Φώτης Δούσος

Οροσειρές του ελληνικού μυθιστορήματος

*

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Έχει ταλανίσει για μεγάλο διάστημα τον δημόσιο λόγο το ερώτημα αν υπάρχει ή όχι καλό ελληνικό μυθιστόρημα. Ενώ αντίθετα, όπως παρατήρησε σε προφορική μας συζήτηση ο διευθυντής του Νέου Πλανόδιου, Κώστας Κουτσουρέλης, δεν έχουμε ποτέ αναρωτηθεί για την ποιότητα, το ανάστημα και το εύρος της ελληνικής ποίησης ή του ελληνικού διηγήματος. Θεωρούμε ότι στα δύο αυτά πεδία διαχρονικά διαπρέπουμε, ενώ το ελαττωματικό παιδί της λογοτεχνίας μας φαίνεται να είναι αποκλειστικά και μόνο το μυθιστόρημα.

Οι λόγοι για τους οποίους το ελληνικό μυθιστόρημα μπορεί να υπολείπεται σε σχέση με άλλα ημεδαπά λογοτεχνικά είδη αλλά και σε σχέση με το μυθιστόρημα του εξωτερικού (των δυτικών χωρών) έχουν αναλυθεί διεξοδικά τα τελευταία χρόνια. Συνοπτικά έχουν να κάνουν με τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, την παράδοση, την κοινωνική διαστρωμάτωση, τη διαφορά κλίμακας και μεγεθών, την έλλειψη στήριξης από την Πολιτεία, την αποσυνάγωγη γλώσσα, την πλημμελή τεχνική κατάρτιση κ.α. Η επισήμανση πάντως των παραγόντων που οδηγούν σε μια τέτοια δυσχέρεια δεν φέρνει και αυτόχρημα προτάσεις για την επίλυση του προβλήματος, το οποίο μάλλον δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο από το να διαιωνίζεται. (περισσότερα…)

Νύχτες του Ιουλίου | Η λίστα του Λεπορέλο (Τετάρτη 20.7.2022)

*

Η Λίστα του Λεπορέλο του Φώτη Δούσου (Νεφέλη 2021) δεν είναι μόνο ένα γερό αστυνομικό μυθιστόρημα. Έχει στοιχεία και από άλλα λογοτεχνικά είδη. Διαβάζεται ας πούμε και ως σάτιρα του λογοτεχνικού σιναφιού, αυτού του ατελεύτητου πανηγυριού της ματαιοδοξίας.

Οι δυο τρεις σελίδες στις οποίες ο συγγραφέας φιλοτεχνεί το πορτραίτο της ποιήτριας Κατερίνας Κέυ, λ.χ., είναι άξιες για ανθολογία.

«Είχε βγάλει τρεις ποιητικές συλλογές μέχρι στιγμής. Η μία χειρότερη από την άλλη. Η κριτική τής συμπεριφέρθηκε όμως με σεβασμό. Ίσως γιατί η ίδια φρόντισε να κοιμηθεί με τους μισούς κριτικούς… Με εντυπωσίαζε η τρομερή άνεση που είχαν οι νέοι λογοτέχνες να αυτοτιτλοφορούνται ποιητές ή συγγραφείς. Παλαιότερα έβγαζες πέντ’-έξι βιβλία και ακόμα δεν ήσουν σίγουρος ότι μπορείς να λέγεσαι συγγραφέας. Ήταν περισσότερο τίτλος τιμής. Τώρα με 2-3 ποιήματα που πόσταρες στο facebook αποκτούσες ύφος ποιητή φανφάρα και ό,τι μπαρούφα έλεγες έμοιαζε βαθυστόχαστη και σημαντική… Φυσικά είχε προλάβει να μου στείλει τα ποιήματά της… Με το που τα διάβασα, ένιωσα απέχθεια για το άτομό της. Τα φυσικά της θέλγητρα, τα σαρκώδη χείλη, το ωραίο σώμα, το σταχτί της δέρμα στα μάτια μου μαράθηκαν απότομα. Πίσω από το καλοσχηματισμένο πρόσωπό της έβλεπα μια μηχανή που φτύνει απαίσιους στίχους. Μια θεριζοαλωνιστική μηχανή στίχων. Στον κόρφο της φώλιαζαν κακογραμμένα ποιήματα.»

Και συνολικά όμως, η Λίστα είναι ευφάνταστη και τραβηχτική, το εύρημα με τους εκδότες και τον βιβλιόκοσμο ως ντεκόρ της δράσης έξυπνο, δέλεαρ του συγγραφέα για να τραβήξει στις σελίδες του και ένα κοινό λογίων που δεν αρέσκεται να διαβάζει αστυνομικά ή και τα σνομπάρει.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ
facebook, 25.9.2021

*

Νύχτες του Ιουλίου 2022

* * *

 

Νύχτες του Ιουλίου 2022

Καλοκαίρι στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία των Χανίων

 

* * *

 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ

Όπου δεν αναφέρεται κάτι διαφορετικό, οι εκδηλώσεις ξεκινούν στις 9.30 μ.μ. και η είσοδος είναι ελεύθερη 

H Εταιρεία Θεάτρου ΜΝΗΜΗ και το περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, για έκτη συνεχή χρονιά εφέτος, διοργανώνουν στον ΑΙΘΡΙΟ ΧΩΡΟ του Θεάτρου Κυδωνία στα Χανιά, τις «Νύχτες του Ιουλίου».

Οι φίλοι και οι επισκέπτες μας αυτό το καλοκαίρι θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν έναν ευρύ κύκλο παραστάσεων, συναυλιών, συζητήσεων, διαλέξεων και τιμητικών εκδηλώσεων με κορυφαίους εκπροσώπους της μουσικής, του θεάτρου, της λογοτεχνίας, της φιλοσοφικής και επιστημονικής σκέψης. Ανάμεσά τους οι Αργύρης Μπακιρτζής, Θοδωρής Γκόνης, Παντελής Μπουκάλας, Βασίλης Κάλφας, Νίκος Σταμπολίδης, Βασίλης Βερτουδάκης, Στέφανος Κακλαμάνης, Μαργαρίτα Μέλμπεργκ κ.ά.

Το εφετινό πρόγραμμα είναι ιδιαιτέρως φιλόδοξο, αφού περιλαμβάνει μεταξύ άλλων εκδηλώσεις για τις σημερινές τύχες της κλασσικής αρχαιότητας, την κρητική αναγεννησιακή λογοτεχνία και το δημοτικό τραγούδι. Συμπλήρωμά του οργανικό, η εφετινή θερινή παραγωγή της Ε. Θ. ΜΝΗΜΗ «Πάροδος», η πρεμιέρα της οποίας θα δοθεί στο Αρχαίο Θέατρο της Απτέρας στις αρχές Αυγούστου. Πρόκειται μια παράσταση αφιερωμένη στη μνήμη της Μικρασιατικής Καταστροφής και βασιζόμενη στο εμβληματικό μυθιστόρημα του Κοσμά Πολίτη Στου Χατζηφράγκου.

Την επιμέλεια του προγράμματος έχουν ο Μιχάλης Βιρβιδάκης και ο Κώστας Κουτσουρέλης. Θα τηρηθούν όλα τα προβλεπόμενα υγειονομικά μέτρα.

* * *

Σάββατο 2 | Συζήτηση στρογγυλής τραπέζης

«Εμείς και οι Αρχαίοι»

Τι απομένει από την Αρχαιότητα σήμερα; Εξακολουθεί να είναι η κληρονομιά της πηγή έμπνευσης, σημείο προσανατολισμού για τον σύγχρονο κόσμο; Ή η επίκλησή της έχει γίνει πλέον συνήθεια αταβιστική, ανούσια τελετουργία της μνήμης;

Συζητούν τέσσερεις από τους κορυφαίους αρχαιογνώστες μας: Βασίλειος Π. Βερτουδάκης, καθηγητής κλασικής φιλολογίας στο ΕΚΠΑ, Βασίλης Κάλφας, καθηγητής φιλοσοφίας στο ΑΠΘ, Παντελής Μπουκάλας, ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής, και Νικόλαος Χρ. Σταμπολίδης, αρχαιολόγος, διευθυντής του Μουσείου Ακροπόλεως. (περισσότερα…)

Οικείοι μας αντιήρωες

 

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Στέργιος Χατζηκυριακίδης, Βατσ’νιές, πυκνές* καρτ-ποστάλ
από τα Βαλκάνια (*και ενίοτε εμπαθείς), Δίαυλος 2021

Το διήγημα, αν έκανε κάτι πάντα, ήταν να παρουσιάζει στο αναγνωστικό κοινό «φέτες ζωής».  Έχει βαθιά μέσα του ριζωμένη τη ρεαλιστική τούτη συνθήκη. Πρόκειται μάλιστα για μια επιταγή που επιβάλλεται από την ίδια την τεχνοτροπία του. Επειδή είναι μικρό σε έκταση, δεν έχει πολύ χρόνο και χώρο στη διάθεσή του για να θεμελιώσει έναν καινούργιο κόσμο εκ του μηδενός. Του είναι πιο εύκολο και πιο φυσικό να ανοίγει ένα παράθυρο στην πραγματικότητα και να μας την προβάλλει διαστρεβλωμένη ή μη, θολή και αφηρημένη ή δοσμένη με χειρουργική ακρίβεια. Έτσι γίνεται και στη συλλογή διηγημάτων του Στέργιου Χατζηκυριακίδη, Βατσ’νιές, πυκνές* καρτ-ποστάλ από τα Βαλκάνια (*και ενίοτε εμπαθείς), Εκδόσεις Δίαυλος 2021.

Μόνο που εδώ οι διαθλαστικοί φακοί που χρησιμοποιούνται εμφανίζουν αξιοσημείωτες ιδιαιτερότητες. Αν μπούμε στον μυθοπλαστικό κόσμο των Βατσ’νιών με το ψυχρό μάτι του αφηγηματολόγου ή του μελετητή της λογοτεχνίας μπορούμε να εντοπίσουμε αμέσως κάποιες ξεκάθαρες κατευθύνσεις που δείχνουν ότι το κάθε αφήγημα είναι εκεί για να επιβάλλει τους όρους του και δεν το ενδιαφέρει σε καμία περίπτωση να χαϊδέψει τα αυτιά του εν δυνάμει κοινού του.

Έτσι, αρχικά, παρατηρούμε ότι στα συγκεκριμένα διηγήματα γίνεται μια πολύ ιδιαίτερη χρήση της γλώσσας και των εκφραστικών σχημάτων. Στόχος δεν είναι η καλλιέπεια, η καλολογία, η δημιουργία ατμόσφαιρας ή τονικότητας, αλλά η υπονόμευση όλων των προηγούμενων. Βρισκόμαστε σε μια περιοχή όπου η παραδοσιακή έννοια της λογοτεχνικότητας κλυδωνίζεται, αν δεν αυτοαναιρείται κιόλας. Αλλά και πέρα από τη γλώσσα, αν σταθούμε στις δομές θα δούμε ότι κυρίαρχο μέσο της πλοκής γίνεται η παρέκκλιση. Ένα στοιχείο που είναι ουσιαστικά ενάντιο σε κάθε έννοια πλοκής – αν και κατ’ άλλους «όλη η ιστορία της λογοτεχνίας είναι μια παρέκκλιση». Σε πρώτο επίπεδο λοιπόν τα διηγήματα της συλλογής εκφράζουν μία αφαίρεση τόσο σε δομικό επίπεδο όσο και σε υφολογικό.

Το λογοτεχνικό κείμενο όμως δομείται πάνω σε λεπτές ισορροπίες. Αν αφαιρεθεί κάποιο στοιχείο θα πρέπει να αντικατασταθεί άμεσα από κάποιο άλλο, όσο το δυνατόν ισοδύναμό του. Ειδάλλως το όλο οικοδόμημα κινδυνεύει να κατεδαφιστεί. Με τί καλύπτονται λοιπόν αυτά τα ηθελημένα κενά στις Βατσ΄νιές;  Πώς ξεπερνιέται ο κίνδυνος κατεδάφισης; Καλύπτονται, θα λέγαμε, με μεταμοντέρνα υλικά της αφήγησης: με την ειρωνεία, τον αστεϊσμό, το σκώμμα, την ανεκδοτολογική εξιστόρηση, το ευφυολόγημα. Ο Χατζηκυριακίδης γεμίζει τους αρμούς της αφήγησης με στοιχεία που φέρουν έντονα τον αέρα του ρίσκου. Διότι αναγκάζουν τον αναγνώστη να μετακινηθεί από το comfort zone του, να φύγει από το μέρος που γνωρίζει και που του είναι οικείο, και να μπει σε μια περιοχή όπου επικρατεί αστάθεια και ανασφάλεια.

Το χιούμορ στη λογοτεχνία, είναι στοιχείο ανοικείωσης και αποστασιοποίησης. Χρησιμοποιούμε κάθε αφηγηματικό μέσο για να  τραβήξουμε τον αναγνώστη βαθιά στην αφήγηση, να τον εισαγάγουμε στον μυθοπλαστικό κόσμο και να τον κρατήσουμε όσο περισσότερο γίνεται εκεί. Το χιούμορ όμως έρχεται σαν μια εντελώς αντίθετη δύναμη. Αναγκάζει τον αναγνώστη να σταθεί έξω από τον κειμενικό κόσμο, τον βάζει να κρίνει αυτό που διαβάζει, τον κάνει να αμφισβητήσει το κύρος του κειμένου, του επιβάλλει να σκεφτεί. Αυτό είναι το εγγενές ρίσκο λοιπόν κάθε αφήγησης που αναδεικνύει το χιούμορ, τον σαρκασμό και την ειρωνεία ως κεντρικές ποιότητες του ύφους  και της μηχανικής του.

Στις Βατσ’νιές η αφήγηση είναι «αντιλογοτεχνική» και για έναν ακόμη λόγο: χαρακτηρίζεται από πολύ έντονη προφορικότητα και σε καμία περίπτωση δεν θυμίζει την μυθοπλασία όπως την έχουμε συνήθως στο μυαλό μας. Ο μύθος των διηγημάτων δεν έχει ανάγκη κλειστές δομές για να εκφραστεί και να αναπτυχθεί· μάλιστα σε πολλά σημεία δείχνει να αποστρέφεται την «καθεστηκύια αισθητική» του λόγου και της αφήγησης (αν μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι τέτοιο). Δείχνει δηλαδή ότι πάει κόντρα σε ό,τι είναι γενικώς αποδεκτό. Δημιουργεί μια ενδόμυχη αφηγηματική διαταραχή. Αυτό φανερώνει και την ιδεολογική χροιά των συγκεκριμένων κειμένων. Το ύφος, ο τρόπος που λέγεται μια ιστορία, συνδέεται βαθύτατα με την ιδεολογία που τη διέπει και ακολούθως παράγει περιεχόμενο.

Σε μια εποχή που το λογοτεχνικό κείμενο -ακόμα μια φορά- μοιάζει να βαραίνει από στολίδια, ανούσιες καλολογίες και βερμπαλισμούς, που στην ουσία επιχειρούν να κολακέψουν τον αναγνώστη, είναι σημαντικό να ξέρουμε ότι υπάρχουν κείμενα τα οποία τραβάνε προς μιαν άλλη, πολύ πιο έντιμη, κατεύθυνση. Κείμενα που δεν επιχειρούν να κοροϊδέψουν ή να ξεγελάσουν το κοινό τους, που δεν προσπαθούν να το αποκοιμίσουν ή να το αποπροσανατολίσουν με τις ωραίες εκφράσεις τους ή με την ποιητικότητα που αποπνέουν αλλά αντίθετα επιθυμούν να χτίσουν μια σχέση ισοτιμίας, και ειλικρίνειας μαζί του.

Προσωπικά βρήκα υπόγειες συνδέσεις και αντιστοιχίες των Βατσινιών με έργα του Γιώργου Ιωάννου που μιλάνε για την επαρχία όπως ακόμα και με το περιβόητο Το τέλος της μικρής μας πόλης του Χατζή. Μπορεί να ακούγεται ακραίο, αλλά οι Βατσ’νιές ειδολογικά αποτελούν μέρος της συγκεκριμένης παράδοσης. Πρόκειται για αφηγήσεις όπου κυριαρχεί η ατμόσφαιρα, η αίσθηση του περιβάλλοντος χώρου γίνεται σχεδόν σωματική, και το επαρχιακό αστικό τοπίο παίζει καταλυτικό ρόλο στην ψυχολογία και την ψυχοσύνθεση των ηρώων.

Οι χαρακτήρες που παρελαύνουν από αυτά τα διηγήματα είναι ως επί το πλείστον αντιήρωες. Τί σημαίνει όμως αντιήρωας; Στις μέρες μας θα έλεγα ότι τείνει να σημαίνει «κανονικός» άνθρωπος. Το πανόραμα των αντιηρωικών μορφών λοιπόν δεν κάνει τίποτε άλλο εδώ παρά να ενισχύει την αληθοφάνεια του κειμένου. Και η αληθοφάνεια ήταν και παραμένει πάντα ένα από τα πιο βασικά ζητούμενα της μυθοπλασίας.

Τα μυθοπλαστικά πρόσωπα στις Βατσ’νιές θυμίζουν υπαρκτά σουλούπια που όποιος έχει ζήσει στην βαλκανική περιφέρεια των προηγούμενων δεκαετιών τού είναι οικεία, τα ξέρει, τα ’χει δει να περιφέρονται στους δρόμους και στα μπαρ, τα έχει συναναστραφεί και έχει κάνει μεθυσμένες κουβέντες μαζί τους. Πρωτίστως έχουμε να κάνουμε με μυθοπλαστικούς ανθρωπότυπους που κουβαλάνε πάνω τους το βάρος της καταγωγής τους. Αυτό το βάρος δεν είναι τόσο ότι τους δίνει ταυτότητα, όσο ότι τους γεμίζει υπαρξιακά και οντολογικά· τους προσφέρει ένα είδος νοήματος και τους δίνει μια αίσθηση πληρότητας μέσα στα άδεια και ομιχλώδη βαλκανικά τοπία που ζούνε.

Ο αφηγητής των διηγημάτων δεν βλέπει ποτέ τους ήρωες του αφ’ υψηλού αλλά τους αντιμετωπίζει ως ίσος προς ίσο. Και μάλιστα κατά βάθος υποψιαζόμαστε ότι τους θαυμάζει και δείχνει ότι τον δένουν μαζί τους αόρατοι αλλά ισχυροί συναισθηματικοί δεσμοί. Δεν παραθέτει απλώς στιγμιότυπα από τις ζωές των ηρώων του, αξιοπερίεργα, ιδιαίτερα, ζουμερά, σουρεαλιστικά συμβάντα, αλλά φαίνεται να απολαμβάνει ακόμα και τον ήχο των λέξεων που χρησιμοποιεί για αυτές τις εξιστορήσεις.

Τα κείμενα αυτά δεν χαρακτηρίζονται από συναισθηματισμό. Η ειρωνεία άλλωστε που, όπως είπαμε, κατά κόρον χρησιμοποιείται ακυρώνει κάθε τέτοια παράμετρο. Αλλά αυτό μπορεί εν τέλει και να μην ισχύει. Ειδικά σε αναγνώστες που αναγνωρίζουν το μοτίβο των περιγραφόμενων καταστάσεων, που έχουν συγχρωτισθεί στο παρελθόν με τις κατηγορίες ανθρώπων που αναφέρονται, που έχουν πιει μαζί τους, έχουν μεθύσει, έχουν ακούσει τις ιστορίες τους, οι Βατσ’νιές ανοίγουν μια εσωτερική πόρτα. Και φωτίζουν έναν χώρο σκεπασμένο από τις ομίχλες της μνήμης και ίσως, μέχρι ένα σημείο, και της νοσταλγίας.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

 

 

 

Το χιούμορ στην πεζογραφία

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Το χιούμορ αποτελεί σύμφυτο στοιχείο του λογοτεχνικού φαινομένου. Ο Αριστοτέλης μάς πληροφορεί στην Ποιητική του ότι ο ιαμβικός ρυθμός, τόσο προσήκων σε κάποια είδη ποίησης, ανιχνεύεται και στον προφορικό λόγο· ενώ έλκει την καταγωγή του από εορταστές που «ιαμβίζουν» ο ένας προς τον άλλο, που ανταλλάσουν σκωπτικές κουβέντες δηλαδή και αλληλολοιδορούνται. Εξάλλου στην ίδια τη βάση της μιμητικής λειτουργίας που είναι τόσο θεμελιώδης (για τον Αριστοτέλη) σε όλη την καλλιτεχνική διαδικασία, δεν ενυπάρχει κάτι το αστείο; Να ξεκαθαρίσω εδώ ότι δεν συζητάμε για την κωμωδία ως είδος και για τις λογοτεχνικές αναπαραστάσεις του κωμικού. Το ζήτημα είναι πως παρεισφρέει, πως συμπλέκεται, ποιες λειτουργίες επιτελεί το χιούμορ όταν εμφανίζεται σε ένα κείμενο που δεν είναι κωμικό, σε ένα κείμενο με δραματικό υπόστρωμα, ας πούμε.

(περισσότερα…)

Φώτης Δούσος, Το Big Bang της αφήγησης

Πώς ξεκινάει κανείς να γράφει; Ποιο είναι το σημείο εκκίνησης της μυθοπλασίας; Τι θα ορίζαμε ως το big bang της αφήγησης; Για κάποιον μπορεί να είναι μια εικόνα, μια είδηση, μια συζήτηση που άκουσε, κάτι που διάβασε, ένας χαρακτήρας που του ήρθε στο μυαλό, μια πρόταση, μια λέξη, μια ιδέα, ένα συναίσθημα κ.ο.κ. Η αφήγηση μπορεί να ξεκινήσει από οπουδήποτε και με οποιαδήποτε αφορμή. Τέτοιου τύπου ερεθίσματα έρχονται κατά σμήνη, σαν πολύχρωμες πεταλούδες, γύρω από το κεφάλι μας κάθε μέρα. Δεν έχουμε παρά να σηκώσουμε τη νοητή μας απόχη και να τσακώσουμε ένα.

(περισσότερα…)

Φώτης Δούσος, Γνωστή φάτσα

Η σειρήνα του συναγερμού με τον συριστικό και εκκωφαντικό της ήχο έκανε τα κεφάλια των περαστικών να στραφούν αυτόματα προς το κοσμηματοπωλείο που βρισκόταν Βόλακα και Αλφειού γωνία. Την ίδια ακριβώς στιγμή, δυο νεαροί πετάχτηκαν τρέχοντας από μέσα και σκουντουφλώντας ο ένας πάνω στον άλλο προσπάθησαν να χαθούν στην πολυκοσμία.

Ήταν μέρα μεσημέρι και πέρα από την αυξημένη κίνηση στην περιοχή υπήρχαν και αστυνομικοί που ρέμβαζαν πίνοντας καφέ καβάλα στις σβηστές μηχανές τους.

Οι αστυνομικοί χωρίς καν να μιλήσουν γυρίσαν τα κλειδιά των μηχανών και ξεχύθηκαν πίσω από τους ληστές κοσμημάτων. Η καταδίωξη δεν ήταν εύκολη με τόσο κόσμο στους δρόμους και στα πεζοδρόμια. (περισσότερα…)

Writer’s block: παλεύοντας με το τέρας

 

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Κατά τον γνωστό αφορισμό του Σαμ Σέπαρντ στο γράψιμο ενός εκτενούς αφηγηματικού έργου «η αρχή είναι σίγουρα συναρπαστική, η μέση περίπλοκη, και το τέλος καταστροφή»[1]. Για τον Σέπαρντ η ίδια η αναγκαιότητα του τέλους είναι προβληματική, έχει κάτι το επίπλαστο, το καταχρηστικό, το καταναγκαστικό. Οριστικό τέρμα άλλωστε δεν υπάρχει στη ζωή. «Το πιο αυθεντικό τέλος οδηγεί πάντα σε μια νέα αρχή».

(περισσότερα…)

Γενεαλογία των παθητικών ηρώων

zoom-backgrounds-00012

Γενεαλογία των παθητικών ηρώων

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Το σύγχρονο storytelling δείχνει μια προτίμηση στους «δυναμικούς» και «ενεργητικούς» αφηγηματικούς ήρωες. Το Γιανγκ στοιχείο που αποκρυσταλλώνεται μέσα τους, ευνοεί την εξέλιξη, τη σύγκρουση, την αλλαγή, την ανατροπή, πράγματα δηλαδή που δίνουν φόρα σε μια ιστορία. Όμως μια αφήγηση μπορεί να κινηθεί εξίσου αποτελεσματικά με άλλες ταχύτητες και διαφορετικές κατευθύνσεις. Η παγκόσμια μόδα του autofiction, ήτοι η μυθοπλαστική ανάπλαση βιογραφικών δεδομένων των ίδιων των συγγραφέων που γράφουν κάθε βιβλίο, φέρνει στο φως σωρεία αφηγηματικών ηρώων που μόνο ενεργητικοί δεν μπορούν να χαρακτηριστούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αφηγήτρια και κεντρική ηρωίδα στο Περίγραμμα της Rachel Cusk.

Όμως υπάρχει και ένα άλλο ρεύμα που βασίζεται σε μια τυπολογία των παθητικών ηρώων. Στην ελληνική λογοτεχνία εκφράζεται από βιβλία όπως τo Ζιγκ Ζαγκ στις Κερασιές της Έρσης Σωτηροπούλου, το Λοστρέ του Λένου Χρηστίδη, το Πως τελειώνει ο κόσμος της Μαρίας Ξυλούρη, το Εκεί που Ζούμε του Χρίστου Κυθρεώτη και πολλά άλλα. Ανάμεσα σε αυτά τα έργα παρατηρούνται μεγάλες αντιστοιχίες δομικών υλικών που χρησιμοποιούνται στο χτίσιμο των βασικών χαρακτήρων.

Τί ενώνει τους συγκεκριμένους ήρωες; Πρώτα από όλα ένα φίλτρο αδιαφορίας που έχουν απέναντι στα πράγματα, το οποίο αγγίζει συχνά και τα όρια του κυνισμού. Η ζωή μοιάζει να τους συνθλίβει και η μόνη τους αντίδραση είναι η καταφυγή στην ειρωνεία. Δεν είναι ηττοπαθείς αλλά δεν έχουν καμία διάθεση να αγωνιστούν. Δεν ξέρουν για ποιο πράγμα να αγωνιστούν. Δεν έχουν πυξίδα στη ζωή τους. Δεν πηγαίνουν κάπου. Οι στόχοι τους είναι θολοί. Τα πάθη τους αναιμικά. Τα προβλήματα που τους απασχολούν, αν τα δούμε εκ του μακρόθεν, είναι υποτυπώδη, επουσιώδη, ισχνά, ωστόσο οι ίδιοι τα αντιμετωπίζουν σαν κολοσσιαία εμπόδια. Ταλανίζονται από υπαρξιακά ζητήματα κάποιες φορές, και από ψυχολογικά-συναισθηματικά ως επί το πλείστον. Σοβαρά βιοτικά προβλήματα οι περισσότεροι δεν έχουν. Είτε δουλεύουν είτε όχι, είναι παρίες της μεσαίας τάξης, που ακόμα και με την απότομη πτώχευσή της στα χρόνια της κρίσης, δεν βρεθήκαν στον δρόμο.

Κυνικοί και είρωνες καθώς είναι, δεν μπορούν να κρύψουν και ένα δεδομένο που κρύβεται συχνά πίσω από τον κυνισμό και την ειρωνεία: τον υψηλό δείκτη ευφυΐας τους. Είναι κατά κανόνα έξυπνοι, αισθητά πάνω από τον μέσο όρο. Ειδικά ο ήρωας του Κυθρεώτη με τα συχνά ευφυολογήματά του, τον αναλυτικό τρόπο που ερμηνεύει την πραγματικότητα, την οξεία παρατηρητικότητά του δείχνει ένα IQ τόσο υψηλό που, εν τέλει, του δημιουργεί προβλήματα στη ζωή του. Οι παθητικοί ήρωες δεν θέτουν την εξυπνάδα τους στην υπηρεσία του βίου τους. Δεν λύνουν πρακτικά προβλήματα. Ίσα ίσα μοιάζουν ακουσίως παγιδευμένοι μέσα σε αυτά. Η εξίσωση του κυνισμού προκύπτει από δύο συντελεστές: ευφυΐα και τραύμα. Η ειρωνεία είναι η πανοπλία, η θωράκιση μιας πολύ ευαίσθητης ψυχοσύνθεσης. Οι παθητικοί ήρωες χαρακτηρίζονται από πολύ μεγάλη και πληγωμένη ευαισθησία.

Στους παθητικούς ήρωες τα θέλω θρυμματίζονται. Οι προθέσεις είναι λιποβαρείς. Σύμφωνα με το γνωστό απόφθεγμα του Βόνεγκαρτ, ακόμα και οι πιο διανοούμενοι μυθοπλαστικοί ήρωες κάποιες στιγμές πρέπει να «θέλουν» κάτι, έστω ένα ποτήρι νερό (το θέλω εδώ μπαίνει ως κινητήριος δύναμη της πλοκής). Όμως, στις περιπτώσεις για τις οποίες μιλάμε, καθώς δεν υπάρχουν σαφείς διαδρομές της επιθυμίας, καθώς δεν υπάρχουν ξεκάθαροι στόχοι, τα θέλω σύντομα σβήνουν ή αλλάζουν κατεύθυνση, ενώ η ικανοποίησή τους έχει ελάχιστη επίδραση στην ψυχολογία των ηρώων και στην εξέλιξη της πλοκής.

Οι παθητικοί ήρωες δεν γίνονται ποτέ καταλύτες της πλοκής. Άγονται και φέρονται από τους ανέμους της δράσης και από την αλληλουχία των γεγονότων. Είναι παρατηρητές. Σχολιάζουν, αναλύουν, ερμηνεύουν. Δεν λαμβάνουν αποφάσεις. Η αμλετική τους φύση τούς απομονώνει. Τους αποξενώνει από τους άλλους. Κανείς δεν τους καταλαβαίνει. Έχουν ελάχιστους φίλους και ανύπαρκτη κοινωνική ζωή.

Η αγάπη φυσικά δεν αποτελεί λύση στο ψυχρό σύμπαν τους. Ούτε και το σεξ. Γενικώς δεν υπάρχει λύση. Μα έτσι δεν είναι και η ζωή; μοιάζουν να αναρωτιούνται οι συγγραφείς τους. Ο παθητικός ήρωας είναι κληροδότημα του μοντερνισμού και βρίσκει την ολοκλήρωσή του συχνά στη μετανεωτερικότητα. Ο άνθρωπος στέκεται σαστισμένος απέναντι στη ζωή του. Τα διλήμματά του είναι σαθρά. Ξέρει ότι όποιον δρόμο και να ακολουθήσει δεν υπάρχει σωτηρία, δεν θα βρει λύτρωση. Διότι δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Κάθε επιλογή έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της. Ο άνθρωπος δεν καλύπτεται συναισθηματικά. Περιφέρει παντού, όπου σταθεί και όπου βρεθεί, το κενό του.

Πέρα από την τυπολογία για την οποία μιλάμε, ένα άλλο στοιχείο που συνέχει τις συγκεκριμένες αφηγήσεις και εκπορεύεται εν πολλοίς από τους ίδιους τους χαρακτήρες, είναι ο κυρίαρχος τόνος, η μελαγχολική ατμόσφαιρα που τις διέπει. Σε συνδυασμό με την απουσία δράσης, ή καλύτερα με τη δυσκαμψία της δράσης που συναντάμε στο σύνολο τους, παρατηρούμε μια γιγάντωση, μια υπερτροφία της ατμόσφαιρας. Η περιρρέουσα διάθεση γίνεται κομβικό δραματουργικό στοιχείο της αφήγησης. Οι αφηγήσεις εδώ δεν είναι character-driven ή plot-driven, αλλά σχεδόν αποκλειστικά mood-driven.

Πάντως η γενεαλογία των παθητικών ηρώων στη λογοτεχνία μας κρατάει από αρκετά παλαιότερα. Σίγουρα ο μοντερνισμός που είδε τον χαρακτήρα ως «ροή συνείδησης» τον απογύμνωσε από το ψυχολογικό του βάθος αλλά και από τη σημασία του κοινωνικού του ρόλου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δημήτρης Τζιόβας: «Για μοντερνιστές πεζογράφους όπως ο Τζόυς, η Γουλφ, ο Λώρενς ή ο Φώκνερ, τα πρόσωπα ενός μυθιστορήματος δεν θεωρούνται ως συνεκτικές, προσδιορίσιμες και καλά δομημένες οντότητες, αλλά ένα ψυχικό πεδίο μάχης, ένα άλυτο αίνιγμα ή η αφορμή για τη ροή παραστάσεων και εντυπώσεων». Και συνεχίζει: «Αυτή η τάση να διαλύεται το μυθιστορηματικό πρόσωπο σε μια σειρά ατομικοποιημένων εμπειριών καταλήγει στην επιφανειακή περιγραφή του και την απομόνωσή του από κάθε ψυχικό βάθος». Έτσι αν και ο μοντερνισμός διακατέχεται από μια ιδιαίτερη ανάγκη να εκφράσει το εσωτερικό, καταλήγει να φέρνει στην επιφάνεια ένα χάος αντίρροπων δυνάμεων που δεν μας βοηθούν να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για τον χαρακτήρα.

Ο Μπέκετ υποστηρίζει ότι η δραστηριότητα του καλλιτέχνη είναι αρνητική μονάχα. Ο καλλιτέχνης απεχθάνεται την ασημότητα των περιφερειακών φαινομένων και έλκεται από το ίδιο το κέντρο του στροβίλου. Τί υπάρχει στο κέντρο του στροβίλου; Ο μοντερνιστής συγγραφέας προσπαθεί να το προσεγγίσει με τη ροή της συνείδησης. Ο μεταμοντέρνος βλέπει εκεί μόνο λέξεις. Άδεια κελύφη σημείων. Και τα αντιμετωπίζει με πικρόχολη ειρωνεία.

Υπάρχει όμως και μια άλλη καταγωγική αφετηρία των παθητικών ηρώων που εμφανίζονται όλο και πιο συχνά, τελευταία, στην ελληνική πεζογραφία. Στο συμβολιστικό μυθιστόρημα Φθινόπωρο του Κων/νου Χατζόπουλου που εκδόθηκε το 1917 βλέπουμε την εμφάνιση και εδραίωση της εν λόγω τυπολογίας.

Οι εκφάνσεις της αβουλίας των χαρακτήρων εντοπίζονται παντού στο Φθινόπωρο. Όπως σημειώνει ο Δημήτρης Πολυχρονάκης στην άκρως ενδιαφέρουσα μελέτη του Η Ώρα των Ποιητών: Το Φθινόπωρο του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου και η Φθινοπωρινή Αισθητική του Συμβολισμού: «Τα μεγάλα, τα σημαντικά γεγονότα καταλαμβάνουν μικρή έκταση στο σύνολο του έργου, έτσι ώστε να επισκιάζονται από πλήθος ασήμαντων γεγονότων και περιστατικών». Το έργο συντίθεται ουσιαστικά από μια σωρεία ασήμαντων πραγμάτων που δεν έχουν επιπτώσεις στην πλοκή ούτε στους χαρακτήρες. Η επιλογή αυτή το καθιστά αφηγηματικά βραδυκίνητο. Αλλά του προσδίδει επίσης και πρωτοτυπία, βάθος και ένταση στην ατμόσφαιρα.

Ο Sol Stein στο βιβλίο του How to Grow a Novel επιχειρεί μια ενδιαφέρουσα διάκριση ανάμεσα στα Γιν και στα Γιανγκ αφηγηματικά στοιχεία. Κάποια αφηγηματικά μέσα όπως η περιγραφή για παράδειγμα ανήκει στην πρώτη κατηγορία, ενώ ο διάλογος στη δεύτερη. Κατά την ίδια λογική θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε τους παθητικούς χαρακτήρες με το Γιν στοιχείο. Υποτίθεται ότι το σύγχρονο storytelling έχει μια έκδηλα Γιανγκ κατεύθυνση. Η ιστορία τείνει να προχωράει μπροστά με τη βοήθεια «αρσενικών» στοιχείων: δράση, επιθετικότητα, σύγκρουση, κίνηση, ανάπτυξη χαρακτήρα, θέλω του ήρωα, εμπόδια, ανατροπές κτλ. Η αφήγηση όμως μπορεί να στηρίζεται μια χαρά και στα ακριβώς αντίθετα στοιχεία: παθητικότητα, έλλειψη κίνησης, στατικότητα, διάθεση αναστοχασμού και ενδοσκόπησης, ανυπαρξία επιλογών και αδυναμία αλλαγής. Η ποικιλία, οι εναλλαγές ανάμεσα στα δύο και η δοσολογία που προκρίνεται από τον κάθε συγγραφέα, πλουτίζουν τη μυθοπλασία.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

 

 

Το υπερτιμημένο νεοελληνικό διήγημα

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Είναι διάχυτη η αντίληψη ότι στην Ελλάδα το φόρτε μας είναι το διήγημα. Μπορεί στον τομέα του μυθιστορήματος να μην τα καταφέρνουμε και τόσο καλά, για ποικίλους λόγους, αλλά στις μικρές αφηγήσεις είμαστε εξπέρ.

be1ef37e0b9706f8d72d7a167fcd6eafΌταν επιχειρούμε ιστορικές ανασκοπήσεις του ελληνικού διηγήματος, ξεκινάμε συχνά την προσέγγισή μας με τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη, περνάμε στον Βουτυρά, τον Ξενόπουλο, τον Θεοτόκη, τον Μητσάκη, τον Νιρβάνα, συνεχίζουμε με Χατζή, Γονατά, Χάκκα, Γιώργο Ιωάννου, και φτάνουμε σταδιακά μέχρι τους σύγχρονούς μας διηγηματογράφους. Συνήθως τραβάμε μια νοητή γραμμή με πρόθεση να ενώσουμε όλες αυτές τις τόσο διαφορετικές αφηγηματικές τάσεις και φωνές. Αγωνιούμε να αποδείξουμε μια ομαδοποίηση, μια ομοιογενοποίηση που καταδεικνύει ενδεχομένως την αδιάλειπτη συνέχεια του ελληνικού διηγήματος. Αυτή η συνέχεια δεν έχει να κάνει φυσικά με μορφικά, ιδεολογικά, αισθητικά ή τεχνικά ζητήματα, όσο με μια ακκίζουσα βεβαιότητα ότι το επίπεδο στο ελληνικό διήγημα είναι πάντοτε υψηλό. Σίγουρα υψηλότερο από αυτό του μυθιστορήματος, όπως είπαμε. Στο μυαλό όλων μας αντηχεί εκείνη η κοινωνιολογικής προέλευσης ερμηνεία που διατείνεται ότι οι Έλληνες δεν μπόρεσαν ποτέ να διαπρέψουν στο μυθιστόρημα επειδή δεν είχαν να επιδείξουν αστικό πολιτισμό. Για κάποιον παράξενο λόγο θεωρούμε ότι το διήγημα προσιδιάζει καλύτερα στην επαρχιακή – αγροτική κουλτούρα και αντίληψη για τη ζωή, από την οποία, υποτίθεται, είμαστε διαποτισμένος ως λαός ακόμα και σήμερα. (περισσότερα…)