Χάρης Βλαβιανός

Μαντελστάμ και Βαγιέχο

   mandelstam-190x300        vallejo

* * *

Από αναγνώστη μας λάβαμε και δημοσιεύουμε την ακόλουθη επιστολή:

* * *

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον

Μικρή συμβολή στην έρευνά σας για τη λογοκλοπή στην Ελλάδα:

Το υπ. αριθμ. 40 ποίημα της συλλογής του Χάρη Βλαβιανού «Σονέτα της Συμφοράς» (Πατάκης, 2011, σ. 50) κοπιάρει το ποίημα «Rusia en 1931» του Αμερικανού ποιητή Robert Hass. (Περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Human Wishes, Ecco Press, Νέα Υόρκη 1989· βλ. ελληνική μετάφρασή του από τον Αναστάση Βιστωνίτη στο περιοδικό Poetix, τχ. 6, φθινόπωρο-χειμώνας 2011-2012, σσ. 155-59.)

Θέμα του ποιήματος του Χας είναι ο Περουβιανός ποιητής Σέσαρ Βαγιέχο και ο Ρώσος Όσιπ Μαντελστάμ. Όπως λέει σε μια συνέντευξή του ο ίδιος: «This poem is about Mandelstam, who was a great poet and an anti-Stalinist, and Vallejo, who was a great poet and a Stalinist. Mandelstam was killed by Stalinist forces.»

Ο Βλαβιανός χωρίς να αναφέρει πουθενά τον Χας παίρνει από αυτόν την κεντρική ιδέα και όλα σχεδόν όσα αναφέρει στο δικό του κείμενο: την υποθετική συνάντηση των δύο στο Λένινγκραντ, τα παραπλήσια στον τίτλο τους βιβλία Trilce (του Βαγιέχο) και Tristia (του Μαντελστάμ), την σύμπτωση της έκδοσής τους την ίδια χρονιά (1922), τη φανταστική συνομιλία τους στα γαλλικά, το ότι η πολιτική παράταξη που υποστήριξε ο Βαγιέχο έστειλε στον θάνατο τον Μαντελστάμ. Οι 9 από τους 14 στίχους του Βλαβιανού αντιγράφουν ή παραλλάσσουν τον Χας.

Δεν φτάνει όμως ότι ο Βλαβιανός κλέβει το ποίημα του Χας, δεν καταλαβαίνει κιόλας τι κλέβει! Ενώ ο Χας θαυμάζει τη γαλλομάθεια των δύο ποιητών («Τι γαλλικά θα μιλούσαν!», γράφει), ο Βλαβιανός τους βάζει να μιλάνε: «με τα σπασμένα γαλλικά τους»! Πάνω στο θέμα, ο Βιστωνίτης σημειώνει τα εξής χαρακτηριστικά:

«και οι δύο μιλούσαν τέλεια γαλλικά. Ο μεν Μαντελστάμ σπούδασε γαλλικά και αρχαία γαλλικά στη Σορβόνη, την Πετρούπολη και τη Χαϊδελβέργη (έγραψε εξαίρετα δοκίμια για τον Αντρέ Σενιέ και τον Φρανσουά Βιγιόν, αναλύοντας τη λειτουργία της γαλλικής γλώσσας στην ποίησή τους), ο δε Βαγιέχο έζησε δεκαπέντε χρόνια στο Παρίσι, όπου έγραψε στα γαλλικά ένα θεατρικό έργο…»

Λάθος είναι η αναφορά του Βλαβιανού στη διαμονή του Μαντελστάμ το 1936 στο Βορόνεζ, όπου τον περιγράφει να δίνει «μάχη να κρατηθεί στη ζωή». Το Βορόνεζ είναι μητρόπολη της Νότιας Ρωσίας, κοντά στα σύνορα με την Ουκρανία. Ο Μαντελστάμ πέρασε εκεί μαζί με τη γυναίκα του τα τελευταία δημιουργικά χρόνια της ζωής του, στο μεσοδιάστημα των δύο συλλήψεών του. Ζήτησε ο ίδιος μάλιστα να πάει εκεί όταν το καθεστώς του απαγόρευσε τη διαμονή στη Μόσχα. Ο Χας κι αυτός δείχνει τον ποιητή να αγωνίζεται να επιζήσει, αλλά στη Σιβηρία: «να μαζεύει αποφάγια απ’ τον σκουπιδοντενεκέ σ’ ένα διαμετακομιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης κοντά στο Βλαδιβοστόκ».

Αμφίβολη είναι η αναφορά του Βλαβιανού και στο έτος 1936 όταν, όπως γράφει, «οι σταλινικοί έσφαζαν τους αναρχικούς στη Βαλένθια». Μάλλον εννοεί τις «Μέρες του Μαΐου», όταν το αναρχικό CNT συγκρούστηκε με τους κομμουνιστές και υπήρξαν πολλοί νεκροί. Μόνο που τα γεγονότα αυτά διαδραματίστηκαν άλλη χρονιά (το 1937) και σε άλλη πόλη (τη Βαρκελώνη).

Ο Βλαβιανός κάνει επίδειξη των ιστορικών γνώσεών του. Όμως τα κείμενά του βρίθουν από χοντροκομμένα λάθη. Παλιότερα, (Britannica, Νεφέλη 2004) είχε βάλει τον Ταλλεϋράνδο να σχολιάζει τον θάνατο του Μέτερνιχ. Κι αυτό όταν ο Μέτερνιχ πέθανε 21 ολόκληρα χρόνια μετά τον Ταλλεϋράνδο! Στο ίδιο βιβλίο αποδίδει στον Ντοστογιέφσκι τα λόγια ότι «Ένα ζευγάρι μπότες είναι προτιμότερες σε κάθε περίπτωση από τον Πούσκιν. Ο Πούσκιν είναι μια βλακώδης πολυτέλεια». Μόνο που το άρθρο του 1864, απ’ όπου η φράση, είναι σατιρικό! Ο Ντοστογιέφσκι όχι μόνο δεν πίστευε κάτι τέτοιο, αλλά και ειρωνεύεται τους νιχιλιστές που το έκαναν…

NIKOΣ KANAKAPAKHΣ

roberthass     Hass, Human Wishes

Advertisements

Χάρης Βρόντος: Σχόλιο περί λογοκλοπής

Αφορμώμενος από την έρευνά μας για τη λογοκλοπή (ΝΠ1), ο συνθέτης Χάρης Βρόντος μας έστειλε την ακόλουθη εγγραφή από το ανέκδοτο προσωπικό του ημερολόγιο.

19.12.09

Σήμερα είμαι πολύ ταραγμένος: από τη μια συγκινημένος για ένα λόγο, κι απ’ την άλλη εξουθενωμένος για ένα άλλο λόγο.

Τηλεφωνήθηκα το πρωί με τον Πατίλη και μιλήσαμε για τη συλλογή που μόλις έβγαλε. Μετά με πληροφόρησε ότι πρέπει να μπούμε στο YouTube όπου υπάρχει κάτι για μας. Όντως, ήταν ένα δεκάλεπτο στην τηλεόραση (κανάλι 100 της Πετρούπολης) για την Αχμάτοβα και τον αδελφό της Γκορένκο που πέθανε στην Ελλάδα. Με την ευκαιρία εορτασμού επετείου της ποιήτριας γίνονται διάφορες εκδηλώσεις σε τρεις πόλεις της Ρωσσίας. Η Κριτσέφσκαγια παρέδωσε στο Μουσείο Αχμάτοβα διάφορα κειμήλια που είχε ο ανεψιός της εδώ στην Αθήνα και μίλησε για την ανακάλυψη του τάφου της οικογένειας Γκορένκο στο Πρώτο Νεκροταφείο. Παίχτηκε λοιπόν και το φιλμάκι που τράβηξε η Ηρώ στο Πρώτο Νεκροταφείο, όπου η Κλαιρ και η Μάιρα ερμήνευσαν μια άριά μου από την όπερα «Ρέκβιεμ Αχμάτοβα», σε μεταγραφή για φωνή και τσέλλο: ένιωσα μεγάλη συγκίνηση και η Κλαιρ επίσης.

Το δεύτερο τώρα γεγονός είναι κακό: ο Πατίλης μού προώθησε ένα e-mail για μια μεγάλη λογοκλοπή. Όπως καταγγέλει μ’ εξοντωτικά πειστήρια κάποιος κύριος Ξανθός (ποιητής;) ο Χάρης Βλαβιανός έχει κατακλέψει όλους τους τίτλους των μερών του εκτενούς ποιήματός του για την Αχμάτοβα, καθώς και πάνω απ’ το μισό ποίημα, από την ομώνυμη ποιητική σύνθεση μιας Καναδής ποιήτριας που εκδόθηκε στον Οίκο Ράντομ (νομίζω το 2000).

Ο Ξανθός στέλνει στο διαδίκτυο, αριστερά με κίτρινα γράμματα και δεξιά με μαύρα, τις δυο συλλογές ή, μάλλον τα δυο ποιήματα. Εδώ δεν μιλάμε για κλοπή, αλλά για πλιάτσικο. Είναι τραγικό. Ο Χάρης είναι άρρωστος. Για δεύτερη φορά, μέσα σε δυο χρόνια, αποκαλύπτεται σκαιός λογοκλόπος. Τώρα δε το θέμα αφορά και μένα που έχω κάνει όπερα αυτό το εκτενές ποίημα του Χάρη, που δεν είναι του Χάρη. Προς το παρόν μένω συγκλονισμένος. Είναι σαν ν’ ανακάλυψα ξαφνικά, ότι η περιουσία που μου άφησε ο πατέρας μου, ανήκε σε κάποιον που ο πατέρας μου κατέδωσε στους Γερμανούς κι αυτοί τον εκτέλεσαν. Χρειάζομαι χρόνο για να σκεφτώ. Δεν ξέρω και τι τροπή θα πάρει αυτή η υπόθεση. Θα γίνει μήνυση; Θα πάνε στα δικαστήρια οι εκδότες και η ποιήτρια; Κι εγώ, αν παιχτεί η όπερά μου, τι όνομα θα βάλω στο λιμπρέτο; Χάρις Κάρσον;

Τώρα εξηγείται γιατί ο Χάρης, όσες φορές του μίλησα στην «Νεφέλη», για τον τρόπο που συνέθετα την όπερα, δεν έδειξε ποτέ πραγματικό ενδιαφέρον και μου απαντούσε με γρυλίσματα του στυλ: ναι, ναι… α, έτσι; Μμμ… ναι… ναι…

ΧΑΡΗΣ ΒΡΟΝΤΟΣ

***

Χάρης Βρόντος

Επιστολή στο ΝΠ

Jorie Graham, Sea Change    Βλαβιανός, Τα σονέτα της συμφοράς 3

Jorie Graham, the_end_of_beauty    Βλαβιανός, Μετά το τέλος της ομορφιάς

Από αναγνώστη μας λάβαμε και δημοσιεύουμε την ακόλουθη επιστολή:

«Επειδή οι ευγενείς εκστρατείες πρέπει να ενισχύονται, ως απλός αναγνώστης, καταθέτω την παραπάνω εξόφθαλμη ομολογουμένως περίπτωση δίδυμων εξωφύλλων μεταξύ της Jorie Graham για τη συλλογή Seas Change (2008) και του Χάρη Βλαβιανού για τα Σονέτα της συμφοράς (2011).

Το δανεισμένο αυτό εξώφυλλο των Εκδόσεων Πατάκη φέρει την υπογραφή «Βασιλική», κι αυτό θα μπορούσε να καταστεί απαλλακτικό ή να θεωρηθεί μια ακόμη σατανική σύμπτωση από τους καλόπιστους.

Αν μη τι άλλο, το έργο της Graham είναι κάτι παραπάνω από οικείο στον Χ. Βλαβιανό. Ο λόγος για την ποιητική συλλογή The End of Beauty (1999) της Graham που για τις ανάγκες της ποιητικής έκφρασης του Βλαβιανού έγινε Μετά το τέλος της ομορφιάς (Νεφέλη, 2003).

Σε κάθε περίπτωση μία εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις.»

Κώστας Λάνταβος: Περί συμπεριφορών και άλλων δεινών

του ΚΩΣΤΑ ΛΑΝΤΑΒΟΥ

Κώστας Λάνταβος

Από τον ποιητή και μεταφραστή Κώστα Λάνταβο λάβαμε την ακόλουθη επιστολή, που αφορμάται από άρθρο δημοσιευμένο στο δεύτερο τεύχος μας. Για το ζήτημα της διεξαγωγής του διαλόγου στο ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ (έντυπο και ψηφιακό) παραπέμπουμε στο σχετικό Σημείωμα της Σύνταξης.

* * *

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον

Το περιστατικό στο οποίο αναφέρομαι πιο κάτω έχει να κάνει με τη μετάφραση μου του Αντίνοου του Φερνάντο Πεσσόα και την περιπέτεια που είχε μέχρι να εκδοθεί το 2006 από τις Εκδόσεις Αρμός και το οποίο σχετικά σύντομα έκανε και δεύτερη έκδοση. Το παραδίδω για προδημοσίευση (αποτελεί ένα κεφάλαιο από βιβλίο μου που φιλοδοξώ να εκδώσω στο μέλλον και θα αφορά τα παραλειπόμενα της εμπειρίας στα Γράμματα) με αφορμή την αναφορά του φίλου ποιητή Ντίνου Σιώτη στον μεταφραστή Χάρη Βλαβιανό στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού («Δημιουργική λογοκλοπή», ΝΠ2, σ. 234-236). Το συμβάν είναι γνωστό στη συντεχνία, αλλά θεωρώ χρήσιμο ν΄ ακουστεί και δημόσια. Αφορμή για το γεγονός που περιγράφω στάθηκε η απόφαση και η θέλησή μου να μεταφράζω, αλλά δεν είχα – ατυχώς – για μένα την άδεια του Βλαβιανού, ο οποίος μάλλον θα πρέπει να χορηγεί πιστοποιητικά αγγλικής γλωσσομάθειας, χωρίς βέβαια να έχει ανακοινωθεί στον Τύπο ότι έχει επίσημη αρμοδιότητα επ΄ αυτού. Και επισημαίνω ότι αναφέρομαι στον μεταφραστή Βλαβιανό, τις μεταφράσεις του οποίου τιμώ (και είναι η μόνη του προσφορά στα ελληνικά γράμματα κατά τη δική μου κρίση), αλλά δεν αναφέρομαι διόλου στον ποιητή Βλαβιανό, διότι (παρά την επιείκεια του Ντίνου Σιώτη, που λέγει πως «αν έχει γράψει κάνα δυό ποιήματα») , θεωρώ, πάντα κατά την δική μου κρίση (και η κρίση μου αυτή είναι αυστηρά αισθητικού χαρακτήρα), πως ο Βλαβιανός δεν είναι ποιητής.

Την μετάφραση του Αντίνοου την δούλεψα σχεδόν ενάμισυ χρόνο, και πριν την παραδώσω στον εκδότη μου την διάβασα στον φίλο μου Μάκη Λαχανά. Μου έδωσε λύσεις σε κάποια σημεία που είχα αμφιβολίες και στο τέλος του Αυγούστου του 2001 οριστικοποίησα το τελικό κείμενο. Ιδού λοιπόν τι επακολούθησε.

«Αφού είχα έτοιμο το βιβλίο κατέβηκα στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους με σκοπό να το προτείνω στον εκδότη μου προς έκδοση. Ο οποίος – όπως πάντα – δέχτηκε με προθυμία. Τις ίδιες εκείνες μέρες, εντελώς τυχαίως, συνάντησα τον ποιητή και εκδότη του περιοδικού Δέντρο Κώστα Μαυρουδή, σε κάποιο κτήριο του υπουργείου Πολιτισμού, κάπου πίσω απ το Μουσείο. Εκείνος πήγαινε να δει την κ. Άλκηστη Σουλογιάννη, διευθύντρια τότε του Τμήματος Μορφωτικών(;) Υποθέσεων ή κάτι παρόμοιο τέλος πάντων, κι εγώ να συναντήσω συγγενικό μου πρόσωπο, υψηλόβαθμο στέλεχος επίσης του υπουργείου. Τα είπαμε στα γρήγορα και, ως είθισται μεταξύ λογοτεχνών όταν έχουν καιρό να τα πουν, με ρώτησε τι γράφω ή αν έχω κάτι έτοιμο. Με τον Κώστα είχαμε καλή σχέση, είχα δημοσιεύσει κάμποσες φορές στο περιοδικό του και τον εμπιστευόμουν γενικώς. Του είπα πως είχα έτοιμη μια μετάφραση, τον Αντίνοο του Πεσσόα και πως θα εκδιδόταν από τον Αρμό. Τον παρακάλεσα να μην το αναφέρει σε κανέναν και οπωσδήποτε όχι στον μεταφραστή Χάρη Βλαβιανό, γιατί είχα διαβάσει πως επρόκειτο να μεταφράσει Πεσσόα και φοβόμουν μήπως συμπέσουμε. Μου πρότεινε μάλιστα να δημοσιεύσει ένα μέρος στο επόμενο τεύχος του Δέντρου –όπως και έγινε– και τον ευχαρίστησα για την ευγενική του πρόταση. Δυστυχώς, με τον εκδότη μου δεν λάβαμε υπ΄ όψιν τα συγγραφικά δικαιώματα των έργων του Πεσσόα, γεγονός που το βρήκαμε μπροστά μας δεδομένου ότι με την αλλαγή της νομοθεσίας τα συγγραφικά δικαιώματα παύουν να ισχύουν όταν συμπληρωθούν εβδομήντα πέντε χρόνια από τον θάνατο του συγγραφέα.

Αργότερα, λίγους μήνες μετά – δε θυμάμαι ακριβώς – και ενώ βρισκόμουν στο σπίτι μου στη Λάρισα, νομίζω ήταν μεσημέρι, δέχτηκα ένα απρόσμενο και λίαν αγενές τηλεφώνημα. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο Βλαβιανός, ο οποίος χωρίς καν με χαιρετίσει με ρώτησε με οργίλο ύφος και στον ενικό: «δε μου λές που τα έμαθες εσύ τα αγγλικά και τολμάς να μεταφράζεις Μπλέηκ, Πάουντ και τώρα Πεσσόα;» Πριν καλά-καλά συνέλθω απ΄ τον αιφνιδιασμό και τη θρασεία αγένεια του συνομιλητή μου, με ρώτησε ακόμα «έχεις ζήσει στην Αγγλία;» Όχι, του απάντησα. «Έ, τότε δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μεταφράζεις από τα αγγλικά». Η έκπληξη μου – ή μάλλον η αποπληξία που υπέστην- ήταν τέτοια που πριν προλάβω να συνέλθω και ν΄ αρθρώσω έναν λόγο, μου έκλεισε στα μούτρα το τηλέφωνο.

Να σημειώσω εδώ ότι τον κύριο αυτόν δεν τον είχα συναντήσει ποτέ, δεν είχαμε μιλήσει ποτέ, δεν ήξερα καν πως είναι σαν ανθρώπινη φιγούρα. Τον γνώριζα από τις μεταφράσεις του και από τις αναφορές του Τύπου στο πρόσωπό του. Μπορεί να φαντασθεί κανείς πώς ένοιωσα. Κάθισα στον καναπέ και προσπάθησα να καταλάβω τι είχε συμβεί. Πρώτον, σκέφτηκα, από πού άντλησε ο άνθρωπος αυτός το δικαίωμα να συνομιλήσει μαζί μου αφού ούτε καν με γνώριζε; Δεύτερον, πόσο αλήθεια ενοχλήθηκε για να φτάσει στο σημείο να αναζητήσει και βρει τον αριθμό του τηλεφώνου μου για να με επιπλήξει για κάτι που δεν τον αφορούσε άμεσα, ούτε προσέβαλε τα συμφέροντά του; Τρίτον, τον είχε διορίσει κανείς τοποτηρητή της μεταφραστικής τύχης των έργων του Μπλέηκ, του Πάουντ και του Πεσσόα; Τέταρτον, αγνοούσε μήπως το γεγονός πως πολλοί Έλληνες λογοτέχνες, μείζονες και ελάσσονες είχαν μεταφράσει ξένους ποιητές και πεζογράφους χωρίς να έχουν ταξιδέψει ποτέ στο εξωτερικό με πρώτον και καλύτερο τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη; Αγνοούσε ότι ο Γιώργος Κοροπούλης μετέφρασε ποίηση Μπόρις Πάστερνακ με την βοήθεια ρωσομαθούς που έκανε την κατά λέξη μετάφραση κι εκείνος ανέλαβε να της δώσει ποιητική φόρμα; Πέμπτον, όποιος μεταφράζει και δημοσιεύει τις μεταφράσεις του εκτίθεται δημοσίως και πως ο καθένας που έχει τις αντιρρήσεις του ή τις ενστάσεις του για την ποιότητα των μεταφράσεων μπορεί να τις εκφράσει γραπτώς και δημοσίως και να κατακεραυνώσει τον μεταφραστή; Ο ποιητής Νίκος Φωκάς είχε ήδη δημοσιεύσει αρνητική κριτική για την μετάφρασή μου στον Μπλέηκ, γιατί δεν έκανε κι εκείνος το ίδιο; Δόξα τω Θεώ και περιοδικό διηύθυνε και πρόσβαση στον ημερήσιο Τύπο είχε. Γιατί δεν έγραφε ό,τι απαξιωτικά μου είπε, παρά μου τηλεφώνησε –ως μη όφειλε– και έδειξε έναν χαρακτήρα που δεν υποπτευόμουν πως είχε;

Δεν μπορούσα να εννοήσω τί τον οδήγησε σε τέτοια συμπεριφορά, ποιες αγωνίες και ανασφάλειες πιθανώς κουβαλούσε, τί νόμιζε πως θα επιτύχει. Και αδυνατώντας να κατανοήσω την αδιανόητη για καλλιεργημένο άνθρωπο συμπεριφορά, αρκέστηκα στη γνωστή διαπίστωση: «άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου», προσθέτοντας το δικό μου συμπέρασμα, πως δηλαδή «πιο άβυσσος δεν γίνεται». Κάποιος άλλος θα μπορούσε να προσθέσει πως επρόκειτο για μια αναιδέστατη συμπεριφορά ενός επηρμένου αθηναίου πολίτη προς έναν «υποτελή επαρχιώτη»…

Η ιστορία αυτή είχε δυστυχώς συνέχεια και πολύ δυσάρεστη. Ο εν λόγω μεταφραστής μετέφερε τα νέα του Αντίνοου στη Μάγδα Κοτζιά, εκδότρια του Εξάντα, η οποία είχε αγοράσει τα συγγραφικά δικαιώματα των έργων του Πεσσόα για την ελληνική γλώσσα. Αυτή τη λεπτομέρεια, ουσιώδη όμως, δεν την γνώριζε ούτε ο εκδότης μου. Εκ των υστέρων και κάνοντας τους αριθμητικούς υπολογισμούς (ο Πεσσόα είχε πεθάνει το 1935 και ήδη εξέπνεε το 2001) δεν καταλάβαινα προς τί αυτή η αγορά δικαιωμάτων, αφού το 2005 συμπληρώνονταν τα 75 χρόνια που προέβλεπε η διεθνής νομοθεσία και το έργο του Πεσσόα θα μπορούσε πλέον να το εκδώσει όποιος εκδοτικός οίκος το επιθυμούσε. Κι ακόμα πιο περίεργο μου φαινόταν όλο αυτό, δεδομένου ότι ο Εξάντας δεν είχε εκδώσει ακόμα κανένα βιβλίο του Πεσσόα. Αυτές οι σκέψεις όμως απασχολούσαν προφανώς μόνο τη δική μου λογική.

Η εκδότρια λοιπόν του Εξάντα αφού έμαθε τα νέα απ΄ το φιλόδοξο μεταφραστή της, τηλεφώνησε στον Γ. Χατζηϊακώβου κι ούτε λίγο ούτε πολύ τον απείλησε πως αν τολμήσει να εκδώσει τον Αντίνοο θα προβεί σε ασφαλιστικά μέτρα για να εμποδίσει την κυκλοφορία του. Φυσικά και είχε δίκιο σύμφωνα με το νόμο, κι έτσι ο Αντίνοος έμεινε στο συρτάρι μέχρι το 2006, οπότε εξεδόθη, πήγε καλά εμπορικά και σχετικά συντόμως έκανε και δεύτερη έκδοση. Οφείλω εδώ να σημειώσω τη στάση του Κώστα Μαυρουδή μετά την ατυχή έμπνευσή του να μεταφέρει στον Βλαβιανό όσα τον είχα παρακαλέσει να μην πει. Ο Κώστας όταν τον ενημέρωσα σχετικώς, αμέσως μετά το ανήκουστο τηλεφώνημα που δέχτηκα, ένοιωσε πολύ άσχημα, πρώτον γιατί δεν σεβάστηκε την επιθυμία μου, δεύτερον διότι δεν κράτησε τον λόγο του και τρίτον και χειρότερο για την βάρβαρη τηλεφωνική επίθεση που δέχτηκα. Μου ζήτησε συγνώμη, την δέχτηκα χωρίς δεύτερη κουβέντα και ομολογώ πως δεν μου έμεινε καμία πικρία γιατί είμαι πεπεισμένος πως δεν μπορούσε να προβλέψει μια τέτοια εξέλιξη.

Βεβαίως το περιστατικό αυτό έγινε γνωστό σε αρκετούς ανθρώπους της συντεχνίας, οι περισσότεροι των οποίων, όπως δήλωσαν, δεν εξεπλάγησαν για την συμπεριφορά του συγκεκριμένου μεταφραστή διότι είχαν υπ΄ όψιν τους και άλλες απροσδόκητες συμπεριφορές του. Ερμήνευαν δε αυτές τις συμπεριφορές ως προϊόντα της αγωνίας που τον διακατείχε να κατακτήσει διασημότητα και να ασκήσει εξουσία στο συνάφι. Όπως και να ΄χει, παρόμοια συμβάντα μου προξενούν μόνον θλίψη…

Αν αναφέρω το γεγονός αυτό, δεν το κάνω για να στηλιτεύσω μια άδικη, τουλάχιστον, συμπεριφορά, αλλά για να πω στον αναγνώστη πως άλλο πράγμα είναι το έργο –μεγάλο ή μικρό– ενός καλλιτέχνη και άλλο πράγμα η προσωπικότητα κι ο χαρακτήρας του. Και ότι η ιδιότητα του καλλιτέχνη δε σημαίνει απαραίτητα και εξαίρετο άνθρωπο. Το έργο μπορεί να είναι μέγα και ο καλλιτέχνης ως άνθρωπος να είναι απαίσιος έως και άθλιος. Υπάρχου πολλά παραδείγματα μεγάλων καλλιτεχνών με τεράστιο έργο που ως άνθρωποι όμως δεν ήταν και ό,τι το καλύτερο. Ο μέγας Βίκτωρ Ουγκώ συμπεριφέρθηκε με τον πιο σκληρό τρόπο στην θυγατέρα του διότι διαφώνησε με την ερωτική της επιλογή. Μια πράξη που ουδόλως ταίριαζε στον λογοτεχνικό του μύθο. Γι΄ αυτό συνιστώ στον αναγνώστη να μην μυθοποιεί ποτέ λογοτέχνες, ζωγράφους και πάσης φύσεως καλλιτέχνες, διότι όταν αργότερα –μέσω βιογραφιών ή άλλων ντοκουμέντων– μάθει τα της προσωπικής των ζωής, η απογοήτευση τον περιμένει στη γωνία. Ας περιοριστεί ο άδολος αναγνώστης στο να θαυμάζει το έργο τέχνης που τον συγκινεί κι ας λησμονήσει εντελώς τον άνθρωπο που το δημιούργησε. Εξάλλου το έργο τέχνης μένει, ο καλλιτέχνης ως όναρ παρέρχεται…»

ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΝΤΑΒΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Μετά τα δημοσιεύματα και του δεύτερου τεύχους μας περί λογοκλοπής, λάβαμε αρκετά κείμενα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αξιοποιούν το ερέθισμα και συνεχίζουν τη συζήτηση.

Η εξέλιξη αυτή μας χαροποιεί. Δείχνει ότι ο κανόνας της σιωπής και της συγκάλυψης αποκτά επιτέλους τις εξαιρέσεις του. Ωστόσο μας δημιουργεί και ένα δισεπίλυτο πρόβλημα. Το ΝΠ κυκλοφορεί δύο φορές τον χρόνο, δεν έχει συνεπώς την πολυτέλεια να δεσμεύει όλα τα τεύχη του σ’ αυτήν την άθλια ιστορία επί μακρόν. Πολλώ δε μάλλον όταν το υλικό που προκύπτει τείνει να αυξάνεται: από τις 21 σελίδες του πρώτου τεύχους, περάσαμε αισίως στις 41 στο δεύτερο, ενώ τα κείμενα που μας έχουν έρθει έκτοτε καλύπτουν και πάλι δεκάδες σελίδες.

Μετά από σκέψη, αποφασίσαμε να μεταθέσουμε τον διάλογο στον ιστότοπο του περιοδικού. Όλα τα επώνυμα σχετικά κείμενα εφεξής θα αναρτώνται εκεί. Γνωρίζουμε άλλωστε καλά πόσο δύσκολο είναι να βρεθεί άλλο δημόσιο βήμα διατεθειμένο να τα δημοσιεύσει.

Το ζήτημα που μας απασχόλησε έντονα είναι αν το ίδιο πρέπει να ισχύσει και για τις ανώνυμες επιστολές που λαμβάνουμε. Κατ’ αρχήν, η πράξη της δημόσιας τοποθέτησης, πόσω μάλλον όταν αυτή περιλαμβάνει καταγγελία, είναι αυτονόητο ότι οφείλει να γίνεται ενυπόγραφα. Είναι αφύσικο, μάλιστα υποκριτικό να στιγματίζεις δημόσια τη συμπεριφορά ορισμένων εκ του ασφαλούς και, την ίδια στιγμή, αυτούς τους ίδιους να τους συναναστρέφεσαι κοινωνικά στις φιλολογικές εκδηλώσεις. Γιατί αν δεν σκοτίζεσαι για να κρατήσεις τις καλές σχέσεις σου, ποιος ο λόγος να κρύβεσαι;

Με αυτή την έννοια, η τακτική αυτή, της ανέξοδης καταγγελίας, είναι κατακριτέα. Όχι όμως πάντα. Η ελληνική συγγραφική και εκδοτική συντεχνία, η αθηναϊκή μάλιστα, είναι πολύ στενή – οι πάντες γνωρίζουν τους πάντες. Σε περιπτώσεις προφανούς ανισότητας των όπλων (όταν λ.χ. ο καταγγέλων βιοπορίζεται σε επαγγελματικό χώρο στον οποίο ο καταγγελόμενος ασκεί μεγάλη επιρροή), η ανωνυμία ενδέχεται να είναι ο μόνος τρόπος.

Δεν είναι τυχαίο ότι στη Γερμανία οι ερευνητές που με τις αποκαλύψεις τους περί λογοκλοπής διέσυραν και οδήγησαν σε αποπομπή δύο κορυφαίους υπουργούς της κυβέρνησης Μέρκελ (και πλειάδα άλλους αξιωματούχους και πολιτικούς, όπως τον τέως ευρωβουλευτή των Φιλελευθέρων Γ. Χατζημαρκάκη – γεγονός που δεν αποθάρρυνε τον Υπουργό μας των Εξωτερικών από να τον αναγορεύσει προ ημερών πρέσβη εκ προσωπικοτήτων…), δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι οι ερευνητές αυτοί ήταν στην πλειονότητά τους ανώνυμοι.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, ανώνυμης πλην τεκμηριωμένης καταγγελίας, κριτήριο για τη δημοσίευση της στον ιστότοπό μας θα είναι εφεξής το επαληθεύσιμο του περιεχομένου της. Εξίσου αυτονόητο είναι, ωστόσο, ότι δεσμευόμαστε να δημοσιεύσουμε και τυχόν απαντήσεις που θα λάβουμε στις καταγγελίες αυτές.

Κλείνουμε με την επισήμανση ότι η δική μας θέση στο ζήτημα δηλώνεται επαρκώς στα δύο πρώτα μας τεύχη. Το ίδιο το ΝΠ δεν προτίθεται να επανέλθει, ούτε να απαντήσει στις νεώτερες επιθέσεις που δέχεται.

ΝΠ

Στο πνεύμα των παραπάνω, στις 11.11.14 δημοσιεύσαμε στον ιστότοπο του Νέου Πλανόδιου εκτενή επιστολή του κριτικού Γιώργου Αράγη που ανασκευάζει τις θεωρητικές θέσεις περί λογοκλοπής του Νάσου Βαγενά (βλ. «Ποίηση και λογοκλοπία», ΝΠ2, σ. 197-208). Στις 13.11. αναρτήσαμε το κείμενο του ποιητή και μεταφραστή Κώστα Λάνταβου «Περί συμπεριφορών και άλλων δεινών» και στις 17.11. επιστολή αναγνώστη μας που αμφότερα αναφέρονται στον Χάρη Βλαβιανό. Η παρέμβαση του κ. Λάνταβου αφορμάται από το άρθρο του Ντίνου Σιώτη «Δημιουργική λογοκλοπή» (ΝΠ2, σ. 234-236).

 

Clipboard001

Λογοκλοπή: Ο κλέψας του κλέψαντος («Τα Νέα», 1.11.2014)

του ΓΙΟΥΒΕΝΑΛΗ
εφ. ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Page_528817$W0_H115_R0_P0_S1_V0$Jpg Page_528818$W0_H115_R0_P0_S1_V0$Jpg

Λογοκλοπή

Ο κλέψας του κλέψαντος

Οι υποθέσεις «κλοπής» μεταξύ συγγραφέων, ερευνητών και ιστορικών θα μπορούσαν να αποτελούν υλικό για αστυνομικό μυθιστόρημα του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν. Αλλωστε, σύμφωνα με μια παλιότερη καταγγελία εντός του σιναφιού, και αυτός έχει πέσει θύμα από έλληνα «συνάδελφο»

Mundus vult decipi, ergo decipiatur. Ο κόσμος επιθυμεί να εξαπατηθεί, άφησέ τον λοιπόν να εξαπατηθεί. Η φράσις του ρωμαίου συγγραφέα Γαΐου Πετρωνίου, που έζησε λίγο μετά τον Χριστό, είναι ενδεικτική μιας κυνικής νοοτροπίας που κατακλύζει τον κόσμο αρκετών ελλήνων λογίων.

Ηδη θα αναρωτιέστε τι θέλει να πει ο ποιητής. Θέλει να πει ότι καθ’ όλα αξιοσέβαστοι άνθρωποι, με λαμπρές ακαδημαϊκές περγαμηνές, καθηγητές, ακαδημαϊκοί, έχουν συλληφθεί  να κλέπτουν οπώρας – τουτέστιν τον πνευματικό, ερευνητικό ή δημιουργικό κόπο άλλων. Πρόσωπα που συχνά περιβάλλονται τον μανδύα κηνσόρων, αποδεικνύονται αδύναμα μπροστά στο δέλεαρ ενός επιπλέον credit… Ματαιοδοξία; Πιθανόν. Αλλά επενδεδυμένη κυνισμό και περιφρόνηση αρχών. Κι όταν, αν, αποκαλυφθεί η λαθροχειρία, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι καταφέρνουν να βρίσκονται και από πάνω. Μετερχόμενοι είτε των σχέσεών τους είτε της εξουσίας τους, οχυρωνόμενοι στην αμνησία που ως κουρνιαχτός επικάθηται επί του δημοσίου λόγου συνεχίζουν να παίζουν τον ίδιο ρόλο.

Εχοντας επιστρέψει προσφάτως από ένα ακαδημαϊκό σαββατικόν διαρκείας ενός έτους, συναντήθηκα τις προάλλες με νεαρούς μεταπτυχιακούς φοιτητές παιδαγωγικού τμήματος. Μιλήσαμε για τις εργασίες τους και με έκπληξή μου άκουσα ότι η κυρίαρχη τάση είναι να αναζητάς στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη παλαιότερες εργασίες παλαιότερων μεταπτυχιακών τις οποίες, είτε παραφράζοντάς τες είτε και παραθέτοντάς τες αυτούσιες, παίρνεις με ασφάλεια το πολυπόθητο χαρτί. Με τη μικρότερη προσπάθεια.

Η κουλτούρα της αντιγραφής

Είναι γεγονός, λοιπόν, ότι στο ελληνικό πανεπιστήμιο ανθεί η κουλτούρα της αντιγραφής. Οικειοποιείσαι τη δουλειά άλλου, την παρουσιάζεις για δική σου, «ξεχνώντας» όλως τυχαίως ασφαλώς τον υπομνηματισμό και τις παραπομπές. Καμιά φορά αντιγράφεις «από τα ξένα» (αν δύνασαι να διαβάσεις κάτι στα ξένα και να το μεταφέρεις στα δικά μας), αλλά δεν είναι ασύνηθες να «μεταφράζεις» και από τα δικά μας. Πολύ πρόσφατα, παράγων του ελληνικού πανεπιστημίου, με επιθυμία παρεμβάσεως στη δημόσια ζωή και αντιμνημονιακή ρητορική, προκειμένου να προαχθεί είχε αντιγράψει σχεδόν ολόκληρο προγενέστερο βιβλίο επιστημολογίας συναδέλφου του. Η υπόθεση θα κατέληγε στα αστικά δικαστήρια, ώσπου ο κλέψας οπώρας προσέπεσεν γονυπετής στους πόδας των κατόχων του πρωτοτύπου και των δικηγόρων τους. Εκείνοι τον ελυπήθηκαν, εκείνος απέσυρε το βιβλίο, αλλά κέρδισε την προαγωγή – ίσως με ένα άλλο βιβλίο, που έγραψε γρήγορα, προφανώς θεία εμπνεύσει. Σημασία έχει ότι ο προαχθείς συνεχίζει να αρθρογραφεί εναντίον των μεταρρυθμίσεων και του βάρβαρου Μνημονίου.

Αλλά σε μια χώρα όπου η κουλτούρα της αντιγραφής κυριαρχεί σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, είναι προφανές ότι δίδεται η δυνατότης της διασταυρώσεως και προβολής περιπτώσεων, η αντιγραφική μέθοδος των οποίων έχει διαρρεύσει. Οι κλέπται πνευματικών οπωρών είναι αρκετοί – και έχουν ονοματεπώνυμο. Τις περιπτώσεις δε ορισμένων εξ αυτών συγκέντρωσε, προσφάτως, το περιοδικό λογοτεχνίας και κριτικής ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ (τχ. 1, χειμώνας 2014). Εξ ανάγκης, θα σταχυολογήσω τις σοβαρότερες – και ιδιαιτέρως αστείες – προσθέτοντας αναφορές.

Μια ξένη γλώσσα αρκεί

Ο Νικόλαος Κ. Αρτεμιάδης (1917-2010) ήταν γνωστός μαθηματικός, με μεγάλη διδακτική εμπειρία σε ελληνικά και αμερικανικά πανεπιστήμια. Το 2000, πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, εξέδωσε την ογκώδη «Ιστορία των μαθηματικών» (781 σελίδες) που, τέσσερα χρόνια μετά, μεταφράστηκε στα αγγλικά. Ωστόσο, το 2005, ο Σεθ Μπρέιβερ, από το Πανεπιστήμιο της Μοντάνας, κατήγγειλε το βιβλίο ως προϊόν λογοκλοπής, ανάλογης εργασίας του μαθηματικού Μόρις Κλάιν. «Ο Αρτεμιάδης δεν συνόψισε μόνο τη σκέψη τού Κλάιν, δίχως να παραπέμψει σε εκείνον, την αντέγραψε αράδα προς αράδα» σημείωνε ο Μπρέιβερ. Οι εκδότες, αφού επιβεβαίωσαν την καταγγελία, απέσυραν από την κυκλοφορία το βιβλίο. Στην Ελλάδα, πάντως, μπορείτε ακόμα να βρείτε το βιβλίο στα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία. Είναι έκδοση της έγκυρης Ακαδημίας Αθηνών.

Ο εγκληματολόγος Γιάννης Πανούσης, της αριστερής τάσεως της ΔΗΜΑΡ (πρώην ΠΑΣΟΚ αλλά και, στο παρελθόν, υποψήφιος υπερνομάρχης Αθηνών – Πειραιώς του ΣΥΡΙΖΑ), έχει κατηγορηθεί ότι, τα πρώτα χρόνια της πανεπιστημιακής καριέρας του, οικειοποιήθηκε «την εισήγηση που έκανε ο άγγλος καθηγητής Λώρενς Ρέιτνα στο Διεθνές Συνέδριο Σημειωτικής και Ψυχανάλυσης» του Μιλάνου, 1976, για ένα άρθρο που δημοσίευσε στο περιοδικό «Πολίτης». Η αρχική καταγγελία δημοσιεύθηκε στην «Αυγή», ο ιδεολογικά συγγενής «Πολίτης» ωστόσο, διά του εκδότου Αγγελου Ελεφάντη, παραδέχθηκε με δύο χρόνια καθυστέρηση ότι υπήρξε «πρωτότυπο απ’ όπου ο κ. Πανούσης έχει «δανειστεί» το μεγαλύτερο και σοβαρότερο μέρος του άρθρου του» (βλ. «ΤΑ ΝΕΑ», 15/5/1992). Ο καθηγητής, σε απάντησή του, ισχυρίστηκε ότι σε ανάτυπο του ίδιου άρθρου που κυκλοφόρησε ιδίοις αυτού αναλώμασι παρέπεμπε έξι φορές στον Ρέιτνα.

Σύμφωνα με την έρευνα της Μικέλας Χαρτουλάρη για «ΤΑ ΝΕΑ» (15/5/1992), στο φύλλο της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» της 22/2/1989, ο κριτικός Δημοσθένης Κούρτοβικ «κατήγγειλε […] τον δημοσιογραφικό αστέρα Στέλιο Κούλογλου ότι το βιβλίο του «Εγκλημα στο Προεδρικό Μέγαρο» (Νέα Σύνορα) αποτελεί «πιστή αντιγραφή, κεφάλαιο προς κεφάλαιο, σκηνή προς σκηνή» του βιβλίου «Φόνος στην Κεντρική Επιτροπή» του διάσημου ισπανού συγγραφέα Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, το οποίο […] είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά (Μέδουσα) μόλις ενάμιση χρόνο πριν». Ο κατηγορηθείς δεν απάντησε ποτέ, ενώ το βιβλίο συνεχίζει να κυκλοφορεί σε νεότερη έκδοση. Αρκετά χρόνια αργότερα, ο ίδιος δημοσιογράφος εξέδωσε σε έναν τόμο υλικό από συνεντεύξεις ιστορικών προσώπων της Αριστεράς, για την εκπομπή του «Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα» («Μαρτυρίες για τον Εμφύλιο και την ελληνική Αριστερά», Εστία, 2005). Δυο δημοσιογράφοι που είχαν δουλέψει εκεί, η Ζαννίνα Βώβου και η Μαρίλια Παπαθανασίου, έστειλαν εξώδικο στον οίκο, με το επιχείρημα ότι σχεδόν τις μισές συνεντεύξεις τις είχαν λάβει αυτές, αλλά δεν υπήρχε πουθενά αναφορά στη συμβολή τους. Ο οίκος αποδέχθηκε την αιτίασή τους και πρόσθεσε με αυτοκόλλητο τα ονόματά τους στο στοκ του βιβλίου.

Ο μεταμοντερνισμός που δανείζεται

Ο ποιητής Χάρης Βλαβιανός έχει κατηγορηθεί επωνύμως όχι μόνο μία φορά στο παρελθόν για ιδιοποίηση ξένων στίχων είτε και ποιητικών αποφθεγμάτων. Σύμφωνα με τους ερευνητές του «Νέου Πλανόδιου», «ο όγκος των ποιητικών «δανείων» του Βλαβιανού είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Στην πρόσφατη συγκεντρωτική έκδοση τεσσάρων από τις συλλογές του […] πολλά ποιήματα που ο Βλαβιανός στις πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις των συλλογών παρουσίαζε ως δικές του πρωτότυπες συνθέσεις (ή παροδηγούσε τον αναγνώστη να τα εκλάβει ως τέτοιες), πλέον αποδίδονται ρητώς ή εμμέσως στους αρχικούς τους δημιουργούς. Ανάμεσά τους, ποιήματα των Σίμιτς, Ασμπερυ, Φέντον, Ζαμπές, Στήβενς, Μπάχμαν, […] έργα της Κάρσον […] και του Λόνγκλεϋ […] και άλλων». Η πιο πολυσυζητημένη τέτοιου τύπου καταγγελία έχει δημοσιευθεί στο «Βήμα» (3/1/2008), στη στήλη των επιστολών. Ο καταγγέλλων, Παύλος Θεοδωρόπουλος, επισημαίνει ότι στο βιβλίο του Βλαβιανού «Ποιον αφορά η ποίηση; Σκέψεις για μια τέχνη περιττή» (Πόλις, 2007, αλλά πλέον δεν υπάρχει στην αγορά), ένα απόσπασμα ήταν μετάφραση «από το πολύ γνωστό δοκίμιο «Can poetry matter?» του αμερικανού ποιητή Ντέινα Τζόια». Ο Βλαβιανός, με επιστολή που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα (8/1/2008), παραδέχθηκε ότι τα πράγματα είχαν γίνει ακριβώς έτσι και δικαιολογήθηκε πως, όταν αντέγραφε το απόσπασμα στις σημειώσεις του, αμέλησε να γράψει το όνομα του Τζόια, με αποτέλεσμα, όταν αργότερα το ενέταξε στο βιβλίο, να το περάσει για δικό του. Επικαλείται, πάντως, τη ρήση του Γέιτς «είμαστε όλοι αναγκασμένοι να αντιγράφουμε αντίγραφα».

Με την παραπάνω άποψη του Γέιτς, φαίνεται ότι συμφωνεί και ο καθηγητής Νάσος Βαγενάς (που επίσης έχει κατηγορηθεί, από τον εκλιπόντα Αργύρη Χιόνη, ότι οικειοποιήθηκε ποιήματα του Οκτάβιο Πας ή του Μπόρχες, βλ. «Νέο Πλανόδιον», τχ. 2, καλοκαίρι 2014). Ποιητής αλλά και μεταφραστής ο ίδιος, έχει υποστηρίξει ότι αφού «το στοιχείο των σημαινομένων ενός ποιήματος από μόνο του δεν είναι ποιητικό […] η ιδιοποίησή του από έναν άλλο ποιητικό λόγο δεν αποτελεί κλοπή». Στο χαλαρό αυτό κριτήριο, ο ίδιος εντάσσει μόνο την ποίηση, ενώ δεν το επεκτείνει και σε όλη την υπόλοιπη παραγωγή πνευματικών προϊόντων. Ετσι, στο «Βήμα» της 30ής Σεπτεμβρίου 1990, είχε στολίσει τον Μιχάλη Νικολιδάκη, το βιβλίο του οποίου «Νεοελληνικά. Επισκόπηση νεοελληνικής λογοτεχνίας – Εισαγωγή στην παιδική λογοτεχνία» ήταν συρραφή κειμένων άλλων, του Ελιοτ και του Παπανούτσου, του Λουκάτου ή του Γεωργίου Θέμελη. Ο Βαγενάς εγκαλούσε, τότε, επί μεταμοντερνισμώ, καθηγητές όπως ο Δημήτριος Μαρκής ή ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, που με εκείνο το βιβλίο προήγαγαν τον Νικολιδάκη σε επίκουρο, σχετικοποιώντας την έννοια της πρωτοτυπίας. Σήμερα, έχει ο ίδιος προσχωρήσει στους μεταμοντέρνους.

Η Φωτεινή Τομαή, εμπειρογνώμων πρεσβευτής σύμβουλος α’, προϊσταμένη του Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών και, στις τελευταίες ευρωεκλογές, υποψήφια με το ψηφοδέλτιο της ΝΔ, κατηγορήθηκε από τη συγγραφέα Ελένη Κεφαλοπούλου και τον σκηνοθέτη Αρη Φωτιάδη ότι «δανείστηκε» αυτούσιο υλικό από δική τους δουλειά για το βιβλίο της «Αληθινές ιστορίες 1, 2, 3,.. 11 ολυμπιονικών» (Παπαζήση, 2004), που κυκλοφόρησε ενόψει των Ολυμπιακών της Αθήνας. Επειτα από μακρά αναμονή, το πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμ. 525/2013 απόφαση καταδίκασε την κυρία Τομαή για κλοπή πνευματικών δικαιωμάτων του βιβλίου και της επέβαλε να αποδώσει στους κατηγόρους της 20.000 ευρώ, καθώς και να δημοσιεύσει την απόφαση σε δύο πανελλαδικής κυκλοφορίας εφημερίδες – απόφαση που επικυρώθηκε και στο Εφετείο. Η κυρία Τομαή, μετά το πέρας της υπόθεσης, ανακοίνωσε ότι θα έκανε αίτηση αναίρεσης στον Αρειο Πάγο.

«Τίθεται ζήτημα εξαπάτησης του κοινού»

Όταν το εξαμηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ έκανε θέμα τη λογοκλοπή, κανείς δεν πίστευε ότι εκόμιζε γλαύκα ες Αθήνας. Λίγο-πολύ, στον κλειστό κύκλο των Γραμμάτων και του πανεπιστημίου, οι περισσότερες περιπτώσεις ήταν πασίγνωστες. Ωστόσο, η συζήτηση ξέφυγε από το μικρής κυκλοφορίας έντυπο για μεμυημένους και έφθασε να σχολιαστεί στο περιοδικό κριτικής βιβλίου «The Athens Review of Books», με το οποίο ο κατηγορηθείς Χάρης Βλαβιανός είναι συνεργάτης. Ο εκδότης Σταύρος Πετσόπουλος, με προσεκτική επιστολή του, υπερασπίστηκε τον Βλαβιανό κάνοντας λόγο για ξεθυμασμένη και απαντημένη ιστορία, ενώ ο εκδότης του περιοδικού, με ένα οργίλο κείμενο, κατηγόρησε όσους ανακινούν το ζήτημα, ως «παρέες κηνσορίσκων» που διεξάγουν «αυριανικού τύπου εκστρατείες».

Αναζητήσαμε τον εκδότη του ΝΕΟΥ ΠΛΑΝΟΔΙΟΥ, Κώστα Κουτσουρέλη, και του ζητήσαμε να κρίνει αυτές τις απαντήσεις. Αντί απαντήσεως, μας έθεσε υπ’ όψιν επιστολή που απέστειλε στο περιοδικό, το οποίο, αν και συχνά επικαλείται το δημοκρατικό πνεύμα διαλόγου το οποίο υποτίθεται ότι προάγει, αρνήθηκε να τη δημοσιεύσει. Στο κείμενο της επιστολής αυτής, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα εξής*:

«Η περίπτωση Βλαβιανού δεν είναι προσωπική, βεντέτα δική μου και δική του. Η έρευνα στο «Νέο Πλανόδιον» είναι ομαδική δουλειά αφού συνέδραμαν σ’ αυτήν άλλοι τρεις συνεργάτες (Κ. Πουλής, Γ. Βαρθαλίτης, Ελ. Σταγκουράκη), ενώ τη συμπεριφορά του Βλαβιανού έχουν ψέξει δημοσίως κατά καιρούς και αρκετοί ακόμη συγγραφείς (Α. Βιστωνίτης, Ντ. Σιώτης, Π. Θεοδωρίδης, Σ. Παστάκας, Γ. Πατίλης, Β. Λαλιώτης κ.ά.). Η περίπτωση Βλαβιανού δεν είναι συνηθισμένη, μια ακόμη μες στον σωρό. Ποσοτικά, διότι τα «δάνειά» του είναι παρμένα από δεκάδες συγγραφείς και έχουν έκταση από πολλές σελίδες έως λίγες γραμμές. Ποιοτικά, διότι αφορούν πολλά είδη του λόγου (ποίηση, δοκίμιο, φιλολογική μελέτη, αφορισμό, απόφθεγμα). Χρονικά δε, τα στοιχεία δείχνουν έναν κατ’ επάγγελμα και κατά συρροή δράστη σε δημοσιεύματά του από το 1990 έως σήμερα. Η υπόθεση Βλαβιανού δεν είναι ξεθυμασμένη, «κουτσουκέλα» του παρελθόντος. Λίγα μόνο περιστατικά είναι ευρέως γνωστά και έχουν υποχρεώσει τον Βλαβιανό να απαντήσει (Τζόια, Κάρσον). Στο «Νέο Πλανόδιον» φέραμε στο φως και πολλά άλλα, είτε με δική μας έρευνα είτε από πηγές που σήμερα δεν είναι πλέον προσιτές.

Η περίπτωση Βαγενά διαφέρει ουσιωδώς από αυτήν του Βλαβιανού, αφορά μόνο την ποιητική λογοκλοπή. Στο πεδίο αυτό όμως είναι ακραία αφού στην πράξη νομιμοποιεί οποιονδήποτε σφετερισμό του ξένου κόπου στο όνομα της υψηλής θεωρίας. Το θέμα της λογοκλοπής στην Ελλάδα δεν είναι τόσο θέμα ιδιοκτησιακό, κλοπή ξένων δικαιωμάτων. Είναι ζήτημα εξαπάτησης του κοινού για την πραγματική πατρότητα των κειμένων, δημιουργία μιας πλαστής συγγραφικής ταυτότητας. Και η συστηματική σιωπή του Τύπου αποτελεί είτε σκάνδαλο συγκάλυψης είτε θλιβερό δείγμα δειλίας και προληπτικής αυτολογοκρισίας».

Ο Juvenalis, 55-135 μ.Χ., ήταν ρωμαίος σατιρικός ποιητής

 * Σημ. του ΝΠ: Από παραδρομή της εφημερίδας τα λεγόμενα του ΚΚ αποδίδονται εσφαλμένα στο κείμενο της επιστολής που αποστείλαμε και, επικαλούμενη προσχηματικούς λόγους, δεν δημοσίευσε η ARB. Το σωστό είναι ότι πρόκειται για μια ελεύθερη συνόψιση του περιεχομένου της επιστολής εκείνης. Το πλήρες κείμενο της απάντησής μας δημοσιεύεται εδώ.

Κώστας Κουτσουρέλης: Οι λογοκλόποι, η ομερτά και η «γενναιοδωρία»

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Το κείμενο αυτό εστάλη αρχικά στην Athens Review of Books
ως απάντηση σε δημοσίευμά της. Η διεύθυνσή της αρνήθηκε να
το δημοσιεύσει με τον ισχυρισμό ότι είναι «νομικώς επιλήψιμο».

Όχι με ένα αλλά με δυο της κείμενα απανωτά κατακεραυνώνει η Αthens Review of Books στο φύλλο της του Σεπτεμβρίου το περιοδικό Νέο Πλανόδιον και τον υποφαινόμενο. Και το μεν πρώτο απ’ αυτά, που υπογράφει η διεύθυνσή της, δεν σηκώνει σχόλιο. Το αψίθυμο κατηγορώ του κ. Βασιλάκη («παρέες κηνσορίσκων», «αυριανικού τύπου εκστρατείες» κ.ο.κ.) πιο πολύ σύγχυση και ταραχή προδίδει παρά ανωτερότητα και αφ’ υψηλού καταδίκη. Κρίμα! Στο Νέο Πλανόδιον έχουμε περί πολλού την παθιασμένη πολεμική, και θα μπορούσαμε να την ανεχτούμε ακόμη κι αν ήταν μονόπλευρη ή κραυγαλέα – φτάνει νά ’χε όντως κάτι να πει.

Η επιστολή του κ. Σταύρου Πετσόπουλου αντίθετα, ανθρώπου διακεκριμένου των γραμμάτων μας και δημιουργού των Εκδόσεων Άγρα, καθότι ευπρεπής και νηφάλια, σηκώνει και παρασηκώνει και σχολιασμό και αντίκρουση. Με τον τρόπο της, εγείρει ζητήματα καίρια και ουσιώδη για τη λεγόμενη πνευματική μας ζωή. Χαίρομαι λοιπόν για την ευκαιρία που μου παρέχει να ξεκαθαρίσω τη θέση μας ως προς αυτά.

Από τα γραφόμενά του συνάγω ότι ο κ. Πετσόπουλος αγνοεί το περιεχόμενο της έρευνάς μας για τη λογοκλοπή («Φάκελος Λογοκλοπή», Νέο Πλανόδιον, τχ. 1, χειμώνας 2013-2014). Και ότι η εικόνα που έχει σχηματίσει γι’ αυτήν είναι μάλλον από δεύτερο χέρι, πρωτίστως από τα άρθρα του τρέχοντος τεύχους («Φάκελος Λογοκλοπή: Ο κριτικός απόηχος», ΝΠ, τχ. 2, καλοκαίρι 2014). Όμως αυτά τα τελευταία έχουν να κάνουν με το ειδικό ζήτημα της ποιητικής λογοκλοπής και δεν αφορούν την λογοκλοπή εν γένει. Τώρα, επειδή η ποιητική λογοκλοπή έχει καταστεί εδώ σε μας περίπου συνώνυμη με το πρόσωπο του Χάρη Βλαβιανού, και επειδή οι τρεις από τους πέντε αρθρογράφους του δεύτερου τεύχους μας αναφέρονται όντως σ’ αυτόν (δευτερευόντως ωστόσο, το βασικό θέμα εκεί είναι άλλο: οι θεωρητικές απόψεις του Νάσου Βαγενά), δεν είναι ίσως παράξενο ότι ο επιστολογράφος αφήνεται να παρασυρθεί σε βεβιασμένο συμπέρασμα. «Δυο τεύχη του νέου καλού περιοδικού με μεγάλο αφιέρωμα σε μια μπαγιάτικη ιστορία», ισχυρίζεται, «είναι πολύ».

Είναι όντως έτσι; Ας δούμε το πράγμα από πιο κοντά. Στο ΝΠ1 η έρευνα περί λογοκλοπής καλύπτει 21 σελίδες – περίπου 7000 λέξεις. Σ’ αυτήν εκτίθενται διεξοδικά οι νομικές, φιλοσοφικές, αισθητικές όψεις του θέματος και επιχειρείται αναδρομή στην ιστορία της λογοκλοπής στην Ελλάδα από τις αρχές του 19ου αιώνα έως σήμερα. Από τα σκάνδαλα που βγήκαν στο φως τα τελευταία χρόνια, εκτενής λόγος γίνεται για τον δημοσιογράφο Στέλιο Κούλογλου, τον μαθηματικό, παλαιό πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών, Νικόλαο Αρτεμιάδη, τον πανεπιστημιακό και βουλευτή Γιάννη Πανούση. Ακόμη μνημονεύεται η εντελώς πρόσφατη υπόθεση της Φωτεινής Τομαή, διευθύντριας του Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών, και πολλές άλλες, παλαιότερες και καινούργιες.

Η υπόθεση Βλαβιανού καλύπτει γύρω στις πεντέμισι σελίδες – έκταση ασφαλώς σημαντική, στην πραγματικότητα όμως περιορισμένη, αν αναλογιστεί κανείς το πλήθος των ευρημάτων που είχαμε στη διάθεσή μας. Διότι, ας τονιστεί, τα περισσότερα από τα στοιχεία που δημοσιεύουμε για τον Βλαβιανό είτε παρουσιάζονται για πρώτη φορά, όντας προϊόντα δικής μας αυτοτελούς έρευνας· είτε είχαν αναρτηθεί πρόσκαιρα σε ολιγοσύχναστα διαδικτυακά μέσα, αφαιρέθηκαν όμως κατόπιν και παραμένουν ώς σήμερα άγνωστα· είτε, τέλος, είναι όντως οικεία μας από τις φήμες και τις διαδόσεις που κυκλοφορούν, ουδέποτε όμως βρέθηκε έντυπο διατεθειμένο να τα δημοσιεύσει. Κάνει λάθος επομένως ο κ. Πετσόπουλος όταν γράφει ότι η ιστορία την οποία αφηγούμαστε είναι παρωχημένη, μια παλιά «κουτσουκέλα» του Βλαβιανού, για την οποία τάχα «έδωσε εξηγήσεις».

Ως «κουτσουκέλα» εικάζω ότι ο Σταύρος Πετσόπουλος εννοεί μάλλον το εκτενές ποίημα της Καναδής Ανν Κάρσον για τη ζωή της Αχμάτοβα, που ο Βλαβιανός δημοσίευσε ως σύνθεση δική του το 2003. Ή, ίσως, το δοκίμιο του Αμερικανού ποιητή Ντέηνα Τζόια, αποσπάσματα του οποίου ενσωμάτωσε σιωπηρά σε δικό του βιβλίο το 2007. Για τις δύο αυτές υποθέσεις, ο Βλαβιανός όντως επεχείρησε να δώσει εξηγήσεις. Στην πρώτη περίπτωση, ισχυριζόμενος πάνω κάτω το γνωστό εκείνο ότι «οι μεγάλοι ποιητές κλέβουν…»· στη δεύτερη, παραδεχόμενος μεν την ακρίβεια της καταγγελίας, αλλά αποδίδοντάς την σε παραδρομή.

Τώρα, αν ο κ. Πετσόπουλος είχε λάβει όντως υπ’ όψιν του τα τεκμήρια της έρευνάς μας, θα ήξερε αυτή τη στιγμή ότι, εκτός από τα κείμενα της Κάρσον και του Τζόια, ο Βλαβιανός τα τελευταία 25 χρόνια έχει ιδιοποιηθεί έργα κάμποσων δεκάδων (!) ακόμη συγγραφέων. Φιλολόγων και μελετητών λ.χ., όπως ο Φρανκ Κερμόουντ και ο Ουίλλιαμ Κούκσον· δοκιμιογράφων και αποφθεγματιστών όπως ο Γκαίτε, ο Βαλερύ, ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο Οκτάβιο Πας· διανοητών όπως ο Μονταίνιος, ο Βιττγκενστάιν, ο Παναγιώτης Κονδύλης· δραματουργών και μυθιστοριογράφων όπως ο Σαίξπηρ, ο Ντεφόου, ο Εμίλ Σιοράν – για να μείνουμε μόνο στα εκτός της ποιήσεως είδη του λόγου. Τα «δάνεια» αυτά, όπως δείξαμε, εκτείνονται κάποτε σε σελίδες ολόκληρες, όπως στην περίπτωση της πραγματείας του Κούκσον για τον Έζρα Πάουντ (A Guide to the Cantos, σ. 157-165) που ο Βλαβιανός κοπιάρει στη δική του παουντική έκδοση (Σχεδιάσματα και αποσπάσματα των Κάντος CX-CXX, Νεφέλη 1991, και ήδη παλαιότερα στο Πλανόδιον, τχ. 12, Ιούνιος 1990, σ. 402-409). Άλλοτε πάλι πιάνουν λίγες γραμμές, όπως στην περίπτωση των πάμπολλων ξένων στοχασμών και αφορισμών τους οποίους ο Βλαβιανός παρουσιάζει ως αυτοτελή δικά του αποφθέγματα. Γράφει λ.χ. ο Παναγιώτης Κονδύλης: «από το θράσος των ημιμαθών προτιμώ τη ματαιοδοξία των πεπαιδευμένων»; «Από την αναίδεια και το φτηνό γούστο των ημιμαθών ποιητών, προτιμώ την αλαζονεία των πεπαιδευμένων», επαναλαμβάνει ο Χ.Β. Αποφαίνεται ο Όσκαρ Ουάιλντ: «Beauty reveals everything, because it expresses nothing»; «Η ποίηση αποκαλύπτει τα πάντα, γιατί δεν εκφράζει τίποτε», διαπιστώνει ο Χ.Β. Βρίσκει ο Βαλερύ ότι «L’avenir n’est plus ce qu’il était»; «Το μέλλον δεν είναι πια όπως ήταν», μεταφράζει επί λέξει ο Χ.Β. Το «Sehe mit fühlendem Aug, fühle mit sehender Hand» του Γκαίτε γίνεται απαράλλακτα «Να βλέπεις με μάτι που αισθάνεται. Να αισθάνεσαι με χέρι που βλέπει» – κ.ο.κ., κ.ο.κ. Ακόμη και ξένες παροιμίες γνωστές προτείνονται στον Έλληνα αναγνώστη ως πρωτότυποι δικοί του αφορισμοί.

Ένα ολόκληρο βιβλίο του (Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας σε χαϊκού, Πατάκης 2011) έχει αίφνης κοινή τη συστατική του ιδέα με το έργο ενός Νεοζηλανδού συγγραφέα που είχε δημοσιευτεί κάμποσα χρόνια προηγουμένως στο διαδίκτυο (Dick Whyte, A Brief History of Western Philosophy in Haiku Format, 2008). Όσο για τις ποιητικές συλλογές του Βλαβιανού, ώς και το εν τρίτον (1/3) του όγκου τους καλύπτεται από αδήλωτα ή εντέχνως συγκεκαλυμμένα «δάνεια» – ποιήματα ακέραια ή παραλλαγμένα των Σίμικ, Αρρέγκι, Φέντον, Ζαμπές, Μπάχμαν και πλείστων άλλων. Σταματώ εδώ. Όποιος ενδιαφέρεται για τις πλήρεις παραπομπές, ας τις αναζητήσει στο πρώτο τεύχος του Νέου Πλανόδιου.

Αναρωτιέμαι λοιπόν: Σε τι απ’ όλα αυτά απάντησε ποτέ ο Χ.Β.; Και τι εξηγήσεις θα μπορούσε τάχα να δώσει; Κι αν διαθέτει όντως τέτοιες εξηγήσεις, τι περιμένει για να τις εκθέσει; Το βέβαιο είναι ότι έως ότου το πράξει, η «υπόθεση Βλαβιανού» όχι μόνο δεν θα είναι «μπαγιάτικη» και ξεθυμασμένη, όπως εικάζει ο Σταύρος Πετσόπουλος, αλλά, αντιθέτως, οσμηρότατα φρέσκια και επίκαιρη.

Προσωπικά, δεν αμφιβάλλω ότι αν ο κ. Πετσόπουλος είχε προλάβει να ρίξει μια ματιά σ’ όλα αυτά, θα προφύλαττε τον εαυτό του από τη μίζερη απόπειρα να υποβαθμίσει το ζήτημα σε προσωπική υποτίθεται διένεξη, δική μου με τον Βλαβιανό. Και δεν θα μου απέδιδε «κάκιωμα», όπως γράφει, υποδαυλιζόμενο μάλιστα από το ότι εγώ κι εκείνος είμαστε ομότεχνοι. Πρώτα απ’ όλα, γιατί το θέμα δεν είναι υπόθεση δύο ανθρώπων – ποτέ δεν ήταν. Ο Φάκελος Λογοκλοπή στο ΝΠ1 υπήρξε προϊόν συλλογικής εργασίας όπου συνέβαλε όλη σχεδόν η συντακτική ομάδα του περιοδικού – πλην εμού, ο Γιώργος Βαρθαλίτης, ο Κωνσταντίνος Πουλής και η Έλενα Σταγκουράκη. Στο δεύτερο τεύχος μας, την περίπτωση Βλαβιανού καυτηριάζουν επιπλέον ρητά τόσο ο Γιάννης Πατίλης όσο και ο Ντίνος Σιώτης. Στο ίδιο τεύχος ο Νάσος Βαγενάς, μολονότι δίνει θεωρητικό συγχωροχάρτι στον Βλαβιανό για τα αμιγώς ποιητικά «δάνεια», εμμέσως πλην σαφώς δέχεται ότι οι λοιπές καταγγελίες εναντίον του στοιχειοθετούν όντως λογοκλοπή. Παλαιότερα, για το ίδιο ζήτημα, τον Βλαβιανό είχαν επιτιμήσει δημόσια συγγραφείς όπως ο Αναστάσης Βιστωνίτης, ο Πάνος Θεοδωρίδης, ο Σωτήρης Παστάκας, ο Βασίλης Λαλιώτης κ.ά. – κάποτε δε με ειρωνικό ή διόλου αβρό τρόπο. Ο Δημήτρης Σολδάτος («Τον Βλαβιανό με παρρησία / κλέψε και πες: κρυπτομνησία!») και ο Στιχάκιας («Ό,τι δεν είναι κανενός / θα τό ’χει γράψει ο Βλαβιανός») έγραψαν ποιήματα που τον σατιρίζουν. Για χρόνια η λογοτεχνική πιάτσα βοά. Έχουν όλοι αυτοί προσωπικά με τον άνθρωπο; Είναι όλοι φθονεροί ομότεχνοι που τον εποφθαλμιούν; Αλλά κι αν ακόμη υποθέσουμε ότι τα κίνητρά τους είναι ταπεινά – τι αλλάζει αυτό στην ουσία των καταγγελιών;

Γενικά, η αντίληψη του Σταύρου Πετσόπουλου ότι ένας ποιητής δεν επιτρέπεται να εκφέρει λόγο επικριτικό προς ομότεχνο για να μη θεωρηθεί επίβουλος και φθονερός στο σινάφι, μου φαίνεται άκρως παράδοξη. Αν δεν δικαιούνται να κρίνουν οι κατά τεκμήριο ειδήμονες, τότε ποιοι μπορούν να το κάνουν; Ή μήπως η κριτική έχει το ελεύθερο μόνον να επαινεί; Εκτός όμως από παράδοξη, ας μου επιτραπεί να το πω, η αντίληψη αυτή είναι και κάτι άλλο, απείρως χειρότερο: άκριτα και θλιβερά συντεχνιακή. «Κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει», λέει ο λαός για το πάρε-δώσε στο εσωτερικό των συντεχνιών, την ομερτά που σκεπάζει τις συναλλαγές των μελών τους. Και ειλικρινά απορώ: σε μια εποχή όπου η χώρα όλη στενάζει από τα κατορθώματα των κάθε λογής συντεχνιών, είναι δυνατόν ένας καταξιωμένος πνευματικός άνθρωπος να υποστηρίζει τη γενική αμνήστευση των παραβατών, έναν άλλο «νόμο περί ευθύνης υπουργών» τρόπον τινά, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα ορισμένων; Και είναι δυνατόν να υποστηρίζει μια λογική συμψηφιστική, του τύπου «ε, αφού ο εν λόγω έχει έργο μεταφραστικό και εκδίδει κι ένα περιοδικό μέσες άκρες αξιόλογο, συγχωρεθήτωσαν αι αμαρτίαι αυτού;» Είναι δυνατόν ο Σταύρος Πετσόπουλος να μη βλέπει ότι ακριβώς μέσω του περιοδικού του ο Βλαβιανός, και μέσω των σχέσεων που καλλιεργεί με τον εκδοτικό κόσμο και τον Τύπο, εξαγοράζει τη σιωπή και την ανοχή που χρειάζεται για να κάνει όσα κάνει; Για έναν τέτοιον ζητάει τη γενναιοδωρία μας;

Όπως του απάντησε ήδη ο Κωνσταντίνος Πουλής, μέλος της συντακτικής μας ομάδας: «Η γενναιοδωρία προς τον πλούσιο λέγεται κολακεία, και δεν είναι αρετή. Για ποιον λόγο να έχει ανάγκη τη γενναιοδωρία μας ένας άνθρωπος σαν τον Βλαβιανό; Χάθηκαν τόσοι άλλοι πιθανοί αποδέκτες της γενναιοδωρίας μας (ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό, όσο μπορεί να βοηθηθεί κανείς από αυτήν); Να την κρατήσουμε για τον άνθρωπο που πιάνεται με το χέρι στο μέλι και εμφανίζονται προσωπικότητες των γραμμάτων μας να πουν ότι καλά κάνει; Εκτιμώ ότι αυτή είναι μια περίπτωση που απαιτεί όχι γενναιοδωρία, αλλά το θάρρος να πεις δημόσια αυτό που όλοι λένε μόνο ιδιωτικά».

Αντίθετα μ’ αυτά που ιδιοτελώς κηρύσσονται εν Ελλάδι, η λογοκλοπή δεν είναι Kavaliersdelikt – παραστράτημα αριστοκρατικό και ανώδυνο με το οποίο διασκεδάζουμε μια στις τόσες. Η λογοκλοπή είναι απάτη. Θύμα του λογοκλόπου δεν είναι τόσο ο αρχικός δημιουργός – αυτή είναι η στενή, ιδιοκτησιακή όψη του πράγματος. Θύμα του είναι πρωτίστως ο αναγνώστης· εκείνου την καλοπιστία καταχράται, αυτόν προσπαθεί να εξαπατήσει ο λογοκλόπος, επιδεικνύοντάς του τον ξένο κόπο ως δικό του κι επιχειρώντας παντί σθένει να φανεί στα μάτια του σημαντικότερος απ’ ό,τι είναι. Καμιά συγγραφική κοινότητα, καμιά λογοτεχνία που σέβεται τον εαυτό της δεν μπορεί να ανέχεται για πολύ τέτοια φαινόμενα στους κόλπους της, αν δεν θέλει να ξεπέσει εντελώς στην ανυποληψία.

Όσο τώρα για τον Βλαβιανό, ως δημόσιο πρόσωπο που είναι, υπόκειται φυσικά σε δημόσιο έλεγχο. Και τέτοιον τού ασκήσαμε – ευθαρσώς και εμπεριστατωμένα. Όσοι δυσανασχετούν μ’ αυτό, ας αναλογιστούν ότι η υποκριτική σιωπή και η μεθοδευμένη συγκάλυψη δεν συνιστούν κριτική στάση. Όπως δεν συνιστούν κριτική στάση η ακούραστη ιδιωτική καταλαλιά ή τα ελεεινά χτυπήματα κάτω απ’ τη ζώνη. Αν η ΑRB κόπτεται τόσο για τις «αυριανικού τύπου εκστρατείες», ας στρέψει την προσοχή της σ’ εκείνους που τις υποκινούν.

Θα κλείσω μ’ ένα απόσπασμα ακόμη από το κείμενο του Πουλή, που μας εκφράζει όλους στο Νέο Πλανόδιον: «Αν η επιθυμία να έχεις ντε και καλά εχθρούς σε κάνει αχώνευτο και γρουσούζη, ο φόβος να μην έχεις κανέναν εχθρό σε κάνει δειλό, ενδεχομένως κόλακα και, αν αυτά δεν αρκούν, μακροπρόθεσμα οπωσδήποτε αναξιόπιστο. Η γραμμή πλεύσης που έχουμε επιλέξει είναι να μη μετράμε φίλους και εχθρούς πριν να μιλήσουμε. Και αυτή τη χειρονομία την καμαρώνουμε, γιατί αποδεικνύεται ότι δεν είναι καθόλου αυτονόητη. Κατά τα λοιπά, όπως δεν σωπαίνουμε όταν κάτι μας ενοχλεί, έτσι δεν σωπαίνουμε όταν κάτι μας συγκινεί και προκαλεί τον θαυμασμό μας.»

Πρώτη δημοσίευση: The Press Project, 8.10.2014

Κωνσταντίνος Πουλής: Μια πρώτη απάντηση στον Σταύρο Πετσόπουλο

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΟΥΛΗ

Μετά την αναφορά του Νέου Πλανόδιου στον Χάρη Βλαβιανό, στο αφιέρωμα για τη λογοκλοπή, εμφανίστηκαν τουλάχιστον δύο επιφανείς υπερασπιστές του: ο Νάσος Βαγενάς και ο Σταύρος Πετσόπουλος. Στον Βαγενά ‒που ισχυρίστηκε ότι ποιητική λογοκλοπή από ξένη γλώσσα είναι αδύνατη‒ απάντησε πειστικά ο Κουτσουρέλης στο δεύτερο τεύχος, λοιπόν το αφήνω. Ο Σταύρος Πετσόπουλος τώρα στην Athens Review of Books γράφει ότι από τόσα καλά που έχει κάνει ο Βλαβιανός επιλέγουμε να ασχοληθούμε με κάτι παλιά ατοπήματα, ότι μας λείπει η γενναιοδωρία. Η γενναιοδωρία προς τον πλούσιο όμως λέγεται κολακεία, και δεν είναι αρετή. Για ποιον λόγο να έχει ανάγκη τη γενναιοδωρία μας ένας άνθρωπος σαν τον Βλαβιανό; Χάθηκαν τόσοι άλλοι πιθανοί αποδέκτες της γενναιοδωρίας μας (ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό, όσο μπορεί να βοηθηθεί κανείς από αυτήν); Να την κρατήσουμε για τον άνθρωπο που πιάνεται με το χέρι στο μέλι και εμφανίζονται προσωπικότητες των γραμμάτων μας να πουν ότι καλά κάνει; Εκτιμώ ότι αυτή είναι μια περίπτωση που απαιτεί όχι γενναιοδωρία, αλλά το θάρρος να πεις δημόσια αυτό που όλοι λένε μόνο ιδιωτικά.

Όσο για τον προσανατολισμό του περιοδικού: η φιλονικία με έναν ανταγωνιστή εκδότη περιοδικού είναι όντως πολύ μικρός στόχος για να ξοδέψει κανείς όλο το μελάνι του. Για την ακρίβεια θ α ή τ α ν, αν αυτό κάναμε. Ο καλόπιστος αναγνώστης ας διαβάσει εδώ μια εναλλακτική εξήγηση για την επιλογή να υπάρξει πάντως εκτενής αναφορά σε κάποια ατοπήματα. Στο περιβάλλον μας σχεδόν κανείς δεν λέει δημόσια αυτό που πιστεύει. Ανεξάρτητα από την περίπτωση Βλαβιανού, που όσο τον υπερασπίζονται τόσο περισσότερο πείθομαι ότι έχει νόημα η κριτική, ο στόχος αυτός μου φαίνεται σημαντικός και άξιος. Αν η επιθυμία να έχεις ντε και καλά εχθρούς σε κάνει αχώνευτο και γρουσούζη, ο φόβος να μην έχεις κανέναν εχθρό σε κάνει δειλό, ενδεχομένως κόλακα και, αν αυτά δεν αρκούν, μακροπρόθεσμα οπωσδήποτε αναξιόπιστο. Η γραμμή πλεύσης που έχουμε επιλέξει είναι να μη μετράμε φίλους και εχθρούς πριν να μιλήσουμε. Και αυτή τη χειρονομία την καμαρώνουμε, γιατί αποδεικνύεται ότι δεν είναι καθόλου αυτονόητη. Κατά τα λοιπά, όπως δεν σωπαίνουμε όταν κάτι μας ενοχλεί, έτσι δεν σωπαίνουμε όταν κάτι μας συγκινεί και προκαλεί τον θαυμασμό μας.

Κωνσταντίνος Πουλής


ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΝΠ:

Αναλυτική απάντηση του Νέου Πλανόδιου έχει σταλεί στην ARB εδώ και μέρες. Η διεύθυνσή της δεν μας έχει ενημερώσει αν προτίθεται να τη δημοσιεύσει. Ελπίζουμε ότι για λόγους προφανείς δημοσιογραφικής δεοντολογίας θα το πράξει. Από την πλευρά μας θυμίζουμε ότι η επιστολή Πετσόπουλου φιλοξενήθηκε σε στήλη τιτλοφορούμενη «Διάλογος».

ΛΟΓΟΚΛΟΠΗΣ ΤΕΚΜΗΡΙΑ: ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤ. ΞΑΝΘΟΥ (18.12.2009)

Η (ψευδώνυμη;) αυτή επιστολή εστάλη σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά έντυπα τον Δεκέμβριο του 2009. Κανένα από αυτά δεν τη δημοσίευσε, διαδόθηκε και συζητήθηκε όμως τόσο, ώστε υποχρέωσε τον Χ. Βλαβιανό να απαντήσει με το άρθρο του «Περί ‘λογοκλοπής’ και άλλων ποιητικών ‘αμαρτημάτων'» (Ποιητική, τχ. 5, άνοιξη-καλοκαίρι 2010).

ᴥᴥᴥ

 

From: stavros xanthos
To:
Sent: Friday, December 18, 2009 6:48 PM
Subject: Σοβαρότατη περίπτωση λογοκλοπής του Χάρη Βλαβιανού

Σας στέλνω μια κατά την γνώμη μου ατράνταχτη περίπτωση λογοκλοπής. Δράστης ο  Χάρης Βλαβιανός. «Θύμα» το έργο της Αμερικανίδας ποιήτριας Anne Carson.

Πρόκειται για ποιητική σύνθεση που έχει θέμα την αποσπασματική βιογραφία της Άννας Αχμάτοβα. Ο Χ. Βλαβιανός στο βιβλίο του «Μετά το τέλος της ομορφιάς» Νεφέλη 2003, οικειοποιείται τόσο τη δομή, τις επικεφαλίδες αλλά και σχεδόν το ογδόντα τοις εκατό του περιεχομένου, αυτής της σύνθεσης από το βιβλίο της Anne Carson με τίτλο «Men in the off hours» 2000, Random House Inc.

Εντύπωση προκαλεί μια τέτοια κατάφωρη και ένσκοπη παραπλάνηση εκδοτών, αναγνωστών, κριτικών κλπ. Είναι υποχρέωσή μου να ενημερώσω.

Για την αντιγραφή
Σταύρος Π. Ξανθός

Αθήνα 18 Δεκέμβριου 2009

ᴥᴥᴥ

ΑΧΜΑΤΟΒΑ (Αποσπάσματα βιογραφίας)

Της Α.Κ. και της A.C.
Για το διπλό δώρο
 
All for love and nothing for reward.
EDMUND SPENCER, The Faerie Queen

 
1.   ΓΑΜΟΣ (1910) ΧΩΡΙΣ ΝΥΦΙΚΟ ΚΑΙ ΚΟΥΦΕΤΑ
 
Τον αγαπάς;
Δεν ξέρω.
Πιστεύω πως ο άντρας αυτός είναι το πεπρωμένο μου.
Οι καλεσμένοι χάθηκαν βιαστικά μέσα στη χιονοθύελλα.
Έμεινε μόνη.
Έβγαλε τα φτερά της
τ’ακούμπησε απαλά μπροστά στο εικονοστάσι.
Εξαντλημένη από την προσπάθεια
κουλουριάστηκε μες το παραιτημένο της βλέμμα
και αποκοιμήθηκε.
 

AKHMATOVA (Treatment for a Script)

 
AKHMATOVA’S MARRIAGE (1910) HAS LITTLE EFFECT ON HER
 
Do you love him? I don’t know. I believe he is my fate.
       Inside the church ikons glowed vastly.
Out on the steps the fog hustled people away, in groups or alone.
   At last only she was left. She had tossed her wing
over one arm. Poetry has no such use,
and starkly paced inside her.
 
ᴥᴥᴥ
2.   «ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ
 
είναι μάγισα»,
Ψιθύρισε ο Γκουμιλιόφ (1912) στο γιατρό
(η φράση συναντάται και σε επιστολή προς τη μητέρα του)
καθώς εκείνη στην άλλη άκρη του δωματίου
κοίταγε την κοιλιά της να φουσκώνει.
 
NOT A WIFE BUT A WITCH, WRITES HUSBAND GUMILYOV (1912)
 
Afternoon grays over shot gold—the Schonberg color—
and noiseless winterblasted crows halt on branches that
resent them halting. Below sat Akhmatova with her
symbols as if on soft pillows. Little sinner
of a sunbeam wandered onto her.
 
ᴥᴥᴥ
 
3.   Ο ΜΙΚΡΟΣ ΛΕΒ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΝΑ ΖΗΣΕΙ ΜΕ ΤΗ ΓΙΑΓΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ
 
«Είστε ακόμη νέοι.
Πρέπει να το ξανασκεφτείτε», της είπε.
Τα γόνατά της άρχισαν να τρέμουν.
Αυτός δεν ένιωσε τίποτα.
Συνέχισε να της χαιδευει τα μαλλιά
με μια ξύλινη βούρτσα
τυλιγμένος ακόμη σε πάνες ευτυχίας.
 
LITTLE LEV GOES TO LIVE WITH GRANDMOTHER IN THE COUNTRY
 
Earliest spring light the color of the beaten egg white
on a scalded hull of sky, now blue now stuffed
with bleachy cloud chasm after chasm falling
by. Akhmatova’s knees were warm in the sun
but her back felt cold as an old burying ground.
Anechka you are young and pretty what do you need a baby for?
they said, wrapping the nestling in stages of eternity.
 
ᴥᴥᴥ
 
4.   «ΔΕΝ Θ’ΑΦΗΣΩ ΤΑ ΣΤΙΧΑΚΙΑ ΣΟΥ Ν’ΑΜΑΥΡΩΣΟΥΝ ΤΗΝ ΕΝΤΙΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥ»
 
Δεν τον έβλεπε συχνά.
Η σχέση τους ήτανα ανέκαθεν δύσκολη.
Είχε αλλάξει το οικογενεικό όνομα (Γκορένκο) κατά την παράκλησή του.
Διάλεξε το όνομα της προγιαγιάς από την πλευρά της μητέρας της.
(«Πέντε άλφα—μια παρατετάμενη κραυγή»)
Βρισκόταν ομως στο πλευρό του όταν πέθανε.
Καλοκαίρι του 1914,
ένα μήνα μετά την επιστράτευση.
Κάθε λίγο άνοιγε τα μάτια
και της ζητούσε να τηλεφωνήσει στο Υπουργείο Στρατιωτικών.
Ήθελε να μάθει πότε θα γύριζε ο Βίκτωρ από το μέτωπο.
(Ο γιος του).
 
HOW CLOSE WAS AKHMATOVA WITH HER FATHER IS HARD TO SAY
 
She sometimes visited him.
Was there when he died.
In a transparent city they drank mortal air side by side.
That was the summer of 1914.
Streaks darkened the walls.
From bed he kept asking her to telephone the navy and ask
if Victor might come home soon (his son).
 
ᴥᴥᴥ
5.   ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
 
Ήρθαν ένα βράδυ του Οκτωβρίου απο τη Φιλανδία.
Είδε το αίμα να βάφει κόκκινο το χιόνι και τις πέτρες.
Ένα πρωί η γέφυρα Λιτέβνι άνοιξε στα δύο
για να περάσουν τα πολεμικά.
(ποτέ άλλοτε δεν είχε συμβεί αυτό στο φως της μερας.)
Μια γρια έφτυνε επιδεικτικά τη φωτογραφία του Νικολάου
που κάποιοι στρατιώτες είχαν κρεμάσει σ’έναν πάσσαλο.
Στο σημειωματάριό της (18 Ιανουαρίου 1918)
είχε σημειώσει τον στίχο του Μπλοκ:
«Αυτοί οι Μπολσεβίκοι
θα είναι ο θάνατός μας».
 
REMEMBERING THE DAY THE WINTER PALACE WAS TAKEN (1917)
 
Gods of the revolution came one October night from Finland.
She saw blood flow on snow and stones.
But by November
they had licked the Tsars off Russia clean as a cow’s tongue.
When torpedo boats came up the river to support them
Akhmatova saw the Liteyny Bridge—never before in
daylight—
raised: trucks trams people everything suddenly hanging over
the break. Blossoms
stare at the camera.
ᴥᴥᴥ
6.   ΠΡΟΔΟΣΙΑ
 
«Τι θα απογίνουμε;» ρώτησε εκείνος.
«Λέξεις», απάντησε.
Λέξεις που δεν θα αφορούν κανένα.
(Μετακόμισε στην οδό Ιβανόφσκι.
Από την εποχή εκείνη χρονολογείται η παρακμή.
Ο αλκοολισμός, η κατάθλιψη.
Έπειτα από λίγο καιρό ξαναπαντρεύτηκε.
Μια παλιά του φίλη—ονόματι Άννα.)

LULLS AND BETRAYALS
 
Eerie cranes and leafless trees evoke the blasted marriage.
What have you done with me? He asks.
I have repeated you.
 
 
DIVORCE IN GENERAL IS A VERY DIFFICULT THING
 
March threw its knives against the door.
Gumilyov bit her hands. Why have you made this up?
He moved to Ivanovsky Street, he moved
Into a net. All his subsequent failures
can be traced here. Including marriage
to another woman named Anna.
 
ᴥᴥᴥ
 
7.   ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΓΑΜΟΣ – Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ
 
Καθόταν επί ώρες στην ουρά
για μήλα και σπίρτα
ενώ ο σύζυγός της μεσα στο παγωμένο διαμέρισμα
συνέχιζε να μελετάει ασσυριακά κείμενα.
Όλα τα αγάλματα στις πλατείες ακρωτηριασμένα.
Και οι τάφοι ακόμα είχαν συληθεί.
Η « Επιτροπή για τη βελτίωση της ζωής του καλλιτέχνη»
Οργάνωνε συσσίτια για τους άπορους συγγραφείς
στο δημαρχείο της πόλης.  (Της Πετρούπολης.)
Νεροζούμι και σβώλοι ψωμί.
Όταν κάποτε επέστρεφε σπίτι
τον έβρισκε να απαγγέλει δυνατά τις φράσεις
που είχε κατορθώσει να αποκρυπτογραφήσει..
Η φωνή του έσκιζε τον αέρα σαν βέλος.
 
SECOND HUSBAND, A SCHOLAR
 
Rations were hard to get, she stood in line for apples and matches.
While in their cold apartment he went on translating
Babylonian texts.
Petersburg was no longer the capital (Moscow was).
Behind
the signboards—damp darkness.
Hands broke off statues.
People pillaged even the cemeteries.
The Commission for the Improvement of Artist’s Lives
was serving cheap soup and pellets of bread
to evening writers in boots and shawls
and Laplander earflaps.
Over soup more than one person said to her, You stun me.
The dog has become old, whispered Akhmatova then.
Back at home the scholar had got the skin off
several unknown words.
His incisions made a dull blue sound like silk.
 
ᴥᴥᴥ
 
8.   ΜΗΝΥΜΑ ΣΥΝΘΗΜΑΤΙΚΟ (1925)
 
«Η ανατριχίλα κρατείται στον τυπογράφο»,
που σήμαινε πως ο Γκουμιλιόφ είχε συλληφθεί.
Από τα κρατητήρια της Τσέκα
οδηγήθηκε στις φυλακές Γκοροχόβαγια
και από εκεί σ’ένα άλσος στην οδό Ιρινίσκαγια.
«Αυτός ήταν ο τοίχος»,
που σήμαινε πως εξήντα άνθρωποι
είχαν εκετελεστεί μπροστά σ’εκείνα τα πεύκα.
Δύο λάκκοι.
Η γη βούλιαξε από την οδύνη.
 
TELEPHONE LANGUAGE
 
You know quiver is held up at the printer’s?
meant Gumilyov had been arrested.
From Cheka headquarters he was taken to Gorokhovaya
(the other prison) and from there to a grove on the Iriniskaya Road.
A small curved pine, next to it another with torn roots.
This was the wall meant
sixty people were shot there.
Two pits. The earth sank down.
 
 ᴥᴥᴥ
 
9.   ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ
 
Οι πόρτες έκλεισαν μια μια.
Ο Τρότσκυ παρουσίασε το Anno Domini στην Πράβδα.
Το κείμενο άρχιζε με τη φράση:
«Διαβάζει κανείς με θλίψη και αγανάκτηση…»
Με απόφαση του κόμματος απαγορεύτηκαν τα βιβλία της (1925)
Δεν έδωσε σημασία.
Συνέχισε να γράφει.
(όταν ξοδέυτηκε το χαρτί, πάνω στους τοίχους με ξυλομπογιές.)
Όλοι τους ήταν γύρω στα τριανταπέντε.
Οι μεγάλοι ποιητές της Ρωσίας.
Η χρυσή γενιά.
Η προγραμμένη.
 
CAMPAIGN AGAINST AKHMATOVA BEGINS (1922)
 
She ran from lamppost, the wind slammed.
Trotsky reviewed her in Pravda: One reads with dismay…
and an unofficial Communist Party resolution banned her poetry (1925).
She didn’t notice, didn’t know what a Communist Party was in those days.
Fog choked the city.
Russia’s great poets were all about 35 years old.
Scraggly trees wandered by the canal in dim sun.
 
ᴥᴥᴥ
 
10.   ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ
 
Άρχισε να μεταφράζει τον Μακμπεθ.
«Στα χαριτωμένα χρόνια της ‘χορτοφαγίας’», όπως είπε αργότερα.
Επειδή είχε γράψει πως τα δάχτυλά Του
ήταν χοντρά σαν σκουλήκια, συνελήφθη το 1934
και εκτοπίστηκε στο σκοτάδι.
Ο αφοσιωμένος φίλος.
Πίστεψε πως είχε έρθει και η δική της σειρά.
Δεν ολοκλήρωσε ποτέ τη μετάφραση.
Μόλις πληροφορηθηκε το θάνατό του (27 Δεκεμβρίου 1938)
κλείστηκε στο δωμάτιό της πεντε μέρες.
Στο γραφείο της βρέθηκε ένα χαρτί,
όπου με μεγάλα γράμματα,
δίπλα στο μικρό του όνομα,
είχε σημειώσει το στίχο του βασιλιά:
«Οι άνθρωποι στην πατρίδα μου πεθαίνουν πιο γρηγορα
απ’ότι τα λουλούδια στα καπέλα τους».
 
MANDELSTAM
 
Akhmatova was translating Macbeth in the early ‘30s
(a time she called “the vegetarian years” to distinguish
its charm from “the meat eating years” still ahead).
For a poem in which he likened Stalin’s fingers to worms
Osip Mandelstam was arrested in May 1934. All night
the police searched his papers and threw them
out on the floor
to the sound of ukulele
from the next apartment.
Akhmatova never finished Macbeth although
she liked to quote the hero saying people
in my homeland die faster than
the flowers on their hats
 
ᴥᴥᴥ
 
11.   «ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΡΟΜΟΣ» (ΛΕΝΙΝ)
 
Συνελήφθη το 1933 (αποφυλακίστηκε)
Το 1935 (αποφυλακίστηκε), το 1938.
Ο Λεβ.
Από τα κρατητήρια της ΝΚVD της οδού Σπαλέρναγια,
μεταφέρθηκε στις φυλακές Κρέστι, στην άλλη όχθη του Νέβα.
Μέτραγε τις μέρες, τις ώρες, ως το επόμενο επισκεπτήριο.
Στεκόταν έξω από την πύλη όλη νύχτα
Περιμένοντας να ξημερώσει.
Τα μαλλιά της είχαν ασπρίσει.
Τελείως.

AKHMATOVA COMES TO THE WALL
 
Real Terror began in December 1934.
Song bees by the thousand vanishing as the Kremlin clock struck twelve.
Akhmatova—weep now,
“but the moisture boiled off before it reached my eyes”
Akhmatova’s son Lev was arrested in 1933 (released), 1935 (released),
1938 (not released).
She came to the wall to stand in line.
Inner prison of the NKVD on Shpalernaya Street.
Then Kresty Prison across the Νeva.
Once a month a window opened in the wall.
Akhmatova—for Gumilyov she said
shoving her parcel through the grate.
 
ᴥᴥᴥ
 
12.   «ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ…»
 
Ότι είχε γράψει εκείνη την εποχή το έκαψε.
(Κυρίως το πρώτο σχεδίασμα του Ρέκβιεμ).
«Για να μην πέσει στα χέρια του ‘κτήνους’». 
                                                                        (Γιέζοφ)
Μέσα σ’ένα μόνο χρόνο (1937)
Εκετελέστηκαν 681.692 άνθρωποι.
Στους επίσημους καταλόγους
Τα ονόματά τους αναγράφονται κάτω από την ένδειξη
«Εχθροί του λαού».
Ένα από αυτά ήταν του Πούνιν: του τρίτου άντρα της.
 
THREE HUNDREDTH IN LINE WITH A PARCEL.
 
“it smells of burning”
The mother remains alone.
The wall is subtly different from hour to hour. Season to season.
Whitish.
Scalded.
Sprayed with dawn.
Beasts passing.
Laid her ear to the wall, heard people working one another on the
anvil, did not listen again.
 
ᴥᴥᴥ
13.   ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ
 
Το καλοκαίρι του 1941
αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει.   (Λένινγκραντ)
Τρία χρόνια αργότερα επέστρεψε
«επέστρεψε στον τόπο
όπου και οι σκιές ακόμα είχαν πεθάνει από την πείνα».
Μόλις αντίκρυσε το κατεστραμέννο της σπίτι
ψιθύρισε στον συνοδό της
(Όλοι μίλαγαν ψιθυριστά»)
τον στίχο του Πόυσκιν:
«Βυθίζομαι σ’ενός ξένου κήπου το σκοτάδι…»
 
RETURN TO LENINGRAD WHERE EVEN THE SHADES HAVE DIED
OF HUNGER (1944)
 
Borders trembled all around her.
She saw friends by now gone mad with wolvish grins.
“This is some terrible mistake.”
Poking past smashed glass of her apartment
she sat
on a rusty bedspring
which sank to the ground.
A tart smell of sacred oak came to her
whispering Pushkin’s most daring line,
Into the darkness of someone else’s garden…
 
 
SHE HAS TO MEMORIZE THEN BURN ALL POEMS PERTAINING TO THE WALL
 
Night rested its paws on the top of the wall.
“The purpose of terrorism is terror” (Lenin).
SIEGE
In March 1940 dark disconnected lines of verse
begun to appear on the margins of her manuscripts.
Slowly they wandered out with their wounds, she
let them rest there. Saw they were a woman
setting off on “the way of all the earth”.
Under the iron roof at night she lay listening
to their wooden legs go tapping up the sidewalk,
woman heading east along the canal toward
the sour-milk smell of Asia.
Last things she saw as she left Leningrad were
today the wall with a long soaked mark on it.
 
ᴥᴥᴥ
 
14.   ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΥΟ ΠΟΛΕΩΝ
 
Ένοχος!
Δέκα χρόνια καταναγκαστικά έργα στις στέππες της  Καραγκάντα.
(1949)
Όταν χιόνιζε πολύ, έως και δύο βδομάδες.
Για ένα χαρτόκουτο με λιγοστά τρόφιμα.
(Μέγιστο επιτρεπτό βάρος, οκτώ κιλά.
Μεικτό.)
Αν το κρατούσαν,
ο γιος της ήταν ακόμα ζωντανός.
 
BECAUSE OF HIS MOTHER, BECAUSE OF HER SON
 
You’re guilty! In what form would you like to confess this?
they said to Lev at the interrogation. They did not beat him much.
Sentenced him to 10 years in Karaganda region, correspondence limited.
Akhmatova burned all her papers—manuscripts, notebooks, letters—
and begun the tale of two cities:
Leningrad to Moscow
every month
to hand in a parcel of food at the little window in the wall
(8 kilos maximum including the box).
Accepted, it meant he was still alive.
 
ᴥᴥᴥ
 
15.   ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ (1950)
 
Μόνο έτσι πίστευε πως θα μπορούσε να τον σώσει.
Εκθειάζοντας τον συντροφο Στάλιν
Και τα «λαμπρά επιτεύγματα του κόμματος»
(τρία χρόνια νωρίτερα, ο Ζντάνοφ
την είχε αποπέμψει από την Ένωση Συγγραφέων απακαλώντας τη
«μισή καλόγρια, μισή πόρνη».)
Ο νέος κύκλος ποιηματων δημοσιεύτηκε στο Ogonyok.
Με δική του διαταγή, είπαν.
Ο Λεβ συνέχισε να σπάει πέτρες.
Εκείνη να κολλάει «νεκρές λέξεις».
 
AKHMATOVA REPENTS (1950)
 
How could she save her son except by praising Stalin?
“Along the once demolished highway,
Light autos now fly”.
Her cycle of Socialist Realist poems was published in Moscow in
Ogonyok.
 Amid the unending tundra Lev labored on.
Her head was covered that day by a large black seeing
scar.
She walked like someone in the ashes of a house, stopping.
On hot days we loved to hide here. Pointing. Like mortals.
 
 ᴥᴥᴥ
 
16.   ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ
 
Μια Τετάρτη πρωί (1956) εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά της.
Η χαρά δεν κράτησε πολύ.
Δεκαοκτώ χρόνια μ’έναν κασμά στο χέρι, είχε ξεχάσει να μιλάει.
Τα βράδια γύριζε σπίτι μεθυσμένος.
Άρχισε να τη βρίζει, να τη χτυπάει , να σκίζει τα χαρτιά της.
Έπειτα από έναν καυγά έπαθε το πρώτο έμφραγμα.
«Ήσουν ανέκαθεν ασθενική», είπε και έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Μετακόμισε στην άλλη πλευρά της πόλης για να μην τη βλέπει.
Τόσες προσευχές, εκκλήσεις, ταπεινώσεις,
τόσος πόνος, γι’ αυτό;
«Γι’αυτό;»
 
THE POISON SON IS BACK
 
Not poisoned when he left (1949) from Lefortovo Prison (Moscow)
to Karaganda region for ten years hard labor.
She spent those long years trying to get him free.
But she was a writer under Decree.
One Wednesday (1956) he turned up
unannounced at her door.
Lev smokes like a chimney!
Akhmatova was jubilant at first,
waving fumes toward the window of the small kitchen where she
lived. Lev had balanced 14 years
on a bloodaxe, now he
spoke in monosyllables and didn’t like her friends—“dead grapes”
who steamed up his glasses with their Lyova! Lyovushka! And their
endless
tiny cups of tea.
Spirits passing on the border saw flesh and blood and blame
darken the kitchen like torture.
After a quarrel she had a heart attack.
You’re always been ill, said lev and got accommodation
on the other side of the city.
And those walls saturated with thoughts of him—
with dreams. Insomnia, declarations,
summonses, petitions, meetings,
nonmeetings, fevers,
mortifications,
if-clauses,
hairs
placed in a notebook—are still there to see.
 
ᴥᴥᴥ
 
17.   «ΤΕΦΡΑ, ΟΛΑ ΤΕΦΡΑ»
 
Είχε αποσυρθεί στο Ντομοντένοβο (αποικία συγγραφεών).
Της άρεσε να πίνει βότκα στον κήπο
(«τρία ποτήρια το πολύ»),
ανάμεσα σε φίλους (παλιούς και νέους),
κοιτάζοντας το φεγγάρι να ανατέλλει πίσω από τις πασχαλιές.
Έκανε δύο σύντομα ταξίδια
—στη Σικελία για να παραλάβει ένα βραβείο,
στην Οξφόρδη, για να παραλάβει ένα διδακτορικό—
Κουβαλώντας στις αποσκευές της τα χάπια για την αρρυθμία
(και την παιδική του φωτογραφία).
Λίγες μέρες πριν το τέλος (5 Μαρτίου 1966)
πήγε να την επισκευθεί.
Οι γυναίκες όμως που τη φρόντιζαν
(που επί μήνες συκοφαντούσαν η μία την άλλη διεκδικώντας το χρίσμα)
δεν τον άφησαν να τη δει
ισχυριζόμενες ότι η καρδιά της δεν θα άντεχε το σοκ.
Δεν άντεξε ούτως ή άλλως.
Προτού κλέισει τα μάτια, την άκουσαν να λέει:
(σε ποιόν;)
«Τέφρα, όλα τέφρα».
 
ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ, ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ
Ποιήματα 1998-2002, Εκδόσεις Νεφέλη 2003
 
KAMAROVO IS AKHAMATOVA’S FINAL HOME
 
Outside the little hut in the writers colony of Kamarovo were
pine trees and lilac bushes.
She worked at a desk made out of an attic door and slept on bricks.
“Pushkin’s mattress
stood on birch logs, mine is on eight bricks”.
She loved noise and had many guests,
famous ones, old friends, mad persons, with pinecones, with lilacs,
on motorcycles, in dazzling white.
She made trips—to Italy (for a prize) and Oxford (for a doctorate)
with a companion (female)
and many small bottles of nitroglycerin. Home again
she liked to build a bonfire in the yard
and sit on an old armchair, drink 2 or 3 glasses of vodka, watch it go
far into the night—something miraculous
even from the altitude of the mid-twentieth century! Particles
thrown off by a soul as it cools.
 
 
IT SO HAPPENS  (1966)
 
Akhmatova was surrounded on her deathbed by women
scheming to get control of her papers.
Akuma used to eat our bread, they said firmly.
Lev was kept out of the room in case seeing him killed her.
It so happened death killed her
on a March morning when the wind was snatching at the panes
full of sounds, not voices
as she rode up, rode over.
When your horse decides on the hill you can feel
his hindlegs sink—
observe this moment.
 
ANNE CARSON, MEN IN THE OFF HOURS
2000 Random House, Inc 

ΛΟΓΟΚΛΟΠΙΑΣ ΤΙΜΗΤΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΗΓΟΡΟΙ 2

ΚΑΙ Ο κ. ΠΑΣΤΑΚΑΣ…

Το πράγμα γίνεται όλο και πιο κωμικό. Μετά τον κ. Βασίλη Λαλιώτη (αλλέως Γιώργο Μίχο) και την προσπάθειά του να ελαφρώσει τη θέση του Χ. Βλαβιανού από τη σωρεία τεκμηριωμένων λογοκλοπών που τον βαραίνουν (βλ. ΝΠ1 και άρθρο του Ντ. Σιώτη στην Καθημερινή της 13.4.), τη σκυτάλη παίρνει πλέον ο κ. Σωτήρης Παστάκας, διευθυντής του Ποιείν…

Η στάση του Ποιείν και του κ. Παστάκα έναντι του Βλαβιανού τα προηγούμενα χρόνια είναι τοις πάσι γνωστή. Με σειρά δημοσιευμάτων τους (βλ. ενδεικτικά τις αναρτήσεις του Ποιείν στις 21.9.2007, 5.1.2008 , 9.1.2008) συνοδευόμενων από πάμπολλα σχόλια (άλλοτε τεκμηριωμένα και άλλοτε εμπαθή ή και ευθέως υβριστικά – ανάμεσά τους ξεχωρίζουν εκείνα του Μίχου), Ποιείν και Παστάκας είχαν επιδοθεί σε σταυροφορία όχι μόνο κατά του Βλαβιανού και των λογοκλοπών του αλλά και των υποστηρικτών του στον Τύπο και την κριτική, ιδίως του Ευριπίδη Γαραντούδη.

Ιδού λ.χ. σχόλιο του Παστάκα της 22.9.2007:

«Εκεί έσπειρε κι εκεί θέρισε ο Βλαβιανός και τα πληρωμένα του αντρείκελα, δες Γαραντούδης και σία…Πολύ χώρο τους αφήσαμε και πως τους τον παίρνεις πίσω… Από την άλλη είναι να την ζηλεύεις τέτοια προσήλωση… 15 χρόνια τώρα ο Γαραντούδης δεν απέκτησε καινούρια αγάπη,,,ό,τι του συγχωρήσαμε το ΄97 δεν του το συγχωρνάμε τώρα…Επιμένει με προσήλωση γκάμπλερ στα πρόσωπα της νεότητάς του αν και γνωρίζει ο ίδιος πως ο Βλαβιανός είναι ζήροξ, ο Μπουκάλας ανύπαρκτος, ο Καψάλης μέτριος, ο Χατζόπουλος…..θολός κι ο ίδιος ο Γαραντούδης σε διεταταγμένη υπηρεσία.»

http://web.archive.org/…/archives/1420/index.html (βλ. σχ. 24, σήμερα διεγραμμένο)

Και ιδού πώς πρόβαλαν τότε το σκάνδαλο των λογοκλοπών (σήμερα όλο το ποστ είναι διεγραμμένο): http://web.archive.org/…/www…/archives/1719/index.html

Ωστόσο, από ένα χρονικό σημείο και μετά, Παστάκας και Ποιείν κάνουν στροφή 180 μοιρών. Από κήνσορες και τιμητές γίνονται προβολείς και προωθητές του Βλαβιανού. Οι παλιές επικριτικές αναρτήσεις τους και σχόλια όπως το παραπάνω είτε μετριάζονται είτε διαγράφονται εντελώς. Από το 2012 και εντεύθεν ο Βλαβιανός φιλοξενείται στο Ποιείν τρεις φορές με δικά του κείμενα ή παρουσιάσεις του έργου του (βλ. αναρτήσεις στις 16.1.2012, 13.12.2012, 18.1.2014). Παράλληλα, ο Παστάκας συνεργάζεται με την Ποιητική, το έντυπο περιοδικό του Βλαβιανού. Στις 13.12.2012 μάλιστα, ως επισφράγιση της νέας τους φιλίας, ο Βλαβιανός συμπαρουσιάζει βιβλίο του Παστάκα σε εκδήλωση στο Polis Café στην Αθήνα…

Το να αλλάζει κανείς φίλους και προτιμήσεις είναι δικαίωμά του. Δικαίωμά του επίσης αναφαίρετο είναι να γλείφει όπου προηγουμένως έφτυνε, όσο απωθητικό κι αν φαντάζει αυτό σε ορισμένους από εμάς… Το να έρχεται όμως χθες, 16.4.2014, ο κ. Παστάκας και να ισχυρίζεται ότι κατά του Βλαβιανού

«δεν υπήρξε καμία επίθεση του περιοδικού μας. (το ποιείν είναι θέση κι όχι αντίθεση).»

http://www.poiein.gr/archives/date/2014/04/16

προκαλεί το λιγότερο γέλωτα. Για να μην πούμε ότι ασεβεί κατά του πνεύματος των Παθών και της Μεγάλης Πέμπτης…

Κ. ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

ΥΓ. 1 Με τον κ. Παστάκα προσωπικά δεν έχω να χωρίσω τίποτα. Ούτε γνωρίζω τον άνθρωπο. Έως τον Σεπτέμβρη του 2009 που απρόκλητα με προσέβαλε με σχόλιό του στο Ποιείν, έτυχε να δημοσιεύσω τρεις ή τέσσερις φορές κείμενά μου στο ηλεκτρονικό περιοδικό του, συνήθως με πρωτοβουλία της Σοφίας Κολοτούρου, τότε συνεργάτιδας του περιοδικού. Είναι πρόδηλο ότι ο κ. Παστάκας μου επιτίθεται επειδή φαντάζεται ότι έτσι πλήττει τον Γιάννη Πατίλη, του οποίου για κάποιο λόγο με θεωρεί φερέφωνο. Και τον οποίο Γιάννη Πατίλη, για λόγους εξίσου ανεξιχνίαστους, εδώ και λίγα χρόνια αυτός και ο κ. Λαλιώτης/Μίχος θεωρούν εχθρό τους και του επιτίθενται σε κάθε ευκαιρία, παρότι παλαιοί συνεργάτες του αμφότεροι στο Πλανόδιον. Δεν έχω καμιά διάθεση να υπεισέλθω στα καθέκαστα αυτής της παράδοξης σχέσης, ο Πατίλης δεν έχει χρεία συνηγόρου… Η στάση του καθενός, η σταθερότητα των φίλων και των πεποιθήσεών του εν προκειμένω, τα λέει για όλους όλα.

ΥΓ. 2 Πλήρη τα αρχικά δημοσιεύματα του Ποιείν, του κ. Παστάκα και του κ. Μίχου/Λαλιώτη βρίσκονται πάντα αναρτημένα στο Διαδίκτυο. Ο κυβερνοχώρος τίποτα δεν ξεχνάει – για όποιον γνωρίζει να τα αναζητεί φυσικά… Επειδή ο κ. Παστάκας έφτασε να με απειλεί –κατά τρόπο ομολογουμένως διασκεδαστικό– με… ποινική δίωξη («η αφέλειά του εμπίπτει σε ποινικό αδίκημα, αλλά δεν θα ασχοληθούμε περαιτέρω μαζί του, επειδή η ηλιθιότητα του νέου διευθυντή του ψευδεπίγραφου νέου περιοδικού είναι πασιφανής»), καθυβρίζοντάς με παράλληλα, θα του θυμίσω εδώ την πρώτη αράδα από τον «Υπέρ αδυνάτου» λόγο, που δεν μπορεί, θα τη θυμάται απ’ το σχολείο…

ΥΓ. 3 Στο Νέο Πλανόδιον δεν τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Η κωμωδία της «πνευματικής» μας ζωής δεν υπολείπεται σε τίποτα από το θέατρο που βλέπουμε καθ’ ημέραν στο πολιτικό σανίδι: Το έργο δεν αξίζει δεκάρα. Όμως αν θες να ξέρεις το γιατί, μερικές φορές πρέπει να κάτσεις να το υποστείς…