ ἄλ­λως, δὲν τοῦ πέ­φτει λό­γος γιὰ τὸν ὑ­πο­α­το­μι­κὸ κό­σμο τῶν κβάν­των.

Ἀ­κό­μα πι­ὸ δυ­σά­ρε­στα εἶ­ναι τὰ πράγ­μα­τα μὲ τὶς προγνώσεις του μέλ­λοντος. Ὣς σήμερα, κα­νεὶς δὲν εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ προ­βλέ­ψει τὸν ἑ­πό­με­νο σει­σμὸ ἢ μιὰ ἡ­φαι­στει­α­κὴ ἔ­κρη­ξη. Καὶ ὅ­πως γνω­ρί­ζει ὅ­ποιος σχε­δίασε κάποτε ἕ­να τα­ξί­δι ἀ­να­ψυ­χῆς, ἀ­κό­μα καὶ ἡ κα­λύ­τε­ρη πρό­γνω­ση τοῦ και­ροῦ τῆς ἐρ­χό­με­νης ἑ­βδο­μά­δας λίαν συν­τόμως μπορεῖ νὰ δι­α­ψευσθεῖ. Οἱ φυ­σι­κοὶ ἐ­πι­στή­μο­νες τὸ ξέ­ρουν, για­τὶ γνω­ρί­ζουν τὰ κου­σού­ρια τῶν σύν­θε­των συ­στη­μά­των. Ἕ­νας μό­νο κόκ­κος ἄμ­μου ἀρ­κεῖ γιὰ νὰ σω­ρια­στεῖ ἕνα κομμάτι μιᾶς ψη­λῆς θί­νας. Ὅμως τὸ πό­τε μπαίνουμε στὴν κρί­σι­μη καμ­πή, συ­χνὰ μπο­ρεῖ νὰ εἰ­πω­θεῖ μό­νο ὅ­ταν εἶ­ναι πο­λὺ ἀρ­γά. Καὶ πί­σω ἀ­πὸ τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα ποὺ ἔ­χει ἐ­πι­λύ­σει ἡ ἐ­πι­στή­μη ἐλ­λο­χεύ­ουν ἕ­να σω­ρὸ νέ­α ἐ­ρω­τή­μα­τα, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ὑ­πάρ­χουν ἑτοι­μοπαράδοτες ἀ­παν­τή­σεις. Τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ τί­θεν­ται ὄχι μόνο δὲν μει­ώ­νον­ται λοι­πόν, ἀλλὰ αὐ­ξά­νον­ται. Οἱ ἐ­ρευ­νη­τὲς δὲν ἔ­χουν λό­γο νὰ φο­βοῦν­ται τὶς ἀ­να­δου­λειές.

Ἂν ὅ­μως στὶς ἀ­κρι­βεῖς ἐ­πι­στῆ­μες ἡ κα­τά­στα­ση εἶ­ναι τό­σο ἐ­πι­σφα­λής, πό­σο πι­ὸ θο­λὰ δὲν πρέπει νὰ εἶ­ναι τὰ πράγματα σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά μας νὰ προ­σα­να­το­λι­στοῦμε στὸν βι­ο­τι­κό μας κό­σμο… Καὶ ἐ­κεῖ βέ­βαι­α ση­μει­ώ­νε­ται πρό­ο­δος, ὅ­που καὶ ἐ­ὰν στρέ­ψου­με τὸ βλέμ­μα μας. Ἡ βι­ο­μη­χα­νι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ βελ­τι­στο­ποι­εῖ­ται ὣς ἕνα βαθ­μό. Ὁ ἀνεφοδιασμὸς ἐξασφαλίζει τὴν ἀ­πρό­σκο­πτη ρο­ή της. Οἱ ἔ­λεγ­χοι ἀ­σφα­λεί­ας ἐπιδιώκουν νὰ ἐ­λα­χι­στο­ποι­ή­σουν τοὺς κιν­δύ­νους. Οἱ προ­δι­α­γρα­φές, ἂν ἔ­χου­με τύ­χη, κα­θι­στοῦν τὰ μη­χα­νή­μα­τα μεταξύ τους συμ­βα­τά, κ.ο.κ. Μό­λις ὅμως ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ ἀν­θρώ­πους καὶ ὄ­χι μὲ μη­χα­νές, ὁ ἐ­ξορ­θο­λο­γι­σμὸς φτά­νει στὰ ὅ­ρι­ά του καὶ τὸ χά­ος στέ­φε­ται νι­κη­τής. Καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν μπο­ροῦν νὰ τὰ ἀλ­λά­ξουν οὔ­τε τὰ ταχύτερα προγράμματα λογισμικοῦ οὔ­τε οἱ πι­ὸ προ­ηγ­μέ­νες στα­τι­στι­κὲς μέ­θο­δοι οὔ­τε τὰ ὡ­ραι­ό­τε­ρα μον­τέ­λα ὑ­πο­λο­γι­σμοῦ πι­θα­νο­τή­των.

Ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεῖ ὅ­που ἐ­πεν­δύ­ε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο χρῆ­μα καὶ κό­πος, ἡ γε­λοι­ο­ποί­η­ση εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρη. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­πιρ­ρε­πεῖς εἶ­ναι οἱ χρη­μα­το­πι­στω­τι­κὲς ἀ­γο­ρές. Σ’ ἕ­να καὶ μό­νο φύλ­λο μιᾶς ἐ­φη­με­ρί­δας δι­α­βά­ζου­με συμ­βου­λές, συ­στά­σεις, προ­ει­δο­ποι­ή­σεις ἐκ δι­α­μέ­τρου ἀν­τί­θε­τες. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι σύμβουλοι κε­φα­λαιακῶν τοποθετήσεων δὲν τὰ πη­γαί­νουν κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ ἕ­ναν τυ­χαῖ­ο δεί­κτη τῶν με­το­χῶν. Κυ­ρί­ες μιᾶς κά­ποιας ἡ­λι­κί­ας τὰ λέ­νε πί­νον­τας τὸ κα­θι­ε­ρω­μέ­νο κα­φε­δά­κι τους καὶ βγά­ζουν νὸκ ἄ­ουτ τὸν κα­λύ­τε­ρο σύμ­βου­λο ἐ­πεν­δύ­σε­ων. Τὸ με­σο­σταθ­μι­κὸ πο­σο­στὸ εὐ­στο­χί­ας τῶν εἰ­δι­κῶν προ­σεγ­γί­ζει ἐκεῖνο μιᾶς γεν­νή­τρι­ας τυ­χαί­ων ἀ­ριθ­μῶν. Αὐ­τὸ πά­λι δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι σύμ­πτω­ση, ἔγ­κει­ται στὴ φύ­ση τῶν πραγ­μά­των. Συ­στή­μα­τα ὅ­πως ἡ παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νη οἰ­κο­νο­μία, ποὺ ὑ­περ­βαί­νουν κά­ποιο βαθ­μὸ πο­λυ­πλο­κό­τη­τας, ἁ­πλῶς παύ­ουν νὰ εἶ­ναι προ­βλέ­ψι­μα. Μέ­νει κα­νεὶς ἄ­ναυ­δος ἐμπρὸς στὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­ση τῶν ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νων ἀ­να­λυ­τῶν, ποὺ μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα ἀ­ναγ­γέλ­λουν τὴν ἑ­πό­με­νη πλά­νη τους, χω­ρὶς πο­τὲ νὰ ἀμ­φι­βάλλουν γιὰ τὸ ἀ­λά­θη­τό τους.

Οἱ πο­λι­τι­κοί, ποὺ συ­νή­θως ἀ­μεί­βον­ται πο­λὺ χει­ρό­τε­ρα, δὲν εἶ­ναι σὲ κα­λύ­τε­ρη μοί­ρα ἀ­πὸ τοὺς νε­ρο­κου­βα­λη­τὲς τοῦ κε­φα­λαί­ου. Εἶ­ναι ὅ­μως πο­λὺ πι­ὸ ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τοι, για­τὶ ἐξα­ναγ­κά­ζον­ται νὰ παίρνουν ἀ­πο­φά­σεις μὲ ἄ­δη­λες συ­νέ­πει­ες. Σὺν τοῖς ἄλ­λοις ἐδῶ οἱ ἀ­νε­ξάρ­τη­τες με­τα­βλη­τὲς εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δυ­σθε­ώ­ρη­τες, οἱ πα­ρε­νέρ­γει­ες καὶ οἱ ἀ­να­δρά­σεις τῶν πα­ρεμ­βά­σε­ών τους σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἀ­σα­φεῖς. Σὲ ἀν­τί­θε­ση ὅ­μως μὲ τοὺς ἐμ­πό­ρους, φέ­ρουν πο­λι­τι­κὴ εὐ­θύ­νη γιὰ τὶς πρά­ξεις τους. Οἱ ψη­φο­φό­ροι οὔ­τε ποὺ δι­α­νο­οῦν­ται νὰ δι­α­κρί­νουν τὰ ἐ­πι­λύ­σι­μα ἀ­πὸ τὰ ἀ­νε­πί­λυ­τα προ­βλή­μα­τα. Ἕ­νας πο­λι­τι­κὸς πρέ­πει δι­αρ­κῶς νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι ἔ­χει τὰ πάν­τα ὑ­πὸ ἔ­λεγ­χο. Δηλώσεις ὅπως «ἰδέ­α δὲν ἔ­χω», «νὰ δοῦ­με τί θὰ προ­κύ­ψει», «θὰ τὸ προσπαθήσουμε καὶ ὁ Θε­ὸς βο­η­θός», πρέ­πει πάση θυσία νὰ ἀ­πο­φεύ­γονται, ἰδίως ὅ­ταν ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἀντ’ αὐτῶν, οἱ ἰ­θύ­νον­τες καταφεύγουν ὅ­λο καὶ πι­ὸ συ­χνὰ στὸν ἰ­σχυ­ρι­σμό: «Δὲν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή!», ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πο­κλεί­ει κά­θε ἀμ­φι­βο­λί­α, πα­ρ’ ό­λο ποὺ σὲ πολ­λὲς πε­ρι­πτώ­σεις πρό­κει­ται γιὰ ἀπορία σὲ τελικὴ ἀνάλυση φι­λο­σο­φι­κὴ ἢ γιὰ ξε­κά­θα­ρη ἀ­μη­χα­νί­α, ποὺ δὲν εἶ­ναι στὸ χέ­ρι τους νὰ τὶς δι­α­σκε­δά­σουν. Μιὰ τέ­τοια ὁ­μο­λο­γί­α θὰ ἀ­πο­δυ­νά­μω­νε τὴ θέ­ση τους στὴν πο­λι­τι­κὴ σκα­κιέ­ρα.

Κα­τὰ συ­νέ­πει­α, μιὰ κυ­βέρ­νη­ση δὲν ἔ­χει τὴν πο­λυ­τέ­λει­α νὰ κά­νει δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα σὲ ἐ­πι­λύ­σι­μα καὶ ἀ­νε­πί­λυ­τα προ­βλή­μα­τα. Δυ­στυ­χῶς, ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ὅ­τι τὰ προ­βλή­μα­τα τῆς δεύ­τε­ρης κα­τη­γο­ρί­ας αὐ­ξά­νουν ὅ­σο προ­σε­κτι­κό­τε­ρα τὰ πα­ρα­τη­ροῦ­με. Τὰ σχε­τι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα δὲν λεί­πουν. Κά­θε ὑ­πουρ­γὸς ὑ­γεί­ας τὸ ἔχει μάθει αυτὸ στὸ πετσί του. Ὄ­χι μό­νο ἔχει νὰ κάνει μὲ ἀ­να­ρίθ­μη­τα πα­ρά­πο­να πο­λι­τῶν ἀν­τὶ νὰ ἀ­σχο­λεῖται μὲ τὴν ὑ­γεί­α τους, καὶ συνεπῶς εἶ­ναι ἀ­νά­ξι­ος του τί­τλου του. Εἶ­ναι καὶ ἐ­λά­χι­στα ἀ­ξι­ο­ζή­λευ­τος, για­τὶ τὸ σύ­στη­μα τὸν ὑ­περ­φορ­τί­ζει ἀ­πελ­πι­στι­κά. Ὅ­λες οἱ με­ταρ­ρυθμιστικὲς ἀπόπειρες σκον­τά­φτουν σ’ ἕ­να συρ­μα­τό­πλεγ­μα ἀ­πὸ δι­α­πλε­κό­με­να συμ­φέ­ρον­τα. Νο­σο­κο­μεῖ­α, για­τροί, ὑ­πη­ρε­σί­ες, ἀ­σφα­λι­στι­κὰ τα­μεῖ­α, φαρ­μα­κο­βι­ο­μη­χα­νί­ες ὑ­πη­ρε­τοῦν ἀν­τι­κρου­ό­με­νες ἐπιδιώξεις. Τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ δυ­στυ­χὴς ὑ­πουρ­γός μας πρέ­πει νὰ λά­βει ὑ­πό­ψη του ἑ­κα­τομ­μύ­ρι­α ἀ­σθε­νεῖς, μιὰ ὄ­χι εὐ­κα­τα­φρό­νη­τη στρατιὰ ψη­φο­φό­ρων. Τὸ ρα­γδαῖα αὐ­ξα­νό­με­νο κό­στος τι­νά­ζει στὸν ἀ­έ­ρα τὸν ὅποι­ο προ­ϋ­πο­λο­γι­σμὸ καταρτίζει καὶ τὰ δη­μο­γρα­φι­κὰ δε­δο­μέ­να ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα ἀ­να­μέ­νε­ται νὰ δι­α­λύ­σουν συ­θέ­με­λα τὸ σύ­στη­μα. Τοῦ ἀ­πο­μέ­νει μό­νο ἡ προ­σπά­θει­α νὰ τὰ βγά­λει πέ­ρα ὅ­πως ὅ­πως, νὰ κερ­δί­σει χρό­νο, καὶ ὁ συμ­βι­βα­σμός, ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶλ­λον ἐνισχύει τὸ σύ­στη­μα παρὰ ἐ­πι­λύ­ει τὶς ἀν­τι­φά­σεις του.

Σ’ αὐ­τὸ ὁ ὑ­πουρ­γός μας δὲν εἶ­ναι μό­νος του. Ἕ­νας πο­λι­τι­κὸς εἰδικευμένος σὲ ζητήματα παι­δεί­ας, ποὺ ἡ δουλειά του θὰ ἦ­ταν νὰ πα­ρέ­χει ἴ­σες εὐ­και­ρί­ες σὲ ὅ­λους τους μα­θη­τὲς καὶ νὰ δώ­σει τέ­λος στὴν ἀ­τα­ξί­α ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ στὸν το­μέ­α του. Ἕ­νας ὑ­πουρ­γὸς οἰ­κο­νο­μι­κῶν ποὺ θὰ εἶ­χε τὴν πρό­θε­ση νὰ ρί­ξει ἄ­πλε­το φῶς στὴν πα­ρά­λο­γη ζούγ­κλα τοῦ φο­ρο­λο­γι­κοῦ συ­στή­μα­τος. Ἕ­νας καγ­κε­λά­ρι­ος ποὺ θὰ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ σφί­ξει τὰ λου­ριὰ στὶς χρη­μα­το­πι­στω­τι­κὲς ἀ­γο­ρὲς – ὅ­λοι αὐ­τοὶ ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ ἀν­τι­πά­λους ἔναν­τι τῶν ὁ­ποί­ων δὲν θὰ μπο­ροῦ­σαν πο­τὲ νὰ ἐ­πι­κρα­τή­σουν.

Γιὰ τοὺς μα­θη­μα­τι­κοὺς τὰ πράγ­μα­τα εἶ­ναι πι­ὸ εὔ­κο­λα. Μπο­ροῦν νὰ ἐξηγήσουν λογικὰ για­τὶ ὁ­ρι­σμέ­να προ­βλή­μα­τα δὲν ἐ­πι­δέ­χον­ται λύ­ση. Ὅμως αὐ­τοῦ τοῦ εἴδους ὁ ὀρ­θο­λο­γι­σμὸς εἶ­ναι ξέ­νος στὶς ἀν­θρώ­πι­νες κοι­νω­νί­ες. Ὁ σχε­δι­α­σμὸς ποὺ ἔ­χει ἐγ­κρι­θεῖ μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες ὅ­λων τῶν ἁρ­μο­δί­ων ὀρ­γά­νων κλο­νί­ζε­ται, ὅ­ταν ἀμ­φι­σβη­τεῖ­ται ἀ­πὸ ἕ­ναν κρί­σι­μο ἀ­ριθ­μὸ ψη­φο­φό­ρων. Ξαφ­νι­κὰ ἡ ἐμ­πι­στο­σύ­νη τοῦ κοινοῦ ἐξαφανίζεται, καὶ οἱ καταθέτες κάνουν ντοὺ στὶς τρά­πε­ζες. Ἀρ­κεῖ μιὰ κα­τα­στρο­φὴ στὴν Ἰ­α­πω­νί­α καὶ ἤ­δη ἐ­δῶ ἐ­ξαν­τλοῦν­ται τὰ χά­πια ἰ­ω­δί­ου. Ἀρ­κεῖ μιὰ ἀ­νό­η­τη συ­νέν­τευ­ξη γιὰ νὰ ἀλλάξει στάση ἡ κοι­νὴ γνώ­μη καὶ οἱ ἐκλογὲς νὰ πᾶνε πε­ρί­πα­το. Καὶ φταῖ­χτες εἶναι ἀ­σφα­λῶς πάν­τα οἱ ἄν­θρω­ποι, εἶναι πάντα ἐκεῖνοι ποὺ χα­λᾶ­νε τὴ σού­πα. Κά­θε προσπάθεια σκον­τά­φτει στὴ δική τους ἰ­σχυ­ρο­γνω­μο­σύ­νη.

Τὸ συμ­πέ­ρα­σμα εἶ­ναι λοι­πὸν ἕ­να, καὶ μό­νον ἕ­να. Ἡ πο­λι­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ τέ­χνη τοῦ ἀνέ­φι­κτου. Ὅ­ποιος προ­σβλέ­πει σὲ εὐ­νό­η­τες, ἐ­πί­πε­δες, μο­νο­σή­μαν­τες λύ­σεις καλὸ θὰ ἦταν νὰ ἀναζητήσει ἄλλο ἐπάγγελμα. Ἐ­ὰν ἔχει με­γά­λες ἀ­ξι­ώ­σεις, ἡ θε­ω­ρί­α τῶν ἀ­ριθ­μῶν θὰ ἦ­ταν γι’ αὐτὸν δε­λε­α­στι­κὸ πε­δί­ο ἐρ­γα­σί­ας· ἐ­ὰν πάλι ἀρ­κεῖ­ται σὲ λι­γό­τε­ρα, μπορεῖ νὰ σκοτώσει τὸν χρό­νο του ρί­χνον­τας πα­σιέ­ντζες – μὲ τὴν ἐλ­πί­δα ὅ­τι κά­ποια ἀπ’αὐτὲς θὰ τοῦ βγεῖ χαρίζοντάς του μιὰ ὡ­ραί­α, ἔ­στω καὶ πρό­σκαι­ρη ἐ­πι­τυ­χί­α.

Ὅ­ταν ἔ­χεις νὰ κά­νεις μὲ ἀν­θρώ­πους, νι­κᾶ τὸ χά­ος.

Πρώτη δημοσίευση: ΝΠ2, σ. 243-246

Μετάφραση :
Μάχη Μαλακάτα – Σίλικα Ρηγοπούλου

Χ. Μ. Εντσενσμπέργκερ: Εν ονόματι του Αλλάχ – Η σφαγή σαν ταινία του Χόλλυγουντ

 

Χ. Μ. Εντσενσμπέργκερ, Σφαγές σαν ταινία του Χόλλυγουντ

 

του ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

Με αφορμή τις πρόσφατες πολυαίμακτες επιθέσεις στο Παρίσι, προδημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το πολύκροτο δοκίμιo Versuch über den radikalen Verlierer του Χ. Μ. Εντσενσμπέργκερ, γραμμένο το 2005 για λογαριασμό του περιοδικού Spiegel. Το πλήρες κείμενο θα δημοσιευτεί προσεχώς στο Νέο Πλανόδιον σε μετάφραση Χρήστου Αστερίου.

Κατά μια έννοια οι Ισλαμιστές είναι κι αυτοί πολίτες του 21ου αιώνα. Στην διαχείριση της δημόσιας εικόνας τους μάλιστα πολύ πιο εξελιγμένοι από τους προκατόχους τους. Βεβαίως και οι παλαιότεροι διάκονοι τού τρόμου ασκούσαν μια προπαγάνδα που είχε ως βάση της την ίδια την πράξη τής τρομοκρατίας. Εν τούτοις δεν είχαν καταφέρει να βρίσκονται στο κέντρο τού παγκόσμιου ενδιαφέροντος όπως σήμερα η νεφελώδης ομάδα της Αλ Κάιντα. Έχοντας μελετήσει καλά τους κανόνες της τηλεόρασης, τις δυνατότητες των κομπιούτερ, το ίντερνετ και την διαφήμιση, η μουσουλμανική τρομοκρατία καταφέρνει να παίρνει μεγαλύτερο μερίδιο τηλεοπτικής προβολής απ’ ότι το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Σκηνοθετεί τις σφαγές σαν φιλομαθής μαθητής τού Χόλλυγουντ, κατά τα πρότυπα των ταινιών καταστροφής, των splatter movies και των θρίλερ επιστημονικής φαντασίας. Η εξάρτησή της από την μισητή Δύση είναι και σ’ αυτή την περίπτωση ξεκάθαρη. Η société du spectacle, όπως την ονόμαζαν κάποτε οι καταστασιακοί φτάνει εδώ στην πραγμάτωσή της.

Ακόμα μεγαλύτερα αποτελέσματα πάντως έχει η χρήση της αυτοκτονίας ως στρατηγικού μέσου. Πρόκειται για ένα ανίκητο όπλο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σχεδόν σε κάθε περίπτωση χωρίς ποτέ ο εχθρός να καταφέρει να το εντοπίσει, ενώ εκτός των άλλων είναι και εξαιρετικά οικονομικό. Με τόσες «αρετές», η συγκεκριμένη μορφή τρομοκρατίας, δεν θα μπορούσε να μην ασκήσει μεγάλη έλξη στον απόλυτα ηττημένο. Ταυτίζοντας καταστροφή και αυτοκαταστροφή του δίνει την δυνατότητα να κάνει πράξη τις μεγαλομανείς ιδέες του εκτονώνοντας ταυτόχρονα το μίσος απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Η τελευταία κατηγορία που θα μπορούσαμε να του προσάψουμε είναι η δειλία. Το θάρρος του είναι ένα θάρρος που πηγάζει απ’ την απόγνωση. Ο θρίαμβός του έγκειται στο γεγονός ότι δεν μπορεί κανείς να τον αντιστρατευτεί ή να τον τιμωρήσει, αφού και για τα δυο έχει φροντίσει αυτός ο ίδιος.

Η καταστροφική μανία των ισλαμιστικών ομάδων στρέφεται, αντίθετα με ό,τι πιστεύει ο Δυτικός κόσμος, κυρίως εναντίων μουσουλμάνων. Αυτό δεν αποτελεί ούτε λάθος τακτικής ούτε παράπλευρη απώλεια. Μόνο στην Αλγερία η τρομοκρατία έχει κοστίσει την ζωή σε τουλάχιστον 50 χιλιάδες ντόπιους. Άλλες πηγές κάνουν λόγο για 150 χιλιάδες θανάτους, στους οποίους ωστόσο προσμετρώνται οι στρατιώτες και οι υπάλληλοι μυστικών υπηρεσιών. Ακόμα και σε χώρες όπως το Ιράκ και το Αφγανιστάν ο αριθμός των γηγενών νεκρών ξεπερνά κατά πολύ αυτόν των ξένων. Η τρομοκρατία ως εκ τούτου δεν έχει βλάψει μόνο το κύρος του Ισλάμ, αλλά έχει επηρεάσει προς το χειρότερο το καθεστώς διαβίωσης των οπαδών του σε όλο τον κόσμο. Αυτό βεβαίως είναι κάτι που ελάχιστα απασχολεί τους ισλαμιστές, ακριβώς όπως η κατάρρευση της Γερμανίας δεν απασχολούσε τους εθνικοσοσιαλιστές. Ως ιερείς του θανάτου δεν δίνουν την παραμικρή σημασία στις ζωές των ομόθρησκών τους. Οι περισσότεροι μουσουλμάνοι πάντως δεν δείχνουν καμία διάθεση να τιναχτούν στον αέρα, γεγονός που κάνει τους εξτρεμιστές να πιστεύουν ότι δεν τους αξίζει τίποτα περισσότερο απ’ την προσωπική τους καταστροφή. Σκοπός του οριστικά ηττημένου άλλωστε είναι να δημιουργήσει όσο το δυνατόν περισσότερους ομοίους του. Το γεγονός ότι αποτελούν μειοψηφία στον κοινωνικό τους περίγυρο εκλαμβάνεται από τους ισλαμιστές ως σημάδι θεωρούν πως οι εκλεκτοί ήταν ανέκαθεν μετρημένοι στα δάχτυλα.

Το ερώτημα για το πώς καταφέρνει το ισλαμιστικό κίνημα να στρατολογεί, καλλιεργώντας προσδοκίες, τόσους ανθρώπους και να επικρατεί επί άλλων λαϊκών οργανώσεων απασχολεί ειδικούς ανά την υφήλιο. Ωστόσο δεν διαφαίνεται ξεκάθαρη απάντηση. Οι όποιες εξηγήσεις θα πρέπει να αναζητηθούν στον αραβικό πολιτισμό, εντός των ορίων του οποίου γεννήθηκε το Ισλάμ. Την μεγαλύτερη άνθησή του ο πολιτισμός αυτός την γνώρισε κατά την εποχή του Χαλιφάτου, όταν και ήταν κατά πολύ ανώτερος του ευρωπαϊκού σε στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο. Η περίοδος εκείνη, πάνε οχτακόσια χρόνια, αποτελεί για τον αραβικό κόσμο λαμπρό κομμάτι του παρελθόντος του ενώ κατέχει ακόμα και σήμερα κεντρικό ρόλο στη συνείδηση των Αράβων. Έκτοτε, όμως, ο πολιτισμός αυτός, η δύναμή του, το πρεστίζ του, το πολιτισμικό και οικονομικό του εκτόπισμα μειώνεται συνεχώς. Πρόκειται δίχως άλλο για μια πτώση άνευ προηγουμένου, ένα οδυνηρό αίνιγμα. Ο μουσουλμάνος, ινδικής καταγωγής, ποιητής Χουσεΐν Χαλί (1837-1914) αποτύπωσε αυτή την οδύνη τής απώλειας στο έμμετρο έπος του «Άμπωτις και πλημμυρίδα του Ισλάμ»:

Οι ιστορικοί που ερευνούν
κι έχουν μεθόδους επιστημονικές πολύ σπουδαίες
που βυθομετρούν του κόσμου τα αρχεία
και διαβάζουνε την επιφάνεια της γης
από τους Άραβες φούντωσε η καρδιά τους
από τους Άραβες μάθανε πως βραδέως να σπεύδουν

Από το μετερίζι του ο Χαλί περιγράφει την πορεία της πτώσης μέσα στο χρόνο. Η τελευταία στροφή λέει:

Δεν είμαστε ούτε έμπιστοι κυβερνητικοί υπάλληλοι
ούτε η περηφάνεια μας χαρακτηρίζει στις αυλές των αρχόντων
δεν μας υπολογίζουνε για δύναμη στις επιστήμες
ούτε χειρωνάκτες και βιομήχανοι γίναμε ξακουστοί.

Είναι δύσκολη η θέση μιας κοινότητας που βιώνει μια τέτοια μακραίωνη πτώση. Δεν είναι έκπληξη, λοιπόν, πως οι υπαίτιοι γι’ αυτήν αναζητώνται ανάμεσα στους Ισπανούς, τους Σταυροφόρους, τους Μογγόλους, τους Οσμάνους, τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες ή τους Αμερικανούς κατακτητές. Βεβαίως υπήρξαν και άλλες κοινωνίες που υπέστησαν ανάλογες συνέπειες υπό την κυριαρχία κατακτητών, άγριες επεμβάσεις και πλιάτσικο όπως οι Ινδοί, οι Κινέζοι ή οι Κορεάτες. Κατάφεραν όμως να ανταποκριθούν επιτυχώς στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής και να παίξουν κεντρικό ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Αναφύεται ως εκ τούτου πιεστικό το ερώτημα για τις ενδογενείς αιτίες της αραβικής παρακμής. Όσο το ερώτημα αυτό παραμένει αναπάντητο η τεράστια επιστημονική, τεχνική και βιομηχανική υστέρηση του αραβικού κόσμου δεν θα μπορεί να εξηγηθεί.

μτφρ. ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΣΤΕΡΙΟΥ