χριστιανισμός

Νατάσα Κεσμέτη, Ικέτης ανάμεσα σε θυμάρια

1

Ἱκέτης ἀνάμεσα σέ θυμάρια

Ἀποσπασματικές καταγραφές μιᾶς μεγάλης σαρακοστῆς

Ἡ ἀντίληψή μας τόσο γιά τόν Χριστό ὅσο καί γιά τόν ἑαυτό μας εἶναι εἰδωλική. Διαρκῶς ἔχουμε εἴδωλα. Ἡ νοησιαρχική καί ἰδεοληπτική μας προσέγγιση εἶναι αὐτή πού ἐμποδίζει τήν ὀντολογική ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ. Κινούμεθα στήν φαινομενολογία τῆς πίστης καί ὄχι στήν ὀντολογία τῆς ὀρθοδοξίας.

     Χρειάστηκαν πολλά χρόνια ἔμπονης ἄσκησης καί δοκιμασιῶν γιά νά τό ἀναγνωρίσει. Ἀλλά ὅταν ἦταν ἕνα στοχαστικό παιδί, δέν γνώριζε παρά τά μονοπάτια μέ τά ἄγρια θυμάρια.

~.~

Τήν ὥρα πού  ὁ μικρός μαῦρος γάϊδαρος κατέβαινε τρεχάτος, μπροστάρης στό κοπάδι τά πρόβατα, καί ξαφνικά σταματοῦσε γιά νά μασουλήσει ἕνα ὡραῖο γαλάζιο ἀγκάθι, τό  ἀγόρι καθόταν πάνω στόν μαντρότοιχο καί χάϊδευε τόν φίλο του μέ τά μάτια. Θά κύλαγε πολύ νερό στό ποτάμι ὥσπου νά ἀκούσει γιά τόν «Ἀδελφό Γάϊδαρο» ἀπό τήν Οὔμπρια, καί νά ἐπιθυμήσει νά ἀκολουθήσει τά πατήματά του.

~.~

Κάποτε ὁ ἥλιος ἔριχνε μακρουλές σταγόνες αἷμα πάνω στά φουντωμένα θυμάρια καί τό παιδί ἔψαχνε περίλυπα ἀνάμεσα στά ξερά στάχυα, τά φρύγανα καί τούς θάμνους μέ τίς πικραγγουριές.

    Πολλά ἑπόμενα πρωϊνά, σκαρφαλωμένο στά κλαριά τῆς τζιτζιφιᾶς κοίταζε ἀνάμεσα στά μακρόστενα φύλλα τά αὐγινά σύννεφα κι ἦταν ἤδη ἕνα οὐράνιο πλάσμα, ὄχι γιατί  ὀνειροπολοῦσε -ποτέ δέν ὀνειροπολοῦσε- ἀλλά γιατί μέσα του  ἁπλωνόταν, ὅπως ἡ γκρεμοκαπαριά, σ’ ὅλη τήν ἔκταση τῆς καρδιᾶς του ἡ συμπόνια.

~.~

Κάποτε γύρισε κι ὁ πατέρας του: πάμφτωχος καί ρημαγμένος μετά ἀπό τόσα χρόνια πόλεμο, ἀποφάσισε νά γίνει ξυλάς· ὑπομονετικά τό ἀγόρι ἔσπρωχνε τό σαραβαλια- σμένο καρότσι στίς γύρω πλαγιές καί στά μακρινά λαγκάδια. Τό βράδυ τούς ἔβρισκε τίς πιό πολλές φορές νηστικούς· στρώνανε μιά τρύπια στρατιωτική κουβέρτα σέ κάποια αὐλακιά ἀνάμεσα στά κλήματα ἤ τά φουντωμένα στάχυα. Τό παιδί ἦταν πάλι χορτάτο ἀπό βρισιές, βλαστήμιες καί  ξυλοδαρμούς, ἀλλά κρατοῦσε κάτω ἀπ’ τά βλέφαρά του τίς μακρινές φωταψίες τῶν ἀστεριῶν καί παραδινόταν στόν ὕπνο μέ ἐμπιστοσύνη.

~.~

Ἡ γλυκειά του ψυχή πονοῦσε ἀφόρητα, γιατί δέν μποροῦσε νά ἐξηγήσει τόν λόγο τῆς  βαρβαρότητας μέσα στήν ὁποία περνοῦσαν οἱ μέρες του, ἀλλά στό βάθος τῆς καρδιᾶς του ἔπαλλε ἕνας τόπος δύναμης.

 ~.~

Ἀκολούθησαν γρήγορα τά χειρότερα. Ἀνοίγοντας τήν ἐξώπορτα σκόνταφτε συχνά πάνω στά κουφάρια ἐκείνων πού εἶχαν στριμωχτεῖ γιά ν’ ἀπαγγιάσουν καί ξύλιασαν σιγά-σιγά γιά πάντα. Μή μπορώντας νά κάνει τίποτα ἄλλο, ἔντρομο ἀκουμποῦσε τήν ἱκεσία του στά ἀνοιχτά τους παγωμένα μάτια. Κουφάρια βρίσκονταν παντοῦ, καί τό ἀγόρι ἱκέτευε γιά ὅλους πού σάν ἄλλοι σωροί ἀπό ξεμασκαλισμένα, κατάξερα κλαδιά, γέμιζαν τά κάρα.

~.~

Ἡ ζωή τῆς Ἱκεσίας ἄνοιγε μέ ἀνήκουστη ἀγριότητα, μέ ἀπότομα ἀπανωτά χτυπήματα τό δικό της δρόμο μέσα του. Θολά κι ἀβέβαια στήν ἀρχή ἀντιλαμβανόταν πώς ἡ ἀπόφαση σχηματιζόταν στό μεδούλι τῶν ὀστῶν του καί ἤδη μιά λιγνή σκιά Μαχητή τόν ἀκολου- θοῦσε κάθε στιγμή. Γιατί ὁ Ἱκέτης δέν εἶναι ζητιάνος. Ὁ Ἱκέτης εἶναι Πολεμιστής.

Ἀλλά αὐτή ἡ γνώση στήν πλήρη της ὡρισμασμένη ἔννοια, μέ ὅλη τήν ἐξάρτυση τῶν ὅπλων καί τούς γκρεμούς τῶν ἄθλων νά χάσκουν ἐμπρός του: τά τανυσμένα σκοινιά τῶν ἀποφάσεων πού ἔπρεπε πάνω τους νά περπατήσει ἀνάμεσα σέ ὀξέα διλήμματα, τό ἄλλοτε σκουριασμένο κι ἄλλοτε ἀστραφτερό ἀλλά, σέ κάθε περίπτωση, βουτηγμένο στό αἷμα λεπίδι τῆς γνώσης στεκόταν μέσα στό μέλλον του. Μποροῦσε ἀκόμα νά τό ἀδράξει ἤ νά τό ἀρνηθεῖ.

~.~

Πολύ ἀργότερα φανερώθηκε καί στά ἴδια του τά μάτια ἡ ἐκλογή, ὅταν ἄκουσε καθαρά:

Νά προηγεῖται ὁ Θεός στίς ἀποφάσεις σου καί ὄχι ἐσύ.

Τότε ἔκπληκτος, ἀλλά γεμάτος ἀγαλλίαση, ξεχώρισε τή φωνή κάποιου ἄγνωστου, ἐντούτοις πολύ δικοῦ του, ὡσάν καρδιά τῆς καρδιᾶς του, νά ἀποκρίνεται  σιγανά ἀλλά μέ σιγουριά:

Χρειάζεται μιά δόση Τρέλας. Χωρίς αὐτήν τίποτα δέ γίνεται!

Μέ αὐτόν τόν διάλογο πέρασε στόν καιρό τοῦ ἄνδρα, καί φάνηκε ποιός εἶχε μιλήσει στήν ψυχή του καί ποιά Τρέλα ἀκολούθησε…

~.~

Τότε ἦταν πού σημείωσε, ἀργά τό βράδυ μιᾶς μεγάλης Τρίτης, γιά τήν Κασσιανή:

Δίπλα στήν ἄβυσσο τῆς Ἐμῆς Νύχτας, ἡ ἄβυσσος τοῦ Ἀνεξιχνίαστου Ἐλέους.

    Τό δίπλα-δίπλα εἶναι μόνον σχῆμα λόγου, ἀναφορικά μέ μιά τεράστια αὐτοαναγνώριση καί μαζί ἀναγνώριση τοῦ Θεοῦ, ἀπό τά χείλη μιᾶς μοναχῆς καί ποιήτριας πού σαφέστατα μιλάει κατά ἔμφυλο καί ὄχι ἄφυλο τρόπο.

    Εἶναι ἡ γυναικεία ψυχή πού κοιτάζει κατάματα καί τίς δύο ἀβύσσους. Κοιτάζει μέσα της, στή Νύχτα της, ἀλλά ἔχει τό θεῖο Θάρρος νά κοιτάξει ἀκόμα πιό πέρα. Ἡ ματιά της δέν μαγεύεται ἀπό τήν πρώτη ἄβυσσο καί δέν παγιδεύεται ἐκεῖ μέσα, ὅπως τόσο συχνά συμβαίνει στήν ζωή τῶν περισσότερων ἀπό μᾶς. Ὅμως δέν εἶναι, στενά,γιά λόγους μελέτης τοῦ γυναικείου ψυχισμοῦ ἤ γιά λόγους τιμῆς στό Θήλυ, πού μιά σαφῶς πατριαρχική θρησκεία τοποθετεῖ σ’ αὐτή τή μέρα τόν συγκεκριμένο ὕμνο. Δέν εἶναι τό ψυχολογικό ἐπίπεδο, ἐν γένει, πού παίζει τόν πρωτεύοντα ρόλο στήν ἐπιλογή. Μᾶλλον οἱ πατέρες ἀντιλήφθηκαν πώς ἀπαιτεῖται ἤ καλύτερα πρό-ἀπαιτεῖται μιά «Θηλυκή Ψυχή» στόν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος, κατά τά ἄλλα  Ἀγωνιστής, Μαχητής ἤ Πολεμιστής, ὁδεύει πρός τό Πάθος.

    Ἡ Πνευματική Στάση ἀποτελεῖ ἕναν συγκερασμό ἀρρενωπά ἐνεργητικῆς – μαχητικῆς – ἡρωϊκῆς δράσης καί θηλυκῆς θρηνώσας ψυχῆς.  Ἀλλά ἡ δεύτερη δέν θρηνεῖ μόνον, οὔτε ἔχει αὐτεπίγνωση μόνον. Εἶναι προικισμένη μέ τήν Ἱκανότητα τοῦ Λατρεύειν ὁλόκαρδα μέσα σέ  ὑπαρξιακό συγκλονισμό. Ἡ ἰσχύς της βρίσκεται στό πῶς μπορεῖ νά αὐτοεγκα- ταλείπεται στήν παραφορά τοῦ συγκλονισμοῦ.

~.~

Μεγάλη Παρασκευή: πῶς μπορεῖ νά περιγραφεί αὐτή ἡ ἡμέρα πού εἶναι ἡ ἀρχή τῆς βαθιᾶς νύχτας; Αἴσθηση ἀποτυχίας, ἀτίμωσης καί ἀπουσίας οἰκείων. Εἶναι εὔκολο νά λές πώς ὅλοι εἶναι μόνοι ἤ πώς ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνος. Ἀλλά ποιοί εἰσέδυσαν σ’ αὐτό τό «εἶναι» καί δέν θέλησαν νά ξεφύγουν ἀμέσως γιά κάπου ἀλλοῦ; Μπορεῖ νά ἐκφράσει ἐπαρκῶς κανείς τόν πανικό; Τουλάχιστον τόν ἀρχικό πανικό; Ἡ ἰδέα πώς μόνον ἡ νόηση πανικοβάλλεται εἶναι ἀφελής. Οὔτε κανείς ξέρει ἄν ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη εἶναι πού τρέμει.

    Οἱ  Φάροι πού ἀπομένουν εἶναι ὅσοι προηγήθηκαν σ’ αὐτήν τήν ἀτέλειωτη Γεθσημανή.

    Τό ἴδιο τό Γεγονός πώς οἱ γενναῖοι αὐτοί προηγήθηκαν, τήν διατηρεῖ ὡς Κῆπο. Καί πρῶτος αὐτός πού ἀκολούθησαν: ὁ διωγμένος, ὁ ἀτιμασμένος, ὁ δαρμένος, ὁ ἀπόβλητος, τό περίτριμμα, τό μίασμα, ὁ περίγελος, ὁ ἀκατανόητος ξένος.

    Τοῦτος ὁ Κῆπος, πού μέ ὅλα τοῦτα παραμένει Κοσμικό  Περιβόλι, δέν ἔχει καμιάν ὀμορφιά καί καμιά ἀγάπη, καμιά συνομιλία ἐκτός ἀπό κρωγμούς τῶν ἁρπακτικῶν τῆς βίας, τῆς ἐρήμωσης καί τῆς ὀρφάνιας.

    Ἀρχή τῆς βαθιᾶς νύχτας κι ὅμως τά πατήματα τῶν προηγηθέντων ἀστράφτουν. Πόσο πολύ ἀγάπησαν αὐτόν πού τούς ἔκανε τό δῶρο νά τόν ἀγαπήσουν καί νά κατασκη- νώσουν μαζί του. Τά πατήματά τους ἀστράφτουν μαλαματένιες πέτρες – μαλαματένια πέταλα – μαλαματένια ἄτια.

~.~

Ἔντρομος κι ὅμως ὄχι μόνος. Ἀποτράβηξε τήν προσοχή ἀπό τό σκοτάδι. Προσηλώσου στά μαλαματένια ἴχνη.

~.~

Τώρα τά δέντρα εἶναι ἀνθισμένα, τό κοτσύφι ἔρχεται καί κελαηδεῖ, ἡ γειτόνισσα ἑτοιμά- ζεται νά πεθάνει. Ἀλλά ὅλοι ἐπίσης ἑτοιμαζόμαστε νά πεθάνουμε. Ἑτοιμαζόμαστε;

    Σ’ εὐγνωμονῶ γιά τίς εὐκαιρίες σιωπῆς πού μοῦ ἔχεις δώσει. Ἐξακολουθῶ ὅμως νά νιώθω ἀγωνία γιά τ’ ἀδέλφια μου καί γιάτά  τεκνία μου. Κουτή σκέψη, κουτή ἀγωνία. Μᾶς ἔχεις προβλέψει ἀπό τήν ἀρχή μαζί Σου. Ἀλλά πόσο δύσκολο νά ἀρθεῖ κανείς σ’αὐτοῦ τοῦ ὕψους τήν  ὀντολογία.

    Ἡ καρδιά μου λαχταράει καί γιά ἕνα μοναδικό κορίτσι. Λαχταράει νά τήν προλάβει χαρούμενη καί συντροφευμένη πρίν τελευτήσω.

    Ἐλέησέ με μέ πίστη, κουράγιο καί ἐλπίδα πώς ἡ ὕπαρξή της θά πληρωθεῖ. Σ’εὐχαριστῶ πού μοῦ δίνεις τήν ἔγνοια. Βοήθησέ με νά τήν σηκώσω μέ ἐμπιστοσύνη. Σ’εὐχαριστῶ πού μπόρεσα, μέ τήν συνδρομή Σου, νά ὁμολογήσω τήν ἀγωνία μου.

    Ὁ Μπάτουσκα λέει πώς πεθαίνοντας θέλει νά λησμονηθεῖ ἐντελῶς. Δέν ἐπιθυμεῖ καμιά δόξα, καμιά φήμη, τίποτα. Ἐπιθυμεῖ τήν πλήρη ξενητεία. Νά ἀπορροφηθεῖ μέσα στήν Ὑποστατική Ἀρχή τοῦ Χριστοῦ. Φοβᾶμαι μήπως τό διατυπώνω ἀνακριβῶς.

~.~

Ἄν καί ἀνέτοιμο γιά ὅλα Πλάσμα παροδικό, σκόνη τῆς σκόνης, ὡστόσο μέ ἄπειρη ἀξία: Κόρη Φωτός, Ὑιός Φωτός.

~.~

Κύριε στεῖλε μου λίγο Φῶς νά κατανοήσω πῶς θέλεις νά βαδίσω, πῶς νά σταθῶ ἀπέ- ναντι σέ ὅλους καί ὅλα. Χωρίς τήν Ἀνάσταση τίποτα δέν ἔχει κανένα νόημα.

     Ἄπειρες ἐκτάσεις τῆς ὑπάρξεως πέρα ἀπό τόν ζόφο τῆς μοναξιᾶς τοῦ θανάτου…

     Ἅγιε Σεραφείμ, Ἅγιε Σεραφείμ, πρόβαλλε πάλι μέ τήν Χαρά πού σέ περιβάλλει, ἀνάμεσα στά θυμάρια τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς. Δίδαξέ με γιατί τά ἔχω ξεχάσει πάλι ὅλα. Δίδαξέ με πῶς νά ζῶ, πῶς νά ἀναπνέω πῶς νά συγχωρῶ πῶς νά ξεχνάω τό παρελθόν καί νά ἀνοίγομαι πρός τό μέλλον. Ἄπειρες ἐκτάσεις Δίδαξέ με πῶς νά μήν τίς φοβᾶμαι, πῶς νά μή νιώθω χαμένη, δίδαξέ με Ἅγιο Φῶς τήν Χαρά Σου. Ἐλέησε μέ τήν Παρουσία Σου τούς ἄρρωστους, τούς μόνους, τούς πάμφτωχους, τούς χαμένους μέσα στήν τύφλωση, ὅλους ἐμᾶς τούς μολυσμένους τοῦ Εἰκοστοῦ Πρώτου Αἰῶνα.

2

Ἔχουμε γεννηθεί μέ ἄλγος στήν καρδιά, πως ἡ καρδιά τού Ιησοῦ εἶναι τρυπημένη. Δέν εἴμαστε ἕνα πάθος χωρίς νόημα, ὅπως ὁ Σάρτρ μᾶς ἀποκαλεί, ἀλλά ἕνα πάθος τοῦ ὁποίου τό νόημα εἶναι ὁ Θεός.

Fr. Ernesto Cardenal, Νικαράγουα

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἄνοιξη 2007 – Ἄνοιξη 2020


*Ἀλέκος Κυραρίνης. Ἀπό τήν ἔκθεση Ὑπέρ Εὐχῆς, 2012 Οἰκία Κατακουζηνοῦ.

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Παρασκευή

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Παρασκευή

(17 Ἀπριλίου 1987)

megali-paraskeui-eikona

~.~

~.~

Τὰ Ποιήματα

Χρονικὸ τῆς Ἀταραξίας

Ὁ δασόβιος ἐρημίτης ὁδηγοῦσε μ’ ἀόρατη
λεπτὴ κλωστὴ τὸν ἦχο μιᾶς μέλισσας ὅταν ὁλόγυρα
παίζοντας τὸ σουραῦλι της ἡ σαύρα
δυνάμωνε τὸ πράσινο καὶ ἡ σκέψη
δρασκέλιζε τὴν ἀκέραστη μόνωση
ποὺ δὲν ἀπείλησε ποτὲ τὰ λουλούδια.
Τὰ τείχη τοῦ ἔαρος ἄραγε τ’ ἀρώματα
τ’ ἀρίφνητα μῦρα διανοίγονται;
Στοχάσου λιγάκι δίχως ἀνταλλάγματα:
δίχως ἀλήθεια καὶ ψέμα.
Στοχάσου πὼς ὅλα τὰ ζώπυρα
κοιμοῦνται σ’ ἐγρήγορση δίχως ἐκτόπισμα
στὴν ἄνθηση ποὺ ξεραίνει τὸ βιός της ὥστε νὰ ξανάρθει.
Πᾶσα πνοὴ καὶ πᾶσα νύχτα δὲ γνώρισε
μητέρα καὶ μάμμη καὶ προμάμμη ―
τὴν προέλευση τὴ θέλει τὸ μυαλό μας καὶ χανόμαστε
σ’ ἀνύπαρχτα βάθη καὶ μεγέθη τῆς ἀπουσίας
ὅταν ἀκόμη κ’ ἡ φωτιὰ τεμπελιάζει
μ’ ὅλα της τα τριξίματα
μ’ ὅλες τὶς φλόγες ποὺ βγάζει καὶ τ’ ἀποκαΐδια.
Θὰ σπάσω σήμερα τὶς ἀνέστιες φόρμες
τὴ στέγη θὰ ρίξω καὶ θ’ ἁπλώσω περίλυπα
στὴν ἀσκέπαστην ἐνέργεια τῆς ἀθανασίας
ἐκεῖ ποὺ λαλοῦσαν ἀνέκαθεν οἱ τυφλὲς
εἰκόνες τῶν πλασμάτων τὴν πολυμίλητη βουβαμάρα
τὴν ἀπόδειξη κείνου ποὺ δὲν ἀποδείχνεται
τὴν ἀπάρνηση τοῦ θριάμβου τῆς γλώσσας.
Ὁ παρείσαχτος νοῦς ὀποὺ χάραξε τραύματα
καὶ τὰ λέμε φαράγγια
ὀποὺ δίδαξε θαύματα καὶ τὰ λέμε κρημνὰ τῆς ἀνάγκης
ἤτανε κάποτε κι αὐτὸς ἀνίκητος ἀπ’ τὶς νίκες του
τὶς μεγάλες κι ἀνθρώπινες τὶς ὑπερύμνητες
εἶχε κι αὐτὸς ὁλάκερη στὰ πλήθια μόριά του τὴν εἰρήνη
στ’ ἀμπέλια τῶν κεραυνῶν ἐκτοξεύοντας
τὴ λάμψη τῆς ἀγάπης.
Ἡ φρόνηση πού ’χε κάψει τ’ ἄστρα κι ἀφανίστη χαράματα
τὸν πόνο τὸν ξεκούμπισε
τὸν ἔβαλε στὴ μαύρη ἁλυσίδα…
Τεράστιες ὧρες ἀγκαλιάζονταν τότε ἀναμεταξύ τους
καὶ πικράθηκεν ὁ χάρος ὁ χαραμοφάης
καθὼς ἡ Παναγία κυλιότανε στὰ κιτρολέμονα
κ’ εἶχε δέσει τὸ δαίμονα
στὰ θεόρατα γιασεμιὰ τῆς χαρμολύπης.
Τὰ μονήρη πτηνὰ ξανανοίγονται σὰν ἀντίφωνα
ξηλώνοντας τώρα καὶ πάλι τοὺς ἀγέρηδες
ὀποὺ βρίθουν ἀπὸ κύκλους καὶ κρέμονται σύψυχα
πάνω στῆς ἀγαθότατης ἀβύσσου τὰ πικρὰ εἰωθότα
στὴ λαμπρότερη λευτεριὰ τῆς Κοιμωμένης
ἀγνοῶντας τοὺς ψεύτικους ἥλιους ἀπὸ ρυζόχαρτο
τοὺς εὐάλωτους ἀριθμοὺς καὶ τὰ εἴδωλα
λίγο πιὸ κάτω στὴν προκυμαία τῶν ἄστρων ―
ἀνοίγονται στ’ ἄγραφο κι ἀχειροκρότητα
στὸν αἰῶνα τὸν ἅπαντα κατορθώνουν τὴν πλάση
τιτιβίζοντας εὐαγγέλια στὴν πανέμνοστη
κίνηση τοῦ παλαίμαχου σκούληκα
στὸ ἀθόρυβο πέσιμο ποὺ κάνει τὸ κουκούτσι
καὶ τὸ χῶμα τρυφερὰ τὸ σαβανώνει
γιὰ καινούργια λυγερὴ πραγματικότητα
νέα πρόσωπα φυλλωμάτων ἀνάγλυφα
ν’ ἀπιθώσει καὶ πάλι ὁ κότσυφας
τὰ γύφτικα λιγνοπόδαρα
νὰ σκαλίσει καὶ πάλιν ἡ κότα τὴν ἄσπιλη μαγάρα
τυλιγμένη μ’ ἐκείνη τὴ νευρικότητα
στὰ πολύχρωμα κουρελάκια τοῦ ἥλιου
νὰ σκαλίσει καὶ πάλι τὸν ἴσκιο μας
ἡ ἀπόμακρη τόσο κοντά μας!
Ποιός νά ’ναι τώρα λοιπὸν ὁ ἄμουσος, ὁ ἀκέραστος
πού ’θελε στὰ καλὰ καθούμενα ξεφλουδίσει
τὴν καινὴ διαθήκη τοῦ πόντικα στὰ νεογνά του,
τὴν κρασωμένη μουσικὴ  τοῦ ποπολάρου συνθέτη
πού ’χει σταλάξει σὲ μιὰν ἀκρούλα τῆς ὀδύνης μας,
τὴν ἀμύθητη μαγγανεία τῆς χήνας
ὅπως ἀγγίζει τὰ νοσσία καὶ τ’ ἁγιάζει…
Ποιός εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶδε τὴ θάλασσα
νὰ ὀφείλει στὸ πνεῦμα τὴ λάμψη;
Τὴν ἀλήθεια τούτη ποιός νὰ τὴν παρακάμψει…
Βάλε μὲ νοῦ σου τὴν ὁσιότητα καὶ τῶν τίγρεων ἀκόμη
ποὺ δὲν τὴν ξέρει κανένας ἀπ’ τὶς κηλίδες καὶ τὰ δόντια
βάλε μὲ νοῦ σου τὴ μεγάλη συναδέλφωση
ποὺ δίχως τὰ ξεδιάντροπα μικροσκόπια μᾶς περιμένει:
παρέες-παρέες οἱ πεθαμένοι
στὰ λιγοφώτιστα κοιμητήρια
ταιριάζουν ἔρημοι μέσ’ στὸν ἄκρατο ζόφο ποὺ ξεθυμαίνει
στὴν ἀχερούσια νύχτα τὴ μαρμαροτράχηλη
δίχως ἔθιμα καὶ σπίτια δίχως ἄλλην ἱστορία
δείχνοντας μονάχα τὴ μαρτυρία
πὼς ὁ Χριστὸς μιὰ μέρα παραπάτησε κι ἀμέσως
φούντωσε τὸ συχώριο στὸ βαθὺ κι ἀχάλαστο σημάδι
π’ ἄφησεν ἡ φτέρνα του τ’ ἀστέρια  γιἀ ν’ ἁδράξει
μὲ καταπράσινα κλαδιὰ τὰ χέρια τῶν ἁγίων
καὶ τῶν ἀγγέλων τὰ φτερὰ χιλιάδες ροδοπέταλα…
Βάλε μὲ νοῦ σου τὴν ἀθρυμμάτιστη σύναξη ὀποὺ ξεγράφει
καὶ διαιώνιζε τὸ διάλειμμα τῆς ἀγάπης

~.~

Ἡ Παγίδα

Δὲ μαθαίνει τὸ φεγγάρι ποιήματα
δὲ θὰ μάθει τὸ λαμπρὸ ποτάμι τὰ νερά του·
τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κοπετοῦ τὴν κόβει ὁ λατόμος
καὶ κεῖθε πρὸς τὰ μνήματα ξεράθηκε
τὸ γάργαρο κακὸ π’ ὁλόγυρα συχναντηχοῦσε.
Κανένα φῶς δὲ φώτισε μὲ φῶς τὸν ἑαυτό του
τὴν ὥρα ποὺ φιλοῦσε μὲ τ’ ἀφίλητα
φιλιά μου τὴν Ἀνάμνηση στὸ ἄστραμμα τῆς λύπης.
Κι τώρα κλεῖθρο ποῦ θὰ βρῶ καὶ κρίνο νὰ μυρίσω;
Μὰ ἡ φωνὴ μ’ ἀπάντησε: Καὶ κλειδωνιὰ δὲν ἔχει!

~.~

Ὁ Κόσμος καὶ τὰ Ὀνόματα

Τὸ σκοτάδι μοιάζει πάντα μὲ πηγάδι.
Τὸ ζαρκάδι τρέχει πάντα πρὸς τὸν Ἅδη.
Τὸ ποτάμι μοιάζει πάντα μὲ ποτάμι.
Τὸ καλάμι κιτρινίζει σὰν καλάμι.
Τὸ ζουλάπι δὲν ἀρνιέται τὸ δρολάπι.
Τὸ χαλίκι δὲν ἠξέρει χαμαλίκι.
Τὸ πηγάδι μοιάζει ὅμως μὲ ὑφάδι.
Τὸ ζαρκάδι τρέχει τώρα πρὸς τὸ χάδι.
Τὸ ποτάμι μοιάζει πάντα μὲ ποτάμι.
Τὸ καλάμι δὲν ἀρνιέται τὸ ζουλάπι.
Τὸ δρολάπι ξετυλίγει τὴν ἀγάπη.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


Δεῖτε τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη, καθὼς ἐπίσης καὶ συνδέσμους πρὸς τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες τῆς Μ. Ἑβδομάδος: ἐδῶ.

Ἐπιμέλεια, παρουσίαση ἀφιερώματος: Θανάσης Γαλανάκης

12028636_987135771324818_6533768910245227384_o

 

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Πέμπτη

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Πέμπτη

(16 Ἀπριλίου 1987)

Megali_Pempti

~.~

~.~

Τὰ Ποιήματα

Στίχοι τοῦ Ἔαρος

Ἰησοῦς ἀναίμακτος δὲν ὑπάρχει
συνεχῶς τρέχουν αἵματα στὴ νόηση
αὐτὸ ποὺ νομίζω δὲν εἶναι νόμισμα.

Στίχοι τοῦ Ἔαρος

Ὁ ἐργάτης ποὺ μοχθεῖ μαχόμενος
ὁ ἐργάτης ἡ ἀγάπη κι ἀπὸ πάνω
μιὰ μεγάλη κανδήλα μὲ τὴ φλόγα
χωρὶς ἅλυσο κρέμεται χωρὶς ἀγέρα σιέται.

~.~

Πἐρα ἀπ’ τὴν Κατανάλωση

Χτυποῦσα τὰ χέρια μου στὰ γαλάζια κρύσταλλα τ’ οὐρανοῦ
σὲ κατάμαυρο μέλλον ἐξοντωμένος.
Ἤτανε Σάββατο κι ὁ φτωχὸς Ἰησοῦς
ὁ ξιπόλητος ἐρωμένος τῆς ἀγωνίας
ὁ ξέχειλος ἀπ’ τὴ σκιὰ τῶν λαῶν ἐπιστάτης
περίμενε τὰ χαρωπὰ γραΐδια στὸ μισόφωτο.
Βγάζει ψαλμὸ σὰ νὰ ποτίζει περιβόλια
ὁ τρεμουλιάρης ἱερέας κι ὁ καθαρὸς
ἀέρα ὁ ὑπνοφόρος
Εὐρώπη, Εὐρώπη δὲν εἶσαι τίποτ’ ἄλλο,
εἶσαι μονάχα ἡ συνέχεια τοῦ Βαραββᾶ!

~.~

Ἡ Ἀντίκρουση τοῦ Χειμῶνα

Συχνὰ πηγαίνοντας μὲ τὰ πόδια, κουβαλῶντας μονάχα
τὸ μισογεμισμένο σάκκο μου, στὰ τόσο δροσερὰ
κι ἀπόμακρα λαγούμια
λίγο πιὸ κεῖθε ἀπ’ τὴ φαντασία σ’ ἐκείνη τὴ δεύτερη
μεγάλη καὶ καθάρια πραγματικότητα
ποὺ γιορτάζουν ἔρημοι σἀν ὅλα τ’ ἀπόκοσμα ζούδια
οἱ οὐρανόπληχτοι μὲ τ’ ἄδικο σκοτωμένο
σὰν ὄρνιο στὴν ἄφωνη ρεματιὰ τὴν ἀπροσδόκητη ―
χάνομαι σ’ ἀναρίθμητα μόρια ζωῆς ποὺ δὲν τὰ βλέπω.
Κάθε φορὰ καὶ πιὸ πολλὲς εἶν’ ἐκεῖ πέρα οἱ γιορτάδες
κάθε φορὰ καὶ πιότερα σὰ ν’ ἀκούγονται τραγούδια.
Κρατῶντας τὴν ἐσθήτα τῆς Παναγίας
ὁ Ἔσχατος τ’ Οὐρανοῦ μὲ χιλιάδες ἔντομα στὴν ὅραση
μ’ ἀξεθύμαστα γιασεμιὰ στὸ νυμφῶνα
μ’ ἄλλα θεάματα τῆς ἀγάπης ἀπὸ μέσα
καὶ μ’ ἄλλα γεγονότα σπιθοβολῶντας
ἀγγίζει τοὺς ραχιτικοὺς καὶ θεραπεύει τὴν ἀρθρίτιδα
μαλάζει τοὺς πρησμένους ἀστραγάλους
ἀφήνει τρυφερὰ τὴν ἀλήθεια πάνω σ’ ὅλες τὶς ἀρρώστιες
καὶ κεῖνες χάνονται καθὼς τὰ εὐδιάλυτα νέφη.
Σιγά-σιγὰ ρυθμίζεται κι ὁ θάνατος
ἀρχίζει τὸ νταοῦλι μέσ’ στὰ πανηγύρια
κι ὁλοῦθε πιὰ σηκώνεται στὸ στῆθος ἡ ρωμιοσύνη
καὶ μᾶς ἀρωματίζει μ’ ἀνείπωτο μοσχολίβανο.
Καίγονται τότε τὰ φωτερὰ κοντάκια μέσ’ στοὺς ὕμνους
κι ἀνασαίνουμε πέλαγα σὲ μικρὴ κολυμβήθρα
κι ἀποσποῦμε τὰ καρφιὰ τῆς Σταυρώσεως.
Ἐκεῖ μιὰ τέτοιαν ὥρα σὰν ὡραιότατος
ἐγέρθηκε καπνὸς ὁ Γελάσιος καὶ εἶπε:
«Τὸ μέλλον εἶναι μάτι
τὸ παρελθὸν ἀφτὶ
γιὰ τὸν ἁπλὸ χωριάτη
καὶ γιὰ τὸν ποιητή!
Τὸ μέλλον εἶναι κάτι,
μὰ ὄχι κάτι ποὺ νομίζουμε…»
Γεννιέσαι καὶ μπαίνεις μέσ’ στὸ αἴνιγμα
πεθαίνεις καὶ τ’ ἀφήνεις ἀνέπαφο.
Τί ἄλλο νὰ προσθέσω πιὰ στὴ δύναμη τοῦ ἔαρος;
Πλήρης ἀπὸ ἔλλειψη νοήματος
ὑπερέχω.
Τίπότ’ ἄλλο δὲν ἔχω νὰ ἐκπροσωπήσω
τὴ χαρά μου μονάχα καὶ μονάχα τὴ θλίψη μου
σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο ποὺ τὸν παγιδεύει θανάσιμα
ὄχι τὸ σκοτάδι κ’ ἡ μαυρίλα
μὰ τὸ βαθὺ χαντάκι τῆς προοπτικῆς…
Ὁ χρόνος εἶχε μόλις ἀνατείλει.

~.~

Στὰ Κρύα Ρεύματα τῆς Μεγάλης Ἀγωνίας

Ὁ χρόνος εἶν’ ὁ σκελετὸς ὁ δίχως κόκκαλα
στὴ σάρκα ποὺ δὲν ξέρει οὔτε κὰν θὰ μάθει
τὴν τόση κι ἀδιάκοπη σωματικότητα:
τὴ βοερὴ ποιμαντικὴ ποὺ λιώνει καὶ τ’ ἀηδόνι
στὴν εὔοσμην ἀγκάλη τῆς ἀδειοσύνης
δίχως ἔχθρητα κι ἀγάπη κουρελιάζοντας τὰ διάτορα
ἢ χαμηλόφωνα καὶ σιγαλέα εἰκοσιτετράωρα
κι ὁ χρόνος εἶν’ ἀκόμη θά ’λεγα
βρεγμένη θρυαλλίδα μέσ’ στὴν κόλαση
τὸ σάπιο βλέμμα στὴν κοιλιὰ τῆς τράπουλας
μαινόμενος κι ἀτάραχες οἱ ἀντιφάσεις.

~.~

Ὁ Τίτλος Εἶναι Δύσκολος

Τὸ ἄρωμα τ’ ἀρχαίου θυμιάματος
μ’ ἑξάπτει σὲ τρεμάμενες ἀπὸ τέτοια εὐωδιὰ
τεράστιες καὶ νεκρώσιμες φωτοσκιάσεις
κι ἀδιάκοπα τὸ αἷμα μ’ ἐνοχλεῖ
μ’ ἀλλεπάλληλα κουδουνίσματα στ’ ἀφτιά μου!
Συνέρχομαι τώρα καὶ σαλπίζω στὰ πέρατα
τὸν κωφάλαλο καὶ ἀναίμαχτο νόμο τῆς ἀλήθειας:
Ἐκεῖνος ὀποὺ μπορεῖ κ’ ἐφαρμόζει τὸ χρόνο στὴν ὕπαρξη
σὰν τὸ εὐλύγιστο νερὸ ποὺ συμβιβάζεται πάντα
μὲ τ’ ἀόμματα χώματα μὲ τὰ χόρτα μὲ τὰ λιθάρια
μὲ κάθ’ ἐμπόδιο στὸν κόσμο κι ὁπουδήποτε
καρυκεύοντας ἔτσι τὴ θλίψη μου
στὰ ψυχρὰ μάρμαρα τῆς ἀπουσίας ―
ἔχει χωρέσει στ’ ἀλήθεια τὴν αἰωνιότητα κι ὄχι
τὴ θλιβερὴ κι ἀπρόκοφτη φιλολογία της.
Αὐτὸς εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει
πὼς ἡ ἄγραφη ζωὴ δὲ θὰ πάψει νὰ χτίζει
τὸ θάνατο μὲ καινούργια πάντα ὑλικὰ μὲ νέα νήπια
γιὰ νὰ ξύσει κάποτα τὰ οὐράνια.
Εἴμαστε λοιπὸν οἱ πολύχρωμες
καμπύλες ἑνὸς βεγγαλικοῦ
μὲ τρομερὰ σύντομη λιτάνευση στὸ χῶρο
ποὺ νυχτώνει πιὸ πέρα κι ἀπ’ τὴ νύχτα
τὴ γαιώδη καὶ σπάταλη σὲ χιλιετηρίδες
γιὰ νὰ λάμπει ἡ τέχνη.
Σ’ αὐτὸ τὸ σῶμα ποὺ βρεθήκαμε
κεῖνο ποὺ ξέρουμε μονάχα εἶν’ ἡ ὀμορφιά!
Προσπαθῶ νὰ γυρίσω τὴν αἴσθηση
καὶ ν’ ἀκούσω τοῦ ἥλιου τὸ συναξάρι
μὰ ὅταν κανεὶς πεθάνει εἶναι τόσο μακριά…
Δροσερὴ κόλαση ἡ μὴ χρονικότητα τοῦ χρόνου
κι ὁ γονατιστὸς ἀντίκρυ καταρράχτης οὐρλιάζοντας
ὡσὰν κεραυνοβόλο εὐαγγέλιο.
Τί ὡραῖος ὁ οὐρανός, ὁ λαῦρος οὐρανὸς
ποὺ δείχνει πιὸ μεγάλος ἀπ’ τὴν Ἑλλάδα!

~.~

Θρησκευτικὸ Τραγούδι

Στὴ δρακολίμνη τοῦ κακοῦ ρεματιανὸς ὁ κόσμος…
Ἐκεῖ θολὰ χαράματα, βλαμμένα μεσημέρια
καὶ τῶν στοιχειῶν τὸ μάλλωμα τεράστιο φαράσι!
Βλέπω βουνὰ χαρούμενα, μαβιὰ σὰν πετραχήλια,
βλέπω ξανὰ στὴν ἄσφαλτο τ’ ἄγρια λυκοράχια
τὸν ἄτιμο διαφεντευτὴ ποὺ βόσκει τὰ λεφτά του
τί νά ’ναι γιδοπρόβατα τί νά ’ναι καμινάδες…

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


Δεῖτε τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη, καθὼς ἐπίσης καὶ συνδέσμους πρὸς τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες τῆς Μ. Ἑβδομάδος: ἐδῶ.

12028636_987135771324818_6533768910245227384_o

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Τετάρτη

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Τεταρτη

(15 Ἀπριλίου 1987)

akolouthia-toy-niptiros

~.~

~.~

Τὰ Ποιήματα

Σχέδιο γιὰ τὸ Μέλλον τοὺ Οὐρανοῦ

Οὐρανὲ ὁλόκληρε ἀνοίγει τὸ ἄνθος
τῆς φωνῆς μου ψηλά
ἔφυγαν ὅλα τὰ πουλιά μου τὸν χειμῶνα
δὲν προσμένω σ’ αὐτοὺς τοὺς τόπους ἐλευθερώνω
ἀγγίζοντας ἔρημος τὸ γερασμένο τοῖχο τῆς βροχῆς
κι ὅπως ἔρχεται ἀπ’ τὴν αὔριο
μὲ τὸ φᾶσμα τοῦ τρόμου διασταυρώνομαι πάλι.
Δὲν εἶναι πιὰ ἡ Ἄνοιξη
δὲν εἶναι καλοκαίρι μὰ ἐγὼ
ἂς ἀνοίξω τὸ βῆμα κ’ ἐδῶ λησμονημένος
νὰ δείξω τὴν αἰωνιότητα.
Ἔχω ἄλλωστε τὰ φτερά ταξιδεύω
πάνω ἀπ’ τὰ γλυκύτερα
βάσανα τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἔαρος.

Ἀκούω τοὺς ἤχους τῶν τυμπάνων σου Μελλοντικὲ
ὅμως λυτρώσου ἀπὸ μᾶς
πίσω δὲν πάει ὁ καιρὸς μονάχα σέβεται
τὸ κορμὶ μὲ τ’ ἄνθη του
ἰδοὺ λοιπὸν γιατί τὸ συντρίβει.
Λησμόνησέ μας.

Ἀκούω τὴ χαρά σου πολιτεία τοῦ θεοῦ ὑπάρχεις
ἀλήθεια καὶ δρόμος ἀργυρόχρωμα
κλαδιὰ κάτω ἀπ’ τὴ σελήνη
ἡ μυρωμένη ἡ πορτοκαλιὰ τὸ ρόδι
εὐτυχισμένο λάλημα τοῦ πετεινοῦ.

Ὅταν λαλεῖ ὁ πετεινὸς πῶς σχίζει τὴν καρδιά μου
τί ἐρημιὰ διαλαλεῖ στὸ σάπιο μεσημέρι.
Ἀπὸ χειμῶνα σὲ αἰσθάνομαι πολιτεία τοῦ ἔρωτα
ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καὶ τοὺς πεθαμένους ἴσκιους
ἕνα φῶς πανάρχαιο σάβανο τυλίγει δένοντας
σὲ λάμψεις τὴ μουσική μου.

Μεγάλη νύχτα κ’ ἡ ποίηση
τόσο χαμηλὴ γιὰ τοὺς ἀναγκασμένους.
Χιλιάδες πόλεμοι συμβαίνουν στὸ κορμί μου.
Ποῦ εἶναι τὰ χρόνια τῶν ὑακίνθων…
Ὁ ἥλιος σοῦ μάτωνε τὰ γόνατα κ’ οἱ ἄνθρωποι
φαίνονταν εὐεξήγητοι
σὰν τὰ φυτὰ τὴ βροχὴ τὸν οὐρανό!
Καὶ τώρα νά ἡ μοῖρα σου
στὴν πόλη μέσα στὴ φρικτὴ
μ’ ἐνάντιο σπίτι ἐνάντιον ἄνεμο.

Ἔρημος τώρα ὁ βράχος τῆς ἀγάπης ―
μὴ μὲ λησμονήσεις
πάνω του στὰ βραδινὰ πετρώματα
μὲ τὸ φεγγάρι καθαρὸ πουκάμισο.
Μὴ μὲ λησμονήσεις βαθύτατε ἀέρα.

Τὴ νύχτ’ ἀναστενάζουμε.
Γλυκύτατη σελήνη φωτίζει τὰ πεῦκα μου
ἔχει περάσει πιὰ τὸ μεσονύχτι
κ’ ἐγὼ στρέφομαι στὴν πικρὴ κλίνη
εἶμ’ ἕνας ἔρημος μὲ δάφνες ἕνας μοναχικὸς
ποὺ χάθηκε στοὺς κρυστάλλινους μακρινοὺς ἤχους.

Τῆς καρδιᾶς μου τὰ πικρὰ καὶ μαῦρα φύλλα
πνοὴ ποὺ νά ’βγει ἀπ’ τὸν εὐλογημένο ἐντός μου
δὲν τὰ κίνησε. Τώρα σὲ δίνες
ἔχω χαθεῖ κάποτε ὑπῆρξα
ὁ ἄγγελος τῶν ὁρατῶν ὅπως ἀγάπησε βαθιά.

Σὲ ἀκούω Ἐκτυφλωτικέ ―
πῶς ἔρχεται ἡ φωνή σου ἀπ’ τὸν ὕπαιθρο
ἦχοι μου ταπεινοὶ πλαγιαύλων
ὑπάρχω κι ἀκούω τὸ ἐλεγεῖο.

Ἐγὼ τότε τραγουδοῦσα:
Ἔρωτα μὲ κατοίκησες πολύ
φύγε ἀπ’ αὐτὸ τὸ σπίτι.
Δὲν ἔχει οὔτ’ ἕνα παράθυρο νὰ βγεῖ
στὰ δέντρα ἡ ἐρημιά μου
σκόνες μονάχα καὶ σύνεργα τῆς ψυχῆς.
Οἱ ἅγιες εἰκόνες δὲν ὑπάρχουν
ἔρωτα μὴ σημαίνεις πιά.
Πρέπει ν’ ἀρχίσω ἀπ’ τὴ λησμονιά.
Μὴ δείχνεις ― εἶμαι ὁ ἀνώφελος τὸ ξέρω
σῶμα γιὰ θάνατο καὶ θάνατο
ποὺ ἐλπίζει σ’ ἕνα φύλλο δέντρου.
Ἡ φωνή μου λυγίζει.
Ἀλλὰ δὲν παραδίδομαι ἀντίκρυ
σ’ αὐτὴ τὴ δύση τρομαγμένος
ἐγὼ μὲ ὅλο τὸ αἷμα μου
ἔτσι ὅπως πόνεσα στοὺς δρόμους ἀτελείωτα
μὲ τόσο σπαραγμὸ στὰ σύνορά μου.

Ὁ οὐρανὸς εἶναι στὸν βαθυκύανο χειμῶνα.
Τὸ φῶς φωνάζει μὲ τὸν κεραυνό.
Νὰ μὲ σώσουν τὰ ὄνειρα ἢ νὰ μὲ συντρίψουν
― ἕνα τ’ ὀνομάζω.

~.~

Τέλη Ἰουλίου

 

Νύχτα τοῦ θέρους ἁπαλύνουσα
ὡς μέλι σὲ γεύομαι στὴν κερήθρα τοῦ χώρου.
Ἐσχεδίαζα ποίημα ὅπου ὑπῆρχε ἡδυπαθὴς
μὲ δανεισμένα μάτια στὴ φωτιὰ τῶν ἄστρων
μὲ τὴν ἀγάπη
ταξιδεμένη σὲ διαθέσεις τοῦ σώματος.
Ἀλλ’ ἡ ὡραιότητα τῆς μοῖρας
ἔρχεται καὶ σὲ παίρνει στὰ χέρια τοῦ θέρους
ἀπάνω ἀπὸ μᾶς
στὸ ἀκέραστο τοῦ στήθους ὅπου
σὲ λευκὰ ἰμάτια κυματίζει ἡ ἀρχὴ τοῦ πόνου
καὶ μορφὲς παιδιῶν
λυπηρὰ ψιθυρίζουν
γιὰ τὰ χαμένα τους πράγματα
ὅταν τὸ κέλευσμ’ ἀκούγεται μὲ ἀέρα πλασμένο.
Τραγούδια μὴ ζητήσετε
ρέουν οἱ σιωπὲς στὰ βουνοπλάγια
κυριαρχοῦν πλήρως ὁλόγυρα τοῦ προσώπου μου
δέντρου κλαδὶ ἀσημίζει ἐμπρός μου.
Στὸ βάθος τῆς νοσταλγίας Ἀκατάληπτε
μιλοῦμε γιὰ σένα
πολὺ μακριὰ ἀπ’ τὰ χείλη μας.
Αὐτὴ τὴν ὥρα τοῦ ἀναλυόμενου μυστηρίου
ὅλα
γυρίζουν.

~.~

Ὁ Κῆπος

Ὅλα ἐμπαίζουν τὴν αἰωνιότητα.
Καὶ σὺ Κλεισμένε στὸ αἴνιγμά σου
Κύριε ὠχρὲ τοῦ κήπου
ἐσταυρωμένη ἔκταση
λάμπος τοῦ θανάτου
στὸ στέρνο μου ἀκροβατεῖς.

~.~

Ἄσμα Μικρό

Χάθηκε αὐτὸς ὁ ὁδοιπόρος.
Εἶχε συνάξει λίγα φύλλα
ἕνα κλαδὶ γεμάτο φῶς
εἶχε πονέσει.
Καὶ τώρα χάθηκε…
Ἀγγίζοντας ἀληθινὰ πουλιὰ στὸ ἔρεβος
ἀγγίζει νέους οὐρανούς
ἡ προσευχή του μάχη.
Ἔαρ μικρὸ ἔαρ βαθὺ ἔαρ συντετριμμένο.

~.~

Οὐρανόθεν

Ἡ πλημμυρίδα τῶν πουλιῶν τὴ χαραυγὴ
κ’ ἡ σιωπὴ ἐντός μου.
Κατόπιν ἡ βροχὴ ποὺ μάχεται τὰ πρόσωπα
ὑστερα πάλι σιωπὴ
πρὶν ἀπ’ τὸν ἥλιο χρυσαφένιο.
Ἥλιος γιὰ ὅλα τὰ χρόνια.

~.~

Τὸ Ἄφθαρτο Ξύλο

Ὁ σταυρὸς εἶναι δυὸ ἐπιθυμίες.
Ἡ μιὰ ἐπιθυμία ποὺ ἐρωτεύτηκε τὰ οὐράνια
σμίγει καὶ σταυρώνεται μὲ τὴν ἐπιθυμία
καθὼς διασχίζει τὴ γῆ.
Κι ὁ Χριστὸς εἶναι φιλικὰ ἐσταυρωμένος

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


Δεῖτε τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη, καθὼς ἐπίσης καὶ συνδέσμους πρὸς τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες τῆς Μ. Ἑβδομάδος: ἐδῶ.

12028636_987135771324818_6533768910245227384_o

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Τρίτη

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Τρίτη

(14 Ἀπριλίου 1987)

Megali_Triti

~.~

~.~

Τὰ Ποιήματα

Μικρὴ Κλίμαξ τῆς Ψυχῆς καὶ τοῦ Θανάτου

Μὲ λίγα ροῦχα αἱματωμένα βρέθηκε νεκρὸς
στὴ θερινὴ σελήνη καὶ οἱ φυλλωσιὲς
τοῦ ἔδιναν τώρα τὴ δόξα ποὺ εἶναι
πάνω ἀπ’ τὶς ἐπιθυμίες καιρὸς
ἀκίνητος στοὺς ἤχους τοὺς καθηγιασμένους.
Εἶχε μιὰ φοβερὴ πληγὴ στὴν καρδιά του κι ἄλλες ἀκόμη
στὴ λεκάνη στὰ χέρια μέσ’ στὸ σεληνόφως
ἔβγαινε ἀπ’ ὅλο τὸ σῶμα του ἡ ὀμορφιὰ
σμίγοντας μὲ τὰ χώματα.
Καὶ μιὰ στιγμὴ ὁ θεὸς ἔστειλε ἄγγελους γύρω του
ἄνθη φλογερά, ἰμάτια ἀπὸ λευκὴ σιωπὴ
τῆς νύχτας ἡ κλίμαξ αὐτὸς
ἀνέρχεται μὲ λίγα ροῦχα αἱματωμένα.

~.~

Μεγάλη Πέμπτη στὰ Νέφη

Μαρία θυμᾶσαι στὶς ράγιες τοῦ τρὰμ ἐκεῖνο τὸ πένθος
εἴχαμε βγεῖ ἀπ’ τὸ μικρὸ ἑστιατόριο τῆς Λαχαναγορᾶς
ὅταν ὁ ἥλιος ἔκρουε τὰ χαράματα.
Ξάφνου τὴ λάμψη πῆρες ἄλλου ἄνθους ἐνῷ μοναξιασμένη
ἀκούγεται κοντά μας ἡ καμπάνα τῆς Μεγάλης Πέμπτης
κι ὁ Γιάννης κοιτάζει ἀκτήμων.
Εἶπα ἐντὸς τοῦ τρόμου δὲν ἄκουσε κανείς
ὁ ἄγγελος ἀπ’ τὰ φωσφορικὰ οὐράνια
στὸ γκρεμισμένο χρόνο ἀδειάζει τὸ κακὸ
κι ὁ πιὸ μικρός μας θόρυβος θὰ κρυσταλλώσει ἀπάνω, ἐκεῖ, μακριά.
Τότε μᾶς φώναξε γιὰ τοὺς ἀρχαίους νεκροὺς ὁ Γιάννης
καὶ πηδήσαμε τὸ σιδερένιο φράχτη τοῦ Κεραμεικοῦ
(Ἄξιε ταῦρε ― καλῶντας τὸ Διόνυσο ἔβγαλε φωνή).
Χαρὰ ἡλιακὴ μᾶς περιβάλλει κ’ ἡ Μαρία βλέπει χοροὺς ἐκστατικὴ
στὰ συμπλέγματα τῶν λουλουδιῶν ―
ἐγὼ τὸν Ἅγιο Φραγκῖσκο ἔβλεπα μὲ τοὺς φίλους του ἀνέμους
τὸν πρῶτο πετεινὸ ἀπ’ τὰ μεσάνυχτα
τῆς ἀττικῆς ἡμέρας κήρυκα ὥσπου τὰ νέφη τὴ σήκωσαν ψηλὰ
μὲ τὶς γριὲς ποὺ εἶχαν μεταλάβει, μὲ τὸν ἱερέα
ὥσπου τὰ νέφη τὴν πῆραν ψηλὰ τὴ μέρα
καὶ τὴ μισοχτισμένη ἐκκλησιὰ
τὴ Λαχαναγορὰ
καὶ τὰ μικρὰ καρότσια μὲ τὰ γαϊδουράκια.
Καὶ ἰδοὺ ὁ Γιάννης τρέχει πρὸς τὸ μέρος μας
ὡσὰν ἀσώματος Τί βαθὺ ποὺ εἶναι τὸ λουλούδι, λέει,
καὶ μᾶς ἔδειξε κοντά μας ἕνα
ὡστόσον ἄλλο λουλούδι εἶχε δεῖ μακριὰ μὲ τοὺς νεκρούς.
Μὰ τὰ λουλούδια εἶναι τόσο ἀδελφωμένα
κάθε στιγμὴ κερδίζεις τὸ νόημα τοῦ λουλουδιοῦ κοιτάζοντας
κάθε στιγμὴ τὸ χάνεις…
Ἐκεῖ λοιπὸν ἠχοῦσε ἡ καμπάνα
τῆς ὀρθοδοξίας μοναχὴ
πιὸ πέρα τοῦ σώματος ἡ ἰαχὴ καὶ ἡ Μαρία
ὁ Γιάννης
ὁ ταπεινὸς ἐγὼ καὶ φιλαμαρτήμων.

~.~

Ἡ Λιτάνευση

Ὅταν παρέτυχα στὴ νύχτα ποὺ ἔλεγαν
«ὁ ἅγιος θὰ περάσει ἀπόψε»
δὲν τὸ πιστεύετε ἴσως
ἀλλ’ ὅμως ἔτρεμαν
τὰ δάχτυλά της θάνατος
ἔκρουε τὰ φύλλα κι ἀκούονταν
φωνὲς ἀκίνητα
καὶ ἐκκωφαντικὰ
τὰ νέα μου βήματα.
Οἱ ἄρρωστοι γέμιζαν τὸ χῶρο
μὲ στεναγμούς, ἄλλοι
μὲ ὑψωμένα μάτια στὸ ξεχείλισμα τῶν ἄστρων
ἄλλοι μοῦ φάνηκαν ὄρθιο χῶμα.
Γυρεύοντας μοναχικὸς
«ἐν μέσῳ τῶν κινδύνων αἰσθάνεσαι
τὴν τελειότητα τῆς στιγμῆς»
θυμήθηκα τὰ λόγια τοῦ φίλου
τὶς ταλαντεύσεις τοῦ φύλλου πρὶν λίγα λεπτὰ
καθὼς
ἔπεφτε ἀπὸ χέρι ἀδιάφορο.
Μὲ τῆς βροχῆς τὴν εὐωδιὰ στὸ ἑλληνικὸ τοπίο
ἄνθη ὁ ἄνεμος κ’ οἱ ὧρες
στὸ σῶμα μου ἢ στὰ δέντρα τελειωμένες
αἰσθήσεις ἐδῶ ψηλὰ πρὸς τὰ οὐράνια
μαῦρες ὀπῶρες οἱ πιστοὶ
πεσμένες καὶ τὸ μέλι σπάζοντας
τοὺς φλοιοὺς ἔσμιγε χῶμα καὶ καρπό.
Εἴμαστε σὰν τὴν πανάρχαια ἀνακάλυψη τῆς φωτιᾶς
ὠφέλιμοι στὸν θεὸ
γιατὶ εἴμαστε
ἀναφαίρετοι καλόγεροι σ’ αὐτὴ τὴν ἐρημιὰ
νόμοι μέσα στὸ θάνατο ―
ἡ φωνὴ τοῦ ἡλικιωμένου ἀκούστηκε στὶς ἀμυγδαλιὲς
κ’ ὕστερα πάλι:
― Τὰ μαῦρα σου μαλλιὰ πῶς χάνονται
στὰ βροχερὰ δωμάτια.
Φῶς ἀπ’ τὶς ἀσετυλίνες τῶν στραγαλάδων
σὲ ἀρχέγονα ροῦχα
μιὰ γριὰ βυθισμένη ποὺ διάβαζε τὸ συναξάρι
«ἐν μέσῳ τῶν κινδύνων…» πλησίασα
γυρεύοντας μοναχικός
ἔφτυναν πασατέμπο οἱ ἀνυπόμονοι
μὰ δὲ θυμᾶμαι πιὰ ὅταν κάποιος φώναξε:
― Ἑπτὰ εἶναι οἱ φλόγες τοῦ στήθους.
Ἄνθρωπος ὁ ἀσυγχώρητος ὑπὸ τὸ σεληνόφως

ἄνθρωπος ὠσεὶ χόρτος ὑπὸ τὸ σεληνόφως.

~.~

Ἀγγίζοντας αὐτὴ τὴ Νεότητα

Περίμενα ὅλο τὸ βράδυ μὲ τὰ μῦρα
εἶχε πεθάνει μιὰ γυναῖκα
τὰ χαράματα
οἱ ἄνεργοι μὲ τὰ φτυάρια περίμεναν
στὴν πρωινὴ πλατεία τοῦ ταχυδρομείου
λίγο σκοτάδι ἔμενε ἀκόμη
καὶ βασίλευεν ἡ θαλπωρὴ ποὺ δίνει
ἡ μιὰ καρδιὰ δυστυχισμένη μὲ τὴν ἄλλη ―
τῆς χαραυγῆς μικρὰ ἑστιατόρια
φῶς ἀχνισμένο πάνω στοὺς ὑαλοπίνακες.
Ἡ Ἀττικὴ τὴ νέαν ἡμέρα ὕφαινε στὰ μάτια
πονοῦσαν μέσ’ στοὺς ἄδειους δρόμους τὰ βήματα
ὁ βαθὺς αὐτὸς ὄρθρος.
Ἄλλοτε ἡ χαρὰ ἤτανε πιὸ βαθὺ ποτάμι
μὲ κρύσταλλα μοναχικὰ στὴν ἐπιφάνεια
μ’ ἕνα θεὸ κρυμμένο καθαρὰ
καὶ δέντρα μόλις
καθρεφτισμένα.
Βαθὺ ποτάμι τῆς ἰαχῆς τώρα βαδίζω
στὴν ὁδὸ κ’ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν λόγια
νὰ μιλήσουν τί νὰ ποῦν…
Κοντὲς ἑλληνίδες ἄτονες μητέρες καθαρίστριες
πηγαίνουν στὰ σιωπηλὰ οἰκήματα
μὲ λίγη ἄμυνα ρουχισμοῦ στὸ κρύο τόσο λίγη
δὲν ἔχουν στὰ φτηνὰ φουστάνια τους ἄνθη.
Κι ἄλλες γυναῖκες μάταια προσμένουν
ἔρωτα θάνατο χαρτονόμισμα
εἶναι ἀργὰ ἡ νύχτα στάθηκε σκληρή…
Δίνω τὸ χαρτονόμισμα καὶ χάνομαι
φεύγω μακριὰ μὴ μοῦ φωνάζεις
ἡ ἐρημιά μου εἶναι ἄσπρη βρομερή.
Κι ἄλλες γυναῖκες πλένουν
τὶς θύρες ὅπου θά ’μπει ὁ διάβολος
λίαν πρωὶ στὴ δούλεψή του σκύβουν.
Ἡ κόλαση λοιπὸν εἶν’ ἡ πατρίδα μας
ἁμάρτημα ὑψώνεται
ὁ μαῦρος καπνὸς τῶν ἐργοστασίων
ψηλὰ στὸ ξημέρωμα.
Κι ὅμως ἄλλοτε ἡ χαρὰ ἤτανε τὸ ποτάμι.
Ὄχι ἐδῶ στὴ ρημαγμένη γῆ μὰ στοὺς οὐράνιους
κόσμους ἐκεῖ μὲ τὴ μονάχη μου ψυχή.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


Δεῖτε τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη, καθὼς ἐπίσης καὶ συνδέσμους πρὸς τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες τῆς Μ. Ἑβδομάδος: ἐδῶ.

12028636_987135771324818_6533768910245227384_o

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Δευτέρα

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Δευτέρα

(13 Ἀπριλίου 1987)

Megali_Deftera

~.~

~.~

Τὰ Ποιήματα

Ἡ Προσευχὴ τοῦ Σκουληκιοῦ

Ἄκου Κύριε τὸν καλό σου φίλο
ποὺ ἀγαπᾷ τοὺς καρποὺς καὶ τοὺς τάφους.
Ἐσὺ εἶσαι ὅ,τι μὲ συνδέει μ’ ἕναν καρπὸ καὶ μ’ ἕναν τάφο.
Καί τὸν καρπὸ ἀσχημίζω καί τὸν τάφο.
Ἀλλ’ ὅμως εἶμαι θέλημά σου
γέννημα στὴν ἀπέραντη καρδιά σου…
Δὲν ἔχω ἐρωτήματα
καὶ ταξιδεύω μὲ κίνηση ἀργὴ πρὸς τὸν Πατέρα.
Μάταιος ὁ κόσμος ἀλλὰ πέρασμα.
Καὶ μάταια τὰ μάτια τῆς σαρκός μου
γλυκὰ ποὺ ἀγγίζονται μὲ λουλούδια.
«Δὲν ἔχεις ἐρωτήματα;» ― μοῦ λέει τὸ φθαρτό.
Σελήνη φευγαλέα ἐσὺ τάχα ρωτᾷς αὐτὴ τὴ νύχτα;
Ἢ μὲ ρωτοῦν τὰ νέφη ποὺ σὲ ἀκολουθοῦν;
Χαίρομαι τὴν εὐφορία τοῦ ἀργύρου σου
καὶ τὴ διαπερνῶ μὲ τὴν πίστη.
Αὐτή ’ναι ἡ ἀξία ἐμᾶς τῶν σκουληκιῶν
ποὺ δὲν ἔχουμε παρὰ μονάχα ἕνα δρόμο…
Τὸ χῶμα εἶν’ ἡ μοίρα μου ἀντίκρυ τῶν ἄστρων.
Ἀγάπη ὄνειρο θαλασσὶ τύλιξέ με.
Ποιά εὐφροσύνη δὲν σοῦ παραστέκει;
Ἀγάπη, πράξη καὶ οὐσία τοῦ θεοῦ μου
σερνάμενο κι ἂν εἶμαι πλέω στὴ χαρά.

~.~

Διάλογος Πρῶτος

― Σὰ νὰ μὴν ὑπήρξαμε ποτὲ
κι ὅμως πονέσαμε ἀπ’ τὰ βάθη.
Οὔτε ποὺ μᾶς δόθηκε μιὰ ἐξήγηση
γιὰ τὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν τουλάχιστον.
Ἡ ἄλλη μισή μας ἡλικία θὰ περάσει
χαρτοπαίζοντας μὲ τὸ θάνατο στὰ ψέματα.
Καὶ λέγαμε πὼς δὲν ἔχει καιρὸ ἡ ἀγάπη
νὰ φανερωθεῖ ὁλόκληρη.
Μιὰ μουσικὴ
ἄξια τῶν συγκινήσεών μας
δὲν ἀκούσαμε.
Βρεθήκαμε σ’ ἕνα διάλειμμα τοῦ κόσμου
ὁ σώζω ἑαυτὸν σωθήτω.
― Θὰ σωθοῦμε ἀπὸ μιὰ γλυκύτητα
στεφανωμένη μὲ ἀγκάθια.
Χαίρετε ἄνθη σιωπηλὰ
μὲ τῶν καλύκων τὴν περισυλλογὴ
ὁ τρόμος ἐκλεπτύνεται στὴν καρδιά σας.
Ἐνδότερα ὁ Κύριος λειτουργεῖ
ἐνδότερα ὑπάρχουμε μαζί σας.
Δὲν ἔχει ἡ ἁπαλὴ ψυχὴ βραχώδη πάθη
καὶ πάντα λέει τὸ τραγούδι τῆς ὑπομονῆς.
Ὢ θὰ γυρίσουμε στὴν ὀμορφιὰ
μιὰ μέρα…
Μὲ τὴ θυσία τοῦ γύρω φαινομένου
θὰ ἀνακαταλάβει ἡ ψυχὴ τὴ μοναξιά της.

~.~

Τὰ Πουλιὰ Δέλεαρ τοῦ Θεοῦ
(ἀποσπάσματα «Διαλόγων»)

1

Νὰ γυρίζεις ― αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα ―
μὲ κουρελιασμένα μάτια
μὲ φλογωμένους κροτάφους ἀπ’ τὴν πτώση
νὰ γυρίζεις
στὴν καλὴ πλευρά σου.
Πεσμένος αἰσθάνεσαι
τὴν κόλαση ποὺ εἶναι ἡ αἰτιότητα
τὸ στῆθος ὡσὰν συστατικὸ τοῦ ἀέρα
τὰ βήματα χωρὶς προοπτική.
Κι ὅμως στὴ χειμωνιάτικη γωνία ὁ καστανᾶς
περιβάλλεται ἀπὸ σένα.
Κόψε ἕνα τραγούδι ἀπ’ τ’ ἄνθη
μὲ δάχτυλα νοσταλγικά.
Νὰ γυρίζεις ― αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα.

2

Θὰ περάσουν ἀποπάνω μας ὅλοι οἱ τροχοὶ
στὸ τέλος
τὰ ἴδια τὰ ὄνειρά μας θὰ μᾶς σώσουν.
Ἀγάπη μεῖνε στὴν καρδιά ―
αὐτὸς ἂς εἶναι ὁ κανῶν τοὺ τραγουδιοῦ σου.
Μὲ τὴν ἀγάπη
θὰ σηκώσουμε τὴν ἀπελπισία μας
ἀπ’ τὸ ἀμπάρι τοῦ κορμιοῦ.
Δὲν εἶναι φορτίο γιὰ τὴ χώρα τῶν ἀγγέλων
ἡ ἀπελπισία.
Και προπαντὸς
ἂς μὴν ἀφήσουμε τὴν ἀγάπη
νὰ συνωστίζεται μὲ τόσα αἰσθήματα…

3

Ἅπλωσε ἡ γαλήνη τὰ φτερά της
ὡσὰν ἀλησμόνητος κύκνος ὀνείρου
σ’ αὐτὰ τὰ ἔρημα νερά.
Κάτι νιώθω σήμερα
βλέποντας τὰ πουλιά.

4

Ἡ ἀγωνία μου ὑψώνεται
ὣς τὰ ἐδελβάις ἄνθη.

5

Τὰ ὄνειρα βλαστοὶ στὸ στῆθος
κλήματα μέσ’ στὴν καρδιὰ
διαιώνια ἐκδικοῦνται τὸ χῶμα
σκοτώνοντας ἐμᾶς.

~.~

Ὁ Φίλος Ἐνάρετος τοῦ Ὀνείρου

Στὴν ἀττικὴ ἐρημιὰ ἕνα βιβλικὸ ἀμπέλι
καθὼς ἡ νύχτα φέρνει τὰ τριζόνια
μὲ κρατᾷ σιωπηλόν.
Βασιλεῖς Ἰουδαῖοι γυναῖκες τοῦ Ἄσματος
κάτι ἀπ’ τὸν Παράδεισο
στὰ δώματα λιτὰ τῆς λησμοσύνης
ἐγὼ μὲ στεγνωμένο ἱδρῶτα ―
ὅλοι περπατοῦμε στὸ πλακόστρωτο μόνοι
μὲ μιὰ διάφανη μαγεία στοὺς κύκλους τῶν ὀφθαλμῶν.
Οἱ θεοί μας εἶναι ἀπὸ πηλό ― εἶπε ὁ πρῶτος
βασιλέας ἀνοίγοντας τὸν κίτρινο χιτῶνα του.
Ἀκόμη περιμένετε λοιπόν; ― ρώτησε ἄλλος βασιλέας.
Ἐμεῖς ἀκούγαμε σὰν βγαλμένοι ἀπ’ τὸ σῶμα
κι ἄλλοι ποὺ μίλησαν
ἀντίκρισαν τὴ σιωπὴ μονάχη ―
ἐνῷ παιδικοὶ ἄνεμοι ἔπνεαν ἀπ’ τὴν Ἱερουσαλὴμ
κι ὁ Ἰησοῦς ἐπίκειται
τραγουδοῦσε τὸ τριζόνι στὸ μεγάλο κλῆμα.
Ἀλήθεια φίλε ἤτανε ὁ ἀμπελῶνας ποὺ ἀφύπνιζε
τὸ πρᾶο φύσημα τῆς ἀρχαίας Παλαιστίνης.

~.~

Ἡ  Συντομία τοῦ Ὀνείρου

Τρέχει μέσ’ στὰ χαράματα τὸ ἐλάφι
ποὺ εἶναι ἡ χαρά μου τόσος ἀντίλαλος
ἐδῶ ποὺ κατοικῶ
ἕνα πουλὶ ἀπὸ καπνὸ ἀνέρχεται στὸ ξημέρωμα.
Ἰδοὺ ὁ Τρέχων
ἔχει σφάξει τὸ ἀρνὶ στὶς πληγὲς τῶν ὑδάτων.
Θριαμβικὴ νεφέλη ὄχημα παλαιό ἰδοὺ ὁ Τρέχων
καὶ τὸ σύρουν
ἄλογα τρυπημένα στὰ λάμποντα πλευρά.
Μέσα στὸ ὄχημα βρίσκομαι καὶ πηγαίνω
πρὸς τὸν ἄγνωστο προορισμό μου.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


Δεῖτε τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη, καθὼς ἐπίσης καὶ συνδέσμους πρὸς τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες τῆς Μ. Ἑβδομάδος: ἐδῶ.

12028636_987135771324818_6533768910245227384_o

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μια Εισαγωγή

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

~.~

Συντονιζόμενο μὲ τὸ πνεῦμα τῶν ἡμερῶν, τὸ Νέο Πλανόδιον ἀνασύρει ἀπὸ τὴ λήθη πέντε ἄγνωστες στὸ εὐρὺ κοινὸ ραδιοφωνικὲς ἐκπομπὲς τοῦ Νίκου Καρούζου, οἱ ὁποῖες ἀναγνώσθηκαν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος τοῦ 1987 (καὶ πιὸ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν Μεγάλη Δευτέρα ἕως καὶ τὴν Μεγάλη Παρασκευή) στὸ Πρῶτο Πρόγραμμα τῆς ΕΡΤ. Τὶς προσεχεῖς, λοιπόν, ἡμέρες, θὰ δημοσιεύουμε καθημερινὰ τὰ ἠχητικὰ ἀποσπάσματα τῶν ἐκπομπῶν τοῦ Καρούζου μέσῳ ἑνὸς συνδέσμου στὸ κανάλι τοῦ YouTube τοῦ περιοδικοῦ μας, ὁ ὁποῖος σύνδεσμος θὰ ἀναδημοσιεύεται στὴν καθεμιὰ ξεχωριστὴ ἀνάρτηση, ἐνῷ οἱ ἀναγνώσεις αὐτὲς θὰ συνοδεύονται ἀπὸ τὰ μεταγεγραμμένα ποιήματα τῆς κάθε ἡμέρας. Ξεκινῶντας, λοιπόν, ἀπὸ σήμερα, Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ἀρχίζουμε τὴν ὁπτικοακουστικὴ περιδιάβαση στὴν Ἑβδομάδα τῶν Παθῶν συντροφιὰ μὲ τὸν Νίκο Καροῦζο μ’ ἕνα ἐμβριθές, κατατοπιστικὸ σημείωμα τοῦ Γιάννη Πατίλη, ὁ ὁποῖος καὶ μᾶς παραχώρησε τὸ ἀκουστικὸ ὑλικό, καὶ τὸν ὁποῖον εὐχαριστοῦμε κι’ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ταπεινὸ βῆμα. 

Ν.Π. (περισσότερα…)

«Η Παρθένος σήμερον…» και ο δεκαπεντασύλλαβος

xristou-genna2

«Ἡ Παρθένος σήμερον…» καί ὁ δεκαπεντασύλλαβος[i]

του ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΑΛΚΟΥ

Ὁ Κωνσταντῖνος Σάθας, ἀναφερόμενος στήν καταλυτική ἐπίδραση τῆς Θάλειας τοῦ αἱρεσιάρχη Ἀρείου πάνω στήν χριστιανική λειτουργία, σημείωνε: «… ἐκ τῶν παρ᾿ Ἀθανασίῳ ὅμως διασωθέντων ἠκρωτηριασμένων τῆς Θαλείας λειψάνων δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ὅτι ὁ ῥυθμὸς τῆς Ἀρειανῆς λειτουργίας ἐστερεῖτο οἱουδήποτε γνωστοῦ ποιητικοῦ μέτρου, ἑπομένως ὅτι αὕτη ἦν πεζὸν σύγγραμμα ὡς ἡ ἡμετέρα Ὀκτώηχος καὶ τὰ ἄλλα λειτουργικὰ βιβλία, ἐκτὸς ἄν ποτε ἀνακαλυφθῇ ὑπολανθάνον τι μέτρον καὶ ἐν τῇ ρυθμικῇ ταύτῃ πεζολογίᾳ» (Κωνσταντῖνος Σάθας, Ἱστορικὸν δοκίμιον περὶ τοῦ θεάτρου καὶ τῆς μουσικῆς τῶν Βυζαντινῶν, ἤτοι εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Κρητικὸν θέατρον, ἐν Βενετίᾳ, 1878, σ. σδ΄).

Καί ὅτι ἡ «ρυθμικὴ πεζολογία» ἀποτελεῖ βασικό χαρακτηριστικό τῶν βυζαντινῶν ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων, ἐξαιρουμένων βεβαίως τῶν ἰαμβικῶν κανόνων πού μιμοῦνται τά ἀρχαῖα προσωδιακά μέτρα, δέν μπορεῖ γενικῶς νά ἀμφισβητηθῇ.

Ὑπάρχουν, ἐν τούτοις περιπτώσεις, ὅπου ὑπό τήν ἐπιφάνεια τοῦ καταλογάδην καταγεγραμμένου κειμένου κάνουν τήν ἐμφάνισή τους τονικά μέτρα, μεταξύ τῶν ὁποίων ἐξέχουσα θέση κατέχει ὁ ἰαμβικός δεκαπεντασύλλαβος. (περισσότερα…)

Ι. Μπέργκμαν: Ο γιος του πάστορα που αναμετρήθηκε με τον Θεό

του ΓΙΑΝΝΗ ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ποιός νίκησε από την πάλη του Διγενή με τον Χάροντα; Δεν έχουμε καμία μαρτυρία στα δημοτικά μας τραγούδια για νικητή και ηττημένο. Γιατί άραγε;

Ο Μπέργκμαν μάς δίνει τη δική του κοινότοπη απάντηση. Ο Θεός σιωπά γιατί δεν υπάρχει. Οπότε δεν υπάρχει και ο Χάροντας, εκείνος ο γραφικός περατάρης του Αριστοφάνη και της μυθολογίας που μας χτυπά ένα πρωινό το τζάμι κι ενώ γνωρίζαμε από καιρό πως κάποτε θα έρθει, μας βρίσκει πάντα απροετοίμαστους και ζητάμε να μας αφήσει λίγο ακόμα, ίσα μ΄ ένα τσιγάρο, όπως το τσιγάρο των μελλοθάνατων πριν το εκτελεστικό απόσπασμα, όπως ο ιππότης Αντώνιους Μπλοκ της Έβδομης σφραγίδας, που προτείνει στον Θάνατο μια παρτίδα σκάκι σαν τελευταία προθεσμία για να βρει απάντηση στα αναπάντητα μεταφυσικά του προβλήματα. Αλλά και αυτοί που δεν στοχάζονται μακρύτερα από την καθημερινότητα κάτι έχουν να τακτοποιήσουν στη ζωή τους, όπως οι καθημερινοί ήρωες των υπολοίπων ταινιών του Μπέργκμαν, η Κάριν για παράδειγμα, στο Μέσα από το σπασμένο καθρέφτη, που αντίκρυσε τον Θεό με το πρόσωπο της αποκρουστικής αράχνης, σαν ζώο με έξι πόδια που προχωρά στο πάτωμα και την πλησιάζει. Όμως διαφορετικά είδε την Παναγία ο Γιόφ στην Έβδομη σφραγίδα:

Φορούσε χρυσή κορώνα κι ένα γαλάζιο φόρεμα με χρυσά λουλούδια. Ήταν ξυπόλυτη και είχε μικρά μελαχρινά χέρια και κρατούσε τον Χριστό και τον μάθαινε να περπατά… Και όλα ησύχασαν στον ουρανό και τη γη.

Για να δούμε και μεις πώς εγγράφεται ο διάλογος και η πάλη του Μπέργκμαν με το Θεό, το Θάνατο δηλαδή, αφού, κατά την μία του εκδοχή ο Θεός αντλεί την εξουσία του από τον φόβο του ανθρώπου μπροστά στην τιμωρία και τον Θάνατο ή αν θέλετε να μιλήσουμε για την Αγάπη, αφού, κατά την άλλη εκδοχή ο Θεός είναι η Αγάπη, η μεγάλη, η κατά τον ποιητή «κραταιά ως Θάνατος Αγάπη», θέτουμε τα πρώτα προς επεξεργασία στοιχεία μας:

1. Το δίπολο που κινείται ο δημιουργός μας, όπως ήδη ανέφερα, είναι ο Θάνατος και η Αγάπη.

2. Ο Μπέργκμαν είναι γιος πάστορα και μάλιστα Λουθηρανού και στο πεδίο αυτό η πίστη είναι ο θεμέλιος λίθος που συντηρεί την ύπαρξη του Θεού, την βοήθεια του ανθρώπου στο να αντιμετωπίσει το μεταφυσικό τρόμο. Αν αρχίσει η έρευνα και οι αμφιβολίες, η πίστη θα κλονιστεί και ο άπιστος Θωμάς, ο Τόμας των Κοινωνούντων, ή ο Ιππότης της Σφραγίδας, θα ζητήσει από τον Θεό σημάδια της ύπαρξής του και όσο ο Θεός δεν τα παραχωρεί, τόσο πιο επίμονη θα είναι η απαίτηση, με αποτέλεσμα τη διάρρηξη της σχέσης του πιστού με τον αφανέρωτο Θεό.

3. Ο Μπέργκμαν στα νεανικά του χρόνια υπήρξε φανατικός αναγνώστης του Νίτσε και γνωρίζουμε καλά την περιπέτεια της σκέψης του Γερμανού φιλοσόφου, που στην προσπάθειά του να αντικαταστήσει το Θεό με τον υπεράνθρωπο, έναν πλήρη άνθρωπο στη θέση του Θεού, έφτασε στα πρόθυρα της τρέλας και εύκολα μπήκε και εγκαταστάθηκε στην περιοχή της. Συμπράττουν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του νεαρού Ίνγκμαρ οι υπαρξιστικές θεωρίες του Κίρκεγκωρ και του Σαρτρ. Η κόλαση είναι οι άλλοι γύρω μας και όχι το μεταφυσικό τοπίο που πρεσβεύει η θρησκεία.

4. Ο Μπέργκμαν από μικρός βίωσε στο περιβάλλον του σπιτιού του, τον αστικοχριστιανικό εναγκαλισμό της πίστης στο Θεό, την αυστηρότητα της προσευχής, την σκληρότητα της τιμωρίας, στην βιωμένη ή επιβεβλημένη ενοχή, την απόλαυση αργότερα της λυτρωτικής βλασφήμιας. Στο χωριό μου λένε μια παροιμία: «Παιδί παπά, διαβόλου αγγόνι». Γνωρίζω καλά τι σημαίνει αυτό, έχω ανάλογα βιώματα, αφού είδα την ίδια σκληρότητα, επιλέγοντας σαν πρώτο δημόσιο ρόλο της ζωής μου, μικρό παιδί, αυτόν του βοηθού του κοινοτικού ιερέα. Θα αναφέρω μόνο μια παράμετρο που έχει άμεση σχέση με τον Μπέργκμαν: Είναι απίστευτα σκληρό για ένα παιδί επτά ή οχτώ χρονών να στέκεται με το θυμιατό πάνω από τον ανοιχτό τάφο της γριούλας που μέχρι χθες του πρόσφερε κουλούρια ή τον κυνηγούσε γιατί την ξεκούφαινε με την καραμούζα του. Το βράδυ στην αναγκαία προσευχή ζητάς από τον Θεό να την επαναφέρει στη ζωή και αυτός δεν σε ακούει, όπως δεν θα σε ακούει πια κι η γριούλα. Εκείνος σιωπά, σε μετατρέπει σε μελλοντικό εχθρό του. Τα γραπτά τού Νίτσε βρίσκουν πρόσφορο έδαφος σε έναν νεαρό που δεν γενήθηκε άθεος από οικογενειακή επιλογή, αλλά το αντίθετο και αποπειράθηκε να ανοίξει διάλογο με το παράλογο. Ο Μπέργκμαν δεν τρελάθηκε, ίσως επειδή δεν ασχολήθηκε τόσο με τη φιλοσοφία, αλλά κυρίως με τη μυθοπλασία στο θέατρο και τον κινηματογράφο και διοχέτευσε την τρέλα στους ήρωές του, όπως η Κάριν που προανέφερα, ενώ σε άλλους επεφύλαξε την αυτοκτονία.

5. Η μεταπολεμική Σουηδία είναι γνωστή για το μεγάλο ποσοστό των αυτοκτονιών, που έρχονται παράλληλα, ενίοτε και σαν αποτέλεσμα της κατάρρευσης της θρησκευτικής πίστης.

Μετά από τα πρώτα αυτά στοιχεία ας δούμε κάποια αντίστοιχα από τη θεματική του δημιουργού:

24cp_outtakes_Ingmar_BergmanΣε μία από τις πρώτες ταινίες του, την Φυλακή του 1948, ένας γέρος στα πρόθυρα της τρέλας, αγαπημένο μοτίβο του Μπέργκμαν, προτείνει σε έναν πρώην μαθητή του και νυν σκηνοθέτη να κάνει μια ταινία με θέμα την βαθιά του πεποίθηση πως ο Θεός πέθανε και επήλθε το βασίλειο του Διαβόλου. Άρα ο Παράδεισος γκρεμίστηκε και τη θέση του πήρε η Κόλαση. Για κάτι τέτοιο όμως δεν έχει πεισθεί ακόμη ο Μπέργκμαν. Θα πραγματευθεί σοβαρά το θέμα σε αρκετές από τις κατοπεινές του ταινίες, όπως στην Έβδομη σφραγίδα και στην Τριλογία της σιωπής. Ίσως και να μην πείστηκε ποτέ, γιατί ενώ το θέμα είχε περάσει σε δεύτερο επίπεδο, επανήλθε βασανιστικά αυτοβιογραφικό στην τελευταία φιλοδοξη, σπουδαία ταινία του, Φαννύ και Αλέξανδρος, του 1983. Προσωπικά και ενώ με απασχολούσε ο δημιουργός για μια δεκαπενταετία, νόμισα το βράδυ της προβολής της πως εκείνος άνοιξε οριστικά τα χαρτιά του και στεναχωρήθηκα που δήλωσε πως τα κλείνει και δεν ξανακάνει άλλη ταινία. Έκανε δυό-τρεις ακόμη. Ίσως βασίστηκε σε ένα ερωτηματικό και δεν τελειώνεις το έργο σου αφήνοντας το ερωτηματικό στο θεατή. Θέλει πολύ κουράγιο για να εγκαταλείψει ο δημιουργός την έκβαση του παιχνιδιού του στο θεατή. Παρεμπιπτόντως ο τρελός της παραπάνω ταινίας λέει, μεταξύ αλλων:

Μετά τη ζωή έρχεται ο θάνατος και πρέπει οι συναισθηματικοί να βρουν παρηγοριά στην εκκλησία. Ο Διάβολος θα μας καλέσει στην εκκλησία, γιατί εκείνη πάντοτε τον υπηρετούσε. Γιατί αποκαλούμε το Διάβολο ‘‘Κακό’’; Ικανοποιεί μονάχα τις ανθρώπινες ανάγκες. Ο Θεός είναι νεκρός, ανίσχυρος, ξοφλημένος, εκμηδενισμένος και αυτό απλοποιεί τα πράγματα αρκετά.

Δεν έχω να συμπληρώσω τίποτε πέραν της άποψής μου πως ο διάλογος του Μπέργκμαν με τον υπαρκτό ή ανύπαρκτο Θεό μόλις είχε αρχίσει.

Ο Μίνους ρωτάει την Κάριν στο Μέσα από το σπασμένο καθρέφτη:

«Ποιός είναι αυτός που θα έρθει;». Εκείνη του απαντά: «Δεν ξέρω, κανείς δεν είπε κάτι το συγκεκριμένο, όμως πιστεύω ότι ο Θεός θα αποκαλυφθεί μπροστά μας, μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο και από αυτή τη πόρτα. Είναι όλοι τόσο ήρεμοι και τόσο τρυφεροί. Και περιμένουν. Και η αγάπη τους… ΑΓΑΠΗ…

Ο δημιουργός κρατάει για ισχυρό χαρτί του την Αγάπη, που στη δύσκολη καμπή του διαλόγου θα την ονομάσει Θεό και από αυτήν θα αντλήσει τη δύναμή του. Το έλλειμμα αγάπης που συχνά εμφανίζουν οι ήρωές του τούς μετατρέπει σε άθεους. Πρόκειται φυσικά για αποφυγή του δημιουργού να αντιμετωπίσει τον Θεό πέραν του Καλού και του κακού, όπως θα έλεγε ο Νίτσε, στα χωράφια που θα συναντήσεις την παγωνιά της τρέλας. Ο ήρωας της Έβδομης σφραγίδας παίρνει μαζί του όσους δεν κατάφεραν στη ζωή τους να αγαπήσουν, προσφέροντας μια κούπα γάλα ή ένα πιάτο αγριοφράουλες. Με την αμφισβήτηση της θρησκευτικής πίστης ο ιππότης κηρύσσει την ιδέα του μηδενός, αφού εντέλει ο φόβος είναι το μοναδικό θεμέλιο της θρησκείας. Υπάρχει Θεός; Ο ιππότης φεύγει χωρίς να δώσει απάντηση στο ερώτημά του. Ο Μπέργκμαν έδωσε πριν φύγει από αυτό το κόσμο; Εμείς θα δώσουμε; Ο ορθολογισμός της εποχής μας απαντά όχι και προσωπικά δεν ασχολούμαι ιδιαίτερα με το ερώτημα. Όμως ο μισός και πλέον πλανήτης ασχολείται και ακόμη χάνονται ζωές στο όνομα του Αλλάχ.

Πιστεύοντας σε μια ανώτερη δύναμη αποκτά νόημα η ζωή; Ο μπλαζέ ιπποκόμος του ιππότη προτείνει την εύρεση του νοήματος μέσα στην καθημερινότητα και δεν ασχολείται με αφελή ερωτήματα, τα οποία όμως είναι ικανά να στηρίξουν μια ρωμαλέα μυθοπλασία σαν αυτή του Μπέργκμαν. Χιούμορ επιπέδου κάνει με τον αντικληρισμό του στα Ερωτικά μαθήματα και στα Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας.

Στην Έβδομη σφραγίδα τον απασχολεί η κλονισμένη πίστη του ιππότη. Μετά θα έρθει η ώρα της Τριλογίας, εκεί που ο δημιουργός θα επιχειρήσει να τακτοποιήσει οριστικά τους ανοιχτούς λογαριασμούς του με την υπόθεση του Θεού, αυτό που έλεγε και ο ομότεχνός του στο θέατρο, Αντονέν Αρτώ: «Να τελειώνουμε μια για πάντα με την υπόθεση του Θεού». Ο Αρτώ την τελείωσε και τρελάθηκε, όπως κι ο Νίτσε. Ο γιός του πάστορα από την Ουψάλα άφησε το θέμα ανοιχτό για παν ενδεχόμενο. Το επαναφέρει ο Ιππότης στην Σφραγίδα:

Γιατί δεν μπορώ να σκοτώσω τον Θεό μέσα μου; Γιατί συνεχίζει να ζει μ’ αυτόν τον οδυνηρό και ταπεινωτικό τρόπο όσο κι αν τον καταριέμαι και θέλω να τον πετάξω από την καρδιά μου; Θέλω γνώση κι όχι πίστη, όχι υποθέσεις. Θέλω ο Θεός να μου αποκαλυφθεί, να μου απλώσει το χέρι του, να μου μιλήσει.

Ο Ντάβιντ στο Σπασμένο καθρέφτη αποπειράται να αυτοκτονήσει στην Ελβετία, αλλά μπλοκάρουν τα φρένα του αυτοκινήτου του, με τις δύο ρόδες μετέωρες μπροστά στο γκρεμό κι εκείνος σέρνεται έξω κι επιζεί με την τρομάρα του εγχειρήματός του να τον τσακίζει.

0088a03e6335bc5d8e2e7a3de6fc4853

H Κάριν περιγράφει τον Θεό:

Με πλησίασε και είδα το αποκρουστικό πρόσωπο του ζώου γεμάτο κακία. Ανέβηκε επάνω μου και προσπάθισε να μπει μέσα μου. Όμως εγώ πάλεψα. Τα μάτια του ήταν ψυχρά, ήρεμα. Όταν δεν μπόρεσε να μπει μέσα μου, συνέχισε να σκαρφαλώνει πρώτα στο στήθος μου και στο πρόσωπό μου και στη συνέχεια στον τοίχο.

Ο Μίνους ρωτά τον πατέρα του αν ο Θεός θα μπορούσε να είναι αυτός που περιέγραψε η Κάριν, δηλαδή «ένας αόρατος δυνάστης, τοποθετημένος στο χάος» και καταλήγει: «Όχι μπαμπά, δε γίνεται τίποτε.  Ο Θεός δεν υπάρχει στο δικό μου κόσμο».

Στην Πηγή των παρθένων, ο Τέρε πηγαίνει στον τόπο του εγκλήματος. Ρίχνει κατάρες προς τον ουρανό, αλλά μετά βλέπει να κυλά μια πηγή εκεί όπου κείτοταν το πτώμα της κόρης του. Σε ένδειξη μετάνοιας, αποφασίζει να κτίσει εκκλησία στον τραγικό και θαυματουργό τόπο. Η ταινία αυτή, που μοιάζει με χριστιανικό μήνυμα, γυρίστηκε λίγο πριν την Τριλογία, του απευθείας διαλόγου  του Μπέργκμαν με τον Θεό. Στην επόμενη ταινιία, Το μάτι του διαβόλου, ο «καλός θεός είναι βοηθός του διαβόλου». Και ο Σαρτρ γράφει το 1951 το Ο Διάβολος και ο καλός Θεός.

Μετά έρχεται η Τριλογία, και ο δημιουργός της δηλώνει πως:

Οι τρεις αυτές ταινίες έχουν θέμα τους όχι μια πρόοδο, αλλά μια οπισθοχώρηση. Μέσα από το σπασμένο καθρέφτη η βεβαιότητα έχει ξεπεραστεί. Στους Κοινωνούντες η βεβαιότητα  απογυμνώνεται, εκτείθεται. Η Σιωπή, η σιωπή του Θεού είναι η άρνηση της βεβαιότητας.

Όμως αυτές οι δηλώσεις είναι θεωρητικές κατασκευές· δηλώνουμε κι εμείς μπεργμανικά πως η βεβαιότητα είναι αβέβαιη. Ο ίδιος δηλώνει:

Στην Σουηδία ζούμε με την ψευδαίσθηση ότι έχουμε τα πάντα. Αλλά στο κέντρο της γεμάτης ζωής έχουμε ένα μεγάλο κενό, χάσαμε την ψευδαίσθηση του Θεού. Μέσα στις ταινίες μου περιγράφω το κενό αυτό καθώς και ό,τι εφευρίσκουν οι άνθρωποι για να το καλύψουν…

Υποκλινόμαστε μπροστά στην εντιμότητά του και στην κραυγή του Μίνους στο Μέσα από το σπασμένο καθρέφτη: «Θεέ μου!  Θεέ μου! Βοήθησέ μας».

Ο Μίνους επικαλείται συνεχώς το Θεό και στο τέλος σωπαίνει εξαντλημένος.

Ο Θωμάς στους Κοινωνούντες, αφού τελέσει το μυστήριο της Θείας Λειτουργίας για τους ενορίτες του, αφήνει να διαφανούν οι ρωγμές της πίστης του απέναντι στο Θεό. Η Μάρθα τον επικρίνει: «Ο Θεός δεν μίλησε ποτέ γιατί δεν υπάρχει. Τα κάνεις όλα αηδιαστικά εύκολα».

Συγκλονιστικά είναι τα λόγια του πάστορα Θωμά προς τον Ιωνά, όταν ο δεύτερος βρίσκεται στο κρίσμο σημείο του βίου του, λίγο πριν αυτοκτονήσει:

Είμαστε χωρίς χαρά και γεμάτοι άγχος. Όλη αυτή η βρωμερή μυρωδιά, παλιά μπόχας θεότητας, όλη αυτή η υπερφυσική ανικανότητα κι αυτό το ταπεινωτικό αίσθημα ενοχής. Μου έδωσες το φόβο σου και σου έδωσα έναν σκοτωμένο Θεό.

Ο Θωμάς έβαλε ζητήματα σκληρά. Επανέφερε τα λόγια του Αρτώ που αποκαλεί το Θεό «βρωμερό αέριο» και πρέπει να απαλλαγούμε από αυτόν το συντομώτερο, για να ξαναβρούμε τη χαρά της ζωής. Όμως ο Αρτώ βυθίστηκε στο τελειωτικό σκοτάδι της τρέλας του. Επανέφερε τις εκκλήσεις του Χριστού προς τον επουράνιο, εκείνο το «γιατί με εγκατέλειψες», την αμφιβολία, δηλαδή, στην κρίσιμη ώρα του σταυρού, απέναντι σ’ αυτά που πίστεψε και δίδαξε. Γιατί όχι και την ίδια αμφιβολία του Μπελογιάννη, όταν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα διαπίστωσε πως πεθαίνει κατά λάθος. Όλα έγιναν για «ένα πουκάμισο αδειανό», όπως λέει και ο ποιητής. Όταν χάθηκε η πίστη ήρθε ο τρόμος του κενού.

Ο Θωμάς προσπαθεί να παρηγορήσει τον Ιωνά:

Θα ζήσεις Ιωνά, το Καλοκαίρι πλησιάζει. Έχεις το χωράφι σου με τις φράουλες και τα ανθισμένα γιασεμιά. Και οι μέρες ζεστές κι ατέλειωτες. Είναι ο επίγειος Παράδεισος, κάτι για το οποίο αξίζει να ζήσει κανείς.

Ο Ιωνάς δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τον τρόμο του κενού και αυτοκτόνησε.

Ο Μπέργκμαν τον αντιμετώπισε καταφεύγοντας στο νησί του, το Φάρο, όπου καλούσε τους ανθρώπους που ήθελε και όχι όλους τους ανθρώπους του Θεού και δια του Ιωνά εκφέρει το καζαντζακικό:

Ο Θεός δεν υπάρχει πια. Τώρα είμαι ελεύθερος! Επιτέλους ελεύθερος!

Αλήθεια όλα εκείνα που μαρτυράνε για τον πάστορα πατέρα του Μπέργκμαν πόση σχέση έχουν με την Αγάπη; Και αυτά που μαρτυράνε οι κακοποιημένες, ουκ ολίγες σύζυγοι του Μπέργκμαν γι΄ αυτόν και τα τέκνα του χαρτογραφημένα και αχαρτογράφητα πού κολλάνε; Απλά ο Μπέργκμαν μιλούσε για την «κραταιά ως Θάνατο Αγάπη», πέραν της γονικής, της συζυγικής, δηλαδή για την ουτοπική Αγάπη ή αν θέλετε για τη δυνατότητα να έρθουμε σε ουσιαστική επαφή με τον άλλον.

thumb_59511_media_image_926x584.jpg

Οι Λουθηρανοί δίπλα του μιλάνε ακόμη για Χάρη, Πίστη και Αγία Γραφή. Και η μητέρα μου ποτέ δεν πήρε ηρεμιστικά στη ζωή της, παρά το αβυσσαλέο της άγχος και την κατάθλιψή της. Αρκούταν στο σταυρό και στο «Παναγία βόηθα». Εγώ σαν τους ήρωες του Μπέργμαν καταφεύγω στις ιατρικές λύσεις. Ο Άλγκοτ στους Κοινωνούντες  κατονομάζει τα Ευαγγέλια σαν «αληθινά ναρκωτικά». Μήπως πρέπει να κατασκευάσουμε έναν νέο Θεό, όπως έκανε η ανθρώπινη σκέψη κάθε φορά που έχανε το Θεό της; Έναν Θεό που δεν μπορεί να σταθεί μέσα στις ανόητες πράξεις του επαρχιακού εφημέριου, στο γραφικό μας εκκλησάκι ή στο εσωτερικό του ψυχρού πρεσβυτερίου.

«Δεν πιστεύω ότι υπάρχει Θεός», λέει η Μαρία, στα Καλοκαιρινά παιχνίδια, «αλλά κι αν υπάρχει, παντοτινά θα τον μισώ… Αν ήταν μπροστά μου, θα τον έφτυνα κατά πρόσωπο».

Μια ταινία στοχασμός πάνω στο νόημα της ζωής που και εκεί το μήνυμα του δημιουργού είναι η Αγάπη.

«Θα σου πω τι ελπίζω. Πιστεύω πως υπάρχει Αγάπη. Ο Θεός είναι Αγάπη», μιλάει επιτέλους ο πατέρας στο τέλος του Σπασμένου καθρέφτη, οδηγώντας τον γιο του στο να αποστρέψει το πρόσωπο από τη ρήση εκείνου που θα προτιμούσε να μη μίλαγε.

«Βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον…», γράφει ο Απόστολος Παύλος στην «Προς Κορινθίους» επιστολή του.

«Μετά το Φάννυ κι Αλέξανδρος δε θα ξανακάνω άλλη ταινία μεγάλου μήκους. Ποτέ μου δε διασκέδασα και δε δούλεψα τόσο. Το Φάννυ και Αλέξανδρος αντιπροσωπεύει όλη μου τη ζωή», δηλώνει ο Μπέργκμαν.

Μια «ταινία-απολογισμός», με το άλογο στοιχείο να βρίσκεται παρόν σ’ αυτή την ταινία-διαθήκη. Ο Μπέργκμαν ξεκαθαρίζει άραγε οριστικά τους λογαριασμούς του; Θεωρεί πως η κόλαση είναι η ερημιά της αρρωστημένης χριστιανικής ηθικής και δεν έχουμε λόγο να του αντιμιλήσουμε. Ο Αλέξανδρος συνειδητοποιεί πως ο Θεός είναι ένα σκιάχτρο που το κινούν σαν γελοία μαριονέτα.

Γιατί όλη αυτή η τρομαχτική επιμονή του Μπέργκμαν με τον Θεό, αφού διαρκώς δηλώνει την ανυπαρξία του; Μια πάλη που χρειάζεται πολύ μελάνι να την αποσαφηνίσεις.

Ας κλείσουμε με δυο-τρία προσωπικά του. Η φιλότεχνη μητέρα του, λαχταρούσε διαζύγιο από τον πατέρα, αλλά έπαψε να διεκδικεί ουτοπίες, βολεύτηκε μέσα στην αμαρτία, την εξομολόγηση, την τιμωρία, τη συγχώρεση. Ο γιος της έγραψε για τον ίδιο:

Σε όλα αυτά ενυπήρχε μια λογική την οποία αποδεχόμασταν και νομίζαμε ότι καταλαβαίναμε. Πιθανώς αυτή η κατάσταση να συνετέλεσε και στην άνευ αντιρρήσεων αποδοχή του ναζισμού. Ποτέ δεν είχαμε ακούσει τη λέξη ελευθερία και, σίγουρα, δεν την είχαμε γευτεί ποτέ.

Υπήρξε και αντισημίτης και φιλοναζιστής στη δεκαετία του ’30, αλλά αυτά δεν σημαίνουν και πολλά μέσα σε έναν αιώνα που ο φασισμός εισέβαλλε από παντού και δεν μπορούσες να ξεδιακρίνεις τον πατερούλη από τον άγγελο εξολοθρευτή. Και στο κάτω κάτω, ότι κι αν επιλέξεις ανάμεσα στην ηθική και στην αισθητική, στο τέλος του δρόμου θα σε περιμένει το άλλο για να σε εκδικηθεί. Το είπε ο Λένιν και πριν από αυτόν ο Λωτρεαμόν και μετά από αυτόν ο Γκοντάρ, για να αναφέρουμε και τον άνθρωπο που επεσήμανε από τους πρώτους τον σπουδαίο δημιουργό το 1958, με το άρθρο του «Μπεργκμανόραμα». Στο τέλος της ζωής του, ο Μπέργκμαν δήλωσε πως δεν βλέπει πια ταινίες, είδε καθυστερημένα το Μελισσοκόμο του Αγγελόπουλου και ενθουσιάστηκε. Η σιωπή του μπεργκμανικού Θεού και η αγγελοπουλική σιωπή της Ιστορίας μήπως είναι χρυσός και αφηγηματικό χρυσωρυχείο; Κουραστήκαμε να θορυβούμε πάνω στο τομάρι της γης, όπως είπε και ο Καζαντζάκης, ας στρέψουμε το πρόσωπό μας προς τη σιωπή.

Εν κατακλείδι ο Μπέργκμαν δηλώνει:

Δόξα τω Θεώ, δεν είμαι και τόσο περίπλοκος. Ο κόσμος είναι πολύ απλός.

Όμως ο Μπέργκμαν δεν είναι Μπουνιουέλ που με το θανατηφόρο χιούμορ των υπερρεαλιστών δήλωσε:

Δόξα τω Θεώ είμαι ένας άθεος.

Ο κόσμος του Μπέργκμαν είναι περίπλοκος, ενώ ο ίδιος δεν φρόντισε ποτέ να τον απλοποιήσει και όπως ο Δον Λουί, τον μετέτρεψε σε μόνιμο διανοητικό παιχνίδι.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΟΛΔΑΤΟΣ

Επιτήδευση και νομενκλατούρα στις χριστιανικές συντροφιές

christian pilgrim group

~ . ~

Μια φιλοσοφική ηθολογία ενός κοινωνικού μορφώματος

του ΠΕΤΡΟΥ ΦΑΡΑΝΤΑΚΗ

Απόρροια της έμφυτης κοινωνικότητάς μας είναι η δημιουργία ομάδων ή ομαδώσεων κάθε είδους. Αυτές, λειτουργώντας ως μικρό κοινωνικό κύτταρο, αναλαμβάνουν να αφουγκραστούν τις σκέψεις μας, αλλά και να μας ανακουφίσουν από προβληματισμούς και ενοχλήσεις, που βαραίνουν τον ψυχισμό μας[1].

Στην πραγματικότητα, οι ομάδες τούτες έχουν διφυή υπόσταση. Αφενός, προσφέρονται ως περιβάλλον δημιουργικής μας εκτόνωσης, αφετέρου, ως συμπαγές σώμα, ποδηγετούν μέχρι μυελού οστέων, τις συνειδήσεις ατόμων με ροπή στη συνεχή και επανειλημμένη κατάφαση. Οι παραπάνω ομαδοποιήσεις διακρίνονται σε πολιτικές, επαγγελματικές, επιστημονικές, ευρύτερων κοινωνικών στόχων, κ.λπ. Εκείνες βέβαια που παρουσιάζουν όλως διακριτά χαρακτηριστικά, σε σχέση με τις υπόλοιπες, είναι οι θρησκευτικές και, στην περίπτωσή μας, οι χριστιανικές μαζώξεις. Όταν έχουμε τουτέστιν, συγκεκριμένη συνάντηση, σε τακτή ή περιοδική βάση, για μια ομιλία, διάλεξη, εορταστική εκδήλωση, διαφώτιση, με δημηγορικές διαστάστεις, ενδιαφερομένων για ένα εκκλησιαστικό θέμα, κ.λπ. Δεν θα σταθούμε στο τι ο μέσος όρος από αυτές τις αδελφότητες πρεσβεύει, στον εδραίο και διάσπαρτο ελληνισμό, ούτε θα επιμείνουμε στο τι ακριβώς επιδιώκουν, μια και αυτά είναι πράγματα, που σοβούν υπό ένα πέπλο, από τη φύση του άδηλο, και σε εξέλιξη. Θα δούμε λίγο την ανώνυμη ιδιοσυγκρασία κάποιων από τις χριστιανικές συγκεντρώσεις και τον λειτουργικό φαινότυπο των μελών τους. Άρα οι απόψεις μας είναι μια αδρή περιγραφή και όχι ad hominem.

Μιλάμε για άτομα, ορισμένα, από τα οποία, αισθάνονται αδύναμα να πορευθούν στη ζωή ιδίαις δυνάμεσι, και, καλώς ή κακώς, προσφεύγουν στην παντοδυναμία του ανήκειν. Ο λόγος δεν γίνεται για περιπτώσεις κατά τις οποίες η εξομολόγηση, ως μυστήριο, παρίσταται αναγκαία και ψυχωφελής στην ιδιωτική ζωή του καθενός μας. Εδώ πρόκειται για συνανθρώπους μας, οι οποίοι, στην προσπάθειά τους να αυτενεργήσουν, νομίζουν ότι χρειάζονται εγχειρίδιο ζωής με οδηγίες χρήσεως και καταφεύγουν στο οχυρό των συλλογικών πεποιθήσεων. Εντελώς William Jamesπαρενθετικά, να τονίσουμε ότι, ο φιλόσοφος και ψυχολόγος W. James (1842 – 1910) είχε, σε πολύκροτο έργο του, υπογραμμίσει ότι το πρωτεύον στη θρησκεία, είναι η προσωπική σχέση ατόμου και θείου. Η θεολογία, η φιλοσοφία, η εκκλησιαστική οργάνωση, είναι, για αυτόν, πράγματα δευτερεύοντα[2]. Ως προστατευτικό οχυρό λοιπόν των ανθρώπων αυτών, προσφέρεται ο γενικός βερμπαλισμός της συντροφιάς. Να πούμε, πως η συντροφιά, για την οποία μιλάμε, δεν σχετίζεται καθόλου με τη συντροφικότητα. Η συντροφικότητα προϋποθέτει και απαιτεί φιλία, εγγύτητα, οικείο και εγκάρδιο περιβάλλον. Σε αυτό, περιέχεται και η αντιγνωμία, ως διαλεκτική. Η συντροφιά, στην περίπτωσή μας, εκλαμβάνεται ως συλλογικότητα, με χρόνο ύπαρξης συνήθως όσο διαρκεί η διεκπεραίωση κάποιου πνευματικού στόχου, όπως ήδη αναφέραμε, και όχι όσο μεσολαβεί μια καθαρά κοινωνική προσφορά σε ανθρώπους που τη χρειάζονται (διάθεση υλικών και χρηματικών πόρων, ιεραποστολή, αποκατάσταση υγείας, δωρεάν εκπαίδευση…). Πέραν τούτων, κυριαρχούν οι μεγατόνοι της ατομικότητας και της παχυλής διόγκωσης του εγώ. Εάν μάλιστα σκεφτείς να κάνεις κατ’ ιδίαν παρέα με ορισμένα από τα άτομα αυτά, διαπιστώνεις ότι αυτό, είναι από δύσκολο έως αδύνατον. Είτε επειδή έχουν ύφος πολυπραγμοσύνης είτε λόγω του ότι αποδεικνύονται, από κοντά, άγευστα ζωικής και ενστικτώδους τέρψης. Αρκετές φορές αναρωτιέσαι πού πήγε η ατίθαση σκέψη της γνησιότητας του ήθους. Μήπως αλλοτριώθηκε από την ενορία;

Σε περίπτωση που, τελικά, το «σκέφτομαι διαφορετικά», σημαίνει: «δεν μιλάω τη γλώσσα των άλλων», κάτι τέτοιο δεν υφίσταται στις παραπάνω συνάξεις. Οι εξαιρέσεις ευπρόσδεκτες. Ακόμα και όταν τα μέλη τους διαμορφώνουν τη δική τους, προσωπική, ζωή, με αυτόνομη, ξεχωριστή δράση ή στοχασμό, ένα κομμάτι της είναι τελείως αναπόσπαστο από τη δεξαμενή των ακλόνητων κοινών τους πιστεύω ένα τμήμα δηλονότι από ανεξίτηλες πεποιθήσεις, οι οποίες συνέχουν τις συγκεντρώσεις αυτές. Ιδιαίτερα η ενοριακότητα δεν πρέπει να στοχεύει στον αποκλεισμό κάθε διαφορετικής φωνής πέραν της δικής της, αλλά στη συγκεφαλαίωση του παρελθόντος και του μέλλοντος χρόνου σε ένα υπερχρονικό παρόν. Απαραίτητος όρος είναι η συμφιλίωσή της με μια γνωσιακή πανδαισία. Μία άλλη εξαρτητική ουσία, η οποία επιπολάζει στους ανωτέρω χριστιανικούς χώρους, είναι αυτή της επιτήδευσης, ή αλλιώς της πεποιημένης και ομοιόμορφης συμπεριφοράς. Είναι άραγε αυτή ενδογενής ή πολιτισμικό επίχρισμα σε ανθρώπους, που θέλουν να γίνονται αρεστοί; Δεν συζητάμε για την ευσέβεια, που είναι απότοκος του δέους προς το θείον. Το κέντρο του ενδιαφέροντος, είναι τώρα ο μιμητισμός, ο οποίος χαρακτηρίζεται από επιμελημένη φροντίδα για το φαινομενικά τέλειο και ανεπίληπτο φέρεσθαι. Έχοντας τη μέριμνα αυτή ως εγκόλπιο, ο σύντροφος καθίσταται εκών άκων, αιχμάλωτος σε ένα πλαίσιο μινιμαλιστικού κοινωνικού φορμαλισμού. Και είναι η μέριμνα αυτή, που εγκλωβίζει την αυθορμησία, καταδικάζοντας τον εαυτό να φειδωλεύεται στις Charles Taylorεκδηλώσεις του. Εάν υποθέσουμε ότι η ελεύθερη προαίρεση ενέχει ένα ηθικό μεγαλείο, τότε σίγουρα, η βούληση, σε θερμοκρασία περιβάλλοντος, στο οποίο καλλιεργούνται απολυτότητες, θεωρείται κλινικά νεκρή. Ο φιλόσοφος Ch. Taylor (1931 -), στο έργο του Οι Δυσανεξίες της Νεωτερικότητας, επιχειρηματολογεί υπέρ μιας ακώλυτης απόφασης, τη στιγμή που κατά τους τελευταίους δύο αιώνες, η διαφοροποίηση μας από έναν συγκεντρωτικό τρόπο ύπαρξης, δεν ταυτίζεται πλέον με εξωμοσία. Τονίζει, με άλλα λόγια, πως από τις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα και μετά, η νεωτερική συνείδηση προήγαγε την ιδέα ότι ο τρόπος με τον οποίον πραγματώνω την ύπαρξή μου, είναι μοναδικός. Καλούμαι να ζήσω με τον δικό μου τρόπο και όχι κατ’ απομίμηση των άλλων. Εάν δεν είμαι γνήσιος, συνεχίζει, χάνω την ιδιαίτερη σημασία, που έχει για εμένα, το να είμαι ανθρώπινος[3].

Ακόμα, άλλωστε, και το εκκλησιαστικό δόγμα, δεν συνιστά δεσμευτική προϋπόθεση της ύπαρξης, αλλά ελεύθερη αποδοχή μιας σταθερής αναφοράς με το περιεχόμενο της πίστης μας. Λέγεται, ότι οι πιο ανασφαλείς άνθρωποι, έχουν τις ισχυρότερες προκαταλήψεις. Οι προκαταλήψεις αυτές, στον βαθμό που υπάρχουν στους θρησκευτικούς τόπους για τους οποίους κάνουμε λόγο, δεν είναι τυχαίες. Είναι αποτέλεσμα τόσο της πλημμελούς έξωθεν πληροφόρησης (η οποία βρίσκεται σε παρατεταμένη αναμονή…), από κέντρα μελετών και έρευνας για το φαινόμενο της ζωής γενικότερα, όσο και ενός σχολαστικισμού περί τα πνευματικά, που ενίοτε ολισθαίνει στη νοσηρότητα. Οι υποψιασμένοι περί αυτά, διαθέτουν μια ευρύτερη σκευή κατανόησης τους και δεν υποτάσσονται στην περιορισμένη σοφιστική ερμηνείας τους. Με λίγα λόγια, το δόκανο ενός εμβόλιμου ηθικού διλήμματος, καραδοκεί ασυγκράτητα, εάν η ευρυμάθεια και ο σχετικισμός δεν διαιτητεύσουν σε συνειδησιακές συγκρούσεις. Τα διλήμματα αυτά, σχετίζονται συνήθως με επερχόμενη νέμεση, εκ του αοράτου, στην οποία καθυποβάλλεται ο εαυτός λόγω ενοχών. Πρόκειται για αναστολές και αμφιθυμίες, που διατηρήθηκαν ταριχευμένες μέσα στην αδιαπέραστη ατμόσφαιρα της θρησκευτικής ακολουθίας. Δεν είναι λίγοι άλλωστε αυτοί, που, λόγω των συγκρούσεων αυτών, πήραν την άγουσα προς την παθογένεια. Ως παθογένεια, δεν εννοούμε απαραιτήτως τα όποια ψυχοσωματικά συμπτώματα. Είναι το να βλέπεις τον πρακτικό βίο υπό τη συναισθηματική και νοητική ιδιοτέλεια της ‘οπτικής γωνίας’, ενός συνάγματος. Με τη λογική του συλλογικού εγωκεντρισμού. Όχι με τα δικά σου μάτια. Άλλο βέβαια είναι να ασκείς τον σχολαστικισμό και άλλο να τον υφίστασαι. Στη δεύτερη περίσταση, η προσωπική σου ζωή, έρχεται αντιμέτωπη με μεταφυσικές δυνάμεις. Επιπλέον, ο σχολαστικισμός, η εμμονή δηλαδή με τις λεπτομέρειες, ως θεώρηση βιοτής, προκαλεί και αδυσώπητες Francis Collinsσχέσεις μεταξύ των ατόμων. Υπόνοιες, ενοχές και κρυψίνοια, είναι οι απαράμιλλες εκδηλώσεις του. Φυσικό επακόλουθο: όσο πιο αδύναμα είναι τα επιχειρήματα κάποιου να στηρίξει μια σύγχρονη δυναμική σχετικισμού, τόσο συχνότερα καταφεύγει στην επίκληση των θεσμίων. Ο γενετιστής και, κατά τα άλλα, ιερολόγιος, Francis Collins (1950 – ), προσφεύγει στη σημερινή σχετικότητα των ηθικών εκτιμήσεων για να υπογραμμίσει ότι ο παραδοσιακός ηθικός νόμος, βρίσκεται σε σύγκρουση με τη μεταμοντέρνα φιλοσοφία, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται απόλυτα καλό ή κακό[4]. Δεν είναι η κατάλληλη ώρα για να αναπτυχθούν ή να συζητηθούν οι κοινωνιοβιολογικές προεκτάσεις και οι αφορμές αυτής της τοποθέτησης. Ούτε για να τεθεί το ζήτημα της εξελικτικής καταγωγής της ηθικής. Μπορούμε όμως βάσιμα να διαπιστώσουμε ότι η μετάσταση της επιτακτικής οφειλής, από το συλλογικό καθήκον, σε ιδιωτική ηθική, είναι πλέον γεγονός.

Παράλληλα η περιπόθητη ομοψυχία μεταξύ διαφορετικών χριστιανικών σιναφιών, είναι κάτι πολύ συζητήσιμο. Συντεχνίες, φατρίες, φράξιες και μεταλλαγμένες πατριές, τρέφονται από τις ίδιες τους τις σάρκες, διαγράφοντας την σιωπηρή δήλωση: «δικός μας» και «δικός σας». Το οξύμωρο είναι ότι, σε κάθε μια από τις αδελφότητες αυτές, ξεχωριστά, δύσκολα μπορούμε να αναγνωρίσουμε κάποια θεολογίζουσα αυτονομία. Υπάρχουν άραγε στελέχη στις συντροφιές αυτές, που σφετερίζονται πλεονεκτήματα και αξιώματα κατ’ αποκλειστικότητα; Αναμφίβολα, ορθώνονται αναστήματα με ζηλευτά φυσικά και ψυχικά χαρίσματα. Τα ίδια καταξιώνονται να χοροστατούν σε ομηγύρεις στα ανάλογα στέκια. Δίπλα τους, κατά κανόνα, παρατρέχουν άτομα με ιδιότυπες ανισότητες. Κοινωνικά και ευφυή, μοναχικά και ονειροπόλα. Ο λόγος των προεστώτων, έχει υπέροχες στιγμές, αλλά βαρετά ημίωρα. Άλλωστε, όποιος μιλάει καλά και πολύ, κρύβεται καλύτερα. Συνήθως, άνθρωποι με ανησυχίες, εγκόσμιες και του επέκεινα, συνιστούν το πολυσύνθετο ακροατήριο των δελεαστικών τούτων εκδηλώσεων. Ένα ακροατήριο, το οποίο πήγε να αναζητήσει την τύχη ή τη δυσφορία του. Η ατμόσφαιρα αυτή, δεν απουσιάζει και από αίθουσες ή τάξεις ιερών διδακτηρίων, στα οποία ενίοτε επίζηλα πρόσωπα, δρουν, και, πέραν των άλλων, ως τοποτηρητές των προσερχομένων. Ιδίως, των νεοφερμένων αλλά και των επήλυδων. Χωρίς να αποκλείονται και οι απόμαχοι. Καταστατική αντίφαση των παραπάνω, είναι ότι τα άτομα που απολαμβάνουν τον εθισμό της αναγνώρισης και της μελέτης του γραπτού και του προφορικού τους λόγου από άλλους, δεν αξιολογούν επαρκώς τη διαφορά ανάμεσα στους αναγνώστες – παθητικούς θεατές και τους σχολιαστές τους. Σε αυτό εξάλλου έγκειται και η διάσταση μεταξύ ‘αυλής’ και κριτικής τους αντιμετώπισης.

Γνώρισμα των ιθυνόντων εγκεφάλων στις ανάλογες συναθροίσεις, είναι η στρατηγική της διαφήμισης. Συνεπώς, ο διαφημιζόμενος, από, άλλοτε αφανής άνθρωπος του πλήθους, μεταβάλλεται σε γνωστό δακτυλοδεικτούμενο. Από πρώην ευπατρίδης και ερασιτέχνης της διανόησης, της γραφής και της ζώσης φωνής, προβάλλεται σε ημι-απρόσωπο επαγγελματικό πρότυπο συλλογισμού. Το εργονομικό μειονέκτημα εδώ βέβαια, μια και μιλάμε για στοχευμένη διάδοση της Christian peopleφήμης τους, είναι ότι ενώ μπορούν να ξαναχρησιμοποιήσουν τον ίδιο χώρο, δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο και για τον χρόνο. Αργά ή γρήγορα, ο εσμός ο οποίος ακολουθεί κάποιον που βρίσκεται σε θέση πρωτείου, εξελίσσεται σε λέσχη, κλειστού τύπου. Άλλωστε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με την υποτροπιάζουσα δημοσιότητα. Οι τρέχουσες κοινωνικές συνήθειες, μας υποβάλλουν να επιδείξουμε μια φυσιογνωμία εικονική. Δεν ξεχνάμε μάλιστα ότι από τους εν γένει ομογνώμονες εταιρισμούς, (πολιτικά κόμματα, θρησκεύοντα σωματεία, τοπικές συντεχνίες, κ.λπ.), εκβλάστησαν μειράκια, που – με την ώση της ‘παρέας’ – κατέλαβαν υψηλούς θώκους σε οργανισμούς και ιδρύματα και πήραν σημαίνουσα θέση σε λογής λογής ιεραρχίες.

Σίγουρα η εξέχουσα τάξη, που βρίσκεται στις όποιες συλλογικότητες για τις οποίες συζητάμε, δεν σχετίζεται καν με την περιαγωγή της ψυχής, κατά Πλάτωνα. Εάν δηλαδή για τον φιλόσοφο, η έξοδος από το σπήλαιο προς το φως, ήταν προϋπόθεση για να ατενίσουμε το φέγγος των ιδεών, για τους σημερινούς ασχολούμενους, με τη διάδοση του Χριστιανισμού, (επιλέγοντας, όχι πάντα, εκλεκτικά στοιχεία από αυτόν) η ανάλογη αναχώρηση σηματοδοτείται με την, εκ μέρους τους, περιβολή των αμφίων του κήνσορα, του τιμητή των πάντων. Ως ελεγκτές των δημοσίων, ιδιωτικών και μύχιων ηθών, τοποθετούν την περιρρέουσα αγωγή και συμπεριφορά σε βλοσυρά και αγέλαστα εδώλια. Εδώ, δεν στηλιτεύεται η παραβατικότητα, αλλά συντελείται κάτι το εκπληκτικότερο. Μια ξέφρενη νοηματοθεσία. Καταστάσεις και άνθρωποι, ετεροκαθορίζονται μέσα σε ένα παραπειστικό πλαίσιο στο οποίο η μορφή και το έργο της ομάδας, περιβάλλεται με αλγοριθμική μοναδικότητα. Στην περίπτωση αυτή, δεν συζητάμε για το δόγμα, το οποίο στη γλώσσα της Εκκλησίας, είναι, αδιαμφισβήτητα, το όριο της εμπειρίας της, αλλά για προσωποποιημένο δογματισμό. Και μάλιστα, σε πρόσωπα ή σε πρόσκαιρα άθλα. Αυτός, ας θυμήσουμε, ότι δεν εμφωλεύει μόνον στη θρησκεία, αλλά και στην πολιτική, την επιστήμη, την οικονομία… και γενικά όπου η σχετική εμβληματική φυσιογνωμία των λαγετών υποδειχθεί ως μόνη διέξοδος για πρακτικά και θεωρητικά ζητήματα. Εάν λοιπόν ο δογματισμός, ως έλλειψη κριτικής σκέψης και μισαλλοδοξία, μαρτυρείται αρκετές φορές στη θρησκεία, είναι επειδή η πραγματικότητα περιορίζεται, από τους προβεβλημένους της, στο νυν και το επέκεινα των αποκλειστικών τους βλέψεων. Άμεσο επακόλουθο: τα έργα και οι ημέρες τους δεν δικαιούνται να δύσουν. Σωστά, όμως, έχει παρατηρηθεί ότι οι εποχές δεν αξιολογούνται με τα πρακτικά αποτελέσματα που επιφέρουν, αλλά με τα βιώματα που συσσωρεύουν στις ψυχές αυτών που τις ζουν και με την προσωπική γενναιότητα, που δεν αποβλέπει σε κανένα αντάλλαγμα, απέναντι σε ό,τι παρουσιάζεται ως δήθεν ιστορική νομοτέλεια[5].

Μια και η ομάδωση όμως αποτελεί συστατικό πυρήνα της ανθρώπινης κοινωνικής και βιολογικής εξέλιξης, η εμπλοκή μας σε αυτήν, όπως εξαρχής τονίσαμε, είναι αναγκαία όσο και αναπόφευκτη. Φυσικώ τω λόγω, να υπάρχουν και χριστιανικές συνάξεις, οι οποίες πορεύονται με γλυκασμό και χάρη τόσο στις εσωτερικές όσο και στις εξωτερικές εκδηλώσεις τους. Εδώ, τα άτομα δεν επιδιώκουν τίτλους τιμής στην ορθοπαιδεία ούτε διεκδικούν κάποια προτεραιότητα στην ηθική καταξίωση, μέσα στην ευρύτερη περιοχή όμορων περιοχών. Άλλωστε η γνησιότητα του ήθους, στο μέτρο που έχει περισωθεί, δεν βρίσκεται μόνον στη διανοητική συνείδηση. Η διανοητική συνείδηση, φέρει την προικώα σκευή για έναν πολιτισμό, έτσι ώστε αυτός να στηρίζεται και στην κριτική αποτίμηση (αποδοχή ή απόρριψη) των επιστημολογικών μοντέλων αλλά και στη δαψίλεια των τοποθετήσεων μας για το ποιό είδος πολιτισμού ή Διαφωτισμού επιθυμούμε να οικοδομήσουμε. Η αυθεντικότητα του ήθους όμως, εδράζεται ευτυχώς και στην πνευματική συνείδηση. Έτσι η εξοικείωση ανάμεσα στα μέλη της ομάδας – πέραν της μαρτυρίας που κατατίθεται για την σταυρική κένωση -, δεν επιβάλλει καμία άτυπη θέσπιση κριτηρίων αποδοχής για κάθε νεοπροσήλυτο. Προσφυώς έχει λεχθεί, ότι η νεωτερικότητα επινόησε μια τέτοια δημοκρατία ώστε να λειτουργεί ως το καλύτερο φίμωτρο στην ασύδοτη ελευθερία Albert Schweitzerτου λόγου. Ακόμα και εάν τούτο φαντάζει υπερβολικό, η φιλικότητα μιας πλουραλιστικής συντροφιάς, σέβεται την ιδιαιτερότητα του καθενός, ιδίως την ωμότητα μιας άλλης άποψης και την ανταλλαγή διαφορετικών εμπειριών. Η πνευματική συνείδηση, επ’ ουδενί προτείνει ανούσιες προτάσεις πρωτοκόλλου, σε μια εξωστρεφή επικοινωνία της ομάδας. Προτάσεις, που διαιωνίζουν την υπάρχουσα δυστοπία. Ο Π. Γέμτος, σε πρόσφατη μελέτη του, αναφέρεται ρητά στην απομυθοποίηση των θρησκευτικών πηγών, από νεότερες προσωπικότητες, όπως είναι ο A. Schweitzer, ο R. Bultmann. Αυτό το κάνει για να δείξει ότι ανοίγουν νέοι δρόμοι γόνιμης ένταξης και ανάπλασης της θρησκευτικής παράδοσης, σε νέα ερμηνευτικά σχήματα[6].

Με το ίδιο σκεπτικό, έχει γραφτεί ότι σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια κοπερνίκεια επανάσταση της θρησκευτικής συνείδησης. Η παράδοση δεν διαπλάθει πλέον το άτομο, αλλά το άτομο παίρνει από την παράδοση ό,τι του ταιριάζει[7]. Με τον τρόπο αυτόν, το προσωπικό πιστεύω έγινε «ατομική επιλογή» ή «ατομική δέσμευση»[8]. Αναπόδραστα, η «εξημέρωση» (κατά άλλους άμβλυνση) του χριστιανισμού, του προσδίδει δραματική αξία αλλά και κοσμοπολιτικές διαστάσεις. Μη ξεχνάμε ότι ο χριστιανισμός, στην εξάπλωσή του, συνυφάνθηκε με την αποικιοκρατία. Από τη μια λοιπόν, ο ίδιος απομακρύνεται από το ευαγγελικό ιδεώδες, το εόρτιο μήνυμα και την τοπική/γλωσσική του ιθαγένεια και από την άλλη υπερβαίνει γεωγραφικά όρια και φυλετικούς φραγμούς, εμπόδια τα οποία, μέχρι προ τίνος, φάνταζαν αξεπέραστα. Τελειώνοντας, ας τονίσουμε πως, η συνεισφορά της αστοχίας μας, στις χριστιανικές συντροφιές, κρίνεται απαραίτητη, ως σημείο αντιλογίας, για τη διαμόρφωση μιας εν δυνάμει πληρότητας. Στο σημείο αυτό, έγκειται εφεξής και η περιούσια συμβολή των χριστιανικών συναγμάτων κατά τις συζητήσεις τους. Να λαμβάνουν υπόψη τους, τον εκάστοτε επιστημονισμό (ζητήματα βιοηθικής, την εξελικτική πορεία του ανθρώπινου είδους, την παγκοσμιοποιούμενη τεχνική jomo Kenyattaπρόοδο, κ.λπ.) αλλά και να διασώζουν την ευλογία του βιβλικού – πατερικού περιεχομένου, στα χαρακτηριστικά του προσίδιου ήθους του: την εκκλησιαστική παρρησία, τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας, την κηρυγματική ευθύτητα και την, κατά συγκυρία, μεταστροφή (conversion) του υποκειμένου (Παύλος, Αυγουστίνος, Ντοστογιέφσκι…). Τα λόγια, άλλωστε, του Κενυάτη ηγέτη, Γιόμο Κενυάτα (1893 – 1978), αποκαλύπτουν αλλά και προαναγγέλλουν την, από παλιά, επίβουλη συμμαχία του παραταξιακού Χριστιανισμού και της εναρμονισμένης πολιτικής ιδεολογίας, εκεί όπου το, κατ’ επίφαση φέρσιμο, διαπρέπει: «Όταν ήρθαν οι ιεραπόστολοι, οι Αφρικανοί είχαν τη γη και οι ιεραπόστολοι κρατούσαν τη Βίβλο. Μας έμαθαν να προσευχόμαστε με τα μάτια κλειστά. Όταν τα ανοίξαμε, εκείνοι είχαν τη γη κι εμείς κρατούσαμε τη Βίβλο».

ΠΕΤΡΟΣ ΦΑΡΑΝΤΑΚΗΣ

Πέτρος φαραντακηςΟ Πέτρος Φαραντάκης είναι διδάκτορας της φιλοσοφίας του πανεπιστημίου Αθηνών και πιστοποιημένος μεταδιδάκτορας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Εργάζεται ως καθηγητής στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και είναι διευθυντής ακαδημαϊκού προγράμματος στο Bilston College, του Λονδίνου.

Ευχαριστίες εκφράζονται στον Θανάση Σακελλαριάδη, επίκουρο καθηγητή της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, για τις γόνιμες παρατηρήσεις του.

~  .  ~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Βλ. και την ενδιαφέρουσα άποψη του Π. Κονδύλη, στο βιβλίο του: Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος. Βασικά Στοιχεία της Κοινωνικής Οντολογίας, τ. Ια, Κοινωνική Σχέση, Κατανόηση, Κοινωνικότητα, μτφρ. Λ. Αναγνώστου, Θεμέλιο, Αθήνα, 2007, σ. 268: «Το άτομο δεν υπάρχει μαζί με την κοινωνία, αλλά μέσα στην κοινωνία, δηλαδή σε μια διαρκή θετική ή αρνητική, ανοιχτή ή κρυφή, άμεση ή έμμεση αντιπαράθεση με ανθρώπους που ανήκουν στο ίδιο ή πάντως σε ένα συλλογικό σώμα, καθώς και με αυτό που αποτελεί θεσμικό και πολιτιστικό προϊόν της δράσης άλλων ανθρώπων».

[2] W. James, Οι Παραλλαγές της Θρησκευτικής Εμπειρίας. Σπουδή στην Ανθρώπινη Φύση, τ. 1ος, μτφρ. Β. Τομανάς, Printa, Αθήνα, 1999, σ. 26, η οποία αποτελεί τμήμα του Προλόγου στην Ελληνική Έκδοση, από τον Η. Νικολούδη. Στην ίδια σελίδα, ο Νικολούδης, αναφέρει: Ο James προσφέρει έναν νέον ορισμό της θρησκείας: «θρησκεία είναι τα αισθήματα, οι πράξεις και οι εμπειρίες των ανθρώπων ως ατόμων στη μοναχικότητά τους, στο μέτρο που αυτοί συνειδητοποιούν ότι τελούν σε σχέση με οτιδήποτε είναι δυνατόν να θεωρήσουν ως θείο»

[3] Βλ. Ch. Taylor, Οι Δυσανεξίες της Νεωτερικότητας, μτφρ. Μ. Πάγκαλος, Εκκρεμές, Αθήνα, 2006, σ. 67.

[4] Fr. Collins, Η Γλώσσα του Θεού. Ένας Επιστήμονας δίνει Μαρτυρία για την Πίστη, μτφρ. Θρ. Κετσέας, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009, σ. 35.

[5] Κ.Βεργόπουλος, Οι Αμετανόητοι. Από τη Δεκαετία του `60 στον 21ο Αιώνα, Λιβάνης, Αθήνα, 2010, σ. 189.

[6] Π. Γέμτος, Ο Άνθρωπος σε ένα Ψυχρό, Αδιάφορο και Εχθρικό Κόσμο. Η Απολογία του Σύγχρονου Ανθρώπου, Παπαζήσης, Αθήνα, 2015, σ. 140.

[7] Fr. Lenoir, Ο Χριστός Φιλόσοφος, μτφρ. Αιμ. Βαλασιάδης, Πόλις, Αθήνα, 2010, σ. 277.

[8] Ο σύγχρονός μας στοχαστής Tz. Todorov, στο βιβλίο του Προς Υπεράσπιση του Διαφωτισμού, μτφρ. Κ. Καψαμπέλης, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2011, σ. 21, μιλώντας για την αποκαθήλωση των παραδοσιακών θεσμικών αξιών γενικώς, άμα τη εμφανίσει του Διαφωτισμού, γράφει: «Τα άτομα δεν νιώθουν δέος απέναντι στην παράδοση, προσπαθούν να διαχειριστούν μόνα τους τον ιδιωτικό τους χώρο, και συνάμα απολαμβάνουν αρκετή ελευθερία έκφρασης»

~  .  ~

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α.1. Βιβλιογραφία αναφορών

Βεργόπουλος, Κ., Οι Αμετανόητοι. Από τη Δεκαετία του `60 στον 21ο Αιώνα, Λιβάνης, Αθήνα, 2010.

Γέμτος, Π., Ο Άνθρωπος σε ένα Ψυχρό, Αδιάφορο και Εχθρικό Κόσμο. Η Απολογία του Σύγχρονου Ανθρώπου, Παπαζήσης, Αθήνα, 2015.

Κονδύλης, Π., Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος. Βασικά Στοιχεία της Κοινωνικής Οντολογίας, τ. Ι α, Κοινωνική Σχέση, Κατανόηση, Κοινωνικότητα, μτφρ. Λ. Αναγνώστου, Θεμέλιο, Αθήνα, 2007

Collins, Fr., Η Γλώσσα του Θεού. Ένας Επιστήμονας δίνει Μαρτυρία για την Πίστη, μτφρ. Θρ. Κετσέας, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009.

James, W., Οι Παραλλαγές της Θρησκευτικής Εμπειρίας. Σπουδή στην Ανθρώπινη Φύση, τ. 1ος, μτφρ. Β. Τομανάς, Printa, Αθήνα, 1999.

Lenoir, Fr., Ο Χριστός Φιλόσοφος, μτφρ. Αιμ. Βαλασιάδης, Πόλις, Αθήνα, 2010

Taylor, Ch., Οι Δυσανεξίες της Νεωτερικότητας, μτφρ. Μ. Πάγκαλος, Εκκρεμές, Αθήνα, 2006.

Todorov, Tz., Προς Υπεράσπιση του Διαφωτισμού, μτφρ. Κ. Καψαμπέλης, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2011.

~  .  ~

 Α.2. Ενδεικτική βιβλιογραφία σχετιζόμενη έμμεσα με το θέμα

Γέμτος, Π., Θεσμοί ως Κεντρική Μεταβλητή των Κοινωνικών Επιστημών, Παπαζήσης, Αθήνα, 2015.

Ζουμπουλάκης, Στ., «Αθήνα και Ιερουσαλήμ: πού κατοικεί τελικά ο Σεστώφ;» από το βιβλίο: Ο Θεός της Βίβλου και ο Θεός των Φιλοσόφων, (επιμ. Στ. Ζουμπουλάκης), Αθήνα, Άρτος Ζωής, 2012, 481- 500

Μπαθρέλλος, Δ., «Εφτά αμαρτήματα του σύγχρονου εκκλησιαστικού απολλιναρισμού», Σύναξη, 74 ( Απρίλιος – Ιούνιος 2000), σσ. 10-18

Μπιτσάκης, Ε., Το κεφάλαιο: «Κριτική του φαινομένου της θρησκείας», από το βιβλίο του, Από την Πυρά στο Άμβωνα, Τόπος, Αθήνα, 2009, σσ. 191 – 203.

Νούτσος, Π., Κεντρικό Καφενείο «Ο Λαϊκισμός», Παπαζήσης, Αθήνα, 2015.

Παπαδόπουλος, Γ., τα κεφάλαια: «Τα όρια του φυσιολογικού» και «Στίγματα ψυχών», που βρίσκονται στο βιβλίο του: Υποθέσεις Αλήθειας. Ενδεχόμενα Επιστήμης και Ανθρώπων, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο Κρήτης, 2006, σσ. 29-40 και 85 – 95.

Σαββάτος, Χρ., « Η κρίση της σύγχρονης κοινωνίας και η εκκοσμίκευση της εκκλησιαστικής διακονίας», Θεολογία, 83, τ.1, (Ιανουάριος – Μάρτιος 2012), σσ. 7-25

Φαραντάκης, Π., «Ο αναχωρητικός χριστιανικός μυστικισμός ως αναίρεση του κοινωνικού ορθολογισμού», με περίληψη αγγλιστί, Journal of Oriental and African Studies, 6 (1994), σσ. 170 – 173.

Φαραντάκης, Π., «Ουσία του χριστιανισμού», Φιλοσοφικό – Κοινωνιολογικό Λεξικό, τ.4, Καπόπουλος, Αθήνα, 1995, σ. 132

Φαραντάκης, Π.,«Βεβαιότητα και σχετικισμός στη νεωτερική συνείδηση. Η περίπτωση της θεολογίας», Θεολογία, 1 (2012), σσ. 333 – 343.

Φαραντάκης, Π., «Διαφωτισμός και ελλογιμότητα στη νεοελληνική διανόηση κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Από τη χειραφέτηση στη χειραγωγία; (του Διαφωτισμού). Η συμβολή του Εργαστηρίου Ερευνών της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας του Τομέα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων», Μνημοσύνη, 19 (2013), σσ. 343 – 350

De Waal, Fr., (επιμ.), Πρωτεύοντα και Φιλόσοφοι. Πώς Εξελίχθηκε η Ηθική, μτφρ. Χρ. Στεργίου, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2015.

Haakonssen, K., Διαφωτισμοί και Θρησκείες, μτφρ. Ρ. Αργυροπούλου, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Αθήνα, 2010.

Weber, M., Θεωρία της Θρησκευτικής Αρνησικοσμίας, μτφρ. Θ. Γκιούρας, Σαββάλας, Αθήνα, 2002.

Wolff, L., Ο Διαφωτισμός και ο Ορθόδοξος Κόσμος, μτφρ. Μ – Χ. Χατζηϊωάννου, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Αθήνα, 2001.