Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Ο αθάνατος αναγνώστης

The location of the Earth encircled by the celestial circles, 1661 via Wikimedia Commons

Ο αθάνατος αναγνώστης

του ΑΛΕΞΗ ΒΟΥΤΟΥΡΗ

Στη μουσική, αλλά και ευρύτερα στην τέχνη, διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες καλλιτεχνών, τους συνθέτες και τους ερμηνευτές. Οι πρώτοι ποιούν το καλλιτεχνικό έργο, και οι δεύτεροι το επεξεργάζονται και το παρουσιάζουν στο κοινό. Φυσικά, ένας καλλιτέχνης μπορεί να επιτελεί και τους δύο ρόλους, συνθέτοντας και ερμηνεύοντας τη μουσική του ο ίδιος, εξακολουθούμε όμως να μιλάμε για δύο διακριτές δημιουργικές διαδικασίες. Ενώ όμως ο ρόλος της σύνθεσης θεωρείται σε γενικές γραμμές αυτονόητος (είναι προφανές ότι χωρίς μουσική σύνθεση δεν υπάρχει μουσική), η θέση και η λειτουργία της ερμηνείας γίνεται συχνά αντικείμενο αμφισβήτησης. Στο ακόλουθο απόσπασμα, ο πιανίστας Leon Fleisher συμβουλεύει τους μαθητές του σχετικά με την ορθή προσέγγιση του μουσικού κειμένου, στο πλαίσιο σεμιναρίου που παρέδωσε στο Carnegie Hall το 2015 (η μετάφραση δική μου) :

Πρωταγωνιστής της μουσικής εκτέλεσης δεν είναι ο ερμηνευτής· η μουσική είναι ο πρωταγωνιστής. Ο ερμηνευτής είναι το δοχείο, ο ερμηνευτής είναι το κανάλι, μέσω του οποίου η μουσική περνά σαν πρίσμα και φτάνει στον ακροατή. Είμαστε απαραίτητοι, χωρίς εμάς δεν υπάρχει μουσική. ‘Ωσπου να φτάσει εκείνη η ώρα που οι άνθρωποι θα μπαίνουν στο Κάρνεγκι Χωλ, και αντί για τυπωμένο πρόγραμμα θα τους δίνεται μια παρτιτούρα, και θα παίρνουν την παρτιτούρα στις θέσεις τους και θα κάθονται και θα ανοίγουν την παρτιτούρα και θα διαβάζουν την παρτιτούρα με όλη την ικανοποίηση και την ευτυχία που θα έδινε η ακρόασή της, όπως θα έπρεπε να μπορεί να κάνει ένας μουσικός, ώσπου να φτάσει εκείνη η ώρα είμαστε απαραίτητοι, αλλά δεν είμαστε οι πρωταγωνιστές.

Ο Φλάϊσερ παρουσιάζει εδώ τον μουσικό ερμηνευτή ως έναν επιβεβλημένο μεσάζοντα, μια αναγκαία παρουσία μεταξύ του συνθέτη και του ακροατή, μέχρι την υποθετική στιγμή όπου ο τελευταίος θα εξελιχθεί από ακροατή σε αναγνώστη, και θα είναι σε θέση να προσλαμβάνει το πρωτότυπο έργο απευθείας. Αν επεκτείνουμε αυτή τη σκέψη στο χώρο της λογοτεχνίας, θα αναγνωρίσουμε ότι ο μέσος λογοτεχνικός αναγνώστης βρίσκεται σε ανώτερο στάδιο πρόσληψης από τον μέσο μουσικό ακροατή, αφού είναι ικανός να διαβάσει ένα βιβλίο ακόμα και αν αυτό δεν είναι σε μορφή audiobook. Ωστόσο, με μια δεύτερη ματιά θα εντοπίσουμε και εδώ παρασιτούντες ερμηνευτές: οι μεταφραστές στέκονται ανάμεσα στον αναγνώστη και στο πρωτότυπο κείμενο βασιζόμενοι στη γλωσσική του άγνοια, ενώ οι ηθοποιοί απαλλάσσουν τον αναγνώστη από τη δυσκολία της άμεσης αναμέτρησής του με το θεατρικό έργο, παρουσιάζοντας τη δική τους επαγγελματική, οπτικοακουστική ερμηνεία. Συνεπώς, αν στον ιδανικό καλλιτεχνικό κόσμο του Φλάϊσερ ο φιλόμουσος θα μπαίνει στο Κάρνεγκι Χωλ για να διαβάσει το έργο και όχι για να το ακούσει, τότε ο λογοτεχνικός αναγνώστης θα πρέπει να κατέχει όλες τις λογοτεχνικές γλώσσες, ώστε να μην χρειάζεται τους μεταφραστές, και να είναι οπλισμένος με αρκετά πολύχρωμη φαντασία και οξυμένη (υπο)κριτική ικανότητα, ώστε να μην έχει ανάγκη τους ηθοποιούς.

Οι καλές τέχνες, με δεδομένο ότι κανείς δεν παρεμβάλλεται ανάμεσα στο έργο και τον παραλήπτη του, παρακάμπτουν το πρόβλημα. Επιπλέον, η πρόσληψή τους πραγματοποιείται εξ ορισμού άμεσα και ακαριαία· αντιθέτως, η υποχρεωτική στη λογοτεχνία γλωσσική κωδικοποίηση και αποκωδικοποίηση του νοήματος συνιστά οπωσδήποτε μεγαλύτερη παρέκβαση από την ευθεία επικοινωνία. Ένας ακόμα καλλιτεχνικός δρόμος μέσω του οποίου αποφεύγεται η διάθλαση του νοήματος είναι ο μουσικος αυτοσχεδιασμός, όπου ο ακροατής γίνεται μάρτυρας της σύνθεσης και της ερμηνείας ταυτόχρονα, αλλά μόνο επειδή σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει συγκεκριμένο προϋπάρχον νόημα προς επικοινωνία.

Το προηγούμενο σενάριο, κατά το οποίο η τέχνη απαλλάσσεται από τις παράπλευρες συνέπειες της ανεπάρκειάς μας ως καλλιτεχνικών δεκτών, φαίνεται σε κάθε περίπτωση να οδηγεί στην απογύμνωση παρά στον εμπλουτισμό της. Παραθέτω ένα απόσπασμα από το δοκίμιο του Χόρχε Λουίς μπόρχες, Οι [αγγλικές] μεταφράσσεις του Ομήρου:

Ο Δον Κιχώτης, εξαιτίας και της εκ γενετής γνώσης μου της ισπανικής γλώσσας, αποτελεί για μένα ένα συμπαγές μνημείο, και οι μόνες παραλλαγές που επιδέχεται είναι αυτές που μπορεί να επιφέρουν ο εκδότης, ο βιβλιοδέτης και ο στοιχειοθέτης· ενώ η Οδύσσεια, χάρη στην πρόσφορη άγνοιά μου των ελληνικών, είναι ένα διεθνές βιβλιοπωλείο πεζογραφικών και ποιητικών έργων – από τα ομοιοκατάληκτα δίστιχα του Τσάπμαν ώς την “Authorized Version” του Άντριου Λανγκ, το κλασικό γαλλικό δράμα του Μπεράρ, το σφριγηλό σάγκα του Μόρρις ή το ειρωνικό αστικό μυθιστόρημα του Σάμιουελ Μπάτλερ1.

Στις γοητευτικές προεκτάσεις της μεταφραστικής τέχνης μπορούν να προστεθούν και αυτές του θεάτρου και του κινηματογράφου με όλους τους επιμέρους κλάδους τους, και σε ό,τι αφορά τη μουσική μπορεί να γίνει λόγος για την ποικιλία των διαφορετικών εκτελέσεων ενός μόνο έργου, καθώς και για τη συλλογική μέθεξη που προσφέρουν οι συναυλίες. Η άγνοια αποδεικνύεται περισσότερο πολυπρισματική και συναρπαστική από τη γνώση, με την προϋπόθεση ότι είμαστε διατεθειμένοι να την εξερευνήσουμε, γνωρίζοντας μεν όλο και λιγότερα, αλλά για όλο και περισσότερα.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Φλάϊσερ δεν παρουσιάζει τον ιδανικό μουσικό δέκτη ως αυτόν που αναπαράγει ο ίδιος τη σύνθεση, παίζοντάς την για παράδειγμα στο πιάνο του, αλλά αυτόν που δεν την αναπαράγει καθόλου. Εφόσον έχει αφομοιώσει όλους τους δυνατούς μουσικούς ήχους, οποιαδήποτε εξωτερίκευση, ακόμα και η δική του, λειτουργεί ως περισπασμός. Ο λογοτεχνικός αναγνώστης σπάνια διαβάζει το κείμενο φωναχτά εκτός αν το επικοινωνεί σε άλλους, οπότε μετατρέπεται και ο ίδιος σε αχρείαστο μεσολαβητή. Όσο ο καλλιτεχνικός δέκτης προσεγγίζει αυτό το ανώτερο επίπεδο αφομοίωσης στρέφεται όλο και περισσότερο στον εαυτό του, στην ολοένα διανθιζόμενη εσωτερική φωνή του, ώστε κάθε εξωστρεφής δραστηριότητα, αυτόφωτη ή ετερόφωτη, καθίσταται περιττή.

Αν συνεχίσουμε να παρακολουθούμε αυτή την υπερφυσική πλέον εξέλιξη του αναγνώστη, θα διαπιστώσουμε ότι αρχίζει να απορρίπτει και την ίδια την πρωτότυπη καλλιτεχνική δημιουργία. Όποιος εμπεδώνει όλους τους δυνατούς ήχους, εικόνες, ιδέες, σκέψεις, τεχνικές, εμπεδώνει την ίδια στιγμή και όλους τους δυνατούς συνδυασμούς μεταξύ αυτών των ερεθισμάτων, με αποτέλεσμα κάθε εξωγενής δημιουργική πρόταση, όπως και κάθε πιθανή υλοποίησή της, να περιέχεται δυνητικά εντός του. Εδώ, η αλήθεια είναι, εισερχόμαστε πια στη χώρα του φανταστικού, και ειδικότερα στην Πολιτεία των Αθανάτων του Μπόρχες, οι οποίοι «έχοντας συνειδητοποιήσει το μάταιον κάθε δραστηριότητας, αποφάσισαν να ζήσουν μες στην σκέψη, μέσα στον καθαρό στοχασμό. Ανήγειραν το οίκημα, το ξέχασαν και πήγαν να ζήσουν στις σπηλιές. Απορροφημένοι στις σκέψεις τους, σχεδόν δεν αντιλαμβάνονταν καν τον φυσικό κόσμο»2. Ο ιδανικός αναγνώστης γίνεται τελικά αυτός που αρνείται την τέχνη στο σύνολό της, γιατί τίποτα δεν μπορεί να τον εκπλήξει.

Στη δική μας πραγματικότητα, αθάνατοι αναγνώστες ευτυχώς δεν υπάρχουν. Αυτό που συμβατικά ονομάζουμε διαχρονική πολιτισμική μνήμη δεν είναι κάποιο υπερβατικό ον ικανό να ακυρώσει το λόγο ύπαρξης της καλλιτεχνικής δημιουργίας, αλλά τίποτα παραπάνω από το άθροισμα των μερών της, το απρόσωπο σύνολο των ατομικών εντυπώσεων. Όσοι απαρτίζουν αυτήν τη συλλογικότητα τείνουν να προκρίνουν τα έργα εκείνα που ερεθίζουν αποτελεσματικότερα την άγνοιά τους. Συμπεραίνουμε ότι ο συγγραφέας ο οποίος, λειτουργώντας υπό την ψευδαίσθηση ότι απευθύνεται στον αθάνατο αναγνώστη, εστιάζει στη βεβαιότητα έναντι της αμφιβολίας, στην απόφανση έναντι της πολυσημίας, καταδικάζει το έργο του στη λήθη.

Το βάρος της αναζήτησης της αθανασίας πέφτει τελικά στον μεμονωμένο αναγνώστη, που δεν κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπος με το αδιέξοδο της αιωνιότητας. Σε αντίθεση με τον συγγραφέα, που διεκδικώντας την υστεροφημία αγκαλιάζει τη θνητότητα, ο αναγνώστης προσεγγίζει άφοβα την τέχνη ως δυνητικά αθάνατος, ακριβώς επειδή γνωρίζει ότι διαβάζει με αντίπαλο τον χρόνο.

ΑΛΕΞΗΣ ΒΟΥΤΟΥΡΗΣ


1 Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Οι [αγγλικές] μεταφράσεις του Ομήρου», Δοκίμια [1], μτφρ.: Αχ. Κυριακίδης, Πατάκης, 2015, σελ: 112-120: 113-114.

 

2 Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ο αθάνατος», Άπαντα πεζά, μτφρ.: Αχ. Κυριακίδης, Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ: 229-243: 238.

Πανσέληνος Ενδυμίων

Endymion

Paul Reid, Endymion (2000)

~.~

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ ~.~

«σὰν Ἐνδυμίων ἔμορφος»
Κ.Π. Καβάφης, Των Εβραίων

Τέτοιες νυχτιές που ο έρως των θνητών κορώνει για το ολόγιομο φεγγάρι, θα ᾽θελα να μιλήσω για έναν άλλον έρωτα, μ᾽ αντίστροφη φορά, που φαίνεται ν’ αντιγυρίζει τούτη τη μέθη την ερωτική προς τους ανθρώπους, αντιστρέφοντας τον εραστή με τον ερώμενο· και τούτος δεν είναι άλλος από τον έρωτα της Σελήνης για τον πανέμορφο Ενδυμίωνα.

Αν και η μορφή του Ενδυμίωνα πρωτοπέρασε από εμπρός μου μες από την καβαφική ποίηση, δεν στάθηκα στον μύθο του, παρά μονάχα στην ομορφιά του την ονειρική. (Ήδη στου Αισώπου τον καιρό, η μορφή του είχε συμπλεχτεί αδιαχώριστα στο τρίμορφο του θεανδρικού προτύπου της θεοείκελης ομορφιάς, μαζί με του Απόλλωνα κι αυτή του Γανυμήδη· όταν ο Ξάνθος θέλει να παρουσιάσει τον –πανάσχημο– Αίσωπο, λέγει ειρωνικά στη γυναίκα του: «μένε͵ κυρία͵ καὶ ὄψει ὃ οὐδέποτε ἐθεάσω κάλλος· λάθομαι λέγων Ἀπόλλωνα ὄψει͵ ἢ Ἐνδυμίωνα ἢ Γανυμήδην».) Η ουσιαστική γνωριμία μου όμως μαζί του οφείλεται στις αναφορές του Μπόρχες (κυρίως το ποίημα Ο Ενδυμίων στη Λάτμο) γιατί αυτές με οδήγησαν να ψάξω τα χνάρια του τόσο στο σώμα της ελληνικής γλώσσας, όσο και στους απόρρωγες βράχους της Ηράκλειας, στον Λάτμο της Μικρασίας. Χάριτας λοιπόν οφείλω πρωτίστως στον Αργεντίνο, κι ύστερα στον Αλεξανδρινό· ο δε Γιάννης Κητς, ο Βρετανός, ήρθε αρκετά αργότερα.

Να πιάσουμε όμως τα πράματα από την αρχή.

Η πρώτη μαρτυρία για τον Ενδυμίωνα προέρχεται από τον Ησίοδο, κι αναφέρεται μάλιστα και –μη σωζόμενη– λυρική διαπραγμάτευση του θέματος από τη Σαπφώ. Από τον Απολλόδωρο μαθαίνουμε πως «Καλύκης δὲ καὶ Ἀεθλίου παῖς Ἐνδυμίων γίνεται»͵ ο ίδιος όμως επίσης μας πληροφορεί ότι «λέγουσι δὲ αὐτόν τινες ἐκ Διὸς γενέσθαι». Πάλι ο Απολλόδωρος ισχυρίζεται πως «ἐκ Θεσσαλίας Αἰολέας ἀγαγὼν ῏Ηλιν ᾤκισε», ενώ σύμφωνα με τα λεγόμενα του Παυσανία, η καρική του καταγωγή καταδεικνύεται από το γεγονός ότι «Ἡρακλεῶται δὲ ἐς Λάτμον τὸ ὄρος ἀποχωρῆσαί φασιν αὐτὸν <καὶ τιμὴν αὐτῷ νέμουσι, καὶ ἄδυτον Ἐνδυμίωνός ἐστιν ἐν τῷ Λάτμῳ»· συμφωνώντας με τον Στράβωνα, που επιβεβαιώνει πως «μικρὸν δ΄ ἄπωθεν διαβάντι ποταμίσκον πρὸς τῷ Λάτμῳ δείκνυται τάφος Ἐνδυμίωνος ἔν τινι σπηλαίῳ». Αδιαμφισβήτητη καταπώς φαίνεται παραμένει μόνον η ημίθεη ή τουλάχιστον ‘ηρωϊκή’ του προέλευση. Ούτως ή άλλως υπεύθυνη για τον μύθο ήταν η θεϊκή ομορφιά του· με τα λιτά και ξάστερα λόγια του Απολλόδωρου: «τούτου κάλλει διενεγκόντος ἠράσθη Σελήνη͵ Ζεὺς δὲ αὐτῷ δίδωσιν ὃ βούλεται ἑλέσθαι· ὁ δὲ αἱρεῖται κοιμᾶσθαι διὰ παντὸς ἀθάνατος καὶ ἀγήρως μένων». Το κάλλος του λοιπόν το ξεχωριστό και υπερέχον ήταν αυτό που προσέλκυσε τη λαμπρή Σελήνη στο σπήλαιο της Λάτμου και παραχρήμα την ξελόγιασε.

Ο ύπνος του, ο παροιμιώδης στην κλασσική και μεσαιωνική γραμματεία, είτε ήταν απόκριση χαριστική του Διός, στον φόβο του για το «γήρασμα τοῦ σώματος καὶ τῆς μορφῆς» του, είτε δώρο της Σελήνης για τους δικούς της ιδιοτελείς σκοπούς, όπως θα δούμε σε λίγο.

Τούτες οι εκδοχές του μύθου (πέρα από τ’ Ασέληνα όρη, που δεν τα ’βλεπε τ’ αργυρό φως της, βραδύνουσας στα ερωτικά φιλιά και χάδια, Σελήνης) αναφέρουν ως καρπό των ερωτικών συνευρέσεων στο σπήλαιο του Λάτμου πενήντα θυγατέρες. Κάποιες άλλες όμως εκδοχές της ίδιας ιστορίας, μεταγενέστερες (αλλά που αντλούν από παλιές πηγές, όπως π. χ. ο Κικέρων), πιο αβρές και εγγύτερα στο σύγχρονο περί έρωτος αίσθημα, θέλουν τη Σελήνη απαλά να του φιλεί τα μάτια καθώς αυτός καθεύδει (χωρίς να φοβάται βέβαια ότι «στα μάτια… χωρισμός ειν’ τα φιλιά»)· όντας συνάμα αυτή η αιτία που έπεσε σε τέτοιον ατελεύτητο ‘ἄτροπον’ ύπνο ο Ενδυμίων, ώστε να μπορεί αχόρταγα κι ανεμπόδιστα να του φιλά τα μάτια του.

Κρίνω αναγκαία εδώ τη μνεία μιας άλλης παράδοσης, του ποιητή Λικύμνιου του Χίου, που θέλει τον Ύπνο να ερωτεύεται τον παγκαλόμορφο Ενδυμίωνα και να τον αποκοιμίζει αλλά, προσέξτε, αφήνοντάς του ορθάνοιχτα τα μάτια ώστε να απολαμβάνει διαπαντός της θωριάς του την ηδονή και να χαίρεται των ματιών του τη λάμψη! Στους Δειπνοσοφιστές του, γράφει ο Αθήναιος: «Λικύμνιος δὲ τὸν Ὕπνον φήσας ἐρᾶν τοῦ Ἐνδυμίωνος οὐδὲ καθεύδοντος αὐτοῦ κατακαλύπτει τοὺς ὀφθαλμούς͵ ἀλλὰ ἀναπεπταμένων τῶν βλεφάρων κοιμίζει τὸν ἐρώμενον͵ ὅπως διὰ παντὸς ἀπολαύῃ τῆς τοῦ θεωρεῖν ἡδονῆς. λέγει δ΄ οὕτως· Ὕπνος δὲ χαίρων ὀμμάτων αὐγαῖς ἀναπεπταμένοις ὄσσοις ἐκοίμιζεν κοῦρον». «Διὰ τὸ τὸν Ὕπνον ἐρασθῆναι Ἐνδυμίωνος καὶ ἔτι καθεύδειν͵ καὶ σὺν αὐτῷ εἶναι φασί» συμμαρτυρεί κι η Σούδα.

[Υπογράμμιση περίπου περιττή: κοινή σχεδόν η καταγωγική φαντασίωση και στις δυο παραδόσεις, στα όρια του ηδονοβλεπτικού και πορνογραφικού ερωτισμού της αντικειμενοποίησης του ερωμένου· τη σώζουν όμως αυτές οι «ὀμμάτων αὐγαῖς» και τ’ αβρά φιλιά, και την εκσφενδονίζουν στου έρωτα τ’ απροσμέτρητα χάη.]

Κοντά σ’ όλα τούτα, διασώζεται κι άλλη μια ανεξάρτητη μαρτυρία (διόλου ασυνήθιστο δα σε τέτοιες περιπτώσεις!), που βρήκε μάλιστα και την εικονογραφική της απαθανάτιση σ’ ένα αθηναϊκό αγγείο. Σύμφωνα με αυτήν λοιπόν, ο Δίας είχε ανεβάσει τον Ενδυμίωνα στον ουρανό, κι επειδή ερωτεύτηκε την Ήρα (ή το είδωλό της), τον κατακρήμνισε στον Άδη· «λέγεται τὸν Ἐνδυμίωνα ἀνενεχθῆναι ὑπὸ τοῦ Διὸς εἰς οὐρανόν͵ ἐρασθέντα δὲ ῞Ηρας εἰδώλῳ παραλογισθῆναι [τὸν ἔρωτα] νεφέλης͵ καὶ ἐκβληθέντα κατελθεῖν εἰς ᾍδου» (Επιμενίδης).

Σ’ όλες του όμως τις εκδοχές ο μύθος εντέλει βρίσκει απήχηση στην ελληνιστική και ρωμαϊκή ποίηση (και στην Παλατινή Ανθολογία), στον Καλλίμαχο, τον Θεόκριτο, τον Φιλόδημο, τον Οβίδιο, τον Προπέρτιο. Πια όμως, ο μύθος δεν αναφέρεται per se, αλλά ο ποιητής επικαλείται τον έρωτα της Σελήνης προς τον Ενδυμίωνα ως συμπαθή μάρτυρα και βοηθό της ερωτικής σκηνής/στιγμής που περιγράφει. Χαρακτηριστικό είναι το γνωστό επίγραμμα του Φιλόδημου («Νυκτερινή͵ δίκερως͵ φιλοπάννυχε͵ φαῖνε͵ Σελήνη͵ φαῖνε δι΄ εὐτρήτων βαλλομένη θυρίδων· αὔγαζε χρυσέην Καλλίστιον· ἐς τὰ φιλεύντων ἔργα κατοπτεύειν οὐ φθόνος ἀθανάτῃ. ὀλβίζεις καὶ τήνδε καὶ ἡμέας͵ οἶδα͵ Σελήνη· καὶ γὰρ σὴν ψυχὴν ἔφλεγεν Ἐνδυμίων»).

Η ερωτική αυτή ιστορία αποτυπώθηκε αρκετά συχνά σε ζωγραφιές στην Πομπηία, σε ψηφιδωτά, αλλά κυρίως σε σαρκοφάγους στον ρωμαϊκό κόσμο (γιατί «είχε καταλήξει να αποτελεί ένα παρηγορητικό μύθο για το θάνατο», λέει ο Καραμανώλης)· υπάρχει μάλιστα η βάσιμη υποψία ότι η μορφή του παραδομένου στον ύπνο Ενδυμίωνα λειτούργησε ως πρότυπο για τον ανάγλυφο ξαπλωμένο Ιωνά κάτω από τη σκιά της κολοκυθιάς.
Όσο δε για του Ενδυμίωνα τον ύπνο κατέστη παροιμιώδης («τινὲς δὲ τῷ ὄντι φίλυπνόν τινα γεγονέναι τὸν Ἐνδυμίωνα͵ ἀφ΄ οὗ καὶ παροιμία ‘Ἐνδυμίωνος ὕπνος’ ἐπὶ τῶν πολὺ κοιμωμένων ἢ ἀμελῶς τι πραττόντων ὡς δοκεῖν κοιμᾶσθαι», σχόλια στον Απολλώνιο τον Ρόδιο) κι η φράση αυτή χρησιμοποιείται ως και την ύστερη βυζαντινή περίοδο ως παροιμία για τους υπνηλούς. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, στην ποίηση του Καβάφη φαίνεται πως πέρασε κυρίως η ομορφιά του Ενδυμίωνα όπως μαρτυρεί και το ποίημα του (1916):

Ενώπιον του Aγάλματος του Eνδυμίωνος

Επί άρματος λευκού που τέσσαρες ημίονοι
πάλλευκοι σύρουν, με κοσμήματ’ αργυρά,
φθάνω εκ Μιλήτου εις τον Λάτμον. Ιερά
τελών – θυσίας και σπονδάς – τω Ενδυμίωνι,
από την Αλεξάνδρειαν έπλευσα εν τριήρει πορφυρά.-
Ιδού το άγαλμα. Εν εκστάσει βλέπω νυν
του Ενδυμίωνος την φημισμένην καλλονήν.
Ιάσμων κάνιστρα κενούν οι δούλοι μου· κ’ ευοίωνοι
επευφημίαι εξύπνησαν αρχαίων χρόνων ηδονήν.

Στον Μπόρχες όμως κυριαρχεί η μοναξιά του ανθρώπου που έχασε και ψάχνει τη σελήνη, μη γνωρίζοντας αν όλα αυτά είναι μια ανάμνηση ή ένα όνειρο. Αντιγράφω από το ποίημα (1977):

Ο Ενδυμίων στη Λάτμο
………
Η Άρτεμη, ταυτόχρονα σελήνη και θεά
με κοίταζε καθώς κοιμόμουν στο βουνό
κι αργά αργά κατέβηκε στην αγκαλιά μου
χρυσάφι κι έρωτας στην ξαναμμένη νύχτα.
Εγώ έσφιξα τα θνητά μου βλέφαρα,
μη θέλοντας να δω το ωραίο πρόσωπο
που τα χωμάτινά μου χείλη βεβηλώναν.
……..
Ο κόσμος μ’ αποφεύγει. Φοβούνται
τον άνθρωπο που αγάπησε η Σελήνη.
Τα χρόνια πέρασαν. Μια αμφιβολία
με τρομάζει στην αγρύπνια μου. Αναρωτιέμαι
αν εκείνη η χρυσαφένια ταραχή πάνω στο όρος
ήταν αλήθεια ή ένα όνειρο μονάχα.
Λέω και ξαναλέω ανώφελα ότι μια χτεσινή
ανάμνηση και ένα όνειρο είναι το ίδιο πράγμα.
Η μοναξιά μου περιφέρεται μες στους συνηθισμένους
γήινους δρόμους, όμως πάντα
ψάχνω στη θεϊκή πανάρχαια νύχτα
την αδιάφορη θυγατέρα του Δία, τη σελήνη.

(μετ. Δημήτρη Καλοκύρη)

~·~

Εφοδιασμένος λοιπόν κι εγώ με την ανάμνηση τούτου του ονειρώδους έρωτα της Σελήνης για τον Ενδυμίωνα, σαν βρέθηκα στα βράχια του Λάτμου, στην Ηράκλεια, στις όχθες της ομώνυμης λίμνης (σημ. Μπάφα), έψαχνα να ιδώ τα πιθανά σημάδια που άφησε πίσω της η ιστορία του Ενδυμίωνα στα ερείπια τα σκορπισμένα ολοτρόγυρα στην περιοχή. Πέρα από τα ερείπια που έχουν αρμονικά συναρμωθεί με τη ζωή των νέων κατοίκων, ο μόνος απόηχος που μου έφτασε από την παλιά τούτη ιστορία ήτανε το φεγγάρι που έβγαινε πάνω από τους βράχους κι έριχνε τ’ αργυρό του φως στη λίμνη.

Ο Λάτμος (ή Λάτρος) μετά τον Ενδυμίωνα παραδόθηκε σ’ έναν άλλο έρωτα· μανικό κι αυτόν. Από τον 7ο αιώνα έγινε κέντρο μοναστικό ξακουστό σ’ όλη τη βυζαντινή επικράτεια μέχρι τον 13ο αιώνα οπότε και μαράζωσε σιγά σιγά όσο η τούρκικη παρουσία παγιωνόταν. Οι μόνοι μάρτυρες τούτου του μοναχικού έρωτα προς τον Θεό είναι τα ιστορημένα σπήλαια της περιοχής.

A thing of beauty is a joy for ever:
Its loveliness increases; it will never
Pass into nothingness…

(Endymion, Γιάννης Κητς)

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ