χριστιανισμός

Νατάσα Κεσμέτη, Το ανορθόγραφο στασιδάκι της αφοσίωσης

ΤΟΝ ΕΠΑΙΡΝΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΕΡΙ καί πηγαίνανε στό κλησιδάκι τοῦ Ἅϊ Δημήτρη, κτισμένο τό μισό στό δικό τους χωράφι. Ἐκείνη θυμιάτιζε καί μετά ἄναβαν μαζί τά καντήλια. Ὁ ἥλιος ἦταν ἀκόμα ψηλά καί μιά φαρδιά χρυσή λουρίδα ἔλαμπε καταμεσής τοῦ ναΐσκου. Μετά θά πήγαιναν στόν Ἅϊ Γιώργη, στόν Ἅϊ Γιάννη τόν Θεολόγο, καί τέλος στό Ἅϊ Νικόλα. Ἐκεῖ κάθονταν στή ζεστή πεζούλα καί ἀγνάντευαν τά νησιά ἀπέναντι. «Θά γίνεις παππάς, θεία;» τήν ρωτοῦσε καί τήν ξαναρωτοῦσε, καί κείνη γελοῦσε μέ τήν παιδική του ἀφέλεια. Τοῦ ἔμαθε ἀνάγνωση, γραφή καί τοῦ μετέδωσε τήν ἀγάπη της γιά τά ξωκλήσια: νά τά φροντίζουν, νά τά γαλακτίζουν, νά τά κρατοῦν καθαρά. Ἐξ αἰτίας της ἡ προσοχή του στράφηκε στήν εἰρήνη τῶν μικρῶν θυρίδων, μαγνητίστηκε ἀπό τίς κίτρινες κηλίδες ὤχρας πάνω στούς χλοασμένους πορόλιθους· τό ἀεράκι πού μέ τήν παραμικρή κίνηση μόλις κι ἀναρριπιζόταν ἀναστατώνοντας τίς ἀραχνίτσες – ἕνα γλυκύ μυστήριο στίς κόγχες. Μέ τά δάχτυλα ψηλάφισε τήν σταθερή τρυφερότητα στίς καμπύλες τῶν τοίχων ἀπό ἁρμολογημένη χοντρή πέτρα, τίς ἐκπλήξεις τῆς ἀσυμμετρίας. Σκιές καί φῶς ἀλληλλοσυμπληρώνονται, συνομιλοῦν, θά σκεπτόταν πολύ ἀργότερα. Ἀλλά τότε μαθήτευε σέ ἕναν κόσμο συγκεκριμένων πραγμάτων, ὄχι ἀφηρημένων ἐννοιῶν.

(περισσότερα…)

O Καρλ Λέβιτ και η Επανάσταση του Χριστιανισμού

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Πώς άρχισε η φιλοσοφία της Ιστορίας; Τι εννοούμε όταν λέμε «νόημα της Ιστορίας»; Όπως υποστηρίζει ο Karl Löwith, η αναζήτηση για το νόημα της ιστορίας ήταν στην πραγματικότητα αναζήτηση για το νόημα της οδύνης μέσα στην ιστορία. Ο όρος φιλοσοφία της Ιστορίας, που συναντάται για πρώτη φορά στον Βολταίρο, δηλώνει τη συστηματική ερμηνεία της Παγκόσμιας Ιστορίας σύμφωνα με μια γενική αρχή, με βάση την οποία τα ιστορικά γεγονότα και οι σειρές των γεγονότων ενοποιούνται και κατευθύνονται προς ένα έσχατο νόημα. Η πίστη στο νόημα της Ιστορίας σημαίνει την πίστη στην ύπαρξη ενός τελικού στόχου ή σκοπού, ο οποίος υπερβαίνει τα πραγματικά γεγονότα της εμπειρίας.

(περισσότερα…)

Παραλειπόμενα τ΄ Άη Νικόλα

Πρόδρομες σημειώσεις μιας παράλληλης ανάγνωσης των αγιορειτικών ημερολογίων του Ν. Καζαντζάκη & του Ά. Σικελιανού

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Χάρη στην πρόσφατη εκδοτική επιμέλεια και τον κόπο της Χριστίνας Ντουνιά και της Παρασκευής Βασιλειάδη, έχουμε πια στα χέρια μας το ―από ετών πολλών επιποθούμενο― αγιορείτικο ημερολόγιο του Νίκου Καζαντζάκη ώστε να συμπληρώσει τη ματιά μας στις αγιορείτικες εμπειρίες του αδελφικού ζεύγους Σικελιανού-Καζαντζάκη.[1] Το ταξίδι τους στο Άγιον Όρος πραγματοποιήθηκε από τις 14 Νοεμβρίου ώς τις 22 Δεκεμβρίου 1914 (στις 23/12 έβγαιναν από το Άγ. Όρος για τη Θεσσαλονίκη). Με αφορμή την χθεσινή γιορτή του αγίου Νικολάου (ημέρα ονομαστικής γιορτής του Καζαντζάκη άλλωστε) θα παραθέσω ένα σύντομο σημείωμα σχετικά με τις αντίστοιχες καταγραφές αυτής της ημέρας, από μια συνολικότερη (εν εξελίξει) μελέτη των δυο αυτών ημερολογιακών καταγραφών. (Κι ως εκ τούτου θα περιοριστώ μόνο σε επιμέρους συμπεράσματα που εξάγονται από αυτές μόνον τις καταγραφές).

(περισσότερα…)

Τι σημαίνει να είναι κανείς «ιππότης της πίστης»;

 του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Σήμερα η θρησκευτική πίστη αντιμετωπίζεται συνήθως ως ένα σύνολο πεποιθήσεων που νοηματοδοτούν την ανθρώπινη ζωή μέσα από την επίκληση του υπερβατικού. Στον Δυτικό κόσμο, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις γίνονται σεβαστές και αποδεκτές, στον βαθμό που δέχονται τη φιλελεύθερη αρχή της ανεκτικότητας και δεν επιχειρούν να επιβληθούν με πολιτικά μέσα. «Καθένας είναι ελεύθερος να πιστεύει ό,τι θέλει», είναι η χαρακτηριστική φράση που εμφανίζεται στην αρχή και (συνηθέστερα) στο τέλος κάθε συζήτησης για το υπερφυσικό. Μάλιστα, κάθε δημόσια αναφορά στο υπερφυσικό, ακόμη και αν γίνεται από μη θρησκευτική σκοπιά, κατά κανόνα συνοδεύεται από την καθησυχαστική φράση που μόλις αναφέρθηκε, προκειμένου να μην εκληφθεί ως δείγμα απόπειρας προσηλυτισμού ή φονταμενταλισμού. (περισσότερα…)

Νατάσα Κεσμέτη, Ικέτης ανάμεσα σε θυμάρια

1

Ἱκέτης ἀνάμεσα σέ θυμάρια

Ἀποσπασματικές καταγραφές μιᾶς μεγάλης σαρακοστῆς

Ἡ ἀντίληψή μας τόσο γιά τόν Χριστό ὅσο καί γιά τόν ἑαυτό μας εἶναι εἰδωλική. Διαρκῶς ἔχουμε εἴδωλα. Ἡ νοησιαρχική καί ἰδεοληπτική μας προσέγγιση εἶναι αὐτή πού ἐμποδίζει τήν ὀντολογική ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ. Κινούμεθα στήν φαινομενολογία τῆς πίστης καί ὄχι στήν ὀντολογία τῆς ὀρθοδοξίας.

     Χρειάστηκαν πολλά χρόνια ἔμπονης ἄσκησης καί δοκιμασιῶν γιά νά τό ἀναγνωρίσει. Ἀλλά ὅταν ἦταν ἕνα στοχαστικό παιδί, δέν γνώριζε παρά τά μονοπάτια μέ τά ἄγρια θυμάρια.

~.~

Τήν ὥρα πού  ὁ μικρός μαῦρος γάϊδαρος κατέβαινε τρεχάτος, μπροστάρης στό κοπάδι τά πρόβατα, καί ξαφνικά σταματοῦσε γιά νά μασουλήσει ἕνα ὡραῖο γαλάζιο ἀγκάθι, τό  ἀγόρι καθόταν πάνω στόν μαντρότοιχο καί χάϊδευε τόν φίλο του μέ τά μάτια. Θά κύλαγε πολύ νερό στό ποτάμι ὥσπου νά ἀκούσει γιά τόν «Ἀδελφό Γάϊδαρο» ἀπό τήν Οὔμπρια, καί νά ἐπιθυμήσει νά ἀκολουθήσει τά πατήματά του.

~.~

Κάποτε ὁ ἥλιος ἔριχνε μακρουλές σταγόνες αἷμα πάνω στά φουντωμένα θυμάρια καί τό παιδί ἔψαχνε περίλυπα ἀνάμεσα στά ξερά στάχυα, τά φρύγανα καί τούς θάμνους μέ τίς πικραγγουριές.

    Πολλά ἑπόμενα πρωϊνά, σκαρφαλωμένο στά κλαριά τῆς τζιτζιφιᾶς κοίταζε ἀνάμεσα στά μακρόστενα φύλλα τά αὐγινά σύννεφα κι ἦταν ἤδη ἕνα οὐράνιο πλάσμα, ὄχι γιατί  ὀνειροπολοῦσε -ποτέ δέν ὀνειροπολοῦσε- ἀλλά γιατί μέσα του  ἁπλωνόταν, ὅπως ἡ γκρεμοκαπαριά, σ’ ὅλη τήν ἔκταση τῆς καρδιᾶς του ἡ συμπόνια.

~.~

Κάποτε γύρισε κι ὁ πατέρας του: πάμφτωχος καί ρημαγμένος μετά ἀπό τόσα χρόνια πόλεμο, ἀποφάσισε νά γίνει ξυλάς· ὑπομονετικά τό ἀγόρι ἔσπρωχνε τό σαραβαλια- σμένο καρότσι στίς γύρω πλαγιές καί στά μακρινά λαγκάδια. Τό βράδυ τούς ἔβρισκε τίς πιό πολλές φορές νηστικούς· στρώνανε μιά τρύπια στρατιωτική κουβέρτα σέ κάποια αὐλακιά ἀνάμεσα στά κλήματα ἤ τά φουντωμένα στάχυα. Τό παιδί ἦταν πάλι χορτάτο ἀπό βρισιές, βλαστήμιες καί  ξυλοδαρμούς, ἀλλά κρατοῦσε κάτω ἀπ’ τά βλέφαρά του τίς μακρινές φωταψίες τῶν ἀστεριῶν καί παραδινόταν στόν ὕπνο μέ ἐμπιστοσύνη.

~.~

Ἡ γλυκειά του ψυχή πονοῦσε ἀφόρητα, γιατί δέν μποροῦσε νά ἐξηγήσει τόν λόγο τῆς  βαρβαρότητας μέσα στήν ὁποία περνοῦσαν οἱ μέρες του, ἀλλά στό βάθος τῆς καρδιᾶς του ἔπαλλε ἕνας τόπος δύναμης.

 ~.~

Ἀκολούθησαν γρήγορα τά χειρότερα. Ἀνοίγοντας τήν ἐξώπορτα σκόνταφτε συχνά πάνω στά κουφάρια ἐκείνων πού εἶχαν στριμωχτεῖ γιά ν’ ἀπαγγιάσουν καί ξύλιασαν σιγά-σιγά γιά πάντα. Μή μπορώντας νά κάνει τίποτα ἄλλο, ἔντρομο ἀκουμποῦσε τήν ἱκεσία του στά ἀνοιχτά τους παγωμένα μάτια. Κουφάρια βρίσκονταν παντοῦ, καί τό ἀγόρι ἱκέτευε γιά ὅλους πού σάν ἄλλοι σωροί ἀπό ξεμασκαλισμένα, κατάξερα κλαδιά, γέμιζαν τά κάρα.

~.~

Ἡ ζωή τῆς Ἱκεσίας ἄνοιγε μέ ἀνήκουστη ἀγριότητα, μέ ἀπότομα ἀπανωτά χτυπήματα τό δικό της δρόμο μέσα του. Θολά κι ἀβέβαια στήν ἀρχή ἀντιλαμβανόταν πώς ἡ ἀπόφαση σχηματιζόταν στό μεδούλι τῶν ὀστῶν του καί ἤδη μιά λιγνή σκιά Μαχητή τόν ἀκολου- θοῦσε κάθε στιγμή. Γιατί ὁ Ἱκέτης δέν εἶναι ζητιάνος. Ὁ Ἱκέτης εἶναι Πολεμιστής.

Ἀλλά αὐτή ἡ γνώση στήν πλήρη της ὡρισμασμένη ἔννοια, μέ ὅλη τήν ἐξάρτυση τῶν ὅπλων καί τούς γκρεμούς τῶν ἄθλων νά χάσκουν ἐμπρός του: τά τανυσμένα σκοινιά τῶν ἀποφάσεων πού ἔπρεπε πάνω τους νά περπατήσει ἀνάμεσα σέ ὀξέα διλήμματα, τό ἄλλοτε σκουριασμένο κι ἄλλοτε ἀστραφτερό ἀλλά, σέ κάθε περίπτωση, βουτηγμένο στό αἷμα λεπίδι τῆς γνώσης στεκόταν μέσα στό μέλλον του. Μποροῦσε ἀκόμα νά τό ἀδράξει ἤ νά τό ἀρνηθεῖ.

~.~

Πολύ ἀργότερα φανερώθηκε καί στά ἴδια του τά μάτια ἡ ἐκλογή, ὅταν ἄκουσε καθαρά:

Νά προηγεῖται ὁ Θεός στίς ἀποφάσεις σου καί ὄχι ἐσύ.

Τότε ἔκπληκτος, ἀλλά γεμάτος ἀγαλλίαση, ξεχώρισε τή φωνή κάποιου ἄγνωστου, ἐντούτοις πολύ δικοῦ του, ὡσάν καρδιά τῆς καρδιᾶς του, νά ἀποκρίνεται  σιγανά ἀλλά μέ σιγουριά:

Χρειάζεται μιά δόση Τρέλας. Χωρίς αὐτήν τίποτα δέ γίνεται!

Μέ αὐτόν τόν διάλογο πέρασε στόν καιρό τοῦ ἄνδρα, καί φάνηκε ποιός εἶχε μιλήσει στήν ψυχή του καί ποιά Τρέλα ἀκολούθησε…

~.~

Τότε ἦταν πού σημείωσε, ἀργά τό βράδυ μιᾶς μεγάλης Τρίτης, γιά τήν Κασσιανή:

Δίπλα στήν ἄβυσσο τῆς Ἐμῆς Νύχτας, ἡ ἄβυσσος τοῦ Ἀνεξιχνίαστου Ἐλέους.

    Τό δίπλα-δίπλα εἶναι μόνον σχῆμα λόγου, ἀναφορικά μέ μιά τεράστια αὐτοαναγνώριση καί μαζί ἀναγνώριση τοῦ Θεοῦ, ἀπό τά χείλη μιᾶς μοναχῆς καί ποιήτριας πού σαφέστατα μιλάει κατά ἔμφυλο καί ὄχι ἄφυλο τρόπο.

    Εἶναι ἡ γυναικεία ψυχή πού κοιτάζει κατάματα καί τίς δύο ἀβύσσους. Κοιτάζει μέσα της, στή Νύχτα της, ἀλλά ἔχει τό θεῖο Θάρρος νά κοιτάξει ἀκόμα πιό πέρα. Ἡ ματιά της δέν μαγεύεται ἀπό τήν πρώτη ἄβυσσο καί δέν παγιδεύεται ἐκεῖ μέσα, ὅπως τόσο συχνά συμβαίνει στήν ζωή τῶν περισσότερων ἀπό μᾶς. Ὅμως δέν εἶναι, στενά,γιά λόγους μελέτης τοῦ γυναικείου ψυχισμοῦ ἤ γιά λόγους τιμῆς στό Θήλυ, πού μιά σαφῶς πατριαρχική θρησκεία τοποθετεῖ σ’ αὐτή τή μέρα τόν συγκεκριμένο ὕμνο. Δέν εἶναι τό ψυχολογικό ἐπίπεδο, ἐν γένει, πού παίζει τόν πρωτεύοντα ρόλο στήν ἐπιλογή. Μᾶλλον οἱ πατέρες ἀντιλήφθηκαν πώς ἀπαιτεῖται ἤ καλύτερα πρό-ἀπαιτεῖται μιά «Θηλυκή Ψυχή» στόν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος, κατά τά ἄλλα  Ἀγωνιστής, Μαχητής ἤ Πολεμιστής, ὁδεύει πρός τό Πάθος.

    Ἡ Πνευματική Στάση ἀποτελεῖ ἕναν συγκερασμό ἀρρενωπά ἐνεργητικῆς – μαχητικῆς – ἡρωϊκῆς δράσης καί θηλυκῆς θρηνώσας ψυχῆς.  Ἀλλά ἡ δεύτερη δέν θρηνεῖ μόνον, οὔτε ἔχει αὐτεπίγνωση μόνον. Εἶναι προικισμένη μέ τήν Ἱκανότητα τοῦ Λατρεύειν ὁλόκαρδα μέσα σέ  ὑπαρξιακό συγκλονισμό. Ἡ ἰσχύς της βρίσκεται στό πῶς μπορεῖ νά αὐτοεγκα- ταλείπεται στήν παραφορά τοῦ συγκλονισμοῦ.

~.~

Μεγάλη Παρασκευή: πῶς μπορεῖ νά περιγραφεί αὐτή ἡ ἡμέρα πού εἶναι ἡ ἀρχή τῆς βαθιᾶς νύχτας; Αἴσθηση ἀποτυχίας, ἀτίμωσης καί ἀπουσίας οἰκείων. Εἶναι εὔκολο νά λές πώς ὅλοι εἶναι μόνοι ἤ πώς ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνος. Ἀλλά ποιοί εἰσέδυσαν σ’ αὐτό τό «εἶναι» καί δέν θέλησαν νά ξεφύγουν ἀμέσως γιά κάπου ἀλλοῦ; Μπορεῖ νά ἐκφράσει ἐπαρκῶς κανείς τόν πανικό; Τουλάχιστον τόν ἀρχικό πανικό; Ἡ ἰδέα πώς μόνον ἡ νόηση πανικοβάλλεται εἶναι ἀφελής. Οὔτε κανείς ξέρει ἄν ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη εἶναι πού τρέμει.

    Οἱ  Φάροι πού ἀπομένουν εἶναι ὅσοι προηγήθηκαν σ’ αὐτήν τήν ἀτέλειωτη Γεθσημανή.

    Τό ἴδιο τό Γεγονός πώς οἱ γενναῖοι αὐτοί προηγήθηκαν, τήν διατηρεῖ ὡς Κῆπο. Καί πρῶτος αὐτός πού ἀκολούθησαν: ὁ διωγμένος, ὁ ἀτιμασμένος, ὁ δαρμένος, ὁ ἀπόβλητος, τό περίτριμμα, τό μίασμα, ὁ περίγελος, ὁ ἀκατανόητος ξένος.

    Τοῦτος ὁ Κῆπος, πού μέ ὅλα τοῦτα παραμένει Κοσμικό  Περιβόλι, δέν ἔχει καμιάν ὀμορφιά καί καμιά ἀγάπη, καμιά συνομιλία ἐκτός ἀπό κρωγμούς τῶν ἁρπακτικῶν τῆς βίας, τῆς ἐρήμωσης καί τῆς ὀρφάνιας.

    Ἀρχή τῆς βαθιᾶς νύχτας κι ὅμως τά πατήματα τῶν προηγηθέντων ἀστράφτουν. Πόσο πολύ ἀγάπησαν αὐτόν πού τούς ἔκανε τό δῶρο νά τόν ἀγαπήσουν καί νά κατασκη- νώσουν μαζί του. Τά πατήματά τους ἀστράφτουν μαλαματένιες πέτρες – μαλαματένια πέταλα – μαλαματένια ἄτια.

~.~

Ἔντρομος κι ὅμως ὄχι μόνος. Ἀποτράβηξε τήν προσοχή ἀπό τό σκοτάδι. Προσηλώσου στά μαλαματένια ἴχνη.

~.~

Τώρα τά δέντρα εἶναι ἀνθισμένα, τό κοτσύφι ἔρχεται καί κελαηδεῖ, ἡ γειτόνισσα ἑτοιμά- ζεται νά πεθάνει. Ἀλλά ὅλοι ἐπίσης ἑτοιμαζόμαστε νά πεθάνουμε. Ἑτοιμαζόμαστε;

    Σ’ εὐγνωμονῶ γιά τίς εὐκαιρίες σιωπῆς πού μοῦ ἔχεις δώσει. Ἐξακολουθῶ ὅμως νά νιώθω ἀγωνία γιά τ’ ἀδέλφια μου καί γιάτά  τεκνία μου. Κουτή σκέψη, κουτή ἀγωνία. Μᾶς ἔχεις προβλέψει ἀπό τήν ἀρχή μαζί Σου. Ἀλλά πόσο δύσκολο νά ἀρθεῖ κανείς σ’αὐτοῦ τοῦ ὕψους τήν  ὀντολογία.

    Ἡ καρδιά μου λαχταράει καί γιά ἕνα μοναδικό κορίτσι. Λαχταράει νά τήν προλάβει χαρούμενη καί συντροφευμένη πρίν τελευτήσω.

    Ἐλέησέ με μέ πίστη, κουράγιο καί ἐλπίδα πώς ἡ ὕπαρξή της θά πληρωθεῖ. Σ’εὐχαριστῶ πού μοῦ δίνεις τήν ἔγνοια. Βοήθησέ με νά τήν σηκώσω μέ ἐμπιστοσύνη. Σ’εὐχαριστῶ πού μπόρεσα, μέ τήν συνδρομή Σου, νά ὁμολογήσω τήν ἀγωνία μου.

    Ὁ Μπάτουσκα λέει πώς πεθαίνοντας θέλει νά λησμονηθεῖ ἐντελῶς. Δέν ἐπιθυμεῖ καμιά δόξα, καμιά φήμη, τίποτα. Ἐπιθυμεῖ τήν πλήρη ξενητεία. Νά ἀπορροφηθεῖ μέσα στήν Ὑποστατική Ἀρχή τοῦ Χριστοῦ. Φοβᾶμαι μήπως τό διατυπώνω ἀνακριβῶς.

~.~

Ἄν καί ἀνέτοιμο γιά ὅλα Πλάσμα παροδικό, σκόνη τῆς σκόνης, ὡστόσο μέ ἄπειρη ἀξία: Κόρη Φωτός, Ὑιός Φωτός.

~.~

Κύριε στεῖλε μου λίγο Φῶς νά κατανοήσω πῶς θέλεις νά βαδίσω, πῶς νά σταθῶ ἀπέ- ναντι σέ ὅλους καί ὅλα. Χωρίς τήν Ἀνάσταση τίποτα δέν ἔχει κανένα νόημα.

     Ἄπειρες ἐκτάσεις τῆς ὑπάρξεως πέρα ἀπό τόν ζόφο τῆς μοναξιᾶς τοῦ θανάτου…

     Ἅγιε Σεραφείμ, Ἅγιε Σεραφείμ, πρόβαλλε πάλι μέ τήν Χαρά πού σέ περιβάλλει, ἀνάμεσα στά θυμάρια τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς. Δίδαξέ με γιατί τά ἔχω ξεχάσει πάλι ὅλα. Δίδαξέ με πῶς νά ζῶ, πῶς νά ἀναπνέω πῶς νά συγχωρῶ πῶς νά ξεχνάω τό παρελθόν καί νά ἀνοίγομαι πρός τό μέλλον. Ἄπειρες ἐκτάσεις Δίδαξέ με πῶς νά μήν τίς φοβᾶμαι, πῶς νά μή νιώθω χαμένη, δίδαξέ με Ἅγιο Φῶς τήν Χαρά Σου. Ἐλέησε μέ τήν Παρουσία Σου τούς ἄρρωστους, τούς μόνους, τούς πάμφτωχους, τούς χαμένους μέσα στήν τύφλωση, ὅλους ἐμᾶς τούς μολυσμένους τοῦ Εἰκοστοῦ Πρώτου Αἰῶνα.

2

Ἔχουμε γεννηθεί μέ ἄλγος στήν καρδιά, πως ἡ καρδιά τού Ιησοῦ εἶναι τρυπημένη. Δέν εἴμαστε ἕνα πάθος χωρίς νόημα, ὅπως ὁ Σάρτρ μᾶς ἀποκαλεί, ἀλλά ἕνα πάθος τοῦ ὁποίου τό νόημα εἶναι ὁ Θεός.

Fr. Ernesto Cardenal, Νικαράγουα

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἄνοιξη 2007 – Ἄνοιξη 2020


*Ἀλέκος Κυραρίνης. Ἀπό τήν ἔκθεση Ὑπέρ Εὐχῆς, 2012 Οἰκία Κατακουζηνοῦ.

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Παρασκευή

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Παρασκευή

(17 Ἀπριλίου 1987)

megali-paraskeui-eikona

~.~

~.~

Τὰ Ποιήματα

Χρονικὸ τῆς Ἀταραξίας

Ὁ δασόβιος ἐρημίτης ὁδηγοῦσε μ’ ἀόρατη
λεπτὴ κλωστὴ τὸν ἦχο μιᾶς μέλισσας ὅταν ὁλόγυρα
παίζοντας τὸ σουραῦλι της ἡ σαύρα
δυνάμωνε τὸ πράσινο καὶ ἡ σκέψη
δρασκέλιζε τὴν ἀκέραστη μόνωση
ποὺ δὲν ἀπείλησε ποτὲ τὰ λουλούδια.
Τὰ τείχη τοῦ ἔαρος ἄραγε τ’ ἀρώματα
τ’ ἀρίφνητα μῦρα διανοίγονται;
Στοχάσου λιγάκι δίχως ἀνταλλάγματα:
δίχως ἀλήθεια καὶ ψέμα.
Στοχάσου πὼς ὅλα τὰ ζώπυρα
κοιμοῦνται σ’ ἐγρήγορση δίχως ἐκτόπισμα
στὴν ἄνθηση ποὺ ξεραίνει τὸ βιός της ὥστε νὰ ξανάρθει.
Πᾶσα πνοὴ καὶ πᾶσα νύχτα δὲ γνώρισε
μητέρα καὶ μάμμη καὶ προμάμμη ―
τὴν προέλευση τὴ θέλει τὸ μυαλό μας καὶ χανόμαστε
σ’ ἀνύπαρχτα βάθη καὶ μεγέθη τῆς ἀπουσίας
ὅταν ἀκόμη κ’ ἡ φωτιὰ τεμπελιάζει
μ’ ὅλα της τα τριξίματα
μ’ ὅλες τὶς φλόγες ποὺ βγάζει καὶ τ’ ἀποκαΐδια.
Θὰ σπάσω σήμερα τὶς ἀνέστιες φόρμες
τὴ στέγη θὰ ρίξω καὶ θ’ ἁπλώσω περίλυπα
στὴν ἀσκέπαστην ἐνέργεια τῆς ἀθανασίας
ἐκεῖ ποὺ λαλοῦσαν ἀνέκαθεν οἱ τυφλὲς
εἰκόνες τῶν πλασμάτων τὴν πολυμίλητη βουβαμάρα
τὴν ἀπόδειξη κείνου ποὺ δὲν ἀποδείχνεται
τὴν ἀπάρνηση τοῦ θριάμβου τῆς γλώσσας.
Ὁ παρείσαχτος νοῦς ὀποὺ χάραξε τραύματα
καὶ τὰ λέμε φαράγγια
ὀποὺ δίδαξε θαύματα καὶ τὰ λέμε κρημνὰ τῆς ἀνάγκης
ἤτανε κάποτε κι αὐτὸς ἀνίκητος ἀπ’ τὶς νίκες του
τὶς μεγάλες κι ἀνθρώπινες τὶς ὑπερύμνητες
εἶχε κι αὐτὸς ὁλάκερη στὰ πλήθια μόριά του τὴν εἰρήνη
στ’ ἀμπέλια τῶν κεραυνῶν ἐκτοξεύοντας
τὴ λάμψη τῆς ἀγάπης.
Ἡ φρόνηση πού ’χε κάψει τ’ ἄστρα κι ἀφανίστη χαράματα
τὸν πόνο τὸν ξεκούμπισε
τὸν ἔβαλε στὴ μαύρη ἁλυσίδα…
Τεράστιες ὧρες ἀγκαλιάζονταν τότε ἀναμεταξύ τους
καὶ πικράθηκεν ὁ χάρος ὁ χαραμοφάης
καθὼς ἡ Παναγία κυλιότανε στὰ κιτρολέμονα
κ’ εἶχε δέσει τὸ δαίμονα
στὰ θεόρατα γιασεμιὰ τῆς χαρμολύπης.
Τὰ μονήρη πτηνὰ ξανανοίγονται σὰν ἀντίφωνα
ξηλώνοντας τώρα καὶ πάλι τοὺς ἀγέρηδες
ὀποὺ βρίθουν ἀπὸ κύκλους καὶ κρέμονται σύψυχα
πάνω στῆς ἀγαθότατης ἀβύσσου τὰ πικρὰ εἰωθότα
στὴ λαμπρότερη λευτεριὰ τῆς Κοιμωμένης
ἀγνοῶντας τοὺς ψεύτικους ἥλιους ἀπὸ ρυζόχαρτο
τοὺς εὐάλωτους ἀριθμοὺς καὶ τὰ εἴδωλα
λίγο πιὸ κάτω στὴν προκυμαία τῶν ἄστρων ―
ἀνοίγονται στ’ ἄγραφο κι ἀχειροκρότητα
στὸν αἰῶνα τὸν ἅπαντα κατορθώνουν τὴν πλάση
τιτιβίζοντας εὐαγγέλια στὴν πανέμνοστη
κίνηση τοῦ παλαίμαχου σκούληκα
στὸ ἀθόρυβο πέσιμο ποὺ κάνει τὸ κουκούτσι
καὶ τὸ χῶμα τρυφερὰ τὸ σαβανώνει
γιὰ καινούργια λυγερὴ πραγματικότητα
νέα πρόσωπα φυλλωμάτων ἀνάγλυφα
ν’ ἀπιθώσει καὶ πάλι ὁ κότσυφας
τὰ γύφτικα λιγνοπόδαρα
νὰ σκαλίσει καὶ πάλιν ἡ κότα τὴν ἄσπιλη μαγάρα
τυλιγμένη μ’ ἐκείνη τὴ νευρικότητα
στὰ πολύχρωμα κουρελάκια τοῦ ἥλιου
νὰ σκαλίσει καὶ πάλι τὸν ἴσκιο μας
ἡ ἀπόμακρη τόσο κοντά μας!
Ποιός νά ’ναι τώρα λοιπὸν ὁ ἄμουσος, ὁ ἀκέραστος
πού ’θελε στὰ καλὰ καθούμενα ξεφλουδίσει
τὴν καινὴ διαθήκη τοῦ πόντικα στὰ νεογνά του,
τὴν κρασωμένη μουσικὴ  τοῦ ποπολάρου συνθέτη
πού ’χει σταλάξει σὲ μιὰν ἀκρούλα τῆς ὀδύνης μας,
τὴν ἀμύθητη μαγγανεία τῆς χήνας
ὅπως ἀγγίζει τὰ νοσσία καὶ τ’ ἁγιάζει…
Ποιός εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶδε τὴ θάλασσα
νὰ ὀφείλει στὸ πνεῦμα τὴ λάμψη;
Τὴν ἀλήθεια τούτη ποιός νὰ τὴν παρακάμψει…
Βάλε μὲ νοῦ σου τὴν ὁσιότητα καὶ τῶν τίγρεων ἀκόμη
ποὺ δὲν τὴν ξέρει κανένας ἀπ’ τὶς κηλίδες καὶ τὰ δόντια
βάλε μὲ νοῦ σου τὴ μεγάλη συναδέλφωση
ποὺ δίχως τὰ ξεδιάντροπα μικροσκόπια μᾶς περιμένει:
παρέες-παρέες οἱ πεθαμένοι
στὰ λιγοφώτιστα κοιμητήρια
ταιριάζουν ἔρημοι μέσ’ στὸν ἄκρατο ζόφο ποὺ ξεθυμαίνει
στὴν ἀχερούσια νύχτα τὴ μαρμαροτράχηλη
δίχως ἔθιμα καὶ σπίτια δίχως ἄλλην ἱστορία
δείχνοντας μονάχα τὴ μαρτυρία
πὼς ὁ Χριστὸς μιὰ μέρα παραπάτησε κι ἀμέσως
φούντωσε τὸ συχώριο στὸ βαθὺ κι ἀχάλαστο σημάδι
π’ ἄφησεν ἡ φτέρνα του τ’ ἀστέρια  γιἀ ν’ ἁδράξει
μὲ καταπράσινα κλαδιὰ τὰ χέρια τῶν ἁγίων
καὶ τῶν ἀγγέλων τὰ φτερὰ χιλιάδες ροδοπέταλα…
Βάλε μὲ νοῦ σου τὴν ἀθρυμμάτιστη σύναξη ὀποὺ ξεγράφει
καὶ διαιώνιζε τὸ διάλειμμα τῆς ἀγάπης

~.~

Ἡ Παγίδα

Δὲ μαθαίνει τὸ φεγγάρι ποιήματα
δὲ θὰ μάθει τὸ λαμπρὸ ποτάμι τὰ νερά του·
τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κοπετοῦ τὴν κόβει ὁ λατόμος
καὶ κεῖθε πρὸς τὰ μνήματα ξεράθηκε
τὸ γάργαρο κακὸ π’ ὁλόγυρα συχναντηχοῦσε.
Κανένα φῶς δὲ φώτισε μὲ φῶς τὸν ἑαυτό του
τὴν ὥρα ποὺ φιλοῦσε μὲ τ’ ἀφίλητα
φιλιά μου τὴν Ἀνάμνηση στὸ ἄστραμμα τῆς λύπης.
Κι τώρα κλεῖθρο ποῦ θὰ βρῶ καὶ κρίνο νὰ μυρίσω;
Μὰ ἡ φωνὴ μ’ ἀπάντησε: Καὶ κλειδωνιὰ δὲν ἔχει!

~.~

Ὁ Κόσμος καὶ τὰ Ὀνόματα

Τὸ σκοτάδι μοιάζει πάντα μὲ πηγάδι.
Τὸ ζαρκάδι τρέχει πάντα πρὸς τὸν Ἅδη.
Τὸ ποτάμι μοιάζει πάντα μὲ ποτάμι.
Τὸ καλάμι κιτρινίζει σὰν καλάμι.
Τὸ ζουλάπι δὲν ἀρνιέται τὸ δρολάπι.
Τὸ χαλίκι δὲν ἠξέρει χαμαλίκι.
Τὸ πηγάδι μοιάζει ὅμως μὲ ὑφάδι.
Τὸ ζαρκάδι τρέχει τώρα πρὸς τὸ χάδι.
Τὸ ποτάμι μοιάζει πάντα μὲ ποτάμι.
Τὸ καλάμι δὲν ἀρνιέται τὸ ζουλάπι.
Τὸ δρολάπι ξετυλίγει τὴν ἀγάπη.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


Δεῖτε τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη, καθὼς ἐπίσης καὶ συνδέσμους πρὸς τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες τῆς Μ. Ἑβδομάδος: ἐδῶ.

Ἐπιμέλεια, παρουσίαση ἀφιερώματος: Θανάσης Γαλανάκης

12028636_987135771324818_6533768910245227384_o

 

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Πέμπτη

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Πέμπτη

(16 Ἀπριλίου 1987)

Megali_Pempti

~.~

~.~

Τὰ Ποιήματα

Στίχοι τοῦ Ἔαρος

Ἰησοῦς ἀναίμακτος δὲν ὑπάρχει
συνεχῶς τρέχουν αἵματα στὴ νόηση
αὐτὸ ποὺ νομίζω δὲν εἶναι νόμισμα.

Στίχοι τοῦ Ἔαρος

Ὁ ἐργάτης ποὺ μοχθεῖ μαχόμενος
ὁ ἐργάτης ἡ ἀγάπη κι ἀπὸ πάνω
μιὰ μεγάλη κανδήλα μὲ τὴ φλόγα
χωρὶς ἅλυσο κρέμεται χωρὶς ἀγέρα σιέται.

~.~

Πἐρα ἀπ’ τὴν Κατανάλωση

Χτυποῦσα τὰ χέρια μου στὰ γαλάζια κρύσταλλα τ’ οὐρανοῦ
σὲ κατάμαυρο μέλλον ἐξοντωμένος.
Ἤτανε Σάββατο κι ὁ φτωχὸς Ἰησοῦς
ὁ ξιπόλητος ἐρωμένος τῆς ἀγωνίας
ὁ ξέχειλος ἀπ’ τὴ σκιὰ τῶν λαῶν ἐπιστάτης
περίμενε τὰ χαρωπὰ γραΐδια στὸ μισόφωτο.
Βγάζει ψαλμὸ σὰ νὰ ποτίζει περιβόλια
ὁ τρεμουλιάρης ἱερέας κι ὁ καθαρὸς
ἀέρα ὁ ὑπνοφόρος
Εὐρώπη, Εὐρώπη δὲν εἶσαι τίποτ’ ἄλλο,
εἶσαι μονάχα ἡ συνέχεια τοῦ Βαραββᾶ!

~.~

Ἡ Ἀντίκρουση τοῦ Χειμῶνα

Συχνὰ πηγαίνοντας μὲ τὰ πόδια, κουβαλῶντας μονάχα
τὸ μισογεμισμένο σάκκο μου, στὰ τόσο δροσερὰ
κι ἀπόμακρα λαγούμια
λίγο πιὸ κεῖθε ἀπ’ τὴ φαντασία σ’ ἐκείνη τὴ δεύτερη
μεγάλη καὶ καθάρια πραγματικότητα
ποὺ γιορτάζουν ἔρημοι σἀν ὅλα τ’ ἀπόκοσμα ζούδια
οἱ οὐρανόπληχτοι μὲ τ’ ἄδικο σκοτωμένο
σὰν ὄρνιο στὴν ἄφωνη ρεματιὰ τὴν ἀπροσδόκητη ―
χάνομαι σ’ ἀναρίθμητα μόρια ζωῆς ποὺ δὲν τὰ βλέπω.
Κάθε φορὰ καὶ πιὸ πολλὲς εἶν’ ἐκεῖ πέρα οἱ γιορτάδες
κάθε φορὰ καὶ πιότερα σὰ ν’ ἀκούγονται τραγούδια.
Κρατῶντας τὴν ἐσθήτα τῆς Παναγίας
ὁ Ἔσχατος τ’ Οὐρανοῦ μὲ χιλιάδες ἔντομα στὴν ὅραση
μ’ ἀξεθύμαστα γιασεμιὰ στὸ νυμφῶνα
μ’ ἄλλα θεάματα τῆς ἀγάπης ἀπὸ μέσα
καὶ μ’ ἄλλα γεγονότα σπιθοβολῶντας
ἀγγίζει τοὺς ραχιτικοὺς καὶ θεραπεύει τὴν ἀρθρίτιδα
μαλάζει τοὺς πρησμένους ἀστραγάλους
ἀφήνει τρυφερὰ τὴν ἀλήθεια πάνω σ’ ὅλες τὶς ἀρρώστιες
καὶ κεῖνες χάνονται καθὼς τὰ εὐδιάλυτα νέφη.
Σιγά-σιγὰ ρυθμίζεται κι ὁ θάνατος
ἀρχίζει τὸ νταοῦλι μέσ’ στὰ πανηγύρια
κι ὁλοῦθε πιὰ σηκώνεται στὸ στῆθος ἡ ρωμιοσύνη
καὶ μᾶς ἀρωματίζει μ’ ἀνείπωτο μοσχολίβανο.
Καίγονται τότε τὰ φωτερὰ κοντάκια μέσ’ στοὺς ὕμνους
κι ἀνασαίνουμε πέλαγα σὲ μικρὴ κολυμβήθρα
κι ἀποσποῦμε τὰ καρφιὰ τῆς Σταυρώσεως.
Ἐκεῖ μιὰ τέτοιαν ὥρα σὰν ὡραιότατος
ἐγέρθηκε καπνὸς ὁ Γελάσιος καὶ εἶπε:
«Τὸ μέλλον εἶναι μάτι
τὸ παρελθὸν ἀφτὶ
γιὰ τὸν ἁπλὸ χωριάτη
καὶ γιὰ τὸν ποιητή!
Τὸ μέλλον εἶναι κάτι,
μὰ ὄχι κάτι ποὺ νομίζουμε…»
Γεννιέσαι καὶ μπαίνεις μέσ’ στὸ αἴνιγμα
πεθαίνεις καὶ τ’ ἀφήνεις ἀνέπαφο.
Τί ἄλλο νὰ προσθέσω πιὰ στὴ δύναμη τοῦ ἔαρος;
Πλήρης ἀπὸ ἔλλειψη νοήματος
ὑπερέχω.
Τίπότ’ ἄλλο δὲν ἔχω νὰ ἐκπροσωπήσω
τὴ χαρά μου μονάχα καὶ μονάχα τὴ θλίψη μου
σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο ποὺ τὸν παγιδεύει θανάσιμα
ὄχι τὸ σκοτάδι κ’ ἡ μαυρίλα
μὰ τὸ βαθὺ χαντάκι τῆς προοπτικῆς…
Ὁ χρόνος εἶχε μόλις ἀνατείλει.

~.~

Στὰ Κρύα Ρεύματα τῆς Μεγάλης Ἀγωνίας

Ὁ χρόνος εἶν’ ὁ σκελετὸς ὁ δίχως κόκκαλα
στὴ σάρκα ποὺ δὲν ξέρει οὔτε κὰν θὰ μάθει
τὴν τόση κι ἀδιάκοπη σωματικότητα:
τὴ βοερὴ ποιμαντικὴ ποὺ λιώνει καὶ τ’ ἀηδόνι
στὴν εὔοσμην ἀγκάλη τῆς ἀδειοσύνης
δίχως ἔχθρητα κι ἀγάπη κουρελιάζοντας τὰ διάτορα
ἢ χαμηλόφωνα καὶ σιγαλέα εἰκοσιτετράωρα
κι ὁ χρόνος εἶν’ ἀκόμη θά ’λεγα
βρεγμένη θρυαλλίδα μέσ’ στὴν κόλαση
τὸ σάπιο βλέμμα στὴν κοιλιὰ τῆς τράπουλας
μαινόμενος κι ἀτάραχες οἱ ἀντιφάσεις.

~.~

Ὁ Τίτλος Εἶναι Δύσκολος

Τὸ ἄρωμα τ’ ἀρχαίου θυμιάματος
μ’ ἑξάπτει σὲ τρεμάμενες ἀπὸ τέτοια εὐωδιὰ
τεράστιες καὶ νεκρώσιμες φωτοσκιάσεις
κι ἀδιάκοπα τὸ αἷμα μ’ ἐνοχλεῖ
μ’ ἀλλεπάλληλα κουδουνίσματα στ’ ἀφτιά μου!
Συνέρχομαι τώρα καὶ σαλπίζω στὰ πέρατα
τὸν κωφάλαλο καὶ ἀναίμαχτο νόμο τῆς ἀλήθειας:
Ἐκεῖνος ὀποὺ μπορεῖ κ’ ἐφαρμόζει τὸ χρόνο στὴν ὕπαρξη
σὰν τὸ εὐλύγιστο νερὸ ποὺ συμβιβάζεται πάντα
μὲ τ’ ἀόμματα χώματα μὲ τὰ χόρτα μὲ τὰ λιθάρια
μὲ κάθ’ ἐμπόδιο στὸν κόσμο κι ὁπουδήποτε
καρυκεύοντας ἔτσι τὴ θλίψη μου
στὰ ψυχρὰ μάρμαρα τῆς ἀπουσίας ―
ἔχει χωρέσει στ’ ἀλήθεια τὴν αἰωνιότητα κι ὄχι
τὴ θλιβερὴ κι ἀπρόκοφτη φιλολογία της.
Αὐτὸς εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει
πὼς ἡ ἄγραφη ζωὴ δὲ θὰ πάψει νὰ χτίζει
τὸ θάνατο μὲ καινούργια πάντα ὑλικὰ μὲ νέα νήπια
γιὰ νὰ ξύσει κάποτα τὰ οὐράνια.
Εἴμαστε λοιπὸν οἱ πολύχρωμες
καμπύλες ἑνὸς βεγγαλικοῦ
μὲ τρομερὰ σύντομη λιτάνευση στὸ χῶρο
ποὺ νυχτώνει πιὸ πέρα κι ἀπ’ τὴ νύχτα
τὴ γαιώδη καὶ σπάταλη σὲ χιλιετηρίδες
γιὰ νὰ λάμπει ἡ τέχνη.
Σ’ αὐτὸ τὸ σῶμα ποὺ βρεθήκαμε
κεῖνο ποὺ ξέρουμε μονάχα εἶν’ ἡ ὀμορφιά!
Προσπαθῶ νὰ γυρίσω τὴν αἴσθηση
καὶ ν’ ἀκούσω τοῦ ἥλιου τὸ συναξάρι
μὰ ὅταν κανεὶς πεθάνει εἶναι τόσο μακριά…
Δροσερὴ κόλαση ἡ μὴ χρονικότητα τοῦ χρόνου
κι ὁ γονατιστὸς ἀντίκρυ καταρράχτης οὐρλιάζοντας
ὡσὰν κεραυνοβόλο εὐαγγέλιο.
Τί ὡραῖος ὁ οὐρανός, ὁ λαῦρος οὐρανὸς
ποὺ δείχνει πιὸ μεγάλος ἀπ’ τὴν Ἑλλάδα!

~.~

Θρησκευτικὸ Τραγούδι

Στὴ δρακολίμνη τοῦ κακοῦ ρεματιανὸς ὁ κόσμος…
Ἐκεῖ θολὰ χαράματα, βλαμμένα μεσημέρια
καὶ τῶν στοιχειῶν τὸ μάλλωμα τεράστιο φαράσι!
Βλέπω βουνὰ χαρούμενα, μαβιὰ σὰν πετραχήλια,
βλέπω ξανὰ στὴν ἄσφαλτο τ’ ἄγρια λυκοράχια
τὸν ἄτιμο διαφεντευτὴ ποὺ βόσκει τὰ λεφτά του
τί νά ’ναι γιδοπρόβατα τί νά ’ναι καμινάδες…

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


Δεῖτε τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη, καθὼς ἐπίσης καὶ συνδέσμους πρὸς τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες τῆς Μ. Ἑβδομάδος: ἐδῶ.

12028636_987135771324818_6533768910245227384_o

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Τετάρτη

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Τεταρτη

(15 Ἀπριλίου 1987)

akolouthia-toy-niptiros

~.~

~.~

Τὰ Ποιήματα

Σχέδιο γιὰ τὸ Μέλλον τοὺ Οὐρανοῦ

Οὐρανὲ ὁλόκληρε ἀνοίγει τὸ ἄνθος
τῆς φωνῆς μου ψηλά
ἔφυγαν ὅλα τὰ πουλιά μου τὸν χειμῶνα
δὲν προσμένω σ’ αὐτοὺς τοὺς τόπους ἐλευθερώνω
ἀγγίζοντας ἔρημος τὸ γερασμένο τοῖχο τῆς βροχῆς
κι ὅπως ἔρχεται ἀπ’ τὴν αὔριο
μὲ τὸ φᾶσμα τοῦ τρόμου διασταυρώνομαι πάλι.
Δὲν εἶναι πιὰ ἡ Ἄνοιξη
δὲν εἶναι καλοκαίρι μὰ ἐγὼ
ἂς ἀνοίξω τὸ βῆμα κ’ ἐδῶ λησμονημένος
νὰ δείξω τὴν αἰωνιότητα.
Ἔχω ἄλλωστε τὰ φτερά ταξιδεύω
πάνω ἀπ’ τὰ γλυκύτερα
βάσανα τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἔαρος.

Ἀκούω τοὺς ἤχους τῶν τυμπάνων σου Μελλοντικὲ
ὅμως λυτρώσου ἀπὸ μᾶς
πίσω δὲν πάει ὁ καιρὸς μονάχα σέβεται
τὸ κορμὶ μὲ τ’ ἄνθη του
ἰδοὺ λοιπὸν γιατί τὸ συντρίβει.
Λησμόνησέ μας.

Ἀκούω τὴ χαρά σου πολιτεία τοῦ θεοῦ ὑπάρχεις
ἀλήθεια καὶ δρόμος ἀργυρόχρωμα
κλαδιὰ κάτω ἀπ’ τὴ σελήνη
ἡ μυρωμένη ἡ πορτοκαλιὰ τὸ ρόδι
εὐτυχισμένο λάλημα τοῦ πετεινοῦ.

Ὅταν λαλεῖ ὁ πετεινὸς πῶς σχίζει τὴν καρδιά μου
τί ἐρημιὰ διαλαλεῖ στὸ σάπιο μεσημέρι.
Ἀπὸ χειμῶνα σὲ αἰσθάνομαι πολιτεία τοῦ ἔρωτα
ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καὶ τοὺς πεθαμένους ἴσκιους
ἕνα φῶς πανάρχαιο σάβανο τυλίγει δένοντας
σὲ λάμψεις τὴ μουσική μου.

Μεγάλη νύχτα κ’ ἡ ποίηση
τόσο χαμηλὴ γιὰ τοὺς ἀναγκασμένους.
Χιλιάδες πόλεμοι συμβαίνουν στὸ κορμί μου.
Ποῦ εἶναι τὰ χρόνια τῶν ὑακίνθων…
Ὁ ἥλιος σοῦ μάτωνε τὰ γόνατα κ’ οἱ ἄνθρωποι
φαίνονταν εὐεξήγητοι
σὰν τὰ φυτὰ τὴ βροχὴ τὸν οὐρανό!
Καὶ τώρα νά ἡ μοῖρα σου
στὴν πόλη μέσα στὴ φρικτὴ
μ’ ἐνάντιο σπίτι ἐνάντιον ἄνεμο.

Ἔρημος τώρα ὁ βράχος τῆς ἀγάπης ―
μὴ μὲ λησμονήσεις
πάνω του στὰ βραδινὰ πετρώματα
μὲ τὸ φεγγάρι καθαρὸ πουκάμισο.
Μὴ μὲ λησμονήσεις βαθύτατε ἀέρα.

Τὴ νύχτ’ ἀναστενάζουμε.
Γλυκύτατη σελήνη φωτίζει τὰ πεῦκα μου
ἔχει περάσει πιὰ τὸ μεσονύχτι
κ’ ἐγὼ στρέφομαι στὴν πικρὴ κλίνη
εἶμ’ ἕνας ἔρημος μὲ δάφνες ἕνας μοναχικὸς
ποὺ χάθηκε στοὺς κρυστάλλινους μακρινοὺς ἤχους.

Τῆς καρδιᾶς μου τὰ πικρὰ καὶ μαῦρα φύλλα
πνοὴ ποὺ νά ’βγει ἀπ’ τὸν εὐλογημένο ἐντός μου
δὲν τὰ κίνησε. Τώρα σὲ δίνες
ἔχω χαθεῖ κάποτε ὑπῆρξα
ὁ ἄγγελος τῶν ὁρατῶν ὅπως ἀγάπησε βαθιά.

Σὲ ἀκούω Ἐκτυφλωτικέ ―
πῶς ἔρχεται ἡ φωνή σου ἀπ’ τὸν ὕπαιθρο
ἦχοι μου ταπεινοὶ πλαγιαύλων
ὑπάρχω κι ἀκούω τὸ ἐλεγεῖο.

Ἐγὼ τότε τραγουδοῦσα:
Ἔρωτα μὲ κατοίκησες πολύ
φύγε ἀπ’ αὐτὸ τὸ σπίτι.
Δὲν ἔχει οὔτ’ ἕνα παράθυρο νὰ βγεῖ
στὰ δέντρα ἡ ἐρημιά μου
σκόνες μονάχα καὶ σύνεργα τῆς ψυχῆς.
Οἱ ἅγιες εἰκόνες δὲν ὑπάρχουν
ἔρωτα μὴ σημαίνεις πιά.
Πρέπει ν’ ἀρχίσω ἀπ’ τὴ λησμονιά.
Μὴ δείχνεις ― εἶμαι ὁ ἀνώφελος τὸ ξέρω
σῶμα γιὰ θάνατο καὶ θάνατο
ποὺ ἐλπίζει σ’ ἕνα φύλλο δέντρου.
Ἡ φωνή μου λυγίζει.
Ἀλλὰ δὲν παραδίδομαι ἀντίκρυ
σ’ αὐτὴ τὴ δύση τρομαγμένος
ἐγὼ μὲ ὅλο τὸ αἷμα μου
ἔτσι ὅπως πόνεσα στοὺς δρόμους ἀτελείωτα
μὲ τόσο σπαραγμὸ στὰ σύνορά μου.

Ὁ οὐρανὸς εἶναι στὸν βαθυκύανο χειμῶνα.
Τὸ φῶς φωνάζει μὲ τὸν κεραυνό.
Νὰ μὲ σώσουν τὰ ὄνειρα ἢ νὰ μὲ συντρίψουν
― ἕνα τ’ ὀνομάζω.

~.~

Τέλη Ἰουλίου

 

Νύχτα τοῦ θέρους ἁπαλύνουσα
ὡς μέλι σὲ γεύομαι στὴν κερήθρα τοῦ χώρου.
Ἐσχεδίαζα ποίημα ὅπου ὑπῆρχε ἡδυπαθὴς
μὲ δανεισμένα μάτια στὴ φωτιὰ τῶν ἄστρων
μὲ τὴν ἀγάπη
ταξιδεμένη σὲ διαθέσεις τοῦ σώματος.
Ἀλλ’ ἡ ὡραιότητα τῆς μοῖρας
ἔρχεται καὶ σὲ παίρνει στὰ χέρια τοῦ θέρους
ἀπάνω ἀπὸ μᾶς
στὸ ἀκέραστο τοῦ στήθους ὅπου
σὲ λευκὰ ἰμάτια κυματίζει ἡ ἀρχὴ τοῦ πόνου
καὶ μορφὲς παιδιῶν
λυπηρὰ ψιθυρίζουν
γιὰ τὰ χαμένα τους πράγματα
ὅταν τὸ κέλευσμ’ ἀκούγεται μὲ ἀέρα πλασμένο.
Τραγούδια μὴ ζητήσετε
ρέουν οἱ σιωπὲς στὰ βουνοπλάγια
κυριαρχοῦν πλήρως ὁλόγυρα τοῦ προσώπου μου
δέντρου κλαδὶ ἀσημίζει ἐμπρός μου.
Στὸ βάθος τῆς νοσταλγίας Ἀκατάληπτε
μιλοῦμε γιὰ σένα
πολὺ μακριὰ ἀπ’ τὰ χείλη μας.
Αὐτὴ τὴν ὥρα τοῦ ἀναλυόμενου μυστηρίου
ὅλα
γυρίζουν.

~.~

Ὁ Κῆπος

Ὅλα ἐμπαίζουν τὴν αἰωνιότητα.
Καὶ σὺ Κλεισμένε στὸ αἴνιγμά σου
Κύριε ὠχρὲ τοῦ κήπου
ἐσταυρωμένη ἔκταση
λάμπος τοῦ θανάτου
στὸ στέρνο μου ἀκροβατεῖς.

~.~

Ἄσμα Μικρό

Χάθηκε αὐτὸς ὁ ὁδοιπόρος.
Εἶχε συνάξει λίγα φύλλα
ἕνα κλαδὶ γεμάτο φῶς
εἶχε πονέσει.
Καὶ τώρα χάθηκε…
Ἀγγίζοντας ἀληθινὰ πουλιὰ στὸ ἔρεβος
ἀγγίζει νέους οὐρανούς
ἡ προσευχή του μάχη.
Ἔαρ μικρὸ ἔαρ βαθὺ ἔαρ συντετριμμένο.

~.~

Οὐρανόθεν

Ἡ πλημμυρίδα τῶν πουλιῶν τὴ χαραυγὴ
κ’ ἡ σιωπὴ ἐντός μου.
Κατόπιν ἡ βροχὴ ποὺ μάχεται τὰ πρόσωπα
ὑστερα πάλι σιωπὴ
πρὶν ἀπ’ τὸν ἥλιο χρυσαφένιο.
Ἥλιος γιὰ ὅλα τὰ χρόνια.

~.~

Τὸ Ἄφθαρτο Ξύλο

Ὁ σταυρὸς εἶναι δυὸ ἐπιθυμίες.
Ἡ μιὰ ἐπιθυμία ποὺ ἐρωτεύτηκε τὰ οὐράνια
σμίγει καὶ σταυρώνεται μὲ τὴν ἐπιθυμία
καθὼς διασχίζει τὴ γῆ.
Κι ὁ Χριστὸς εἶναι φιλικὰ ἐσταυρωμένος

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


Δεῖτε τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη, καθὼς ἐπίσης καὶ συνδέσμους πρὸς τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες τῆς Μ. Ἑβδομάδος: ἐδῶ.

12028636_987135771324818_6533768910245227384_o

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Τρίτη

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Τρίτη

(14 Ἀπριλίου 1987)

Megali_Triti

~.~

~.~

Τὰ Ποιήματα

Μικρὴ Κλίμαξ τῆς Ψυχῆς καὶ τοῦ Θανάτου

Μὲ λίγα ροῦχα αἱματωμένα βρέθηκε νεκρὸς
στὴ θερινὴ σελήνη καὶ οἱ φυλλωσιὲς
τοῦ ἔδιναν τώρα τὴ δόξα ποὺ εἶναι
πάνω ἀπ’ τὶς ἐπιθυμίες καιρὸς
ἀκίνητος στοὺς ἤχους τοὺς καθηγιασμένους.
Εἶχε μιὰ φοβερὴ πληγὴ στὴν καρδιά του κι ἄλλες ἀκόμη
στὴ λεκάνη στὰ χέρια μέσ’ στὸ σεληνόφως
ἔβγαινε ἀπ’ ὅλο τὸ σῶμα του ἡ ὀμορφιὰ
σμίγοντας μὲ τὰ χώματα.
Καὶ μιὰ στιγμὴ ὁ θεὸς ἔστειλε ἄγγελους γύρω του
ἄνθη φλογερά, ἰμάτια ἀπὸ λευκὴ σιωπὴ
τῆς νύχτας ἡ κλίμαξ αὐτὸς
ἀνέρχεται μὲ λίγα ροῦχα αἱματωμένα.

~.~

Μεγάλη Πέμπτη στὰ Νέφη

Μαρία θυμᾶσαι στὶς ράγιες τοῦ τρὰμ ἐκεῖνο τὸ πένθος
εἴχαμε βγεῖ ἀπ’ τὸ μικρὸ ἑστιατόριο τῆς Λαχαναγορᾶς
ὅταν ὁ ἥλιος ἔκρουε τὰ χαράματα.
Ξάφνου τὴ λάμψη πῆρες ἄλλου ἄνθους ἐνῷ μοναξιασμένη
ἀκούγεται κοντά μας ἡ καμπάνα τῆς Μεγάλης Πέμπτης
κι ὁ Γιάννης κοιτάζει ἀκτήμων.
Εἶπα ἐντὸς τοῦ τρόμου δὲν ἄκουσε κανείς
ὁ ἄγγελος ἀπ’ τὰ φωσφορικὰ οὐράνια
στὸ γκρεμισμένο χρόνο ἀδειάζει τὸ κακὸ
κι ὁ πιὸ μικρός μας θόρυβος θὰ κρυσταλλώσει ἀπάνω, ἐκεῖ, μακριά.
Τότε μᾶς φώναξε γιὰ τοὺς ἀρχαίους νεκροὺς ὁ Γιάννης
καὶ πηδήσαμε τὸ σιδερένιο φράχτη τοῦ Κεραμεικοῦ
(Ἄξιε ταῦρε ― καλῶντας τὸ Διόνυσο ἔβγαλε φωνή).
Χαρὰ ἡλιακὴ μᾶς περιβάλλει κ’ ἡ Μαρία βλέπει χοροὺς ἐκστατικὴ
στὰ συμπλέγματα τῶν λουλουδιῶν ―
ἐγὼ τὸν Ἅγιο Φραγκῖσκο ἔβλεπα μὲ τοὺς φίλους του ἀνέμους
τὸν πρῶτο πετεινὸ ἀπ’ τὰ μεσάνυχτα
τῆς ἀττικῆς ἡμέρας κήρυκα ὥσπου τὰ νέφη τὴ σήκωσαν ψηλὰ
μὲ τὶς γριὲς ποὺ εἶχαν μεταλάβει, μὲ τὸν ἱερέα
ὥσπου τὰ νέφη τὴν πῆραν ψηλὰ τὴ μέρα
καὶ τὴ μισοχτισμένη ἐκκλησιὰ
τὴ Λαχαναγορὰ
καὶ τὰ μικρὰ καρότσια μὲ τὰ γαϊδουράκια.
Καὶ ἰδοὺ ὁ Γιάννης τρέχει πρὸς τὸ μέρος μας
ὡσὰν ἀσώματος Τί βαθὺ ποὺ εἶναι τὸ λουλούδι, λέει,
καὶ μᾶς ἔδειξε κοντά μας ἕνα
ὡστόσον ἄλλο λουλούδι εἶχε δεῖ μακριὰ μὲ τοὺς νεκρούς.
Μὰ τὰ λουλούδια εἶναι τόσο ἀδελφωμένα
κάθε στιγμὴ κερδίζεις τὸ νόημα τοῦ λουλουδιοῦ κοιτάζοντας
κάθε στιγμὴ τὸ χάνεις…
Ἐκεῖ λοιπὸν ἠχοῦσε ἡ καμπάνα
τῆς ὀρθοδοξίας μοναχὴ
πιὸ πέρα τοῦ σώματος ἡ ἰαχὴ καὶ ἡ Μαρία
ὁ Γιάννης
ὁ ταπεινὸς ἐγὼ καὶ φιλαμαρτήμων.

~.~

Ἡ Λιτάνευση

Ὅταν παρέτυχα στὴ νύχτα ποὺ ἔλεγαν
«ὁ ἅγιος θὰ περάσει ἀπόψε»
δὲν τὸ πιστεύετε ἴσως
ἀλλ’ ὅμως ἔτρεμαν
τὰ δάχτυλά της θάνατος
ἔκρουε τὰ φύλλα κι ἀκούονταν
φωνὲς ἀκίνητα
καὶ ἐκκωφαντικὰ
τὰ νέα μου βήματα.
Οἱ ἄρρωστοι γέμιζαν τὸ χῶρο
μὲ στεναγμούς, ἄλλοι
μὲ ὑψωμένα μάτια στὸ ξεχείλισμα τῶν ἄστρων
ἄλλοι μοῦ φάνηκαν ὄρθιο χῶμα.
Γυρεύοντας μοναχικὸς
«ἐν μέσῳ τῶν κινδύνων αἰσθάνεσαι
τὴν τελειότητα τῆς στιγμῆς»
θυμήθηκα τὰ λόγια τοῦ φίλου
τὶς ταλαντεύσεις τοῦ φύλλου πρὶν λίγα λεπτὰ
καθὼς
ἔπεφτε ἀπὸ χέρι ἀδιάφορο.
Μὲ τῆς βροχῆς τὴν εὐωδιὰ στὸ ἑλληνικὸ τοπίο
ἄνθη ὁ ἄνεμος κ’ οἱ ὧρες
στὸ σῶμα μου ἢ στὰ δέντρα τελειωμένες
αἰσθήσεις ἐδῶ ψηλὰ πρὸς τὰ οὐράνια
μαῦρες ὀπῶρες οἱ πιστοὶ
πεσμένες καὶ τὸ μέλι σπάζοντας
τοὺς φλοιοὺς ἔσμιγε χῶμα καὶ καρπό.
Εἴμαστε σὰν τὴν πανάρχαια ἀνακάλυψη τῆς φωτιᾶς
ὠφέλιμοι στὸν θεὸ
γιατὶ εἴμαστε
ἀναφαίρετοι καλόγεροι σ’ αὐτὴ τὴν ἐρημιὰ
νόμοι μέσα στὸ θάνατο ―
ἡ φωνὴ τοῦ ἡλικιωμένου ἀκούστηκε στὶς ἀμυγδαλιὲς
κ’ ὕστερα πάλι:
― Τὰ μαῦρα σου μαλλιὰ πῶς χάνονται
στὰ βροχερὰ δωμάτια.
Φῶς ἀπ’ τὶς ἀσετυλίνες τῶν στραγαλάδων
σὲ ἀρχέγονα ροῦχα
μιὰ γριὰ βυθισμένη ποὺ διάβαζε τὸ συναξάρι
«ἐν μέσῳ τῶν κινδύνων…» πλησίασα
γυρεύοντας μοναχικός
ἔφτυναν πασατέμπο οἱ ἀνυπόμονοι
μὰ δὲ θυμᾶμαι πιὰ ὅταν κάποιος φώναξε:
― Ἑπτὰ εἶναι οἱ φλόγες τοῦ στήθους.
Ἄνθρωπος ὁ ἀσυγχώρητος ὑπὸ τὸ σεληνόφως

ἄνθρωπος ὠσεὶ χόρτος ὑπὸ τὸ σεληνόφως.

~.~

Ἀγγίζοντας αὐτὴ τὴ Νεότητα

Περίμενα ὅλο τὸ βράδυ μὲ τὰ μῦρα
εἶχε πεθάνει μιὰ γυναῖκα
τὰ χαράματα
οἱ ἄνεργοι μὲ τὰ φτυάρια περίμεναν
στὴν πρωινὴ πλατεία τοῦ ταχυδρομείου
λίγο σκοτάδι ἔμενε ἀκόμη
καὶ βασίλευεν ἡ θαλπωρὴ ποὺ δίνει
ἡ μιὰ καρδιὰ δυστυχισμένη μὲ τὴν ἄλλη ―
τῆς χαραυγῆς μικρὰ ἑστιατόρια
φῶς ἀχνισμένο πάνω στοὺς ὑαλοπίνακες.
Ἡ Ἀττικὴ τὴ νέαν ἡμέρα ὕφαινε στὰ μάτια
πονοῦσαν μέσ’ στοὺς ἄδειους δρόμους τὰ βήματα
ὁ βαθὺς αὐτὸς ὄρθρος.
Ἄλλοτε ἡ χαρὰ ἤτανε πιὸ βαθὺ ποτάμι
μὲ κρύσταλλα μοναχικὰ στὴν ἐπιφάνεια
μ’ ἕνα θεὸ κρυμμένο καθαρὰ
καὶ δέντρα μόλις
καθρεφτισμένα.
Βαθὺ ποτάμι τῆς ἰαχῆς τώρα βαδίζω
στὴν ὁδὸ κ’ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν λόγια
νὰ μιλήσουν τί νὰ ποῦν…
Κοντὲς ἑλληνίδες ἄτονες μητέρες καθαρίστριες
πηγαίνουν στὰ σιωπηλὰ οἰκήματα
μὲ λίγη ἄμυνα ρουχισμοῦ στὸ κρύο τόσο λίγη
δὲν ἔχουν στὰ φτηνὰ φουστάνια τους ἄνθη.
Κι ἄλλες γυναῖκες μάταια προσμένουν
ἔρωτα θάνατο χαρτονόμισμα
εἶναι ἀργὰ ἡ νύχτα στάθηκε σκληρή…
Δίνω τὸ χαρτονόμισμα καὶ χάνομαι
φεύγω μακριὰ μὴ μοῦ φωνάζεις
ἡ ἐρημιά μου εἶναι ἄσπρη βρομερή.
Κι ἄλλες γυναῖκες πλένουν
τὶς θύρες ὅπου θά ’μπει ὁ διάβολος
λίαν πρωὶ στὴ δούλεψή του σκύβουν.
Ἡ κόλαση λοιπὸν εἶν’ ἡ πατρίδα μας
ἁμάρτημα ὑψώνεται
ὁ μαῦρος καπνὸς τῶν ἐργοστασίων
ψηλὰ στὸ ξημέρωμα.
Κι ὅμως ἄλλοτε ἡ χαρὰ ἤτανε τὸ ποτάμι.
Ὄχι ἐδῶ στὴ ρημαγμένη γῆ μὰ στοὺς οὐράνιους
κόσμους ἐκεῖ μὲ τὴ μονάχη μου ψυχή.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


Δεῖτε τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη, καθὼς ἐπίσης καὶ συνδέσμους πρὸς τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες τῆς Μ. Ἑβδομάδος: ἐδῶ.

12028636_987135771324818_6533768910245227384_o

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Δευτέρα

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Δευτέρα

(13 Ἀπριλίου 1987)

Megali_Deftera

~.~

~.~

Τὰ Ποιήματα

Ἡ Προσευχὴ τοῦ Σκουληκιοῦ

Ἄκου Κύριε τὸν καλό σου φίλο
ποὺ ἀγαπᾷ τοὺς καρποὺς καὶ τοὺς τάφους.
Ἐσὺ εἶσαι ὅ,τι μὲ συνδέει μ’ ἕναν καρπὸ καὶ μ’ ἕναν τάφο.
Καί τὸν καρπὸ ἀσχημίζω καί τὸν τάφο.
Ἀλλ’ ὅμως εἶμαι θέλημά σου
γέννημα στὴν ἀπέραντη καρδιά σου…
Δὲν ἔχω ἐρωτήματα
καὶ ταξιδεύω μὲ κίνηση ἀργὴ πρὸς τὸν Πατέρα.
Μάταιος ὁ κόσμος ἀλλὰ πέρασμα.
Καὶ μάταια τὰ μάτια τῆς σαρκός μου
γλυκὰ ποὺ ἀγγίζονται μὲ λουλούδια.
«Δὲν ἔχεις ἐρωτήματα;» ― μοῦ λέει τὸ φθαρτό.
Σελήνη φευγαλέα ἐσὺ τάχα ρωτᾷς αὐτὴ τὴ νύχτα;
Ἢ μὲ ρωτοῦν τὰ νέφη ποὺ σὲ ἀκολουθοῦν;
Χαίρομαι τὴν εὐφορία τοῦ ἀργύρου σου
καὶ τὴ διαπερνῶ μὲ τὴν πίστη.
Αὐτή ’ναι ἡ ἀξία ἐμᾶς τῶν σκουληκιῶν
ποὺ δὲν ἔχουμε παρὰ μονάχα ἕνα δρόμο…
Τὸ χῶμα εἶν’ ἡ μοίρα μου ἀντίκρυ τῶν ἄστρων.
Ἀγάπη ὄνειρο θαλασσὶ τύλιξέ με.
Ποιά εὐφροσύνη δὲν σοῦ παραστέκει;
Ἀγάπη, πράξη καὶ οὐσία τοῦ θεοῦ μου
σερνάμενο κι ἂν εἶμαι πλέω στὴ χαρά.

~.~

Διάλογος Πρῶτος

― Σὰ νὰ μὴν ὑπήρξαμε ποτὲ
κι ὅμως πονέσαμε ἀπ’ τὰ βάθη.
Οὔτε ποὺ μᾶς δόθηκε μιὰ ἐξήγηση
γιὰ τὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν τουλάχιστον.
Ἡ ἄλλη μισή μας ἡλικία θὰ περάσει
χαρτοπαίζοντας μὲ τὸ θάνατο στὰ ψέματα.
Καὶ λέγαμε πὼς δὲν ἔχει καιρὸ ἡ ἀγάπη
νὰ φανερωθεῖ ὁλόκληρη.
Μιὰ μουσικὴ
ἄξια τῶν συγκινήσεών μας
δὲν ἀκούσαμε.
Βρεθήκαμε σ’ ἕνα διάλειμμα τοῦ κόσμου
ὁ σώζω ἑαυτὸν σωθήτω.
― Θὰ σωθοῦμε ἀπὸ μιὰ γλυκύτητα
στεφανωμένη μὲ ἀγκάθια.
Χαίρετε ἄνθη σιωπηλὰ
μὲ τῶν καλύκων τὴν περισυλλογὴ
ὁ τρόμος ἐκλεπτύνεται στὴν καρδιά σας.
Ἐνδότερα ὁ Κύριος λειτουργεῖ
ἐνδότερα ὑπάρχουμε μαζί σας.
Δὲν ἔχει ἡ ἁπαλὴ ψυχὴ βραχώδη πάθη
καὶ πάντα λέει τὸ τραγούδι τῆς ὑπομονῆς.
Ὢ θὰ γυρίσουμε στὴν ὀμορφιὰ
μιὰ μέρα…
Μὲ τὴ θυσία τοῦ γύρω φαινομένου
θὰ ἀνακαταλάβει ἡ ψυχὴ τὴ μοναξιά της.

~.~

Τὰ Πουλιὰ Δέλεαρ τοῦ Θεοῦ
(ἀποσπάσματα «Διαλόγων»)

1

Νὰ γυρίζεις ― αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα ―
μὲ κουρελιασμένα μάτια
μὲ φλογωμένους κροτάφους ἀπ’ τὴν πτώση
νὰ γυρίζεις
στὴν καλὴ πλευρά σου.
Πεσμένος αἰσθάνεσαι
τὴν κόλαση ποὺ εἶναι ἡ αἰτιότητα
τὸ στῆθος ὡσὰν συστατικὸ τοῦ ἀέρα
τὰ βήματα χωρὶς προοπτική.
Κι ὅμως στὴ χειμωνιάτικη γωνία ὁ καστανᾶς
περιβάλλεται ἀπὸ σένα.
Κόψε ἕνα τραγούδι ἀπ’ τ’ ἄνθη
μὲ δάχτυλα νοσταλγικά.
Νὰ γυρίζεις ― αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα.

2

Θὰ περάσουν ἀποπάνω μας ὅλοι οἱ τροχοὶ
στὸ τέλος
τὰ ἴδια τὰ ὄνειρά μας θὰ μᾶς σώσουν.
Ἀγάπη μεῖνε στὴν καρδιά ―
αὐτὸς ἂς εἶναι ὁ κανῶν τοὺ τραγουδιοῦ σου.
Μὲ τὴν ἀγάπη
θὰ σηκώσουμε τὴν ἀπελπισία μας
ἀπ’ τὸ ἀμπάρι τοῦ κορμιοῦ.
Δὲν εἶναι φορτίο γιὰ τὴ χώρα τῶν ἀγγέλων
ἡ ἀπελπισία.
Και προπαντὸς
ἂς μὴν ἀφήσουμε τὴν ἀγάπη
νὰ συνωστίζεται μὲ τόσα αἰσθήματα…

3

Ἅπλωσε ἡ γαλήνη τὰ φτερά της
ὡσὰν ἀλησμόνητος κύκνος ὀνείρου
σ’ αὐτὰ τὰ ἔρημα νερά.
Κάτι νιώθω σήμερα
βλέποντας τὰ πουλιά.

4

Ἡ ἀγωνία μου ὑψώνεται
ὣς τὰ ἐδελβάις ἄνθη.

5

Τὰ ὄνειρα βλαστοὶ στὸ στῆθος
κλήματα μέσ’ στὴν καρδιὰ
διαιώνια ἐκδικοῦνται τὸ χῶμα
σκοτώνοντας ἐμᾶς.

~.~

Ὁ Φίλος Ἐνάρετος τοῦ Ὀνείρου

Στὴν ἀττικὴ ἐρημιὰ ἕνα βιβλικὸ ἀμπέλι
καθὼς ἡ νύχτα φέρνει τὰ τριζόνια
μὲ κρατᾷ σιωπηλόν.
Βασιλεῖς Ἰουδαῖοι γυναῖκες τοῦ Ἄσματος
κάτι ἀπ’ τὸν Παράδεισο
στὰ δώματα λιτὰ τῆς λησμοσύνης
ἐγὼ μὲ στεγνωμένο ἱδρῶτα ―
ὅλοι περπατοῦμε στὸ πλακόστρωτο μόνοι
μὲ μιὰ διάφανη μαγεία στοὺς κύκλους τῶν ὀφθαλμῶν.
Οἱ θεοί μας εἶναι ἀπὸ πηλό ― εἶπε ὁ πρῶτος
βασιλέας ἀνοίγοντας τὸν κίτρινο χιτῶνα του.
Ἀκόμη περιμένετε λοιπόν; ― ρώτησε ἄλλος βασιλέας.
Ἐμεῖς ἀκούγαμε σὰν βγαλμένοι ἀπ’ τὸ σῶμα
κι ἄλλοι ποὺ μίλησαν
ἀντίκρισαν τὴ σιωπὴ μονάχη ―
ἐνῷ παιδικοὶ ἄνεμοι ἔπνεαν ἀπ’ τὴν Ἱερουσαλὴμ
κι ὁ Ἰησοῦς ἐπίκειται
τραγουδοῦσε τὸ τριζόνι στὸ μεγάλο κλῆμα.
Ἀλήθεια φίλε ἤτανε ὁ ἀμπελῶνας ποὺ ἀφύπνιζε
τὸ πρᾶο φύσημα τῆς ἀρχαίας Παλαιστίνης.

~.~

Ἡ  Συντομία τοῦ Ὀνείρου

Τρέχει μέσ’ στὰ χαράματα τὸ ἐλάφι
ποὺ εἶναι ἡ χαρά μου τόσος ἀντίλαλος
ἐδῶ ποὺ κατοικῶ
ἕνα πουλὶ ἀπὸ καπνὸ ἀνέρχεται στὸ ξημέρωμα.
Ἰδοὺ ὁ Τρέχων
ἔχει σφάξει τὸ ἀρνὶ στὶς πληγὲς τῶν ὑδάτων.
Θριαμβικὴ νεφέλη ὄχημα παλαιό ἰδοὺ ὁ Τρέχων
καὶ τὸ σύρουν
ἄλογα τρυπημένα στὰ λάμποντα πλευρά.
Μέσα στὸ ὄχημα βρίσκομαι καὶ πηγαίνω
πρὸς τὸν ἄγνωστο προορισμό μου.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


Δεῖτε τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη, καθὼς ἐπίσης καὶ συνδέσμους πρὸς τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες τῆς Μ. Ἑβδομάδος: ἐδῶ.

12028636_987135771324818_6533768910245227384_o