Φρήντριχ Νίτσε

Αιώνια επιστροφή

*

Σκέψου μια μέρα ή μια νύχτα ένας δαίμονας να τρύπωνε στην μοναξιά σου την πιο μοναχική και να σου ’λεγε: «Αυτή τη ζωή, όπως τη ζεις τώρα δα και την έζησες, θα τη ζήσεις και θα την ξαναζήσεις αμέτρητες ακόμη φορές· και τίποτε δεν θα ’ναι καινούργιο σ’ αυτήν, αλλά κάθε πόνος και κάθε ηδονή και κάθε ιδέα και στεναγμός και κάθε τι ανείπωτα μικρό και μεγάλο της ζωής σου όλα τους θά ’ρθουν ξανά να σε βρουν, κι όλα τους με την ίδια σειρά και με την ίδια τάξη».

ΦΡΗΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ, Η Χαρούμενη Επιστήμη

*

Advertisement

Gottfried Benn, Ο Νίτσε μετά από 50 χρόνια

*

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Η πρώτη υπενθύμιση ότι ο Νίτσε έχει πεθάνει εδώ και μισόν αιώνα, υπήρξε για μένα ένα γράμμα από το Παρίσι τον Ιανουάριο της χρονιάς αυτής. Η Revue Littéraire 84 ήθελε να εκδώσει ένα τεύχος για τον Νίτσε και μου ζήτησε να συμβάλω σ’ αυτό. Η συμβολή μου ήταν η ακόλουθη:

 «Στην πραγματικότητα, όλα όσα η γενιά μου συζήτησε, στοχάστηκε εσωτερικά, μπορεί να πει κανείς: υπέφερε, μπορούμε επίσης να πούμε: μεγαλοποίησε – όλα τούτα είχαν ήδη εκφρασθεί και εξαντληθεί με τον Νίτσε, είχαν βρει οριστικές διατυπώσεις, όλα τα άλλα ήταν εξήγηση. Ο επικίνδυνος, θυελλώδης, αστραπιαίος τρόπος του, το ανήσυχο ύφος του, η παραίτησή του από κάθε ειδύλλιο και από κάθε γενική αρχή, η διατύπωση της Ψυχολογίας των ορμών, της ιδιοσυστασίας ως κινήτρου, της Φυσιολογίας ως διαλεκτικής – “η γνώση ως αψιθυμία”, ολόκληρη η Ψυχανάλυση, ολόκληρος ο Υπαρξισμός, όλα τούτα είναι δικό του έργο. Αυτός είναι, όπως φανερώνεται συνεχώς και περισσότερο, ο μεγάλης εμβέλειας γίγαντας της εποχής μετά τον Γκαίτε.

Αλλά έρχονται μερικοί και λένε: ο Νίτσε είναι πολιτικά επικίνδυνος. Υπό το πρίσμα αυτό θα πρέπει λοιπόν, ασφαλώς, να δούμε κάποτε τους πολιτικούς. Αυτοί είναι άνθρωποι που, όταν γίνονται ρητορικοί, κρύβονται πάντοτε πίσω από τις θέσεις ανθρώπων τους οποίους δεν καταλαβαίνουν, των πνευματικών ανθρώπων. Τι μπορεί να κάμει ο Νίτσε για το γεγονός ότι οι πολιτικοί παρήγγειλαν σ’ αυτόν εκ των υστέρων την εικόνα τους; Ο Νίτσε το προείδε αυτό να συμβαίνει, τον Ιούνιο του 1884 έγραψε στην αδελφή του ότι του προκαλούσε τρόμο η σκέψη ποιοι άνθρωποι που δεν θα είχαν κανένα δικαίωμα και τελείως ακατάλληλοι θα επικαλούνταν κάποτε την αυθεντία του. Είπε ακόμη πως ήθελε να έχει “φράχτες γύρω από τις σκέψεις του, για να μην εισβάλλουν στους κήπους μου οι χοίροι και οι φαντασιόπληκτοι”. Μολαταύτα παραμένει αξιοσημείωτο ότι σε μιαν ορισμένη περίοδο της δημιουργίας του (Ζαρατούστρας) βρισκόταν υπό την καθοδήγηση δαρβινιστικών ιδεών, πίστευε στην επιλογή των ικανών, στον αγώνα για την ύπαρξη τον οποίο αντέχουν μόνο οι πιο σκληροί, αλλά υιοθέτησε τις έννοιες αυτές για να χρωματίσει το όραμά του, δεν ήταν σ’ αυτόν δοσμένο να ανάψει το όραμά του με εικόνες θρύλων αγίων. Το ξανθό θηρίο, το οποίο έπειτα προσωποποιήθηκε, ασφαλώς δεν θα το είχε χαιρετίσει. Ο ίδιος ως άνθρωπος ήταν φτωχός, ακηλίδωτος, καθαρός – ένας μεγάλος μάρτυρας και άντρας. Θα μπορούσα να προσθέσω, για τη γενιά μου ήταν ο σεισμός της εποχής και από τα χρόνια του Λούθηρου η μεγαλύτερη γερμανική γλωσσική ιδιοφυΐα». (περισσότερα…)

Φρήντριχ Νίτσε, Περί γυναικών και άλλων τινών

Μετάφραση Βασίλη Πράτσικα

Για όλες τις καθώς πρέπει κυρίες, γνώση σημαίνει προσβολή της αιδούς. Εμπρός της νιώθουν σαν τις έχουν πιάσει στα πράσα, χειρότερα ακόμη: σαν να τις κοιτάζουν κάτω απ’ τη φούστα.

Πίσω απ’ όλες τους τις προσωπικές ματαιοδοξίες, οι γυναίκες διατηρούν την ίδια απρόσωπη περιφρόνηση ‒  για τη «γυναίκα».

Έξω απ’ το παιχνίδι της αγάπης και του μίσους, η γυναίκα είναι μέτρια παίκτρια.

Ο φαρισαϊσμός δεν είναι ο εκφυλισμός του καλού ανθρώπου: κάθε άλλο, ως επί το πολύ είναι προϋπόθεση κάθε καλοσύνης.

Μια γυναίκα μαθαίνει να μισεί στο μέτρο που ξεμαθαίνει να θέλγει.

Στην εκδίκηση και στον έρωτα, η γυναίκα είναι βαρβαρότερη του άνδρα.

Το να ντρέπεσαι για την ανηθικότητά σου: ένα σκαλί στην σκάλα που σ’ οδηγεί τελικά στο να ντρέπεσαι και για την ηθική σου.

Το ν’ αγαπάς ένα μόνο πράγμα είναι βάρβαρο: γιατί είναι σε βάρος όλων των άλλων. Το ίδιο ισχύει και με την αγάπη προς τον Θεό.

Ο εγκληματίας συχνά είναι κατώτερος των πράξεών του: τις υποτιμά και τις διαβάλλει.

Εν καιρώ ειρήνης οι πολεμοχαρείς τα βάζουν με τον εαυτό τους τον ίδιο.

Οι ποιητές φέρονται ξεδιάντροπα στα βιώματά τους: τα λεηλατούν.

Η αφέλεια του θαυμασμού: όποιος την έχει δεν του έχει ακόμη περάσει απ’ τον νου ότι και τον ίδιο θα μπορούσαν να τον θαυμάζουν.

«Πλησίον μου δεν έχω τον γείτονα μου, αλλά τον γείτονα του γείτονά μου»: έτσι σκέφτονται τα έθνη.

Ο  χριστιανισμός πότισε τον έρωτα δηλητήριο. Δεν τον σκότωσε βέβαια, τον εκφύλισε όμως, σε διαστροφή.

«Τον αντιπαθώ!» — Γιατί; — «Γιατί είναι καλύτερός μου». Απάντησε ποτέ κανείς έτσι;

Η ένταση και ο τύπος της σεξουαλικότητας κάθε ανθρώπου τον πλημμυρίζει ώς την έσχατη κορυφή του πνεύματός του.

Κι ο αυτοπεριφρονούμενος ακόμη εκτιμά τον εαυτό του όταν περιφρονεί κάποιον άλλο.

Όχι επειδή είναι φιλάνθρωποι, αλλά επειδή είναι φιλάνθρωποι ανίσχυροι ‒ αυτό είναι το μόνο που συγκρατεί τους σημερινούς χριστιανούς απ’ το να μας ρίξουν στην πυρά.

Πώς; Μεγάλος άνδρας; Εγώ δεν βλέπω παρά τον ηθοποιό που ενσαρκώνει το ιδεώδες του.

Ο έπαινος είναι πιο φορτικός από τον ψόγο.

Την ώρα της απόφασης να κλείνει τ’ αυτιά ακόμη και στο καλύτερο αντεπιχείρημα: γνώρισμα του ισχυρού χαρακτήρα. Κι ακόμη, η προθυμία του πού και πού να κάνει τον βλάκα.

FRIEDRICH NIETZSCHE

Jenseits von Gut und Böse. Vorspiel einer Philosophie der Zukunft (1886)

Ο «ριζοσπαστικός αριστοκρατισμός» και η «Μεγάλη Πολιτική» στο έργο του Νίτσε

Μια προσπάθεια ολικής επισκόπησης του ύστερου έργου του

 του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΡΙΤΣΑ

1). Η πορεία προς τη «Θέληση για Δύναμη»

Το έργο του Νίτσε το οποίο προκάλεσε με την έκδοση  τόσο θετικά όσο και αρνητικά σχόλια, ήταν η Θέληση για Δύναμη. Αυτή η κατάσταση αμφιβολίας προέκυψε, επειδή η αδελφή του και μετέπειτα δεδηλωμένη «αντισημίτρια, εθνικίστρια και οπαδός του Χίτλερ» Ελίζαμπεθ Φαίρστερ-Νίτσε επιμελήθηκε να εκδοθούν αυτές οι σημειώσεις, από τη χρονική περίοδο 1883-1888, το 1901, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του αδελφού της. Η “καλοπροαίρετη” θέλησή της να αναδείξει βέβαια το έργο του αδερφού της συνδέθηκε με την επιθυμία της να αισθανθεί ότι βρίσκεται κάτω από την προστασία, πνευματική ή όχι, κάποιου —όχι, μόνο για να πάρει κάποια φήμη η ίδια— πράγμα που επεξηγεί τις μετέπειτα πολιτικές συμπορεύσεις της.[1]

(περισσότερα…)