Χάρης Γαρουνιάτης

Ποιητικά υβρίδια στην υπηρεσία του ανώτατου σκοπού

Χάρη Γαρουνιάτη Ροσινιόλ, Αθήνα, Αντίποδες, 2019

 της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Στο πρώτο βιβλίο του Χάρη Γαρουνιάτη Ροσινιόλ (Αθήνα, Αντίποδες, 2019) τα κείμενα στο σύνολό τους δίδουν την εντύπωση ότι συντάσσονται (και παρατάσσονται) πρωτίστως βάσει μιας αισθητικής προσέγγισης απέναντι στη γλώσσα − όπως λίγο πολύ εξάλλου κάνει κάθε ποιητής και κάθε καλλιτέχνης γενικότερα. Στην περίπτωση του Γαρουνιάτη όμως, η γλώσσα μοιάζει να ακολουθεί τη μέθοδο ή την τεχνική μιας άλλης τέχνης που γνωρίζει καλά ο ποιητής, εκείνην της γραφιστικής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα κείμενα εξελίσσονται και ελίσσονται άνευ λόγου και νοήματος∙ κάθε άλλο μάλιστα. Χωρίς να πρόκειται για οπτική, concrete ή για άλλου παρόμοιου είδους ποίηση, η επιλεγμένη διάταξη των στίχων πρώτα και η συνεκτική διάταξη των ποιημάτων ακολούθως, προσδίδουν στο βιβλίο έναν ενιαίο εσωτερικό ρυθμό, ο οποίος δίδει το εναρκτήριο κελάηδημα (rossignol στα γαλλικά σημαίνει αηδόνι) ήδη από το πρώτο ποίημα. Αυτό το μήνυμα έχει ήδη δοθεί, κατά πώς υπονοεί ο πρώτος στίχος του πρώτου ποιήματος του βιβλίου «Ηχητικό μήνυμα» με μικρό γράμμα αντί κεφαλαίο, πριν από το ίδιο το ποίημα, πριν από το ίδιο το βιβλίο, πριν από το συγκεκριμένο γεγονός:

(περισσότερα…)

Χάρης Γαρουνιάτης: Τρία ποιήματα

γρασίδι

Τουριστικός οδηγός

Δεν είναι Λονδίνο εδώ, να βγαίνει ο σπάνιος ήλιος
και ν’ αλείφουμε τα γρασίδια με τα κορμιά μας.

Σπανιότητα είναι η βροχή, εκλεπτυσμένη, εξωτική·
αρθρώνει περιοδικά το μελαγχολικό της λόγο.

Είμαστε οι κληρονόμοι του μεγάλου καλοκαιριού.
Επιδεικνύουμε μηδενική ανοχή στην κακοκαιρία.

Σ’ αυτή τη γη ο ήλιος επέλεξε ν’ απλώσει τις γενιές του·
σ’ αυτή τη γη υπαινίσσεται τους υπαινιγμούς του.

Όταν οι επισκέπτες λένε ότι ο ίδιος ήλιος έλουσε
κάποτε το Σοφοκλή και τη Σαπφώ, καπηλευόμαστε

μια απλή συνωνυμία κι αλλάζουμε γρήγορα το θέμα:
πίνουμε, χορεύουμε, γελάμε. Είμαστε χαρούμενοι εδώ,

έχουμε κέφι· καμιά σκιά δε θα περάσει πάνω απ’ τη διάθεσή μας.
Ο καιρός είναι αίθριος, η θλίψη παροδική σαν μπόρα.

Αλίμονο, φάγαμε τον τόπο. Τίποτε δε βρέθηκε
που να δικαιολογεί τη θλίψη μας εδώ.

*   *   *

Σύνοψη

Στην αρχή η ζωή·
επιτακτικά. Κάποτε,
η αγενής κλήση στο σπίτι,
μια τυχαία διαλεγμένη
στιγμή μέσα στη νύχτα.

Έπειτα πάλι η ζωή,
αναπόφευκτα πια: η διαλογή
του ξύλου, τα κόστη, οι πιστοποιήσεις·
κι ύστερα ο πιο μαύρος
από τους ήλιους· η συνοδεία

με πένθιμα, αργά παπούτσια·
το νεκρό όνομα στα χείλη (μια λέξη
διόλου χρηστική), και η βόλτα
μες στα χρόνια έως τη μέρα
που θα επιστρέψεις για να πεις:

τα γόνατά σου –μαρμάρινα τώρα–
αντέχουν το βάρος μου ξανά.
Τελικά, τίποτε περισσότερο
από ένα ποτήρι που πέφτει και σπάει
μπροστά σε χίλια μάτια κουφών.

*   *   *

Σονέτο ενός πρόωρα γερασμένου εαυτού
σε ύφος μεγαλορρήμον και παρωχημένο

Πότε θα έρθει η χρονιά εκείνη
σαν ερωμένη αργά να μου αφαιρέσει
το ρούχο της νεότητας; Θα μ’ έχει
ολότελα η ζωή εκθλίψει, μα απ’ του

περίγυρου το βλέμμα μια για πάντα
θα ‘χει χαθεί η προσδοκία της δράσης,
αφού το σώμα μου θ’ απεικονίζει
πιστά τη ζαρωμένη μου ψυχή. Και

τότε μ’ ευλάβεια θα σκύβουν όλοι,
κι εγώ με υπόκωφη φωνή θα στάζω
στην άφρονα και σπάταλη ακοή τους
το απόσταγμά μου αυτό που πια δε σφάλλει.

Βιάσου λοιπόν εσύ, έντιμη ηλικία —
εκτός αν έσφαλε και πάλι η νιότη.