Χρίστος Δάλκος

Η «Μελανθώ» του κ. Χρίστου Δάλκου από φιλολογικής απόψεως κρινομένη

του ΝΕΑΡΧΟΥ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ[1]

Καίτοι ἀπὸ μακροῦ τὸ «λάλον ὕδωρ» τῆς φιλολογίας «ἀπέσβετο» μᾶλλον εἰς τὸν τόπον μας, ὑπάρχουν ἐν τούτοις εἰσέτι ἀσθενεῖς φωναί, ἀποπειρώμεναι τὴν συνέχισιν μακρᾶς πνευματικῆς παραδόσεως. Εἰς τὴν χορείαν τοιούτων φωνῶν θὰ ἐπεθύμουν νὰ καταλέξω καὶ τὸ πόνημα τοῦ κ. Χρίστου Δάλκου «Μελανθώ», καίτοι προδήλως λογοτεχνικῶν προθέσεων, εἰκάζων ὅτι ὁ συγγραφεύς, διστάζων νὰ παρουσιάσῃ τὰς ἐξόχως αἱρετικάς του θεωρίας ὑπὸ τύπον φιλολογικῆς πραγματείας, προετίμησεν τὴν ὁδὸν τῆς, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, «δημιουργικῆς φαντασιώσεως».

Ὁ ὑποφαινόμενος ἀνήκω εἰς γενεὰν ἡ ὁποία ἐσυνήθισε νὰ λέγῃ τὰ «σῦκα σῦκα καὶ τὴν σκάφην σκάφην», ὡς ἐκ τούτου θὰ παρακάμψω τὸ λογοτεχνικὸν τέχνασμα καὶ θὰ κρίνω τὸ πόνημα ὡς πραγματείαν φιλολογικήν, ἀποσκοποῦσαν νὰ εἰσαγάγῃ καινὰ δαιμόνια εἰς τὰς ὁμηρικὰς σπουδάς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὡς ἔδειξεν καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ πρώτου διδάξαντος Σωκράτους, δὲν εἶναι ἐκ προοιμίου καταδικαστέον.

Προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὸ κύριον ἀντικείμενον τῆς κρίσεώς μου, ὀλίγα τινὰ περὶ τῆς γλώσσης τοῦ συγγραφέως: Ὀρθῶς ἀκολουθεῖ τὸ σύστημα τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας, τὸ ὁποῖον εἰς τὸν τόπον μας ὑφίσταται ἐπὶ τριακονταπενταετίαν τοὐλάχιστον ἀνηλεῆ διωγμόν, διαπράττει ὅμως τὸ σφᾶλμα νὰ ὀβελίζῃ τὴν βαρεῖαν, Κύριος οἶδεν ἀπὸ ποίου νεωτερίζοντος πνεύματος ἑνὸς ἐλαχίστου γλωσσικοῦ «προοδευτισμοῦ» ὁρμώμενος. Ὡσαύτως καταδικαστέαι κρίνονται μικραί τινες ἀποκλίσεις ἀπὸ τῆς ὀρθῆς συντάξεως καὶ ἐκφράσεως οἷον «εἰκόνες ἀμύθητης ἀξίας καὶ παλαιότητας», ὅπου διὰ πρώτην, καὶ μοναδικήν, εὔχομαι, φορὰν εὑρισκόμεθα πρὸ «ἀμυθήτου παλαιότητος». (περισσότερα…)

Χρίστος Δάλκος, Καταγγελία του οργανισμού τηλεπικοινωνιών Ελβετίας και των Αυστροουγγαρέζων υποτακτικών του

21055028_1544172968954820_8202570881702941270_o.jpg

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΒΕΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΑΡΕΖΩΝ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΩΝ ΤΟΥ

Συγχωρῆστε μου τὴν ἀγανάκτηση, ἀλλὰ ὡς πολίτης τῆς Ἑλβετίας ἔχω νὰ κάνω μιὰ καταγγελία ποὺ ἐλπίζω νὰ μὴν περάσῃ στὰ ψιλά.

Ἐγώ, ἀγαπητοὶ συμπολῖτες Ἑλβετοί, ἀνέκαθεν δὲν συμπαθοῦσα τὰ κινητά. Ἔπαιξε ρόλο καὶ ποὺ ἕνας φίλος μου, πανεπιστημιακός, τμῆμα φυσικῶν ἐπιστημῶν, μοῦ ᾿χε μιλήσει γιὰ κάτι αὐγὰ ποὺ τά ᾿χαν βάλει κοντὰ σὲ κινητά, καὶ σὲ λίγα λεφτὰ ἔβραζαν.

Ἔμεινα λοιπὸν χωρὶς κινητὸ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια –βράζω ἀπὸ μέσα μου- κι ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε δὲν ἔπαθα καὶ τίποτα, μιὰ χαρὰ ἤμουνα μὲ τὸ σταθερό, ἅμα κάποιος μὲ ἀναζητοῦσε, κάποτε θὰ μέ ᾿βρισκε.

Μὲ φάγανε φίλοι καὶ γνωστοί, Ἑλβετοὶ καὶ Αὐστριακοὶ κυρίως, πάρε ἕνα κινητό, μπορεῖ νὰ χρειαστῇ. Μέχρι καὶ ὁ πανεπιστημιακὸς ὁ φίλος μου πῆρε κινητό, «Τί ἔγινε, τοῦ λέω, τὰ ξέχασες τὰ αὐγά;», «Ἔ, μοῦ λέει, σκέφτηκα μήπως βράζω κἀνα αὐγό, νά ᾿χω νὰ τρώω!»

Ὤπα, λέω, ἀφοῦ πῆρε ὁ φίλος μου ὁ αὐγοφοβικός, θὰ πάρω κι ἐγὼ νὰ κάνω καμμιὰ ὀμελέτα. Πάω λοιπὸν στὸ ὑποκατάστημα τοῦ ΟΤἙλβετίας τῆς συνοικίας μου καὶ λέω «δῶστε μου ἕνα κινητό», λέει «τί μάρκα», ἐντωμεταξὺ τὰ γιαπάκια τοῦ ὑποκαταστήματος μὲ ψωνίσανε ὅτι εἶμαι χάπατο, τοὺς λέω «δὲν ἔχω ἰδέα, δὲν ξέρω ἀπ᾿ αὐτά», κοντολογὶς «Νά λιλί, δῶ μ᾿ τσιτσί», ἔ, καλά, λέει, θὰ σᾶς κάνουμε ἕνα συμβόλαιο.

Μοῦ φέρνουνε κάτι ἀκαταλαβίστικα καὶ πολλά, ποῦ νὰ τὰ διαβάζῃς, ποὺ ἔπρεπε νὰ πληρώνω 30 εὐρὼ τὸ μῆνα, τὸ ὑπόγραψα κι ἐγὼ σὰ χάπατο ποὺ εἶμαι καὶ πῆρα τὸ κινητό, ἕνα φτηνό, εὐτυχῶς.

Μετὰ μὲ πιάσανε διάφοροι, Ἑλβετοὶ καὶ Αὐστριακοὶ κυρίως, λέει τί βλακεία ἔκανες, 30 εὐρὼ τὸ μῆνα, σὲ κοροϊδέψανε, μιὰ κάρτα βάζεις 10 εὐρὼ τὸ μῆνα καὶ γίνεται ἡ δουλειά σου. (περισσότερα…)