Χρήστος Μαρκίδης

Χρήστος Μαρκίδης, Πέντε ποιήματα

005

ΟΙ ΙΣΚΙΟΙ

Ύστερα ήρθαν οι ίσκιοι
φέρνοντας άλλους ίσκιους
εκείνους που ταράζουν το κορμί
κι εκείνους που αλώνουν τα όνειρα
σημαδεμένος είσαι μου είπαν
ο ένας σ’ έκοψε στα δυο
ο άλλος το μυστήριο σου χάρισε
ο τρίτος ο φαρμακερός σε βάφτισε στο πυρ
ο τοξοφόρος στην άβυσσο.
Όμως εσύ οξεία είχες για νυγμό και
τυχερή περισπωμένη στον λέοντα
και δουλεμένα χέρια στο υνί
ψυχή από οίστρο και άργιλο
χρόνια εξερευνούσες σήραγγες σεμνές
ποτάμια με φιδίσια αινίγματα
στέρνες στεγνές άλλοτε πληρωμένες
από θεσπέσια ερείπια και ύδωρ
άλογα λόγια, κάμπους βατούς
τοπάζια περίοπτα, άβατα νάματα
ψιλές και δασείες, αιώρες και ρήγματα.

Ποιος άραγε τεχνούργησε τέτοια χαρά;
Ποιος πίσω την άρπαξε;

~.~

090

ΝΙΨΕ

Ανυπεράσπιστο παιδί ή παιδαριογέρων;
ρώτησε ο σοφός το νήπιο.
Όφις καημένε και νερό
νερόφιδο του απάντησε με στόμφο εκείνο
καθώς κροτάλιζαν τα τόξα
καθώς δεξαμενές αδειάζαν από ήχο
και θύρες ανοιχτές με πάταγο βροντούσαν
τι πάταγος κι αυτός, ο προαιώνιος
Κύριος, ο από μηχανής ελεήμων
μα και θυσιασμένος απολωλός
Άγγελος, τι στήθος που πορεύεται
στην ιστορία με γυμνωμένους μυς
δίχως νοήματα, δίχως ελπίδα
στυγνό κουφάρι πολλαπλασιασμένο
στο άπειρο, τι σώματα τερπνά
μέσα στον ύπνο, τι τέρατα δεμένα
στης κοινωνίας τον χαμό
ιδιοτέλεια σαύρας, σκύμνου κραυγή
αητού τροφή, έπος τριήμερο
χαντακωμένο μίσος, θέα παράλογη
μνήμης φωτιά, φύτρα περίοπτη
ξεμωραμένη νύχτα.

Στύψε το αίμα να χαρείς, μωρέ
Νίψε την άβυσσο.

~.~

L1020697

ΠΕΤΡΑ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ

Κάποτε  τα όνειρα δικαιώνονται
κάποτε παραμονεύουν
κάποτε σκύβουν και ρωτούν:
Ζεις; Για δεν ζεις;
Ζήσε! Να στοιχηθείς δεν θέλησες
να μοιραστείς δεν ήρθες
στην αλχημεία της φωτιάς πορεύτηκες ολκός
σ’ ανυπεράσπιστα βλέμματα γεύτηκες ύδωρ
τρυγόνια νοερά, βρύσες λιμένων άντλησες
στης αγωνίας τον αχό εντοιχισμένα μάρμαρα
και δυστοπίες αιώνων συνόψισες
δόρατα φίλων, μνήμες νεκρών, κατηγορίες απίστων
με παρρησία κατήγγειλες
πέρατα ιερά, περιπολίες αγίων
χνάρια πολύφερνα, δόκανα χώματα
μνήματα αθύρματα, σώματα ασώματα.

Πέτρα την πέτρα σκάναρες μαρτυρικά στο γέρμα
της ερημιάς το τρίστρατο και τα κρυφά μαντάτα.

~.~

xq 035.JPG

ΝΥΚΤΩΡ ΑΛΕΚΤΩΡ

Ψες στ’ όνειρό μου είδα τον θεό
νεκρές οι φύσεις στέκονταν λαμπρές
τελειωμένες, οριζόντιες
μαύρες βαμμένες και χρυσές

– Θα πάμε στην Εικοσιφοίνισσα μωρέ;
– Αμέ! Αν μας αφήσουν τα σκυλιά θα πάμε
– Θα τα στραβώσουμε με τους φακούς.
– Γυάλινα μάτια ζύγωσες Μιχάλη

Σκέψου Μιχάλη τις σκιές τις μοναχές
τα κυπαρίσσια σκέψου, κινήσαμε
γυρίσαμε, οι πιπεριές ποτίσματα
δικά μας περιμένουν
για να τραφούν να μαζωχτούν
νύκτωρ αλέκτωρ, τα καπνά να σπάσουν

Τηρ

Φων

Φως   Περσεφόνη

– Πού είν’ ο λόφος, πού ειν’ ο Τρύφων;
– Δες από δω σύρσου εκεί
αριστερά ο Λ., δεξιά η Ε., χαμαί ο Φωστήρας.

~.~

Ζ 012

ΞΥΠΝΗΣΑ ΜΕ ΒΡΟΧΗ

Ξύπνησα με βροχή
κρατούσα λέει στα χέρια μου
ένα μεγάλο αίνιγμα φαιό ακίνητο
ωσάν τον ουρανό που αντίκρισα
ανοίγοντας με κρότο τα παραθυρόφυλλα.
Δύο εικοσιτετράωρα ο θεός
καταδέχτηκε να συνωμοτήσει στο νόημα
εκείνο των σαράντα ημερών, το μέγα.

Μα τα φαινόμενα ως είθισται απατούν
μέχρι το ποίημα να τραφεί
ήλιος ανέτειλε χλωμός, δεν συμφωνεί η φύσις.

Η βούληση από το συμβάν έτη φωτός απέχει.


* Τὰ εἰκαστικὰ ἔργα ποὺ πλαισιώνουν τὰ ποιήματα ἀνήκουν στὸν συγγραφέα.