Χρήστος Μαρκίδης

Χρήστος Μαρκίδης, Ποιήματα

 

ΤΟ ΦΑΣΜΑ

Στὴ σιωπὴ ἐν μέσῳ τῆς νυκτὸς
Τὸ φάσμα ἦρθε καὶ μοῦ μίλησε.
Ἄκου, μοῦ εἶπε, τ’ ἀλόγατα σὲ φέραν ὣς ἐδῶ
κι ἄκου νὰ δεῖς τί εἶπαν:
Ἕρπουν λογῆς λογῆς νιφάδες
ὁ οὐρανὸς ἀνέτειλε, κατέβηκε στὴ γῆ.
Κι ἐκείνη τὴ σκηνὴ μὲ τὸν Ζαγρέα
ὁ μανιασμένος ἄνεμος τὴ σήκωσε ἀπ’ τὰ βάθρα
τὴν ἔριξε στῆς οἰκουμένης τὸ σταμνὶ
εὐχὴ εἱρκτὴ θὰ βρεῖς ἐσύ, νὰ τὴ νυμφεύσεις πάλι.
Ἐγὼ ἐξέπεσα, καλὲ
μήτε γι’ ἀρνὶ ὀδύρομαι μήτε γιὰ λύκο.
Ἐντόσθια μόνον ἐνθυμοῦμαι.

~.~

ΕΑΣΙ

Καμιὰ στροφὴ
κανένα ποίημα δὲν νογᾶ, ἀγαπημένε
μαζὶ τοῦ Διονύσου ἢ τοῦ Πανὸς
τὸν οἶστρο ἐξιστορήσαμε
μὰ ἡ κοινωνία τ’ ἄλλα ὑπηρετεῖ.
Τ’ ἄθλια καὶ τὰ φρικτὰ ἰσοζύγια.
Κι ἡ φύσις; Αὐτὴ κι ἂν θέλει νὰ κρυφτεῖ
κανεὶς δὲν ξεύρει πῶς ὁ κόσμος προχωρεῖ
Ἐρχόμαστε ποῦ; Πηγαίνουμε ποῦ;
Ἑρημία τρισμέγιστη. (περισσότερα…)

Χρήστος Μαρκίδης

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Τη ζωγραφική του Μαρκίδη την είπαν ανθρωποκεντρική. Ο χαρακτηρισμός είναι σωστός, θέλει όμως διευκρίνιση. Τι λογής κέντρο είναι αυτό που διεκδικεί στην τέχνη του ο άνθρωπος και με ποιον τρόπο; Στο κάτω της γραφής, ώς χθες ακόμη, σε κάθε ερώτημά μας, το ξέρουμε από τους καιρούς του Οιδίποδα, η απάντηση ήταν: ο άνθρωπος. Όμως, ποιος είναι ο άνθρωπος της εποχής μας γενικά, και ειδικά του Μαρκίδη;

Ανθρωποκεντρική, ανθρωπιστική, ουμανιστική, πείτε την όπως θέλετε, είναι κατ’ εξοχήν η τέχνη της αρχαιότητας. Εδώ ο Άνθρωπος είναι αυτονόητος, απτός, ορατός. Είναι κομμάτι οργανικό του σύμπαντος κόσμου, της πανωραίας δηλαδή αρμονίας του παντός: κόσμος θα πει στολίδι. Στα έργα του Φειδία και του Πραξιτέλη συναντούμε τον ιδεώδη του τύπο, με άλλα λόγια συναντούμε το ιδεώδες του ανθρώπου. Ναι, αυτός ο ιδεώδης άνθρωπος είναι θνητός, είναι τρωτός, είναι άθυρμα στα χέρια των θεών και της τραγικής Μοίρας. Την ίδια στιγμή όμως είναι και ο αγαπημένος των Μουσών, ο εραστής της Μνημοσύνης, είναι ο απομνημειωμένος και ο μνημονευόμενος, είναι περατός και όμως εις τους αιώνας αξεπέραστος. Ακόμη και η φρίκη του είναι στοιχείο αναπόσπαστο της κοσμικής ευμορφίας. Απόδειξη: οι αθάνατοι, με όλα τα κουσούρια τους, τού μοιάζουν.

Με την έλευση του Χριστού έχουμε το πρώτο ρήγμα. Ο άνθρωπος παραμερίζεται, εξορίζεται στον προθάλαμο του ιδεώδους. Η αθανασία παύει να είναι μνημοτεχνία, θύμηση των προγεγενημένων, αλλά γίνεται μελλοντικό πρόγραμμα μεταφυσικό. Πλέον δεν μοιάζουν οι θεοί στον άνθρωπο, εκείνος έχει πλαστεί κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του Κυρίου. Και οφείλει να αρθεί ώς Εκείνον, θανάτω θάνατω πατήσας. Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι απλώς ευάλωτος, όπως στην Αρχαιότητα. Είναι ατελής, αμαρτωλός, ανάπηρος. Γι’ αυτό και η τέχνη του Πανσέληνου ή του Θεοφάνη ας πούμε, τον αποτραβά από τους οφθαλμούς μας, ο άνθρωπος ο απτός, ο ατομικός παύει να υπάρχει. Και στη θέση του, προβαθμίδα θεώσεως, τίθεται ένα άλλο υπερβατικό πλέον ιδεώδες – ο Άγγελος ή ο Άγιος. Ωστόσο κι εδώ, το ανθρώπινο σχήμα, η ανθρώπινη μορφή, παραμένει οδηγός. Ο Άγιος παραμένει άνθρωπος, έστω εξαϋλωμένος και αναφής. Ο ίδιος ο θεός πρέπει να γίνει θεάνθρωπος, Υιός του Ανθρώπου, για να φανερωθεί.

Η Αναγέννηση και οι αιώνες που ακολούθησαν, σε αδρές γραμμές από τον Μποτιτσέλλι ώς τον Ντελακρούα, θ’ αντισταθεί σ’ αυτήν την πρώτη θεολογική απανθρώπηση του ανθρώπου. Θα προσπαθήσει να τον επανεγκαταστήσει στο χοϊκό του ενδιαίτημα, τη Φύση. Σήμερα ωστόσο το ξέρουμε. Χωρίς μόνιμη επιτυχία. Ο σκώληξ του Παραδείσου, με άλλα λόγια ο πειρασμός της Ουτοπίας, που με τόση σοφία είχαν αποφύγει οι Έλληνες, είχε τρυπώσει πια για τα καλά στο μήλο, στο ασυνείδητο του Δυτικού κόσμου. Η Φλωρεντία και η Βαϊμάρη μπορεί να λατρεύουν την Αθήνα, η ήπειρος που τις γέννησε ωστόσο εξακολουθεί να προσκυνά την Ιερουσαλήμ. Στο τέλος ο Γολγοθάς θα πάρει εκδίκηση απ’ τον Όλυμπο. Το αίτημα της υπέρβασης του ανθρώπου, που σήμαινε βέβαια την Πτώση της παρούσας του μορφής σε μια οντολογικά παρακατιανή βαθμίδα, εκείνη του αμαρτωλού προσταδίου, θα υιοθετηθεί επισήμως από τον Διαφωτισμό και τα συνοδά του ιδεολογήματα, πολιτικά και μη. Εκκοσμικευμένη, η Ανάσταση θα βαπτιστεί Επανάσταση. Και η ιστορία σύμπασα, η ζωή μας όλη, από τα χείλη του Καντ θα καταγγελθεί ως «ανωριμότης αυθυπαίτια». (περισσότερα…)

Χρήστος Μαρκίδης, Πέντε ποιήματα

005

ΟΙ ΙΣΚΙΟΙ

Ύστερα ήρθαν οι ίσκιοι
φέρνοντας άλλους ίσκιους
εκείνους που ταράζουν το κορμί
κι εκείνους που αλώνουν τα όνειρα
σημαδεμένος είσαι μου είπαν
ο ένας σ’ έκοψε στα δυο
ο άλλος το μυστήριο σου χάρισε
ο τρίτος ο φαρμακερός σε βάφτισε στο πυρ
ο τοξοφόρος στην άβυσσο.
Όμως εσύ οξεία είχες για νυγμό και
τυχερή περισπωμένη στον λέοντα
και δουλεμένα χέρια στο υνί
ψυχή από οίστρο και άργιλο
χρόνια εξερευνούσες σήραγγες σεμνές
ποτάμια με φιδίσια αινίγματα
στέρνες στεγνές άλλοτε πληρωμένες
από θεσπέσια ερείπια και ύδωρ
άλογα λόγια, κάμπους βατούς
τοπάζια περίοπτα, άβατα νάματα
ψιλές και δασείες, αιώρες και ρήγματα.

Ποιος άραγε τεχνούργησε τέτοια χαρά;
Ποιος πίσω την άρπαξε;

~.~

090

ΝΙΨΕ

Ανυπεράσπιστο παιδί ή παιδαριογέρων;
ρώτησε ο σοφός το νήπιο.
Όφις καημένε και νερό
νερόφιδο του απάντησε με στόμφο εκείνο
καθώς κροτάλιζαν τα τόξα
καθώς δεξαμενές αδειάζαν από ήχο
και θύρες ανοιχτές με πάταγο βροντούσαν
τι πάταγος κι αυτός, ο προαιώνιος
Κύριος, ο από μηχανής ελεήμων
μα και θυσιασμένος απολωλός
Άγγελος, τι στήθος που πορεύεται
στην ιστορία με γυμνωμένους μυς
δίχως νοήματα, δίχως ελπίδα
στυγνό κουφάρι πολλαπλασιασμένο
στο άπειρο, τι σώματα τερπνά
μέσα στον ύπνο, τι τέρατα δεμένα
στης κοινωνίας τον χαμό
ιδιοτέλεια σαύρας, σκύμνου κραυγή
αητού τροφή, έπος τριήμερο
χαντακωμένο μίσος, θέα παράλογη
μνήμης φωτιά, φύτρα περίοπτη
ξεμωραμένη νύχτα.

Στύψε το αίμα να χαρείς, μωρέ
Νίψε την άβυσσο.

~.~

L1020697

ΠΕΤΡΑ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ

Κάποτε  τα όνειρα δικαιώνονται
κάποτε παραμονεύουν
κάποτε σκύβουν και ρωτούν:
Ζεις; Για δεν ζεις;
Ζήσε! Να στοιχηθείς δεν θέλησες
να μοιραστείς δεν ήρθες
στην αλχημεία της φωτιάς πορεύτηκες ολκός
σ’ ανυπεράσπιστα βλέμματα γεύτηκες ύδωρ
τρυγόνια νοερά, βρύσες λιμένων άντλησες
στης αγωνίας τον αχό εντοιχισμένα μάρμαρα
και δυστοπίες αιώνων συνόψισες
δόρατα φίλων, μνήμες νεκρών, κατηγορίες απίστων
με παρρησία κατήγγειλες
πέρατα ιερά, περιπολίες αγίων
χνάρια πολύφερνα, δόκανα χώματα
μνήματα αθύρματα, σώματα ασώματα.

Πέτρα την πέτρα σκάναρες μαρτυρικά στο γέρμα
της ερημιάς το τρίστρατο και τα κρυφά μαντάτα.

~.~

xq 035.JPG

ΝΥΚΤΩΡ ΑΛΕΚΤΩΡ

Ψες στ’ όνειρό μου είδα τον θεό
νεκρές οι φύσεις στέκονταν λαμπρές
τελειωμένες, οριζόντιες
μαύρες βαμμένες και χρυσές

– Θα πάμε στην Εικοσιφοίνισσα μωρέ;
– Αμέ! Αν μας αφήσουν τα σκυλιά θα πάμε
– Θα τα στραβώσουμε με τους φακούς.
– Γυάλινα μάτια ζύγωσες Μιχάλη

Σκέψου Μιχάλη τις σκιές τις μοναχές
τα κυπαρίσσια σκέψου, κινήσαμε
γυρίσαμε, οι πιπεριές ποτίσματα
δικά μας περιμένουν
για να τραφούν να μαζωχτούν
νύκτωρ αλέκτωρ, τα καπνά να σπάσουν

Τηρ

Φων

Φως   Περσεφόνη

– Πού είν’ ο λόφος, πού ειν’ ο Τρύφων;
– Δες από δω σύρσου εκεί
αριστερά ο Λ., δεξιά η Ε., χαμαί ο Φωστήρας.

~.~

Ζ 012

ΞΥΠΝΗΣΑ ΜΕ ΒΡΟΧΗ

Ξύπνησα με βροχή
κρατούσα λέει στα χέρια μου
ένα μεγάλο αίνιγμα φαιό ακίνητο
ωσάν τον ουρανό που αντίκρισα
ανοίγοντας με κρότο τα παραθυρόφυλλα.
Δύο εικοσιτετράωρα ο θεός
καταδέχτηκε να συνωμοτήσει στο νόημα
εκείνο των σαράντα ημερών, το μέγα.

Μα τα φαινόμενα ως είθισται απατούν
μέχρι το ποίημα να τραφεί
ήλιος ανέτειλε χλωμός, δεν συμφωνεί η φύσις.

Η βούληση από το συμβάν έτη φωτός απέχει.


* Τὰ εἰκαστικὰ ἔργα ποὺ πλαισιώνουν τὰ ποιήματα ἀνήκουν στὸν συγγραφέα.